Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Ένα διήγημα από τον Κυριάκο Χαλκόπουλο

  
Η προσευχή
 
   Μιλούσαμε για τη Θρησκεία και είχαν ακουστεί αρκετές απόψεις. Όλοι έμοιαζαν να συμφωνούν πως συνήθως κανείς την αρνούταν στην αρχή της ζωής του, με αφορμές που παρουσιάζονταν τότε ως έντονες και απαρέγκλιτες, αλλά στη συνέχεια δεν αποκλειόταν και να ακυρωθούν ως πλανεμένες. Έτσι αρκετοί από τη συντροφιά είχαν μέσα τους, όπως δήλωναν, κάποιο θρησκευτικό συναίσθημα, παρόλο που οι περισσότεροι αρνούνταν την επιρροή της κρατούσας, οργανωμένης εκκλησίας.
   Ήταν ήδη αργά και η συζήτηση φαινόταν πως θα έσβηνε, για να αντικατασταθεί ίσως από ακόμα μια παρτίδα χαρτιά, όταν κάποιος φίλος του οικοδεσπότη μας που εγώ δεν τον ήξερα, ένας απόφοιτος της Θεολογικής σχολής που περίμενε τον διορισμό του, άρχισε να μιλάει.
   «Εγώ, το ξέρετε καλά, πως σπούδασα αυτό το αντικείμενο. Και παρόλο που στη Θεολογική σχολή της πόλης μας δεν είναι ασυνήθιστο να καταλήγει ένα ετερόκλητο και αμφίβολης πίστης πλήθος, λόγω της ιδιαίτερα χαμηλής βαθμολογίας που απαιτείται στις εξετάσεις για να εισαχθεί κανείς σε αυτήν, από την πλευρά μου είχα μέσα μου πίστη. Ήταν μάλιστα αυτή, τολμώ να πω, μια αγνή πίστη, δυνατή και ριζωμένη βαθιά μέσα μου. Τώρα αναμένω τον διορισμό μου ως Θεολόγου σε κάποιο Γυμνάσιο και πρέπει να σας πω ότι η θέση μου είναι εξαιρετικά δύσκολη, για πολλούς λόγους ίσως -ποιος δε θυμάται τις ειρωνείες με τις οποίες αναφέρονταν τα παιδιά στους δασκάλους αυτού του αντικειμένου; - αλλά κυριότερα διότι πλέον δεν έχω μέσα μου άλλο την παλιά μου ευσέβεια και τη θρησκευτική πίστη. Και θα ήθελα να σας διηγηθώ πώς μου συνέβη αυτή η αλλαγή, διότι έμελλε να περάσω όλες μου τις σπουδές ακόμα αναγνωρίζοντας τον εαυτό μου ως έναν Χριστιανό και όμως λίγες εβδομάδες μετά τη λήξη τους να μου συμβεί κάτι που κλόνισε τρομακτικά τις πεποιθήσεις μου και που τελικά προκάλεσε τη βύθιση των παλιών μου αντιλήψεων.
   Αυτό που μου συνέβη, εξάλλου, δεν ήταν κάτι που αφορούσε άμεσα εμένα. Δε θα πρέπει να υποψιαστεί κανείς πως, όπως κάποιος έφηβος, κλονίστηκα και εγώ από την απλή λύπη ή το πένθος για κάποια προσωπική κακοτυχία. Όχι. Παρόλο που τέτοιες βίωσα και εγώ, και τις έβλεπα και στην οικογένειά μου αλλά και γύρω μου, δε θα στέκονταν ποτέ αρκετές για να αλλάξουν τις κρίσεις μου για την ύπαρξη ενός προστάτη Θεού. Κάτι άλλο ήταν αυτό που επέδρασε σαν τρικυμία πάνω μου, και τελικά ναυάγησα σε ένα άγονο νησί της πιο ανηλεούς απιστίας σε κάθε είδους ανώτερη δύναμη.
   Οι σπουδές μου είχαν ολοκληρωθεί και τώρα όφειλα να φύγω στο στρατό, για να εκτελέσω αυτό το άνοστο και βαρετό καθήκον. Την ίδια τη θητεία δε τη φοβόμουν, και αυτό παρόλο που όπως όλοι έτσι κι εγώ είχα ακούσει ιστορίες για νέους που κυριολεκτικά καταποντίστηκαν στο στρατό και μερικοί μάλιστα έφτασαν ακόμα και στην αυτοκτονία. Ωστόσο εκτιμούσα πως τίποτε τέτοιο δεν αφορούσε εμένα, ήμουν άλλωστε ένα φυσιολογικά κοινωνικό άτομο και δε θα συναντούσα τον κίνδυνο της περιθωριοποίησης που τον αναγνώριζα ως το πρώτο βήμα στο Γολγοθά τέτοιων λυπητερών περιπτώσεων.
   Η τύχη θέλησε να υπηρετήσω αρχικά σε μία εξαιρετικά ακριτική περιοχή, στο Βορρά. Το κρύο, η όχι ικανοποιητική θέρμανση ακόμα και μέσα στους κοιτώνες, η αναπόφευκτα δυσάρεστη γειτνίαση με ανθρώπους που υπό άλλες συνθήκες θα τους απέφευγα μ’ επιμονή, συντέλεσαν να μου δημιουργηθεί, δίχως να το επιδιώκω, δίχως σχεδόν να το αντιληφθώ, κάποια πρώιμη τάση για θλίψη. Βέβαια δε θα πρέπει να νομίσετε ότι ήμουν ένας από εκείνους που υπέκυψαν σε κάτι τέτοιο. Αντίθετα μόλις την αναγνώρισα αμέσως έκανα ό,τι μπορούσα για να μεταβάλω τις σκέψεις μου. Σε αυτό με βοήθησαν κάποια άτομα που γνώρισα εκεί και με τα οποία μπορούσα να συνομιλήσω, αν και βέβαια τα ενδιαφέροντά μας διέφεραν.
   Ένα βράδυ ήμουν στη σκοπιά, ψηλά, σ’ ένα λόφο. Παγιδευμένος από το κρύο -χιόνιζε εκείνη τη βραδιά- δεν είχα κάτι άλλο να κάνω παρά μόνο να τρίβω ξανά και ξανά τα ρούχα μου, σε μία προσπάθεια να αισθανθώ έστω και λίγη ζεστασιά, έστω και αν ήταν μόνο μία πλάνη υποκινούμενη από την ίδια την ελπίδα που κινούσε τα χέρια μου πάνω στο βαρύ μου παλτό.
