Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Κάνοντας τον έρωτα λυπητερό τραγούδι


  
   Τα πόδια της Νάντια διέγραφαν κύκλους στον αέρα. Πιασμένη πάνω στη δοκό έκανε τον κόσμο να μένει εκστασιασμένος από το θέαμα. Πριν προσγειωθεί καλά και σταθερά, χωρίς να χάσει την ισορροπία της, άρχισε να χαιρετάει το πλήθος. Με είχε διακρίνει κιόλας και έδειχνε με το λαμπερό βλέμμα της πως όλα αυτά τα έκανε για μένα. Όλη τη σιγουριά της την όφειλε σε μένα. Ο έρωτας και η αγάπη μοιάζουν με την ενόργανη γυμναστική -έλεγε- γιατί όλα απαιτούν αυστηρή προπόνηση και πειθαρχία, εξίσου μεγάλη ευελιξία. Κι αυτό το μετάλλιο που κέρδισε, μου το χάρισε μέσα απ’ την καρδιά της.
   Στην αρχή, η πόλη φαινόταν τόσο ψυχρή και απόμακρη. Μια ερημιά επικίνδυνη περνούσε στην ψυχή μου· η μοναξιά του χάους, η αίσθηση ότι είσαι μόνος και δυσκολεύεσαι να υπάρξεις. Η Νάντια τότε ήταν ένα αδύναμο, ελεεινό κορίτσι από μία χώρα του πρώην ανατολικού μπλοκ. Πουλούσε λουλούδια στα ερωτευμένα ζευγαράκια που έπιναν τον καφέ τους στην παραλία. Τα χέρια της τρέμανε από την πείνα και ο ψυχρός βαρδάρης μούδιαζε το κορμί της. Όταν με πλησίασε, ένιωσα μια ασυνήθιστη αύρα. Στα μάτια της λες και ζωγραφίστηκε ο κόσμος όλος, μια πανδαισία χρωμάτων που δυσκολευόσουν να πιστέψεις πως προέρχονταν απ’ αυτό το μικροσκοπικό κοριτσάκι. Εκείνη φοβήθηκε το βαθύ μου κοίταγμα. Μπόρεσε όμως να ψελλίσει τη φράση:
   «Τι συμβαίνει;».
   Τα ελληνικά της ήταν σπαστά κι έτριβε τα μάτια της νυσταγμένη.   
   «Κορίτσι μου, εσύ φαίνεσαι εξαντλημένη. Που βρίσκονται οι γονείς σου;», τη ρώτησα.
   Εκείνη απάντησε μ’ έναν πικρό μορφασμό πως οι γονείς της είχαν χωρίσει και πως είχε έρθει στην Ελλάδα για να διεκδικήσει ένα καλύτερο μέλλον.
   «Αχ, αυτά τα όνειρα είναι που ευθύνονται για τις μεγαλύτερες ταλαιπωρίες των ανθρώπων», σκέφτηκα.
   Εγώ ξεκίνησα μια μέρα των ημερών και εγκατέλειψα το χωριό μου, με μοναδική περιουσία μου τα ρούχα που φορούσα και μια ξεκούρδιστη κιθάρα, παρόλα αυτά όμως νόμιζα πως ήμουν κυρίαρχος του κόσμου!
   Αυτή η φλόγα της νεότητας δεν παίρνει ποτέ σοβαρά τη λογική. Δεν εμποδίζεται από τη μελέτη των συνθηκών που επικρατούν. Έτσι βρέθηκα να νοικιάζω ένα σχεδόν εγκαταλειμμένο δωμάτιο στο κέντρο της πόλης. Ξάπλωνα πάνω σ’ ένα σκουριασμένο και ξεχαρβαλωμένο κρεβάτι με ξεσκισμένο στρώμα και είχα για συντροφιά μου μια ψάθινη καρέκλα, ένα καρφί στον τοίχο για κρεμάστρα και το ταβάνι που ξέφτιζε απ’ την υγρασία. Τις νύχτες επικαλούμουν τις μούσες, να γίνουν φίλες μου και να μου δώσουν την έμπνευση που χρειαζόμουν για να γράψω ένα ακόμη τραγούδι. Αφού έγραφα τους στίχους, ταίριαζα τις κατάλληλες νότες και με τη βραχνή φωνή μου έντυνα το σύνολο. Κάποτε, βρέθηκε ένας θαυμάσιος άνθρωπος να με ανακαλύψει, ο οποίος με άκουσε σε μια πλατεία να παίζω μισομεθυσμένος  μια ερωτική μπαλάντα.