   Και παρόλο που δεν ήταν η πρώτη μου φορά στη σκοπιά, παρόλο που επίσης το κρύο δε θα πρέπει να διέφερε από άλλες νύκτες και παρά το γεγονός, τέλος, πως είχα ήδη κάνει κάποια βήματα για να απωθήσω τη λύπη που με είχε τρομάξει πριν από μερικές ημέρες, ένοιωθα κάτι το λιγάκι απροσδιόριστο εκείνο το βράδυ. Ακόμα δε νομίζω ότι είμαι σε θέση να το περιγράψω. Ήταν ίσως περισσότερο κάποια αδημονία, αλλά όχι αληθινά για την επιστροφή στον κοιτώνα, που ήταν προαποφασισμένη και ο χρόνος που κυλούσε μ’ έσπρωχνε όλο και περισσότερο προς τα εκεί, σαν να είχα ήδη αρχίσει να κατηφορίζω προς τα κτίρια του στρατοπέδου. Ήταν μια άλλου είδους αδημονία, ναι, αλλά για ποιο αντικείμενο;
   Θυμάμαι ότι αναρωτήθηκα αν μου έλειπε η πόλη μου, η οικογένειά μου, οι φίλοι μου. Ήταν αυτό αναμφίβολο, όμως μου φάνηκε ελάχιστα ικανοποιητική η αναγωγή του παράδοξου και αδιευκρίνιστου συναισθήματός μου σε αυτές τις ελλείψεις.
   Τελικά σκέφτηκα, κάτι που ίσως να μην το πίστευα ολότελα, αλλά το πίστευα σε αρκετό βαθμό ώστε να πραγματοποιήσω αυτή τη σκέψη πως ίσως να ήταν θρησκευτική η αιτία της γέννησης αυτής μου της αίσθησης. Ίσως ο δημιουργός Θεός να απαιτούσε από εμένα εκείνη την ώρα κάποια συνομιλία, ή έστω αυτό που γίνεται αντιληπτό ως συνομιλία μαζί του, δηλαδή την προσευχή και την παρατήρηση της επίδρασής της, σαν να είχε προκύψει αυτή η επίδραση από μια βούληση του ίδιου του Θεού. Έτσι μου ήρθε η σκέψη να προσευχηθώ, φωναχτά καθώς ήμουν μόνος μου.
   Επέλεξα μια προσευχή όμως ασυνήθιστη, και όχι εκείνες που σίγουρα εκατοντάδες φορές στο μέλλον θα δίδασκα στους μαθητές μου στο σχολείο. Αυτή ήταν μία που μου είχε προκαλέσει ίσως αμυδρή εντύπωση όταν συνέβη να την αποστηθίσω στα φοιτητικά μου έτη, τώρα όμως μου φαινόταν εξαιρετικά βαθιά ως προς το νόημά της. Άνοιξα το στόμα μου και άρχισα να προφέρω τις λέξεις, ήταν σύντομη και ήταν σαν να διαχεόταν στον παγωμένο αέρα μαζί με την ανάσα μου. Είχα προφέρει τα λόγια με σταθερή φωνή, ελάχιστα δυνατά, αλλά ούτε και από μέσα μου.
   Πρέπει να είχε περάσει ένα πεντάλεπτο όταν άρχισα ν’ ακούω βήματα. Η ώρα είχε κυλήσει τόσο γρήγορα! Τώρα έφτανε αναντίρρητα ο αντικαταστάτης μου και ήδη ονειρευόμουν τη μεγαλύτερη θερμοκρασία στον κοιτώνα και το βούλιαγμα του σώματός μου κάτω από τις κουβέρτες του κρεβατιού μου! Και γι’ αυτό ήμουν χαμογελαστός όταν είδα τον άλλο στρατιώτη, και διατήρησα το χαμόγελο παρόλο που αναγνώρισα το πρόσωπό του.
   Ήταν ένας παράξενος νεαρός που ήδη αρκετοί τον μέμφονταν για τη σιωπή του, αλλά και μια στιγμή οδυνηρής για εκείνον συναισθηματικής φόρτισης όταν άρχισε να ουρλιάζει σε απάντηση κάποιων κακόβουλων σχολίων μιας ομάδας άλλων συναδέλφων μας. Εγώ κρατούσα τις αποστάσεις μου από αυτόν, και στην πραγματικότητα δεν ένοιωθα κάτι για εκείνον, ήταν απλώς ένα παράδειγμα προς αποφυγή για εμένα και τίποτα περισσότερο.
   Είχα περάσει λίγη ώρα, σε έναν ύπνο δίχως όνειρα, πίσω στον κοιτώνα, όταν ένοιωσα ένα χέρι να ανεβοκατεβαίνει πάνω στον ώμο μου και άνοιξα τα μάτια μου. Ήμουν λιγάκι ζαλισμένος και έκανα τη σκέψη ότι αληθινά θα πρέπει να είχα σφάλει και να είχα κοιμηθεί για μισή μέρα, και όχι μόνο για μία ώρα το πολύ, παρόλο που ένοιωθα ακόμα εξασθενημένος. Έκανα αυτή τη σκέψη διότι ο κοιτώνας ήταν κατάφωτος και οι στρατιώτες αντί να είναι στα κρεβάτια τους ήταν σχεδόν όλοι όρθιοι και συζητούσαν, παράγοντας ένα διαρκές βουητό από το οποίο δεν μπορούσα να συνάγω τίποτα. Ωστόσο εκείνος που με είχε ξυπνήσει με κοιτούσε σοβαρά στα μάτια και ήταν προφανές πως τώρα θα μου εξηγούσε τι γινόταν αυτή την αλλόκοτη ώρα.
   Δεν μπορώ να θυμηθώ τι εντύπωση μου έκαναν τα πρώτα του λόγια. Το νόημά τους σίγουρα ήταν κάτι έντονο, αλλά λησμονήθηκε η ακριβής αίσθησή μου γι’ αυτά αργότερα. Αυτό που μου είχε επισημανθεί ήταν πως ένας στρατιώτης, εκείνος που με αντικατέστησε στη σκοπιά, είχε αυτοπυροβοληθεί στο κεφάλι και ήταν νεκρός.
   Στο μυαλό μου πέρασε το πρόσωπο εκείνου του κακόμοιρου ανθρώπου, στην τελευταία φορά που τον είχα δει, την τελευταία που τον είδε οποιοσδήποτε μάλλον όσο ακόμα ήταν εν ζωή. Και όμως μου έμοιαζε τόσο εύθυμος τότε!
   Αλλά δεν πρόλαβα να οργανώσω περισσότερο αυτές μου τις σκέψεις, διότι παρευθύς παρατηρήθηκε μεγάλη κινητικότητα στην άκρη του κοιτώνα, που ήταν ακριβώς απέναντι μου και σύντομα πολλά σώματα παραμέρισαν και φάνηκε εκεί ένας αξιωματικός. Είχε έρθει για να κάνει την επίσημη ανακοίνωση για το θάνατο του στρατιώτη.