   Από εκεί και ύστερα άρχισε η άνοδος και το εγκαταλελειμμένο δωμάτιο έγινε μια περιποιημένη γκαρσονιέρα. Φόρεσα και γραβάτα βγάζοντας σπυράκια εκείνη τη μέρα, λες και το δέρμα μου είχε κάποια αλλεργία στον καθωσπρεπισμό. Στο σχήμα μας, δούλευε ως τραγουδίστρια η Βέρα, μια ηδυπαθής γυναίκα. Ξανθιά και περιποιημένη έβγαινε να τραγουδήσει με άνεση και τσαχπινιά.
   «Άφησε, μου έλεγε, τις ροκ αηδίες και ασχολήσου με τα λαϊκά, να δεις προκοπή».
   Και είχε δίκαιο, από τότε που αποφάσισα να κόψω το μακρύ μαλλί και ν’ απομακρυνθώ από τις ροκ μπαλάντες και τα χέβυ μέταλ, άνοιξε όλος ο ορίζοντας μπροστά μου… Αν και τα λαϊκά τραγούδια τα έβρισκα ανούσια και άτεχνα, άρχισα να σκαρώνω στίχους για σουξεδάκια. Η Βέρα λοιπόν, αφού κατάλαβε πως είχε πιάσει φλέβα εδώ, άρχισε να με γλυκοκοιτάζει και ήθελε να βάλει αίσθημα στην υπόθεση. Οι νύχτες ήταν όλες δικές μας· περνούσαν με βαριά και ασήκωτα τραγούδια, με μουστακαλήδες βαρύμαγκες που έσπαζαν στο τσακίρ κέφι τους ντουζίνες πιάτα. Η Βέρα, ένα ξημέρωμα Κυριακής, όπου ο Θερμαϊκός είχε γεμίσει με κίτρινα και κόκκινα χρώματα και η ομίχλη έπνιγε, μου έκανε την πρόταση να παντρευτούμε. Κόλλησε τα ολοκόκκινα χείλια της πάνω στα δικά μου και δεν μου άφησε το περιθώριο να αντιδράσω. Πώς μπορούσα ν’ αρνηθώ τη γοητεία μιας Κιμ Μπάσιντζερ; Όλοι στο μαγαζί με «πιπιλούσαν» από καιρό για τη Βέρα.
   «Τι καλό κορίτσι η Βέρα! Έχεις φάει ποτέ από τα χέρια της φαγητό, να δεις; Λουκούμι! Είναι και πιστή. Τόσα χρόνια τραγουδίστρια στο μαγαζί και δεν ενέδωσε σε κανέναν από τους πελάτες, παρόλο που μερικοί την πολιορκούσαν στενά. Της έστελναν λουλούδια, της έγραφαν γράμματα, μα το «καλλίφωνο αηδόνι» έχει αξιοπρέπεια και περηφάνια και δε θέλει να χαλάσει την εικόνα της ως «απλησίαστης αοιδού».
   Όταν χώρισα με τη Βέρα, γιατί στην πράξη αποδείχτηκε πολύ διαφορετική, έπεσαν σαν χιονοστιβάδες οι διαμαρτυρίες των φίλων μουσικών και τραγουδιστών.
   «Θα το μετανιώσεις. Δεν ξέρεις τι χάνεις!».
   Και βέβαια ήξερα, τι ακριβώς έχανα οκτώ χρόνια που συμβίωνα μαζί της. Ήταν ένα παγόβουνο και αν θέλετε το πιστεύετε, κύριοι! Όσο γλυκιά και γεμάτη χρώμα ήταν η φωνή της, τόσο απόμακρη και ψυχρή ήταν η συμπεριφορά της απέναντι μου. Τελικά, το κλίμα είχε βαρύνει πολύ στο μαγαζί που δούλευα και η Βέρα δεν μπορούσε ν’ αποδώσει καλλιτεχνικά δίπλα μου. Έδειχνε σφιγμένη και ο κόσμος το καταλάβαινε, αν και υπάρχει μια γενικευμένη πεποίθηση ότι οι καλλιτέχνες δεν επηρεάζονται απ’ αυτά τα πράγματα. Έτσι αποφάσισα να φύγω από το μαγαζί και βρέθηκα πάλι σε μια καινούργια περιπλάνηση.