   Ακόμα και σήμερα, ακόμα κι αυτή τη στιγμή, το σκέφτομαι αυτό· ο αξιωματικός θα μπορούσε κάλλιστα να είχε περιοριστεί να ανακοινώσει το φρικτό νέο. Αυτό θα ήταν επόμενο. Γιατί να θελήσει, αντίθετα, να δώσει κάποια εξήγηση σε απλούς στρατιώτες γι’ αυτό; Βέβαια έχω σκεφτεί άπειρες φορές πως και αυτή του η παράδοξη θέληση οφειλόταν σε κάποιον υπολογισμό του, κατά τον οποίο το συμβάν θα μας τάραζε λιγότερο αν παρουσιαζόταν κάποιο πειστήριο για μια προφανή ψυχική ανισορροπία του νεκρού συναδέλφου μας. Γι’ αυτό και πρέπει να αποφάσισε να μας διαβάσει ένα γράμμα που είχε αφήσει πίσω του εκείνος και που φαινόταν πως το είχε γράψει μέσα στο σκοτάδι, σαν τα τελευταία του λόγια πριν την πράξη του εκμηδενισμού του.
   Το γράμμα ήταν σύντομο. Διακατεχόταν από ένα έντονο θρησκευτικό συναίσθημα, αλλά το ήξερα ήδη πως αυτός ο κακόμοιρος πίστευε στο Θεό, κάτι που δε μου είχε προκαλέσει καμία απολύτως αίσθηση, ακόμα και όταν έμαθα ότι αφαίρεσε τη ζωή του. Η αναφορά που έκανε στο γράμμα ήταν στην παιδική του ζωή, στον πατέρα του που συνήθιζε να του μιλάει για το Θεό, να του διαβάζει προσευχές, να πηγαίνει μαζί του στην Εκκλησία. Ήταν ένας σκληρός πατέρας όμως, που πολλές φορές τον είχε ταπεινώσει. Ωστόσο καταφύγιό του στάθηκε αυτή η πίστη, που παρόλο αφ’ ενός τη μισούσε σ’ ένα βαθμό λόγω της αντιπάθειάς του για τον πατέρα του, τελικά την είχε ασπασθεί ως κάτι αρκετά ανεξάρτητο από εκείνον.
   Είχε, έτσι, μελετήσει στα επόμενα έτη αρκετά θρησκευτικά βιβλία και κυρίως του άρεσαν τα βυζαντινά προσευχητάρια, διότι εκεί ανακάλυπτε σπάνιους και ενδιαφέροντες για εκείνον ύμνους, ψαλμωδίες και απλές προσευχές.
   Δεν ήθελε στη συνέχεια του γράμματος να καταστήσει σαφές πώς κατέληξε σ’ αυτή του την απόφαση ή στη δημιουργία μιας τέτοιας ιδιαίτερης εντύπωσης, αλλά επιθυμούσε να διευκρινίσει πως μία από αυτές τις συλλογές λόγων του Κλήρου την είχε επισημάνει ως κάποια που θα ήθελε να ακουστεί λίγο πριν πεθάνει. Πίστευε, μάλιστα, αφήνοντας και αυτό το σημείο σκοτεινό στο γράμμα του πως αν ακουγόταν λίγο πριν πεθάνει τότε θα κέρδιζε αναμφίβολα την αιώνια ζωή. Και την είχε ακούσει εκείνο το βράδυ, σαν να την έψελνε το ίδιο το πυκνό σκότος, φεύγοντας από τον κοιτώνα, ταπεινωμένος από τις μομφές των εχθρών του! Σε αυτό το σημείο έκλεισα τα μάτια μου, μαντεύοντας τη συνέχεια.
   Θέλω να σας πω, φίλοι μου ότι δεν ήταν τόσο η ίδια η ανήκουστη και τρομακτική σύμπτωση η δική μου παράδοξη επιθυμία να ψάλω εκείνη την προσευχή ν’ ανταποκριθεί σε μία τρελή πίστη εκείνου του δύστυχου ανθρώπου. Η σύμπτωση μια προσευχή χαμένη στα παλιά βιβλία, που μόνο κάποιος θεολόγος ή κάποιος παθολογικά ένθεος θα την ανακάλυπτε να συμπέσει να είναι γνωστή και στους δυο μας. Η ακόμα πιο επιβλητική σύμπτωση ν’ ακουστεί από εμένα ενώ εκείνος ήταν κοντά.
   Όχι, όλα αυτά θα μπορούσα να τα ξεπεράσω, αποδίδοντάς τα σε κάποια αλλόκοτη, αλλά τελικά ασήμαντη συγκυρία. Αλλά αυτό που τελικά με συγκλόνισε, και έκανε ένα δάκρυ να κυλήσει από τα μάτια μου, σα να συντρόφευε τον αξιωματικό που είχε κάνει μεταβολή και τα σώματα των στρατιωτών για άλλη μια φορά πύκνωναν πίσω του, ήταν η σκέψη, η απλή σκέψη, πως εγώ ετοιμαζόμουν να διδάξω την πίστη στο Θεό σε μικρά παιδιά, σε μαθητές του Γυμνασίου, ενώ είχα μέσα μου μια τέτοια ανάμνηση τρομερή για τον αφανισμό ενός ανθρώπου που ήρθε, ή έστω επισπεύτηκε, από τα ίδια μου τα άδολα λόγια που απεύθυνα σε μια Θεότητα. Και μου φάνηκε όλο αυτό φοβερό, σαν να ήταν ένα αστείο σε βάρος μου από κάποιον δαίμονα. Και νομίζω ότι η πρώτη μου αντίδραση, για μια στιγμή, ήταν ακριβώς εκεί να το υπάγω, αλλά είδα μπροστά μου τη θλιβερή προοπτική της ενασχόλησης με τους δαίμονες και τρόμαξα από το ζοφερό μέλλον που θα είχα με κάτι τέτοιο.
   Και όμως, ήμουν Θεολόγος, δε θα έπρεπε να αναλάβω ένα τέτοιο έργο, ως ένας στρατιώτης του Θεού; Και, ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι καθόλου δεν ήθελα κάτι τέτοιο και η πίστη μου ήταν ρηχή, ενταγμένη στη θέλησή μου για διαιώνιση της ευκολίας της ζωής που ως τότε είχα. Καταλαβαίνετε; Ήταν η συναίσθηση της αληθινής ζωής της πίστης, μιας ζωής άγριας, δύσκολης, εντατικής, που θα έπρεπε να ακολουθήσω, μετατρέποντας τελικά τον εαυτό μου σε κάποιο μοναχό ίσως, σε κάποιον ερημίτη. Και αυτό δεν το ήθελα, γι’ αυτό και δάκρυσα. Και, καθώς το δάκρυ έπεφτε στο σεντόνι μου, η απόφασή μου να μη διδάξω ποτέ ήταν ειλημμένη. Ακολούθησε, τις επόμενες μέρες, και η αποδόμηση της πίστης μου».

Κυριάκος Χαλκόπουλος
Θεσσαλονίκη

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

Του αγέρα Παράμετρες αναπαύσεις


Πάνω στους ώμους σου με τα δυο χέρια
ένα του φλοίσβου χάδι πέρασα  για πέρλα στο λαιμό
για να ’χει η μυρωδιά του γιασεμιού περίσσια χάρη

καθώς κι ο βόμβος απ’ τις μέλισσες σαν στήνουν το χορό.
Πάνω στους ώμους σου κρέμασα ένα στίχο
αψύ ιώδιο απ’ το περγιάλι τ’ αλμυρό,
που χρόνια τώρα τη ζωή μου συγκλονίζει
όταν στο κύμα ρίχνομαι να πιάσω το χορό.
Ψηλά στα σύννεφα θα στήσω των ερώτων τη γιορτή
για να ’ρχονται του κόσμου τα πουλιά  να κελαϊδούνε
όταν πια οι έρωτες στάχτη και μπούρμπερη θα έχουνε γενεί
καπνός οι θύμησες το νου θα πάψουν να ξυπνούνε.
Σήμερα  γιόρταζε  το κυμοθάλασσο τα εωθινά 
στα κυριακάτικα πέπλα ολόασπρα ντυμένο
κι αφροκυλούσε κύματα
στα  κοχύλια, που διαπληκτίζονταν με τα βότσαλα,
ποιο απ’ τα δυο του στίχου θα διεκδικήσει
τα άλια δικαιώματα πριν τούτος στην εσχατιά αρμενίσει.
Μέσα στη σκόνη των καιρών κρύβεται η αλήθεια της ζωής
καλά αμπαρωμένη.
Φύτρο μιας παραστρατημένης νότας,
π ’ανθίζει στο μεσαύγουστο σαν σύκο μελωμένη.
Απάνω που η πόλη γύρευε τα μέλη της νωχελικά ν’ απλώσει
φύτρωσε η ζωή μου μια βραδιά και κάθε τόσο τη μετρώ,
στοιχίζοντας σε ρω τ ’αστέρια σε ώρα αιχμής
ψηλά στον ουρανό.
Βράδυ σαν να ’ταν θεοσκόταδο και φύσαγε ο Γαρμπής.
Σκόνη πνιχτή πολιορκούσε ν’ αγκαλιάσει το φεγγάρι.
Οι φρυκτωρίες  χλόμιασαν κι άδειασαν απ’ το φως
δεν είχε μάτια ο έρωτας το δρόμο του να πάρει.
Πού να πλαγιάσει  ο ευανθής ζηλήμων λογισμός,
όταν οι αγάπες του ψαμίδες γίνανε και παίζονται στο ζάρι;

 Vicky Kostenas Lagdos
Dichterin
Zürich, 28. September 2011



Πρόγραμμα Εκδηλώσεων στον Πολυχώρο Τέχνης



ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ
στον Πολυχώρο Τέχνης
Αντωνοπούλου 17, Βόλος