   Εκείνη την περίοδο γνώρισα τη Νάντια που λέτε…, αυτό το κακόμοιρο κοριτσάκι που της έλειπε η αυτοπεποίθηση. Σκέφτηκα να την καλέσω στη γκαρσονιέρα μου αλλά δεν της το πρότεινα, γιατί ίσως θα φοβούνταν και θα έτρεχε ξαφνιασμένη μακριά μου μην τυχόν της κάνω κακό. Για ένα διάστημα εξαφανίστηκα και πίστεψα πως γύρισε στην πατρίδα της, μετανιωμένη. Όμως έκανα λάθος, γιατί ένιωσα και πάλι αυτή την παράξενη αύρα να έρχεται από το μέρος της. Με πλησίασε με τον ίδιο τρόπο, διστακτική. Μου χαμογέλασε· σημάδι πως με γνώρισε.
   «Θα σου αγοράσω όλα τα λουλούδια, φέρ’ τα εδώ», της είπα.
   «Μα τι θα τα κάνεις;», ρώτησε με περιέργεια.
   «Κι εσένα τι σε νοιάζει;», της απάντησα.
   Της έβαλα μέσα στην παλάμη ένα διπλωμένο δεκαχίλιαρο και η κοπέλα αναπήδησε έκπληκτη, όταν κατάλαβε ποιο ακριβώς ήταν το ποσό.
   «Όχι, δε το θέλω, να το πάρεις πίσω!», μου είπε νευριασμένη.
   Παρατήρησα πως ήδη είχε ισχυροποιηθεί ο χαρακτήρα της και δεν ήταν πλέον ένα φύλλο στον άνεμο.
   «Θα το δεχτείς θέλεις δε θέλεις και θα καθίσεις να πιούμε μαζί ένα καφέ».
   «Καφέ δεν πίνω ποτέ. Μόνο χυμούς».
   «Εντάξει, τότε θα σε κεράσω ένα χυμό».
   Είχε καλοκαιριάσει και φορούσε μια κοντή φουστίτσα. Όταν με ακούμπησε αθέλητα με το πόδι της, θόλωσε το μυαλό μου. Τα πόδια της ήταν υπέροχα και καλοσχηματισμένα.
   Δεν άντεξα και της είπα:
   «Ω, Νάντια είσαι ένα άγαλμα. Νάντια με τις θαυμάσιες γάμπες, σωστά κομψοτεχνήματα!».
   Εκείνη χαμογέλασε αμήχανα και είπε πως τους τελευταίους μήνες πηγαίνει σε γυμναστήριο και προπονείται. Το όνειρό της είναι να γίνει κάποτε αξιόλογη και γνωστή σαν τη συνονόματή της, τη Νάντια Κομανέτσι. Έκρινα πως ήταν κατάλληλη η ώρα να της προτείνω να μείνουμε μαζί σ’ ένα καινούργιο διαμέρισμα, όπου θα είχε όλες της ανέσεις της νοικοκυράς. Δεν έπρεπε να ξέρει κανείς που μένω, ούτε ακόμη κι η Βέρα, γι’ αυτό μάζεψα τα πράγματά μου και εγκατέλειψα τη γκαρσονιέρα χωρίς να το αντιληφθεί κανείς. Η Νάντια έπρεπε ν’ ασχοληθεί με την καλλιέργεια του ταλέντου της. Διέθετε ένα σώμα λάστιχο και οι προπονητές της διέβλεπαν ένα λαμπρό μέλλον στο χώρο της ενόργανης γυμναστικής.
   «Ποτέ πια λουλούδια στους δρόμους, έτσι Νάντια; Από τώρα και στο εξής γίνεσαι η προστατευόμενη μου».
   Εκείνη το δέχτηκε μ’ ένα διάπλατο χαμόγελο. Το ένστικτό της, έλεγε πως έπρεπε να μ’ εμπιστεύεται και έτσι με ακολούθησε χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Το «καλημέρα» και το «καληνύχτα» ευωδίαζε στα χείλια της, ένιωθε πως μόλις είχε ξεκινήσει το ταξίδι για να φτάσει κάποια στιγμή τα όνειρά της.