                                                           Ομαδική Έκθεση Εικαστικών
Τετ. 28/9, ώρα 7μμ                         Βιβλιοπαρουσίαση του Κώστα Ακρίβου  /  Πολιτιστ. Σύλλογος Γερμανόγλωσσων "Ιάσων"
Δευτ. 3/10, ώρα 9μμ                     Μάθημα Αργεντίνικου Tango  /  Κώστας Χαλντούπης, Έφη Ζαρογιάννη
Τετ. 5/10, ώρα 6μμ                         Σεμινάριο Ποίησης  /  Κυριάκος Κυτούδης
Σαβ. 8/10, ώρα 5:30 μμ                Μάθημα Κλασικής Κιθάρας  /  Γιώργος Φουντούλης
Δευτ. 10/10, ώρα 4μμ                   Σεμινάριο Μοντέρνου Τραγουδιού  /  Χρήστος Λυριτζής  (Καθηγητής των Stars του τραγουδιού)
Δευτ. 10/10, ώρα 9μμ                   Μάθημα Αργεντίνικου Tango  /  Κώστας Χαλντούπης, Έφη Ζαρογιάννη
Τετ. 12/10, ώρα 6μμ                       Σεμινάριο Ποίησης  /  Κυριάκος Κυτούδης
Τετ. 12/10, ώρα 9μμ                       "Αληθινά Τραγούδια"  /  Γιώργος Φουντούλης (κιθάρα), Νικολέτα Γιαννουτάκη (τραγούδι)
θα ανακοινωθεί σύντομα           Σεμινάρια Λαϊκής Παράδοσης  /  Θανάσης Πολυκανδριώτης
 ''              ''                   ''                    Έκθεση και Σεμινάριο Γλυπτικής  /  Θέλξη Θεοχάρη
 ''              ''                   ''                    Σεμινάρια Βυζαντινής Μουσικής  /  Σύλλογος Ιεροψαλτών Βόλου
 ''              ''                   ''                    Συναυλία  /  Βασίλης Αγροκώστας (τραγούδι), Σέβη Μαζέρα (πιάνο)

Ο Πολυχώρος Τέχνης είναι ανοιχτός για καφέ ή ποτό 
μόνο κατά τις ώρες των εκδηλώσεων

Παρουσίαση βιβλίου του Κώστα Ακρίβου







ΠΟΛΥΧΩΡΟΣ  ΤΕΧΝΗΣ
-------------

Ο Κώστας Ακρίβος παρουσιάζει το βιβλίο του 

"Ποιός θυμάται τον

Άλφονς"

Με μετάφραση στα γερμανικά από τον Ούβε Λάου.
Στη συνάντηση θα παρευρεθούν και άτομα τα οποία γνώρισαν τον Άλφονς προσωπικά.
Διοργάνωση:  Πολιτιστικός Σύλλογος Γερμανόγλωσσων Μαγνησίας "Ιάσων" 

Τετάρτη 28 Σεπτεβρίου, ώρα 7 μμ
Είσοδος ελεύθερη

Η νέα καλλιτεχνική και εκπαιδευτική  περίοδος 2011 - 2012 στον Πολυχώρο Τέχνης άρχισε.  

 Πληροφορίες:
Αντωνοπούλου 17, 1ος όροφος, Βόλος
τηλ. 24210 39930, ώρες: 6 - 9 μμ
e-mail: info@foudoulis.gr
Ο Πολυχώρος Τέχνης αποτελεί την επίσημη καλλιτεχνική έδρα
του Ωδείου Φουντούλη, της Διεθνούς Ακαδημίας Τέχνης (International Art Academy) στην Ελλάδα
και 20 ακόμη πολιτιστικών φορέων.
Απευθύνεται θερμή παράκληση σε όσους επιθυμούν να συμμετέχουν στο πρόγραμμα εκδηλώσεων
του Πολυχώρου Τέχνης, να δηλώνουν συμμετοχή έγκαιρα.

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Με τη φορεσιά του αγέρα


Πόσο μ’ αρέσει ν’ αλλάζω φορεσιά
για να κατέβω στ’ ακρογιάλι!
Σήμερα οι γλάροι ούρλιαζαν
σαν το τραγούδι του ναυαγίου
αποστήθισαν και τώρα δεν μπορούν
να αντέξουν στη στείρα σιωπή.

Ένα μεγάλο αλισβερίσι η θάλασσα
να περνά εμπρός σου, να σ’ αγγίζει   
με όλη της τη μεγαλοπρέπεια
και να σου αδειάζει τόνους απ’ αλάτι στα πόδια.

Να κοιτά πως μ’ ένα της αναφιλητό σου κλέβει
της μέρας το φιλί για να το κάνει πανί και φρέγανο τ’ αγέρα.
Κι εσύ μισεμένος στον πίσω κάμπο του ορίζοντα
να καραβοτσακίζεσαι μέσα στα
μπλε αλώνια της θάλασσας.

Τα γέλια του κόσμου ήταν κι αυτά εκεί
με μια αγκαλιά λουλούδια μαραμένα.
Με πρόσμεναν με υπομονή
και μ’ ένα τους πρόσχαρο και πεταχτό φιλί,
στου ονείρου εισέβαλαν τη γκρεμισμένη οροφή
εκεί που ο αγέρας έμπαζε και τσάκιζε
του νου τα ξερολίθια στα χαμένα.

Θα ήταν η πρώτη μου φορά,
που νότα συναπάντησα
να υποκλίνεται στο ρυθμό ενός ελκυστικού ταγκό
κι όλο το στίχο ικέτευσε, αποζητώντας τον
να του χαρίσει ένα χορό
ως την εσχατιά του κόσμου.
Γι αυτό η χαρά δεν έχει λογικό σαν νύχτα ντύνεται
στολίζεται και παίρνει το σεργιάνι.

Κάπου εδώ κάπου εκεί όλα συμβαίνουν γύρω μας.
Δεν πρέπει να υπομένουμε στου χρόνου τη σιωπή
τις μέρες του δεν κάνουμε όλες Σαρακοστή,
γιατί κι οι άγγελοι το πέταγμα βαρέθηκαν
κι έγιναν όρνεα πουλιά για να ριχτούνε στη στεριά.
Κάτι θα ξέρανε όσοι τα κόλλυβα έφτιαχναν γλυκά. 