   Σιγά-σιγά η λέξη «ξένος» για τη Νάντια άρχισε να μην έχει ούτε τυπικό, ούτε ουσιαστικό περιεχόμενο. Τα πρωινά έπαιρνε τη χαρά των καθημερινών ανθρώπων που διασταυρώνονταν μαζί της. Οι περισσότεροι πήγαιναν βιαστικοί στις δουλειές τους, ήταν όμως πρόθυμοι να σ’ εξυπηρετήσουν με ανθρωπιά. Η Νάντια απαλλαγμένη από το άγχος της δουλειάς, εφόσον της παρείχα τα πάντα, γεμάτη ευτυχία που αφοσιωνόταν στην αγάπη της· τη γυμναστική, κάθε μέρα γινόταν και καλύτερη. Ήρθαν και οι διακρίσεις σε αγώνες σαν φυσική συνέπεια μιας αυστηρά πειθαρχημένης ζωής. Έκανε σπαρτιάτικη διατροφή. Περπατούσε στο δρόμο με διαφορετικό αέρα, παρόλο που δεν ήταν καθόλου ψηλή. Προόδευσε και στα ελληνικά της. Στις καφετέριες όπου σύχναζε, κάποια γεροντάκια αναπολούσαν τα χαμένα χρώματα της νιότης. Οι νέοι μιλούσαν σε μια περίεργη γλώσσα που όσο και αν έψαχνες, δε θα έβρισκες λήμματα στο λεξικό του Τριανταφυλλίδη. Πρώτα θύματα αυτής της διαμάχης ήταν η οξεία και η περισπωμένη. Ήταν φυσικό λοιπόν, ν’ αργήσει να προσαρμοστεί η κοπέλα στην πολύχρωμη γλώσσα μας.
   Με τον καιρό διαπίστωσα πως η Νάντια τρελαινόταν για τις μηχανές. Της άρεσε η μεγάλη ταχύτητα και την τραβούσαν οι δοκιμαστικές δεξιοτεχνίες. Όταν αγόρασα μία τρανσάλπ, πέταξε από τη χαρά της και με παρακαλούσε να πάμε μία βόλτα στην Καλαμαριά. Η πρώτη μέρα ήταν ένα σεμινάριο οδήγησης. Της έδειξα πως μπορείς να πάρεις μια κλειστή στροφή και σχεδόν να οριζοντιοποιήσεις τη μηχανή σου στο έδαφος, χωρίς ν’ ακουμπήσει το πλαϊνό της μέρος και κινδυνέψεις να σκοτωθείς. Πόση ώρα μπορείς να κρατήσεις υψωμένη τη μηχανή στον αέρα με τον πίσω μόνο τροχό σταθερό και με τι επιτυχία μπορείς να υπερπηδήσεις τα παγκάκια του πάρκου ή κάποιο χαντάκι; Η απώλεια του ελέγχου, έστω για ένα δευτερόλεπτο, έμοιαζε με μεγάλο ρίσκο. Ο δρόμος πολλές φορές ξεγελάει, παραπλανά, σε ξαφνιάζει με μια απότομη στροφή σε αντίθετη κατεύθυνση, έπειτα από μία ευθεία πορεία. Η Νάντια συμφώνησε με την άποψη μου να συσχετίσω τη ζωή και τις διακυμάνσεις της με την απειλή και τον ίλιγγο της ταχύτητας.
   Η Νάντια θησαύριζε από εμπειρίες σε κάθε αγώνα και το μετάλλιο: χρυσό, αργυρό, χάλκινο ερχόταν να επισφραγίσει την επιτυχία της. Ήρθε όμως μια δύσκολη περίοδο, με πολλές ατυχίες, ένα μεγάλο τραυματισμό κι εκείνη έχασε πολύτιμο χρόνο από προπόνηση. Έδειχνε δυστυχισμένη, σκοτεινή, δεν είχε διάθεση να χαρεί με την ψυχή της γιατί η φιλοδοξία, της είχε ρουφήξει τη ζωή. Αυτό  ήταν το καθημερινό μαρτύριό, το οποίο την έκανε ανίκανη να χαρεί τα πιο απλά πράγματα, όπως ένα ωραίο ηλιοβασίλεμα στην Περαία.
   «Νάντια, της είπα, να ξέρεις πως εγώ σ’ αγαπάω και χωρίς μετάλλια. Σ’ αγαπάω γιατί είσαι μια ταλαιπωρημένη ψυχή που μάτωνες στη μοναξιά και πίστεψες πως τα όνειρα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα με προσωπικές θυσίες». 
   Μόλις ανακάλυψα μερικές κενές φιάλες βότκας, κρυμμένες στο πιο απίθανο μέρος, κατάλαβα ότι κάτι σοβαρό της συνέβαινε. Προσπάθησα να της συμπαρασταθώ και να μη θίξω όσο είναι δυνατό την αξιοπρέπειά της. Πώς είναι δυνατόν να μην το καταλάβω τόσο καιρό; Το πρόσωπό της είχε απορροφήσει μία πίκρα, ένα μεγάλο παράπονο και τα λαμπερά κάποτε μάτια της, τώρα με κοιτούσαν θλιμμένα. Της εξήγησα πως τα πράγματα στη ζωή δεν είναι μόνο άσπρα-μαύρα, αλλά έχουν διάφορες αποχρώσεις και συνδυασμούς. Η Νάντια δεν ήταν σε θέση να με διαβεβαιώσει ότι θα επέστρεφε στον προηγούμενο καλό εαυτό της. Είχε χαθεί η παλιά, αδιαμφισβήτητη σιγουριά της, είχε χάσει τον έλεγχο σε «μια επικίνδυνη στροφή του δρόμου». Έλειπα πολλές ώρες τη νύχτα, δουλεύοντας σ’ ένα νυχτερινό κέντρο στη Θέρμη και γι’ αυτό το λόγο δεν μπορούσα να δω στην πράξη, αν πιάσανε τόπο οι κουβέντες μου. Πέρασε ο καιρός και η Νάντια επανήλθε από τον τραυματισμό της. Αφοσιώθηκε και πάλι στις προπονήσεις της και έδειχνε σημαντική ψυχολογική άνοδο.
   Εκείνες τις μέρες που είχα την πλαστή εντύπωση πως η Νάντια βρήκε τον παλιό εαυτό της, δέχτηκα ένα γράμμα. Το άνοιξα με αγωνία και διάβασα έκπληκτος:
   «Μην πεις ότι είμαι καλή ή καλή. Όταν τραγουδάω, σκέφτομαι εσένα και μετανιώνω για την επιπολαιότητα που έδειξα κατά τη διάρκεια της συμβίωσής μας. Η μικρή, σου τα τρώει κανονικά κι εσύ δεν έχεις ιδέα! Για να βγεις από την απορία, σε προκαλώ να πας μια νύχτα στο καμπαρέ «Moulin Rouge» κι ό,τι δεις δε θα πιστεύουν τα μάτια σου. Βέρα».
   Τελικά, δεν είχα ξεφύγει ακόμη από τον εφιάλτη της Βέρας! Πώς με ανακάλυψε; Το αγνοώ μέχρι σήμερα. Πάντως μ’ έτρωγε η περιέργεια. Σκέφτηκα πως ίσως ήταν μια παγίδα της γυναίκας. Μήπως είχε βάλει κάποιους μπράβους να με ξυλοφορτώσουν, να μ’ εκδικηθεί μ’ έμμεσο τρόπο, που επέμενα να χωρίσουμε χωρίς να το βασανίσουμε και πολύ; Όχι, δεν πίστευα πως η Βέρα θα έφτανε σε τέτοιο σημείο! Η αξιοπρέπεια της δεν την άφηνε να συμπεριφερθεί με τόσο ανήθικο τρόπο. Πήρα μια νύχτα άδεια από το νυχτερινό κέντρο που δούλευα, κατάφερα κι ένα φίλο μου που ήταν αντίθετος με τέτοιες διασκεδάσεις και ξεκινήσαμε πεζοί προς το συγκεκριμένο καμπαρέ. «Noir cest noir» τραγουδούσε ο Johny Hallyday. Η νύχτα, για μας τους ανθρώπους της νύχτας δεν έχει τη μαγεία κι εκείνη την ανανεωτική αύρα που παρασύρει τους απολύτως καθημερινούς ανθρώπους, όσων βγάζουν το ψωμί τους κατά τη διάρκεια της μέρας. Η νύχτα λοιπόν, ήταν εντελώς γυμνή στα μάτια μας και τη διαισθανόμασταν να είναι τόσο θολή και αβέβαιη. Ο χρόνος επίσης μέσα στο σκοτάδι είχε άλλη αξία, ήταν φορτωμένος με μια βασανιστική εσωστρέφεια. Τα χαμηλωμένα φώτα της νύχτας σε ωθούν να επικεντρώνεσαι στο στιγμιαίο, το ασήμαντο που παίρνει διαστάσεις υπερβολικές… σ’ ό,τι θάφτηκε κατά τη διάρκεια της μέρας και τη νύχτα βρίσκει διέξοδο ν’ αναταράξει τις ψυχές, που επιμένουν να κλείνουν τα μάτια μπροστά του από το φόβο της μοιραίας αποκάλυψης.