Vicky Kostenas Lagdos, Dichterin
Zürich, 26. September 2011



Στη χαράδρα


   Ακούω βήματα βαριά, αργά και κουρασμένα. Μέσα στην πυκνή δίνη του σκοταδιού παράξενοι ήχοι στροβιλίζονται και περιμένω…με την ελπίδα ζωντανή. Κάνω φίλο την άγνωστη νύχτα νιώθοντας κάθε αθρόα εισβολή, ακόμη και την πιο ανεπαίσθητη κίνηση που με περικυκλώνει. Δε θέλω να είμαι το ανυπεράσπιστο και αθώο θύμα της στιγμής, το βουλιαγμένο στο μοναχικό πόνο του. Κι αντί να τυλιχθώ με την ομορφιά της φύσης, βρίσκομαι παγιδευμένος μέσα στους σκούρους και αιχμηρούς βράχους…τραυματισμένος, ανήμπορος να κινηθώ, έστω για ένα απειροελάχιστο λεπτό του χρόνου. Δεν έχω τίποτε άλλο να κάνω απ’ το να περιμένω της σωτηρίας μου το επιθυμητό άγγιγμα ή την εχθρική δολοπλοκία της μοίρας μου.
   Το καταπράσινο βουνό απλώνει την άγρια αγκαλιά του. Η τρομερή μορφή του υψώνεται πάνω απ’ τα όρια της ανθρώπινης αντοχής και καταβαραθρώνει την ελπίδα, τσακίζοντάς την στα αφιλόξενα τοπία. Τότε με πλημμυρίζει και πάλι ο ίδιος ήχος, ο παταγώδης και ανατριχιαστικός. Υπάρχω λοιπόν, πίσω από το φόβο που μου τυφλώνει την όραση και μου παραλύει το μυαλό. 
   Οι ώρες μου περνούν αργά, αλλά επίμονα στην κρύα μοναξιά της νύχτας. Αισθάνομαι τα δέντρα, καθώς είναι διασκορπισμένα στην πλαγιά, πως μπορούν να κρύβουν οποιοδήποτε εχθρό. Μα μέσα στον αφόρητο πόνο που διαπερνά ολόκληρο το σώμα μου και κυρίως μέσα στη θλιβερή απογοήτευση πως εδώ, σ’ αυτή την ερημιά κανείς δε θα μ’ αναζητήσει, εύχομαι να νιώσω τα γαμψά και σκληρά νύχια του αετού! Θα ήθελα να με αρπάξει ξαφνικά το αρχοντικό αυτό πουλί, να μ’ απελευθερώσει από τη φυλακή των βράχων και να με ταξιδέψει ψηλά στην κορυφή, απ’ όπου, σε μια εντελώς άτυχη στιγμή, γλίστρησα προς το δυσδιάκριτο κενό. Το μόνο που ποθώ είναι να λιγοστέψει ο πόνος με μια ευχάριστη σκέψη και να αισθανθώ καλύτερα, πιστεύοντας πως τώρα έφθασα να ζήσω στα πραγματικά όρια της ύπαρξης μου, κάτι που αγνοούσα ή απέφευγα μ’ επιμονή να νιώσω λόγω του αδύναμου χαρακτήρα μου. Ψάχνω ένα φωτισμένο άνοιγμα στον ουρανό και διαισθάνομαι έναν μακρινό αντίλαλο να πλησιάζει, σαν το βουητό ενός σμήνους μελισσών. Ακούω τους θορύβους της μηχανής του ελικοπτέρου, που με αναζητεί μέσα στο πυκνό σκοτάδι. Οι προβολείς του ανάμεσα από τις λογχοφόρες κορυφές των δέντρων παίζουν ένα ασταμάτητο παιχνίδι. Απρόβλεπτα εμφανίζονται σαν τις σκιές ενός φανταστικού κόσμου.
   Σκέφτομαι, ξεφεύγοντας από τις ψευδαισθήσεις, πως κανείς δε θα μπορούσε να υποψιαστεί, ούτε καν να υποθέσει πως ο πολύ συγκρατημένος φίλος τους, ο Ιεροκλής βρίσκεται παγιδευμένος στο βάθος μιας χαράδρας. Εκείνος που στις περισσότερες στιγμές της ζωής του έδειχνε τόσο αναποφάσιστος και δειλός στο ν’ αντιμετωπίσει και να δώσει λύση στα πιο εύκολα προβλήματα. Πως ήταν δυνατόν ο αιώνιος εραστής της πολύβουης πόλης, ο μεθυσμένος απ’ τους ηδονικούς φωτισμούς του ξημερώματος και τον νανουριστικό κυματισμό της θάλασσας, πήγε να χαθεί στα άγνωστα μονοπάτια του βουνού, απρόσκλητος ικέτης ενός ασύγκριτου θαύματος;
   Η απόδραση που πάντα ονειρευόμουν απ’ τον ασφυκτικό κλοιό της πόλης κι απ’ το μονότονο και πληκτικό πρόγραμμα μου, λίγο έλειψε να μου στοιχίσει τη ζωή. Ο πόθος ρίζωσε βαθιά στην ψυχή μου κι όλο με οδηγούσε μπροστά, για να ξεχάσω ό,τι πραγματικά με βασάνιζε. Ο κόσμος, στον οποίο ζούσα, μου φαινόταν λίγος και αναπάντεχα, όταν τα πράγματα πήγαιναν αρκετά καλά, ήρθε η ύπαρξή μου να με ταρακουνήσει και με τοπία θελκτικά μ’ έσπρωξε προς το γκρεμό…Θέλησα να επεκταθώ σ’ άλλες πιο όμορφες και ποιοτικές διαστάσεις, να δοκιμάσω πρωτόγνωρες εμπειρίες, μα τελικά όλες μου οι προσπάθειες συντέλεσαν στο να ενισχύω πάντοτε αυτόν το μοιραίο και ακατανίκητο κύκλο της ζωής. Όσο κι αν ήθελα να γεννηθεί το φως ενδόμυχα στις σκέψεις, ερχόταν να με ανταμείψει το αμείλιχτο σκοτάδι.