   Στη διασταύρωση Εγνατίας με Ίωνος Δραγούμη, μας προσπέρασαν δύο έγχρωμοι νεαροί με βήμα ταχύ. Πιθανόν Λιβέριοι ή Πακιστανοί που είχαν έρθει στη χώρα μας αγκαλιά με την ελπίδα. Τους ακολουθήσαμε με προσοχή και ξέραμε εξ’ αρχής ότι θα μας οδηγούσαν στα λιγότερο συνηθισμένα μέρη. Χώθηκαν σε κάτι στενά και κατέβηκαν σ’ ένα υπόγειο, δρασκελώντας δύο-δύο τα σκαλοπάτια με έκδηλη τη χαρά και την ελευθερία που προσφέρει η αβέβαιη μοίρα στους ξενιτεμένους.
   «Ε, μαύρε άνθρωπε που πας;». Νομίζεις πως, σ’ αυτά τα κακόφημα μέρη, θα βρεις γαλήνη και ηρεμία. Θα συναντήσεις τον έρωτα που σου αρνιέται μια κοινωνία εχθρική στους ξένους και στα αισθήματα. Τότε καταλαβαίνεις πως αυτή η φράση: «Ε, μαύρε άνθρωπε που πας» εκφράζει περισσότερο, εσένα τον αυτόχθονα που νιώθεις πιο «ξένος» κι από τον ίδιο τον ξένο. Μπαίνεις μ’ ενθουσιασμό στο καμπαρέ που σε προειδοποίησαν πως θα δεις αποκαλυπτικά πράγματα και κάθεσαι σ’ ένα απόμερο τραπεζάκι. Αρχίζεις και πίνεις ασταμάτητα για να μπορέσεις ν’ αντέξεις, ν’ αντισταθείς σ’ αυτό που διαισθάνεσαι πως θα δεις. Θέλεις ν’ αγνοήσεις τον κίνδυνο, το κουρέλιασμα της ψυχολογίας σου που αναμένεται από στιγμή σε στιγμή. Φοβάσαι μήπως και χάσεις την αξιοπρέπειά σου μπροστά στον φίλο σου. Καθημερινά, πολλοί ογκόλιθοι της ζωής γκρεμίζονται με μιας απ’ το ύψος της ευτυχίας τους, γιατί εναπόθεσαν τις ελπίδες τους σε λάθος πρόσωπο. Γιατί, Θεέ μου, να υπάρχει τόση αχαριστία στον κόσμο; Γιατί η μια γυναίκα θέλει να βγάλει το μάτι της άλλης, να εκδικηθεί για όσα δεν μπόρεσε εκείνη να προσφέρει σε μια υγιή σχέση και σ’ ένα βιώσιμο γάμο;
   Κατόπιν εμφανίστηκε η «πλανεύτρα σειρήνα». Ξεχώρισε μέσα από το πολυπληθή μπαλέτο. Μια συλλογή από «κούκλες» που ζούσαν στον κόσμο της ψευδαίσθησης, μέσα στην πλαστή ευτυχία. Λαχταρώντας τον ελληνικό ήλιο, ζέσταναν το σώμα τους  στα χάδια άγνωστων αντρών με αδρή αμοιβή. Κι όσο για τη ντροπή, θάφτηκε βαθιά στην ψυχή μέχρι να βρει στην επιφάνεια με τη μορφή της Ερινύας.