   Εδώ κάτω στην ερημιά, στη γαλήνη του φυσικού τοπίου, όπου κανένα ανθρώπινο γέλιο ή μελωδική φωνή δε δηλώνει παρουσία για να σε συνταράξει, αντιλαμβάνεσαι το αληθινό νόημα της ύπαρξης και της ανθρώπινης φύσης. Επιλέγεις μια μοναχική περιήγηση μέσα στη νύχτα, ψάχνοντας τα ίχνη του παρελθόντος, τα ίχνη της σιωπής που άφησε ο χρόνος και τότε…, σαν υπνοβάτης, με τεντωμένα χέρια μπροστά σκοντάφτεις στα πιο απλά και ασήμαντα θέματα, αγνοώντας τα μεγάλα και σημαντικά. Όταν αισθάνεσαι το αργό, βαρύ και αποκαμωμένο βήμα του θανάτου, η καρδιά σου πάει να σπάσει σε χίλια κομμάτια κι ένα απλό νεύμα ανθρώπου αρκεί να τη συνεφέρει αποτελεσματικά.
   «Όχι! Θα νιώσεις όπως ένιωσα εγώ, ανθρώπινο κουρέλι. Δεν καταλάβαινες πως έφτασες στη βεβήλωση των πάντων, υψώνοντας πάνω απ’ όλα τον εγωισμό σου! Έκανες ανθρώπους να υποφέρουν απ’ τα φοβερά ξεσπάσματά σου κι ό,τι πήγαινες ν’ αγγίξεις μολύνονταν με το μικρόβιο της δυστυχίας. Χώμα γίνονταν τα συναισθήματα των άλλων, που απορροφούσαν πάντα τη φιλοδοξία σου. Ήθελες να πραγματοποιήσεις με ανυπομονησία τα όνειρά σου, ν’ αναγνωριστείς γρήγορα από τους συνεργάτες σου ως ο καλύτερος και πιο αξιόλογος στη δουλειά σου. Μοιραία όμως έχασες την εκτίμηση των ανθρώπων, γιατί επένδυσες μόνο σε άψυχα πράγματα».
   «Όχι! Δεν πιστεύω πως αυτά που μου λες είναι αλήθεια, παρά μόνο μια παράφραση της αντικειμενικής αλήθειας. Κάθε άνθρωπος εισπράττει διαφορετικά την αποδοχή, όπως και την ευτυχία. Μπορεί τα όνειρα να είναι σαν τους κόκκους της άμμου που γλιστράνε παντού και γεμίζουν κάθε χώρο, κάθε έλλειμμα ηθικό ή πνευματικό για να νιώσεις γεμάτος. Ίσως να νοστιμίζουν τη ζωή, αλλά δεν περιλαμβάνουν και ολόκληρο το νόημα της ζωής. Μας κάνουν να κλείνουμε για λίγο τα μάτια, να αγνοούμε ηθελημένα κάποιες πτυχές της ιστορίας μας, για να προχωρούμε ανάλαφρα».
   «Κατέχεσαι, Θεέ μου, από μια μεγάλη απογοήτευση, η οποία θέτει την ύπαρξή σου σε άλλο προορισμό. Μια απλή εκδρομή φαντάζει μόνο σαν θνητή προσπάθεια ν’ ανακτήσεις τις χαμένες σου δυνάμεις και ν’ αναπτερωθείς πνευματικά και σωματικά. Άραγε, δεν μπορώ να καταλάβω, γιατί βάζεις σε τέτοιες δύσκολες ώρες αναπάντητα, ηθικά διλήμματα; Αυτό το κενό, αυτή η ακινησία σου, μεγεθύνει έναν ακατανόητο συμβολισμό· η χαράδρα μπορεί να συνδέεται τόσο ανώδυνα με την πτώση, το γκρέμισμα των παθών σου και την απελευθέρωση μιας κοιμισμένης συνείδησης; Εδώ και χρόνια, τι έκανες για να αποφύγεις αυτήν την απαράδεκτη κατρακύλα; Οι αντιστάσεις σου ήταν μόνο λίγες αραιοσπαρμένες ηλιακές αχτίνες στη μόνιμη συννεφιά, να το πω με ακρίβεια: παραμόρφωση του προσωπικού σου, οχυρωμένου χώρου».
   «Πήγες ν’ αναρριχηθείς πάνω στα βράχια, χωρίς να το καταλαβαίνεις συνειδητά  πως η προσπάθειά σου ήταν να ξεπεραστεί το κενό της ύπαρξης, το ξεβάλτωμα της αυστηρής, καθορισμένης οικογενειακής ζωής σου. Επιδίωκες να λυτρωθείς και να εξαγνιστείς μέσα απ’ το ενθουσιώδη αίσθημα του κινδύνου, που δεν είχες δοκιμάσει ακόμη, εκείνη την υπέροχη στιγμή όταν περνούσες χορευτής των βράχων και δε σε απασχολούσε το τεράστιο κενό που έχασκε κάτω απ’ τα πόδια σου σαν ανοιγμένο στόμα λύκου. Ακόμα όμως, αντηχεί το ουρλιαχτό του κινδύνου που σ’ απίθωσε ακέραιο πάνω σ’ αυτή τη φιλική γη κι έγινε απαλό στρώμα σου για μια σημαντική νύχτα ερωτημάτων».
   Η γυναίκα μου δε θα μιλούσε ποτέ με αυστηρά και σκληρά λόγια. Λέει η ανήσυχη συνείδησή μου ή αν προτιμάτε ο άλλος, ανεξερεύνητος εαυτός μου, πως πρέπει να παραδεχτώ ότι τίποτα δε συγκρίνεται με τη θαλπωρή του σπιτιού και τις γνώριμες φωνές της γυναίκας μου και των παιδιών μου. Συμφωνώ, έχει δίκιο! Τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τα χαρούμενα παιχνίδια των παιδιών και τις αταξίες τους. Κρύβουν επιδέξια κάτω απ’ το χαλί τα καθημερινά προβλήματα των ενηλίκων και αποκαλύπτουν μεγάλες αλήθειες. Η μοίρα, μου έδειξε μεγάλη καλοσύνη που δεν μ’ άφησε να τσακιστώ πάνω στους βράχους κι ένας συμπαθής Θεός στάθηκε δίπλα μου, κάτω στην απέραντη χαράδρα, για να μου  δώσει μία ευκαιρία ακόμη να κρίνω τις σημαντικές αποφάσεις μου και να σκεφτώ βαθιά και ουσιαστικά σχετικά με το μέλλον μου.
   Τα χέρια μου δεν υπακούουν στη θέλησή μου να κινηθούν. Τα πόδια μου, παγιδευμένα ανάμεσα στους βράχους, προσπαθούν να μετατοπιστούν σε μια θέση πιο βολική. Όμως, η παραμικρή κίνηση είναι επώδυνη για μένα κι εκείνο που μένει είναι η κοφτερή ματιά που χαϊδεύει με απογοήτευση κι ελπίδα όλες τις μακρινές επιφάνειες. Φτάνει μέχρι τις πλούσιες πηγές νερού κι αναφτερώνεται, πηγαίνοντας να λάμψει μες στης ζωής  τον ασταμάτητο ρυθμό. Υποπτεύομαι πως έχω σπάσει το ένα πόδι από την πτώση που μεσολάβησε κι όσο περνάει η ώρα, ο πόνος δυναμώνει, η καρδιά μου χτυπάει πιο γρήγορα και ακανόνιστα, σαν του τρομαγμένου ελαφιού που τρέχει να ξεφύγει απ’ τα κοφτερά δόντια ενός άγριου θηρίου. Η ψύχρα πέφτει γύρω μου και φαίνεται το τρομαχτικό, παγερό της πρόσωπο. Ίσως, έως ότου ξημερώσει δε θ’ αντέξει η καρδιά, δε θ’ αντέξει η ψυχή και το σώμα. Οι ήχοι· αυτές οι τελευταίες αισθητές πραγματικότητες, αλλοιώνονται λόγω της σωματικής αδυναμίας μου κι όποτε ακούγονται, γεμίζουν την κρύα νύχτα, προσφέροντας μια ψευδαίσθηση φιλικής συντροφιάς, μια θερμή ανθρώπινη ανάσα. Ένα γρύλισμα κάποιου ζώου του δάσους ή ένα σύρσιμο πάνω στις πέτρες και ανάμεσα στις φυλλωσιές των θάμνων εμπνέει μια μικρή σιγουριά. Ένα χαρακτηριστικό φτεροκόπημα σπάει το βαρύ κλίμα της μοναξιάς και πιστοποιεί τους δεσμούς μου με τη ζωή· εμφυσά την ελπίδα επιστροφής μου στον οικείο κόσμο.
   Πρόκειται για μια εναγώνια προσπάθεια να συγκεντρώσω όλες τις τελευταίες εντυπώσεις μου, πριν τη μεγάλη «φυγή». Ακούω τον ήχο του ορμητικού νερού που έρχεται απ’ το φαράγγι κι ακούω επίσης της μάνας μου την ανήσυχη φωνή: «Πρόσεξε, μην χτυπήσεις αγόρι μου!». Νιώθω το υγρό φιλί της γυναίκας μου στα χείλη μου και την καταπραϋντική κομπρέσα της αγάπης πάνω στο μέτωπό μου, που ψήνεται από υψηλό πυρετό. Τα γέλια των παιδιών προσπαθούν να διεισδύσουν για λίγο, να ξεσηκώσουν τις αναμνήσεις μιας ευτυχισμένης ζωής. Με περιτριγυρίζουν δείχνοντας τα παιχνίδια τους. Θα δω, δε θα δω αύριο τον πρωινό ήλιο, αμφιβάλλω ακόμη…
   Οι ήχοι όσο και αν ενισχύονται μέσα στο σκοτάδι, κάποιες φορές ξεγελούνε. Κλείνω τα μάτια μου στο σκληρό πεπρωμένο μου. Δεν αισθάνομαι πια τις ανθρώπινες φωνές, τα γαβγίσματα των σκυλιών, δεν μπορώ να δω τα ξαφνιασμένα πρόσωπα των κυνηγών που με βρίσκουν σχεδόν αναίσθητο. Μου ρίχνουν χαστούκια στα μάγουλα, προσπαθούν να με συνεφέρουν, αλλά έχω χάσει πάρα πολύ αίμα.
   «Πως βρέθηκε αυτός ο άνθρωπος εδώ πέρα;» λέει κάποιος έκπληκτος.
   Αυτό ήθελα να πω κι εγώ· «πως βρέθηκε άνθρωπος σ’ αυτή την ερημιά;». Μόνο θολά περιγράμματα ξεχωρίζω και σκιές ανθρώπων, σαν να βρίσκομαι μέσα σε όνειρο.
   «Ελάτε, βάλτε ένα χεράκι να τον μεταφέρουμε προσεχτικά. Πρέπει να προλάβουμε να τον τραβήξουμε από τη χαράδρα, πριν χάσει εντελώς τις αισθήσεις του!».
   Τα σκυλιά κουνούσαν χαρούμενα τις ουρές τους και μου έγλειφαν το πρόσωπο· ήταν πολύ φιλικά. Πρόλαβα ν’ ακούσω τη φωνή ενός από τους κυνηγούς, ο οποίος βρήκε την ταυτότητά μου και διάβαζε τα στοιχεία μου: «Ιεροκλής…».
   Ο ήλιος που ανέτειλε χάραξε μια μικρή πορεία πάνω στο σβησμένο, χλωμό πρόσωπό μου. Στα μάγουλα μου ξεπετάχτηκε μια απρόσμενη σπίθα ζωής, μια απερίγραπτη χαρά πως, ακόμη και στην πιο μακρινή ερημιά υπάρχουν άνθρωποι να σε γλιτώσουν απ’ το απαίσιο κενό της βασανισμένης ύπαρξης και να σε τραβήξουν για πάντα από τη χαράδρα των δυσάρεστων συναισθημάτων. Μα το σημαντικότερο ήταν, πως μετά απ’ όλη αυτή την περιπέτειά μου πήρα το δίδαγμά μου. Έδωσα υπόσχεση στον εαυτό μου να μην πληγώσω κανέναν άνθρωπο, ποτέ ξανά στη ζωή μου, όσο και εάν τύχει να έχω σοβαρούς λόγους για να το κάνω. Ένιωθα σαν να είχα βαφτιστεί από την αρχή μέσα σ’ εκείνη τη βαθιά, θλιβερή και σημαδιακή χαράδρα.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

 

**  Β΄ Μετάλλιο από την Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία "ΔΙΟΤΙΜΑ ΚΑΙ ΜΟΥΣΕΣ" το έτος 2011