   Η Νάντια, όταν με διέκρινε ανάμεσα στους θαμώνες του μαγαζιού, το χαμόγελό της εξαφανίστηκε, το πρόσωπό της πάγωσε. Κιτρίνισε από τον πανικό. Τα μάτια της που σε κοιτούσαν θερμά από τα όνειρα, τώρα θάμπωσαν ντροπιασμένα. Τα ευλύγιστα πόδια της έχασαν την ισορροπία και τη δεξιότητα εντελώς ξαφνικά. Σωριάστηκε κάτω άτσαλα σαν αρχάρια του χορού κι έτρεξε πίσω μου με τα πεσμένα της φτερά, να δικαιολογήσει τις πράξεις της. Μάταια όμως, τα ψηλοτάκουνα δεν τη βοηθούσαν να με προλάβει.
   Φώναζε: «Σταμάτα να σου εξηγήσω, να βάλουμε τα πράγματα στη σειρά!».
   Δεν με προλάβαινε. Έτρεχα με τόση ενέργεια βράζοντας ψυχικά από μίσος και απογοήτευση. Είχα γράψει πάρα πολλά τραγούδια για κείνη, της είχα αφιερώσει πάρα πολλά επίσης. Ήθελα να κρύψω το πρόσωπό μου από τους άλλους ανθρώπους, να μην καταλάβουν τη θλίψη που μου έτρωγε την ψυχή, να μη νιώσουν τα συγκρουόμενα συναισθήματά μου που πάλευαν να ξεκαθαρίσουν μέσα σ’ αυτό τον ομιχλώδη κόσμο. Ποιος ήταν ο πραγματικά ξένος; Ήταν αυτός που πληρώθηκε για το γνήσιο ενδιαφέρον του με αχαριστία. Εκείνος που πίστεψε πως βρήκε άνθρωπο ν’ ακουμπήσει στις ατέλειωτες νύχτες της μοναξιάς, κάνοντας τον έρωτά του τραγούδι. Προσπάθησε να τραβήξει απ’ το βούρκο ό,τι ένιωθε πως έχανε και ξέφευγε απ’ τα χέρια του. Έχασε τη «Μούσα» του και την ελπίδα του μέσα στα υπόγεια της νύχτας. Εκείνη είχε κρύψει τη σκοτεινή της πλευρά σε μένα που προσδοκούσα να βλέπω μαζεμένες όλες τις ηλιαχτίδες στο πρόσωπό της.
   Ένιωσα ηλίθιος που γι’ αρκετά χρόνια ζούσα μες στην άγνοια. Η νύχτα έκρυβε πολλά, πουλούσε τον αληθινό εαυτό μας. Άπλωνε μια απέραντη γκριμάτσα στ’ αληθινά συναισθήματά μας, που θα μπορούσες να πεις σε ύστερη φάση της ζωής σου: «Ασυμφωνία προσώπου-ψυχής. Υποκρισία». Ακόμη κι ο έρωτας μέσα στη χωματερή όλων των επιβλαβών αισθημάτων!
   Έφυγα από εκείνη τη θλιβερή νύχτα, από την πόλη που ποτέ δεν κατέκτησα, γιατί το είχε η μοίρα μου να μείνω ένας σύντομος περαστικός. Άφησα ηχογραφήσεις στη μέση και γύρισα να εγκατασταθώ στο χωριό μου, ν’ απολαύσω τη μέρα που είχα στερηθεί όλα αυτά τα χρόνια. Τη Νάντια δεν την είδα ποτέ ξανά. Ξεφυλλίζοντας μια εφημερίδα, έμαθα για μια γνωστή πρώην αθλήτρια της ενόργανης γυμναστικής, η οποία βρέθηκε νεκρή από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. Τι άλλο να έκανα για ν’ αναστήσω  εκείνο το «φύλλο που το παρέσερνε ο άνεμος»; Μια γυναίκα άλλαξε ολόκληρη τη ζωή μου. Μ’ έκανε ν’ αρνηθώ μια αξιόλογη καριέρα, να γυρίσω πίσω στο φτωχό δωμάτιο μου, στους ξεφλουδισμένους τοίχους, όπου κάποιος μπορεί να είναι ευτυχισμένος μ’ ένα καρφί αντί για κρεμάστρα. Όσο περνούσαν τα χρόνια, τόσο ένιωθα πως αυτά που πέρασα ήταν ένας μεγεθυντικός φακός ενός ατόμου και μιας κοινωνίας, που προσπαθεί να βάλει σε τάξη τη ζωή, μα όλο της ξεφεύγει η ουσία.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

2 σχόλια: