Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Δέκα ποιήματα από τη συλλογή «Νόστος και Άλγος» του Μανόλη Αλυγιζάκη

Νύχτες

Νύχτες που πέρασαν σ’ ακροδαχτύλια
και τραγανά στήθη
χαϊδεύοντας
φανταστικές αναρτήσεις
απεραντοσύνη και
σάρκας κορεσμός
σαν την πρώτη φορά που
το φως μετρήθηκε με καμπύλες
και κρυφές στροφές κορμιού
κατηφορικά και ισόπαλο ανέβασμα
απ’ το ναδίρ στο ζενίθ
και κάθε ενδιάμεσο
στη μεθυστική αφής πληρότητα
όταν μπήκα σαν κάβος
της θάλασσας αρμύρα να γευτώ

κι είπες—

η γαρδένια άνθισε και μυρίζει τόσο ωραία
έλα ακούμπησε με και τίποτα μην πεις.




Επιμονή



Μια μάνα μοιρολογά για το τέλος
που ακάθεκτο επιτίθεται
και συ γράφεις ποιηματάκια
για τα πουλιά και τα δεντρά
έστω κι αν δεν πρόκειται κανείς
τα διαβάσει εκτός πια κι αν
ο αγέρας σταματήσει να φυσά
και με περιέργεια πλησιάσει
να τα δει και σαν τον κλέφτη
να τα πάρει στην αντίπερα όχθη
εκεί που μέχρι κι οι νεκροί
ποιήματα διαβάζουν φωναχτά

κι είπες—

ξανά θα δοκιμάσω τη φωνή
του τριζονιού να μετατρέψω
σ’ ανατρίχιασμα.



Κλαδιά

Σπασμένα κλαδιά δέντρου
μπλεγμένα σαν τα όνειρα
που είχες κάποτε στου αγέρα
το καλόβολο φύσημα και πως
να τα ταιριάξεις με την άγκυρα
που έδεσες στα πόδια σου και
σαν σπασμένο κλαδί κρέμεσαι
απ’ την κλωστή κενού κι άδοξα
περιμένεις κάποια λύση που
διαφεύγει λογικού και μια
παράξενη στατικότητα σε κυβερνά
σαν θάνατος πριν απ’ το θάνατο

κι είπες—

στην άλλη ζωή θα γίνω πιλότος
για να πετώ ψηλά στα σύννεφα.


Λαχτάρα


Στιγμή με τη στιγμή η λαχτάρα
οξύνθηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας
και με σιωπηλούς στεναγμούς
έκαμε ρίζες σαν δεντρό
που κρυφακούει έξω
απ’ το υπνοδωμάτιο σου
κι εγώ δίπλα σου
ανέλυα την αριστερή σου θηλή
αμφίβολος να την αγγίξω
η να την αφήσω να ηρεμήσει
στον ποιητικό της οίστρο
απαλή αύρα απ’ το ανοιχτό παράθυρο
έφερνε γλυκές ανάμνησες ακρογιαλιάς

κι είπες—

τι καλά να κολυμπούσαμε
στο δικό μας κρυφό περιγιάλι.



Φακός

Οπάλινος καθρέφτης που γελά
στη λάμψη των ματιών σου
κομμένες λέξεις, λυπημένες
για λίγο που τραγούδησες
του ήλιου σου που κρύβεται πίσω
απ’ του δέντρου τον κορμό
μια προθεσμία που απαιτεί
την προσοχή και μιαν απόφασή σου
μα ξέχασες τις γρίλιες σου ν’ ανοίξεις
το φως του ήλιου πάντα μαρτυρά
τα καλυμμένα μ’ άσπρα σεντόνια
μυστικά σαν δυο σπυριά σταριού
στο χέρι σου που κρύβεις
μικρή ευτυχία και κουβέντες
άσκοπες, στεγνές

και λες—

εγώ στην άλλη ζωή φιλόσοφος
του κόσμου τα προβλήματα να λύσω.



Ανατολή


Ο ήλιος ξαφνικά σηκώθηκε
ίσως η μέρα να ’ταν γιομάτη
σφριγηλότητα κι εγκαρτέρηση

όλοι οι σύντροφοι που ξύπνησαν
και στράφηκαν τριγύρω να μετρήσουν
τους ζωντανούς, χώρια απ’ τους

ακούνητους και ξορκισμένοι
να’ ναι και μακριά από μας
στην ώρα του ήρθε ο λοχίας μας

και προσκλητήριο εκάλεσε
παράξενο που όλοι απαντήσαμε
εκτός απ’ τους άλλους στους μαύρους

σάκους που σαν σάπιες πατάτες
δίπλα στο παράπηγμα μένανε άλαλοι
κι ο ήλιος στάθηκε δειλά στο χάος

σαν μάνα που μέτραγε ένα-ένα
τα παιδιά της κι άλλες φορές που
έκρυβε τα μάτια να μη βλέπει


τη θεία κωμωδία κι ένα λεπτό
σιωπής καλέστηκε γι’ αυτούς που
πια δεν γνώριζαν πως ν’ αναπνεύσουν.



Ήρωες

Κι ήμασταν τόσο νέοι κι αδοκίμαστοι
σαν τραγανά ροδάκινα με σιγαλή λαλιά
σαν αύρα στο απόγευμα καλοκαιριού

σαν τ’ άγγιγμα του ροδοπέταλου
και μας επήγανε στα σύνορα κι οπλίσανε
τα χέρια μας με θάνατο, τα στόχαστρα μας

με ακρίβεια, λεπτή σαν του χειρούργου
και τι να κάναμε άραγε με τέτοια εργαλεία
κι οι στόχοι γιατί στέκονταν έτσι

ακίνητοι κι ειρωνικά γελούσαν στο χωράφι;
Ξαπλώσαμε στο χώμα κι αρχινίσαμε
με μια παράξενη χαρά το τουφεκίδι

ενάντια σε κάθε τι κινούμενο, με μια χαρά
που δεν μπορώ μήτε και τώρα να εξηγήσω

Κι αργότερα μας ονόμασαν ήρωες.




Πυργίσκος

Ο στρατηγός ανέβηκε χαμογελώντας
στον πυργίσκο του τανκ για
την αποχαιρετιστήρια φωτογραφία

τέτοιες εικόνες συσσωματώνουν
τη χώρα και σφυρηλατούν
τους πολεμοχαρείς κάτω απ’ τη σημαία

ώσπου ήρθε κι ο επίσκοπος
κι ευλόγησε τ’ ασκέρι και
τα πολεμοφόδια, βεβαιώνοντας

πως οι σφαίρες όλες θα βρουν
στόχο κι επειδή η επίθεση
τούτη ήταν κιόλας ευλογημένη

κι αποφασισμένη απ’ τους επισήμους
ο κατάλληλος παιάνας άρχισε
κι οι λεπτομέρειες ευθύνη των στρατιωτών.



Νυχτολούλουδο

Ασήμαντος κάλυκας
μικροσκοπικά πέταλα νυχτολούλουδου
που με πόσο πάθος την ευωδιά τους
σκορπίζουν ένα γύρω
στο πεζοδρόμιο της πολυκατοικίας
μέχρι και στου καμπουριασμένου
γεράκου τα ρουθούνια που
στηριγμένος στο μπαστούνι του
ξάφνου σταματά τον πρωϊνό
περίπατο κι ενάντια στην κύρτωση
με κόπο αναντρανίζει
τα φρύδια του υψώνει
και οσφραίνεται τα νιάτα του
σαν χθες που το απόγευμα χάθηκαν
κάπου εκεί σιμά, σε τούτη τη γωνιά
η την απέναντι, μοναχικό δάκρυ
του νυχτολούλουδου κυλά
στη διάφανη λευκότη.

λέγοντας—

κι εγώ δακρύζω που γοργά η νύχτα πέρασε.



Βάρος

Έβαλε το σακούλι του στο πάτωμα
πλάγιασε δίπλα μου
το ένα πόδι ακούμπησε

στον τοίχο σαν να ’θελε
ν’ αφήσει ένα χνάρι ανθρώπινο
το άλλο πόδι ξεκουράζονταν
στο δροσερό τσιμέντο

ξαφνικά σαν να θυμήθηκε
κάτι πολύ σοβαρό
σηκώθηκε και βημάτισε
στο τραπέζι, γονάτισε και

μύρισε το μοναδικό τριαντάφυλλο
άφησε ένα στεναγμό να αιωρηθεί
στο σκοτεινό δωμάτιο σαν

να ’θελε να ελευθερωθεί από
κάποιο βάρος της τελευταίας του
ανάσας και χωρίς λέξη να πει
στη δροσιά του τσιμέντου κατέρρευσε.

( Η ποιητική συλλογή «Νόστος και Άλγος» του Μανόλη Αλυγιζάκη θα κυκλοφορήσει στο Βανκούβερ και στις δυο γλώσσες, σε τρεις εβδομάδες).



Βιογραφικό Σημείωμα Μανώλη Αλυγιζάκη


   Ο Μανώλης Αλυγιζάκης γεννήθηκε στο χωριό Κολυμπάρι δυτικά από τα Χανιά της Κρήτης το 1947. Όταν ήταν σε παιδική ηλικία, η οικογένεια του μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη πρώτα και μετά στην Αθήνα όπου σπούδασε, παίρνοντας πτυχίο Πολιτικών Επιστημών από το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία για δυο χρόνια κι ύστερα μετανάστευσε στο Βανκούβερ του Καναδά όπου ζει έως τώρα.
   Παρακολούθησε αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Σάϊμον Φρέϊζερ για ένα χρόνο. Έχει γράψει τρία μυθιστορήματα, ένα μεγάλο αριθμό βιβλίων ποίησης που άρχισαν να εκδίδονται τα τελευταία χρόνια. Άρθρα του, διηγήματα, ποίηση και μελέτες στα αγγλικά και στα ελληνικά έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, ανθολογίες και εφημερίδες στον Καναδά, Αμερική, Αυστραλία και Ελλάδα. Κριτικές για την ποίησή του και για τις μεταφράσεις που έχει κάνει, έχουν γραφτεί στον Καναδά και στη Μεγάλη Βρετανία.
   Μετά από χρόνια δουλειάς ως βοηθός σιδηρουργού, εργάτης στα τραίνα, ταξιτζής και χρηματιστής, πήρε σύνταξη και τώρα ζει σ’ ένα προάστιο του Βανκούβερ όπου ασχολείται με το γράψιμο, τον κήπο του και με ταξίδια. Γύρω στο τέλος του 2006 ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο Libros Libertad με σκοπό την έκδοση λογοτεχνικών βιβλίων. 

ΒΡΟΧΗ ΑΣΤΕΡΙΩΝ / LA PIOGGIA DELLE STELLE

Πριν της νύχτας το μεσοκόπιασμα συντάσσονται
καλόγνωμα κι ολόγιομα φεγγάρια
για να ξορκίσουν της δυστυχίας τις μαύρες Ερινύες.
Μιας κι απ’ τ’ αγέρα πλανηθείς τ’ αρίφνητο στροβίλισμα
μην αστοχήσεις τ’ αστερόβροχο σε θράψαλα
απ’ ερώτων γεύσεις να εκποιήσεις.
Μια φανταχτερή κι αχτένιστη ανεμοθύελλα η μορφή σου.
Είσαι η σχεδία, που ταξιδεύει απαλλαγμένη από πανιά.
Που σαν προτού δέσει αιωρείται πάνω στου κάβου την περασιά.
Είσαι της νύχτας η ανακάλυψη, που περπατάει στα δάχτυλα
τον ύπνο μην ξυπνήσει.
Είσαι η ευφράδεια του νου, που ραίνει με ροδόνερο
μιας περισπωμένης την ευλύγιστη καλλιέπεια.
Κι όταν το βλέμμα μεσουρανήσεις, γίνεσαι αλεξικέραυνο
μιας μπόρας ξαφνικής, που τις αξίες του μετρά
μέσα απ’ των αστεριών την παλιννόστηση.
Φεγγόβολη η νυχτιά, πέτρες διαμάντια αναζητά.
Πέφτει η σκόνη τ’ αστεριού στου λογισμού τα χέρια.
Πριν το μεσονύχτι μεσουρανήσει
η προτελευταία λέξη συγκλίνει γοητευτικά
μες απ’ την άκρατη βροχή των αστεριών.
Ώ, πώς νοσταλγώ κάτω από της γαζίας την παραζάλη
ν’ αποστηθίσω με γυμνό μάτι τ’ αστερόφωτο,
που τρικλίζει και σβήνει μέσα απ’ τις βραγιές των λογισμών.
Ηχογραφικό πυρανάλωμα αστεριών ο ουρανός.
Εδώ πια σταματά το πεντάγραμμο
για να συνεχίσει το δρόμο μονάχη η ζωή.
Εδώ οι νότες παλεύουν ν’ ανταμωθούν
με τις σταγόνες της βροχής
για να ξεπλύνουν τα μουσικά σοκάκια.
Η παράσταση ξεκλειδώνει τη σύνθεση, αφήνοντας
να περάσει μέσα μια ανεξάντλητη αστροβολή.

Vicky Kostena Lagdos
Dichterin
Zürich, 28. Februar 2012

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Κάτω από την αψίδα του Γαλέριου

   Μια ομάδα από όμορφες κοπελιές κατέβαινε τρέχοντας την Ιπποδρομίου. Πιασμένες χέρι με χέρι καμάρωναν για το περιποιημένο και γουστόζικο ντύσιμό τους. Είχαν δεμένα τα μαλλιά τους σε φανταχτερές κορδέλες και ξεχώριζαν από τις κελαρυστές, ξέγνοιαστες φωνές τους. Δεν ήταν όμως ακόμη τόσο παιδιά, γιατί είχαν μπει στο κατώφλι της εφηβείας και πολλές από εκείνες ποθούσαν να νιώσουν την αύρα του έρωτα στο πρόσωπό τους. Θα μπορούσες να τις παρομοιάσεις με τους αγγέλους του ουρανού που κατέβηκαν για να χορέψουν στη γη και διάλεξαν τη Θεσσαλονίκη για τον τελευταίο τους χορό.
   Κάτω από την επιβλητική Καμάρα, ένα ζευγαράκι ζαχάρωνε κι ένας κουλουράς διέκοπτε τις διαχύσεις τους. Εκείνες, σαν τις πολύχρωμες πεταλούδες της άνοιξης έριχναν κλεφτές ματιές και σχολίαζαν τα παθιασμένα αγγίγματα των ερωτευμένων κι όλο εκδήλωναν τον πόθο τους να μεγαλώσουν γρήγορα, να νιώσουν το πρωτόγνωρο γι’ αυτές ερωτικό μεθύσι και τη γλυκιά γεύση του φιλιού.
   Ανήμερα της Επετείου της Απελευθέρωσης της πόλης, γιορτή του πολιούχου Αγίου Δημητρίου, η Ζηνοβία ήταν περιστοιχισμένη από μια αρμαθιά γαλανόλευκες σημαίες. Όταν τις κουνούσε πέρα-δώθε, πίσω απ’ αυτές κρυβόταν το μεταξένιο της πρόσωπο, μαζί με το ασυγκράτητο πάθος της που διαγράφονταν στα μάτια της. Αποζητούσε την οργή, την απρεπή συμπεριφορά· ήταν μια δικαιολογημένη αντίδραση να ξεφύγει απ’ τα στεγανά του «καλού κοριτσιού», της καταγωγής της από «τζάκι». Ζητωκραύγαζε με τα ρόδινα μάγουλά της να τρέμουν: «Ζήτω το Έθνος! Ζήτω η Απελευθέρωση!» και με τις μύτες των ποδιών της σηκωμένες, τον κατάλευκο λαιμό της τεντωμένο όσο έπαιρνε, εμποτισμένη ψυχή και σώματι με απερίγραπτη περηφάνια, αγωνιζόταν ν’ ανακαλύψει μέσα στο πλήθος των παρευρισκομένων θεατών ένα ικανοποιητικό κενό, απ’ όπου θα μπορούσε ν’ αγναντέψει έστω και κάποιο φευγαλέο στιγμιότυπο από την παρέλαση των στρατιωτών. Ήλπιζε ανάμεσα σ’ όλους αυτούς τους νεαρούς στρατιώτες,  που κανείς τους δε θα δείλιαζε ποτέ στη μάχη -όπως φανταζόταν- πως θα βρίσκονταν ο μελλοντικός της σύζυγος. Και το ’λεγε αδιάντροπα στις φίλες της: «Θα πάρω για άντρα μου έναν στρατιώτη που θα δοξάσει την Ελλάδα στα σύνορα, πάνω στ’ απόκρημνα βουνά, τα κάτασπρα απ’ τα χιόνια!».
   Βρήκε το θάρρος να μου πετάξει ένα λευκό κυκλάμινο, τη στιγμή που εγώ αλύγιστος, με το στήθος προτεταμένο κατεύθυνα το βλέμμα μου προς το μέρος της, κατόπιν παραγγέλματος: «Στροφή κεφαλής επ’ αριστερά!». Το ατυχές της περίπτωσης ήταν πως το μήνυμα το πήρα τόσο ξαφνικά και η πετυχημένη βολή της αγάπης του χαριτωμένου κοριτσιού με βρήκε πάνω στο βλέφαρο. Το μάτι μου έκλεισε για λίγο, το βήμα μου έχασε το ρυθμό του και τα χέρια μου δεν έφτασαν τόσο ψηλά όσο όφειλαν και ήταν εκπαιδευμένα να φτάνουν. Ο Συνταγματάρχης δίπλα της όμως, παρατήρησε όλη τη διαδραματιζόμενη σκηνή κι έριξε μια αυστηρή κι αγριεμένη ματιά στην κοπέλα που την έκανε να χλομιάσει.
   Το επόμενο πρωινό η τύχη μου επιφύλασσε μια μεγάλη έκπληξη. Απολάμβανα τον φθινοπωρινό καφέ μου μαζί με τους φίλους μου στα τραπεζάκια της πλατείας Αριστοτέλους. Η ομίχλη του Θερμαϊκού απλώνονταν πυκνή, πριν ο ήλιος λαμπρύνει για καλά τον ουρανό και ένα  παροδικό φύσημα του Βαρδάρη καθαρίσει την ατμόσφαιρα. Η κοπέλα πέρασε χαμογελαστή από μπροστά μας και όταν με παρατήρησε, κοντοστάθηκε γυρνώντας προς το μέρος μου και εξηγώντας στις συμμαθήτριές της: «Καλέ, αυτός είναι ο φαντάρος μου! Καλέ, αυτός είναι ο αγαπητικός μου!». Κοκκίνισα από ντροπή και αμηχανία και ταυτόχρονα αναγνώρισα τη φυσιογνωμία της κοπέλας, που κρατούσε σφιχτά τη σχολική τσάντα της στον ώμο, ότι ήταν αυτή που την προηγούμενη μέρα στην παρέλαση με «έρανε με λουλούδια»! Ο Κώστας την κάλεσε να πλησιάσει και να κάτσει στην παρέα μας, να την κεράσουμε ό,τι ήθελε. Μα εκείνη βιαζόταν να πάει στο σχολείο, έκανε νάζια και είπε πως αν την δει κάποιος από τους γνωστούς της, τι θα συμπεράνει για τη διαγωγή της, κόρη Συνταγματάρχου που ήτανε!
   Το δόλωμα είχε ήδη ριχτεί· κανείς στρατιώτης δε θα ήταν δυνατόν ν’ αγνοήσει μια κόρη υψηλόβαθμου αξιωματικού. Της έδωσα ραντεβού το μεσημέρι της ίδιας μέρας, την ώρα που θα τελείωνε τα μαθήματά της στο σχολείο, στο πιο χαρακτηριστικό σημείο της Θεσσαλονίκης μετά τον Λευκό Πύργο, την Αψίδα του Γαλέριου. Επειδή ήταν πολυσύχναστο μέρος, η κοπέλα δεν έφερε αντιρρήσεις και με διαβεβαίωσε πως θα ερχόταν να με συναντήσει.
   Ο φίλος μου ο Μίλτος έβαλε τα γέλια όταν πληροφορήθηκε την ηλικία της: «Δεκαπέντε χρονών; Σε βλέπω να φυλάς σκοπιά από τώρα στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα αν το μυριστεί ο Συνταγματάρχης…».
   «Η κοπέλα όμως, παρόλο που δεν είναι αρκετά ψηλή, μοιάζει τουλάχιστον δεκαοχτάρα και το σώμα της είναι σαν μάρμαρο καλοδουλεμένο από χέρια ικανού γλύπτη», του απάντησα σχηματίζοντας ταυτόχρονα στον αέρα με τις παλάμες μου τις νοητές καμπύλες.
   Για ένα λευκό λουλούδι και για ένα χαμένο βήμα σε μια σημαντική παρέλαση κέρδισα έναν μεγάλο έρωτα. Ήμουν σίγουρος πως δεν μπορούσα να κάνω τίποτα χωρίς να νιώθω δίπλα μου την ανάσα της, χωρίς ν’ ακούω τη γλυκιά φωνή της, χωρίς να βλέπω αντίκρυ τα μάτια της και να ταξιδεύω με τη φαντασία μου στα ήρεμα, γαλήνια χαρακτηριστικά της.
   Ωστόσο, η αργοπορία της Ζηνοβίας άρχισε να μου προκαλεί ανασφάλεια και άγχος. «Μπορεί να το μετάνιωσε, σκέφτηκα. Όλα τα κορίτσια αυτής της ηλικίας ερωτεύονται απροσδόκητα αλλά ξεθυμαίνουν εύκολα. Ίσως ο Συνταγματάρχης προνόησε και έβαλε εμπρός τα στρατιωτικά του σχέδια για να μεταπείσει την κόρη του να έρθει σ’ αυτό το ραντεβού.
   Και που να ’ξερε τι έχω να της δείξω! Μια μεγάλη απόδειξη της παλικαριάς των Ελλήνων πολεμιστών! Παράλληλα, θα της αποδείκνυα πως οι ρίζες μου κρατούσαν από αξιόλογη και θαρραλέα γενιά». Η ώρα περνούσε και βασανιζόμουν από ατέλειωτες σκέψεις. Προσπαθούσα να θυμηθώ μέσα απ’ τις αποσπασματικές γνώσεις που είχα αποκτήσει σχετικά με την αρχαιότητα, τι πραγματικά σήμαινε το όνομα «Ζηνοβία».
   Πηγαινοερχόμουν ανάμεσα στις δύο παραστάδες του μνημείου που έστησε ο Ρωμαίος Τετράρχης Γαλέριος Μαξιμιανός ως σύμβολο του θριάμβου του εναντίον των Περσών. Παρατηρούσα με προσοχή τις ανάγλυφες παραστάσεις πάνω στις μαρμάρινες πλάκες και άρχισα να διαπιστώνω ποια ακριβώς «μέσα» χρησιμοποιούσαν στις στρατιωτικές συμπλοκές τους και κυρίως πως γιόρταζαν μετά το τέλος του πολέμου τις νίκες τους. Όταν μπήκαν οι Ρωμαϊκές λεγεώνες στην πόλη πέρασαν απ’ αυτό το σημείο, όπου αργότερα ανυψώθηκε το επιβλητικό τόξο, η είσοδος της Πομπικής οδού, ενός μεγαλόπρεπου δρόμου που κατέληγε στη Ροτόντα.
   Ακριβώς κάτω απ’ αυτήν την «Καμάρα» πέρασε θριαμβευτής ο παππούς μου, ένας απλός αλλά σκληροτράχηλος στρατιώτης που διακρίθηκε στη γνωστή μάχη των Γιαννιτσών. Κρατούσα στα χέρια μου το ημερολόγιό του και έτρεμαν τα χέρια μου από συγκίνηση, ένιωθα πως βρισκόμουν κι εγώ ανάμεσα στους ανώνυμους ήρωες που έγραψαν με την καρδιά και την ψυχή τους τις πιο ένδοξες σελίδες του Έθνους. Άρχισα να διαβάζω για άλλη μια φορά τις σειρές που είχα απομνημονεύσει από τη συχνή ανάγνωσή τους, σχετικά με την «Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης»:       
   «Το πρόσωπο του Στρατηγού Χρυσόπουλου έλαμπε από χαρά και ικανοποίηση. Τα μάτια του πετούσαν σπίθες κι έλεγες πως η μνήμη του βρισκόταν ακόμη στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου. Ένιωθες πως ζούσε εκείνη τη νικηφόρο περίοδο και όλο συγκίνηση, ανάμεικτη με πλεονάζον εθνικό αίσθημα έδειχνε στα πλήθη του κόσμου τους νέους στρατιώτες, που περήφανοι είχαν παρελάσει προηγουμένως. Φώναζε: «Να, αυτά τα παιδιά έσωσαν τη Θεσσαλονίκη από τους Τούρκους. Μην τα βλέπετε που είναι ταλαιπωρημένα και αδυνατισμένα από τις κακουχίες, γιατί η ψυχή τους είναι περήφανη και δε δειλιάζουν σε κανέναν κίνδυνο μπροστά. Γιορτάστε όλοι μαζί τους και χειροκροτήστε, γιατί τους αξίζει μια μικρή έστω αναγνώριση!».
   Αλλά εγώ πίστευα πως ήμουν ανίκανος να διεκδικήσω οποιεσδήποτε πολεμικές δάφνες, αφού δεν ήταν δυνατόν να επιλέξω· η μοίρα είχε γραφτό μου να πάρω μέρος σ’ αυτά τα πολεμικά γεγονότα. Ήθελα, δεν ήθελα έπρεπε να δοξαστώ· ο πόλεμος δεν άφηνε διαφορετική προοπτική πέρα απ’ το ό,τι πρέπει νεκρός ή ζωντανός να δοξαστείς! Όλοι μας θέλαμε να νικήσουμε για την πατρίδα, για τις οικογένειές μας, για ό,τι αγαπάμε περισσότερο σ’ αυτό τον κόσμο και ποθούμε να το δούμε να μεγαλώνει μέσα στην ευτυχία, αποδεικνύοντας πως ο Έλληνας μαχητής, δεν προδίδει ποτέ τα όπλα, τις αρχές και τα ιδεώδη του! Η μοναδική ελπίδα που με θέρμαινε ήταν να τελειώσει σύντομα αυτή η καταστροφική διαδικασία: άνθρωποι να σκοτώνονται -κανείς δεν ξέρει από ποια ακριβώς αιτία-, τα τηλεβόα μουγκρίζουν νυχθημερόν και σπέρνουν παντού τις πύρινες μπάλες τους. Ο ουρανός σκοτεινιάζει από τα κτίσματα που γκρεμίζονται, ενώ οι καπνοί της φωτιάς, που εξαπλώνεται αχαλίνωτα, σου πνίγουν την ανάσα. Κυρίως, εννοώ την άλλη, μεγαλύτερη και πιο επικίνδυνη φωτιά, που βγαίνει από την ψυχή του ανθρώπου και φουντώνει με τη σκληρότητα, την αδιαφορία, την ωμότητα, την εγκατάλειψη κάποιες φορές του αντίπαλου τραυματία. Δεν είναι αυτός ο νόμος του ευαίσθητου ανθρώπου, αλλά του άγριου πολέμου. Ο άνθρωπος δηλητηριάζεται από τα ανεξέλεγκτα πάθη κι ας διψάει να νιώσει ελεύθερος στη γη του, κι ας ποθεί να ζει σ’ ένα περιβάλλον φιλικό χωρίς καταπίεση, για να γίνουν τα όνειρά του πραγματικότητα.
    Μόνο ένα σπίτι υπάρχει για τον καθένα μας, ένα σπίτι με μια μεγάλη, ζεστή αγκαλιά που θα τρέξεις σαν μικρό παιδί να προστατευτείς και θα ξεχαστεί αμέσως το πρόσκαιρο, σκληρό παιχνίδι της μοίρας που σ’ έριξε στη μάχη. Ο πόνος βγαίνει τη νύχτα και είναι φρικτός, αμείλικτος. Σε περιτριγυρίζουν οι μνήμες των δικών σου, οι ευτυχισμένες μέρες, όλοι αυτοί που άφησες πίσω σου, οι δυστυχισμένοι άνθρωποι που προσεύχονται για σένα, με μοναδική έγνοια τους να γυρίσεις πίσω ζωντανός, να σε χαρούν να μπαίνεις νικητής στη Σαλονίκη, με το αστραποβόλο βλέμμα που δε χωρά αμφιβολία πως ο γιος τους γκρέμισε από τους βράχους των βουνών άλλους ανθρώπους, τρύπησε με τη λόγχη του εχθρικά στομάχια, και η δική του σφαίρα ήταν αυτή που έκοψε το νήμα της ζωής του μισητού εχθρού και αντίπαλου φαντάρου.
   Μα κανείς δεν μπόρεσε να μάθει πως στη ζωή, μας γεμίζουν άλλα πράγματα που ανυψώνουν τον άνθρωπο στη σφαίρα του νοητού, όπως για παράδειγμα η ποίηση και ο έρωτας. Τι άλλο πιο σημαντικό υπάρχει από το να ανοίγεις στον ορίζοντα έναν λαμπερό ήλιο, έστω και αν εκεί που βρίσκεσαι τώρα δεν τον βλέπεις ή είναι τόσο σκοτεινός για να σε πλησιάσει; Γιατί ν’ ανοίγεις χαρακώματα και να μεταχειρίζεσαι τις τακτικές του πολέμου, αντί να σπέρνεις στους δυστυχείς, στους κακοπαθούντες την ελπίδα με τους στίχους σου και να φυτρώνει στην πέτρα το δέντρο της ευτυχίας; Στον πυκνό ίσκιο του θα ονειρεύεσαι την αξέχαστη ομορφιά των ερωτικών στιγμών κάτω από ένα θαυμάσιο, ασημένιο φεγγάρι.
   Δεν ολιγοπίστησα ποτέ στη μάχη. Πάντα πριν την επέλασή μας, πριν ξεκινήσουμε κάποια πολεμική επιχείρηση έψελνα έναν από εκείνους τους θεόβρυτους ψαλμούς του Δαυίδ και απάγγελνα ένα ποίημα από τα αγαπημένα σου. Έδειχνα τη φωτογραφία σου στους άλλους στρατιώτες και διαπίστωναν πως μου έχεις κλέψει την καρδιά από τα λόγια που μου ξέφευγαν για σένα, εκείνους τους μελίρρυτους και αμετροεπείς χαρακτηρισμούς. Ανυπομονώ να σε διακρίνω ανάμεσα στους γονείς σου, στον απογευματινό κυριακάτικο περίπατό σας στα «Μάρμαρα», απολαμβάνοντας τη μέθη του Θερμαϊκού και την κορμοστασιά του Λευκού Πύργου. Θα σε συναντήσω και θα σου σκουπίσω τα δάκρυα που τρέχουν στο πρόσωπό σου· μικρά ρυάκια της ανέλπιστης χαράς και της συγκίνησης, της θείας μεροληψίας προς εμένα που έτυχε να γλιτώσω μέσα από τον ορυμαγδό και την ταραχή του πολέμου».
   Ο Συνταγματάρχης που ήθελα να πλανέψω την κόρη του, θα γίνονταν έξαλλος αν διάβαζε τις σκέψεις του παππού, γιατί θα τις θεωρούσε λιπόψυχες. Θα κοκκίνιζε για λόγου του από ντροπή και θα έθετε ενώπιόν μου τις ευθύνες του:
   «Εσένα που η Πατρίδα σε ανάθρεψε με την κατάλληλη φροντίδα και είσαι περήφανος για τους προγόνους σου, τους αρχαίους Έλληνες, τους Μακεδόνες και τη χριστιανική σου ζωογόνο πίστη, πώς θα ήταν δυνατόν να συμπεριφερθείς με τρόπο που να φαίνεται πως δεν έχεις καμία υποχρέωση να ανταμείψεις την Πατρίδα κάνοντας κάτι σημαντικό γι’ αυτήν;».
   Τελικά φάνηκε η Ζηνοβία με το φωτεινό της βλέμμα, εκθαμπωτική και με λόγια όλο μέλι μου ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρησή της. Από τα πρώτα λόγια που ανταλλάξαμε, μου φάνηκε πως ήταν μια κοπέλα με ηθικές αρχές, προγραμματισμένη να κινείται σ’ ένα οικογενειακό χώρο με τάξη και πειθαρχία, αλλά διέθετε κιόλας σπινθηροβόλα σκέψη που την ξεχώριζε από τα κορίτσια της ηλικίας της.
   Ειδικά η ερώτησή της με άφησε άναυδο: «Αν στις 26 Οκτωμβρίου 1912 οι Τούρκοι παρέδωσαν τη Θεσσαλονίκη, υπογράφοντας πρωτόκολλα με τους Έλληνες, τότε δεν καταλαβαίνω γιατί γιορτάζουμε κάθε χρόνο τόσο έντονα αυτή τη μέρα, αφού οι Τούρκοι μας πρόσφεραν την πόλη μας οικειοθελώς, χωρίς ν’ αντισταθούν καθόλου;».
   Της έλυσα την απορία της: «Εκείνοι αναγκάστηκαν να μας τη δώσουν μετά την πανωλεθρία που υπέστη ο στρατός τους από τις δικές μας δυνάμεις κατά τη διάρκεια της διήμερης μάχης των Γιανιτσών».
   Μ’ ευχαρίστησε κάπως ειρωνικά για το μάθημα ιστορίας που της παρέδιδα κι ένιωσα πως όλα αυτά ίσως θα έπρεπε να της τα έχει εξηγήσει ο πατέρας της, σαν στρατιωτικός που ήτανε.
   Πάντως, σκέφτηκα να κάνω αυτό που θα έκανε ένας τίμιος άνδρας· θα πήγαινα να τη ζητήσω από τους γονείς της. Την ίδια ακριβώς κίνηση είχε κάνει και ο παππούς -λες και ο πόλεμος τον είχε ωριμάσει ξαφνικά-, πήγε να συναντήσει τους γονείς της γιαγιάς και να τη ζητήσει σε γάμο, αφού της σκούπισε τα δάκρυα από την ανέλπιστη χαρά που της έδωσε η ξαφνική παρουσία του. «Κοκόνα» τη φώναζε γιατί ήταν όμορφη σαν ζωγραφιά και αρχόντισσα.
   Η Ζηνοβία με περίμενε χαμογελαστή έξω, στο μπαλκόνι του σπιτιού της και όταν ήταν όλα έτοιμα μου έκανε νόημα με το χέρι της ν’ ανέβω πάνω. Τελευταία στιγμή δίστασα, μα θυμήθηκα τα λόγια από το ημερολόγιο του παππού: «Τι άλλο πιο σημαντικό υπάρχει από το να ανοίγεις στον ορίζοντα έναν λαμπερό ήλιο, έστω και αν εκεί που βρίσκεσαι τώρα δεν τον βλέπεις ή είναι τόσο σκοτεινός για να σε πλησιάσει;». Η κοπέλα φώναξε από ψηλά: «Έλα ντε, μην καθυστερείς άλλο! Ο Συνταγματάρχης σε περιμένει». Βρε, αυτό το κορίτσι θάρρος που έχει! Ξεφύσηξα και είπα ν’ ανέβω τις σκάλες νιώθοντας πως πήγαινα να πάρω μέρος σε μια δύσκολη στρατιωτική επιχείρηση.
   Ο Συνταγματάρχης στάθηκε μπροστά μου με το αυστηρό κι εξεταστικό του ύφος. Δεν ξέρω με ποιο βλέμμα ακριβώς με κοιτούσε· με το φιλύποπτο του στρατιωτικού, που δεν είναι δυνατόν λόγω της θέσης του να ξεχωρίσει την προσωπικότητα ενός φαντάρου μέσα από την ομοιογενή στρατιωτική στολή ή με το φιλικό και ανθρώπινο που εμφανίζεται κάποιες στιγμές για να γλυκάνει τα σκληρά χαρακτηριστικά ενός προσώπου; Ακολούθησε μια θερμή χειραψία και τελικά έγινε μια ωραία φιλική συζήτηση, μέχρι που ειπώθηκαν και εξηγήθηκαν διάφορα σχετικά με την αντίδραση του παππού μου στην ωφελιμότητα του πολέμου… Ο Συνταγματάρχης σκούπισε τα δάκρυα που έτρεχαν στο πρόσωπό της Ζηνοβίας· μικρά ρυάκια της ανέλπιστης χαράς και της συγκίνησης, εκείνη την πολυπόθητη ώρα που μας εύχονταν: «Να ζήσετε ευτυχισμένοι, παιδιά μου!».

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

ALBA BOREALIS (συνέχεια) Nel Silenzio dell` Alba

Ώ, Άλμπα Πανωραία!

Μέσα από άκρατη σιωπή
το βήμα σ’ οδηγεί στην Πανδαισία.
Μ’ ένα σου αχνό αναφύσημα
στην περασιά του αγέρα
διαπομπεύεις ήλεκτρο
στις δυο βουβές σιωπές σου.
Ν’ ανάψεις φως ποθείς μ’ ευλάβεια
το καντήλι μιας μέρας θολερής.
Κι εγώ κολώνα Δωρική
ίσταμαι ακλόνητη
στ’ αγνάντι του Τριδύμου να φανείς.
Τιμή να σ’ αποτείνω για το μεθύσι,
που σε πότισε η δίψα για ζωή.
Ντυμένη πάλι στης φωτιάς
την πύρινη λαμπάδα.
Στο βλέμμα σου θα σταυρωθώ
για να κουμπώσω
τις ελπίδες των ονείρων
μες τη ρωγμή απ’ το τσόφλι σου.
Δειλοί κι αναποφάσιστοι
οι ερωτευμένοι γλάροι
φτεροκοπούν από χαρά
για να κατασκηνώσουν
στην πρωτόβγαλτη
απ’ το κύμα άμμο,
που διεκδικεί ανυπόταχτα
παλιών οστράκων γεύσεις.
Με ξομπλιάσματα
κι απείρων ερώτων πείσματα.
Με λάθυρα ενός τυχοδιώχτη ανέμου
έστησαν έναν κόσμο μάταιο,
που δεν μπορεί ούτε το πλοίο του
σωστά στην προκυμαία να δέσει.

Σώπα Χρυσόλουστη Αυγούλα!

Ο νους τ’ ανθρώπου είναι ένα
ταξιδιάρικο σκαρί.
Πάει κι έρχεται, μεταγυρνάει
κι αράζει κάποια μέρα.
Ανάβλεψε το πέλαγος
κι όρθωσε τ’ ανάστημά σου
πάνω στο ισκιωμένο
των Κενταύρων βουνοπλάγι!
Κι όταν μ’ αλμύρα ξεπλύνεις
το πρόσωπο της θλίψης
ρίξου πάνω στα πέλαγα
να σελαγίσεις τα Νησιά,
που καρτερούν στην τράτα,
βόσκοντας σε κοπάδια
την αδήριτη κι ατέλειωτη μοναξιά.
Όταν η θαλασσόλουστη
Αμφιτρήτη πασίχαρη
απ’ την αίγλη της ζωής
στο Ευπαλίνειο όρυγμα χιμήξει
για ν’ ασημώσει τη ρωγμή,  
που αιώνες τώρα χάραξε
στο ποθητό Νησί του Πυθαγόρα
ο γιος του Ναύστροφου
απ’ των Μεγάρων Γη.

Κι ο αδάμαστος Βρόντης
Κύκλωπας θα δώσει
τόπο στην οργή και δεν θα ροκανίζει
ανθρώπινα κορμιά,
πετώντας τα στων ορνέων
την πείνα βορά ν’ απογίνουν
και να χαθούν στους μύστες Ελευσίνιους  
τις μάταιες δοξασίες.
Τώρα ο χρόνος έφαγε και χόρτασε
με μια μπουκιά ξερό ψωμί.
Τρέχει την τύχη ν’ ασφαλίσει,
που οι άνθρωποι
παίξανε στα ζάρια,
τυχαίνοντας με μια ριξιά  το στόχο.
Μέσα από δυο σιωπές της Άλμπα
επικονιάζεται ο Νάρκισσος του ποιητή.
Μ’ ένα πρωτόλειο ανώριμο
κι ένα λοβό ασπάλαθου
ως γέρας προσκομίζοντας
στη Βερονίκη της Ασφακιάς,
που σαν αυτή μ’ ένα
χαμόγελο ανασκιρτά,
παίρνει φωτιά το πέλαγος  
και σείονται της Γης τα σωθικά.

( Κι έτσι μ’ αυτό το 20ο απόσπασμα κλείνει αίσια ο κύκλος μιας Νέας Ποιητικής Ανθολογίας της Vicky Kostenas Lagdos, που θα φέρει τον τίτλο «ALBA BOREALIS», για να παραδοθεί στην αξιότιμη και εξαίρετη φίλη της ποιήτρια και Εκδότρια στο Βόλο, κα Maria Arfé, προκειμένου ν’ ακολουθηθεί η όλη εκδοτική διαδικασία ως την εισβολή της μέσα στην Ελληνική και λοιπή Ευρωπαϊκή αγορά. Η ποιήτρια θεωρεί υποχρέωσή της να μας γνωστοποιήσει πως η όλη της αυτή μ’ επιμέλεια και φροντίδα εκπονημένη εργασία, θα είναι αφιερωμένη στην κόρη της Irène Kostenas ).


Vicky Kostenas Lagdos
Dichterin
Zürich, 26. Februar 2012



Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Ποιητική συλλογή του Χάρη Μελιτά, «Παράσταση Ήττας», από τις Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2012

   Θα ήθελα να παρατηρήσω πως η ποίηση του Χάρη Μελιτά έχει γίνει πια γνωστή στο ευρύ αναγνωστικό κοινό, αφού ήδη προηγήθηκαν πέντε ποιητικά βιβλία και ο δημιουργός όλο και περισσότερο σταθεροποιεί τα βήματά του στο ταξίδι που ξεκίνησε εδώ και πολλά χρόνια. Με μια φρέσκια και ανανεωμένη ματιά πάνω στις ιδέες και τα αντικείμενα που τον περιτριγυρίζουν, αφήνει το υπαρξιακό του στίγμα σε κάθε ποίημά του, μ’ εκφραστικό δυναμισμό και ανεξάντλητη έμπνευση. Το υλικό που μεταχειρίζεται, είναι το γνήσιο μετάλλευμα που αποκτήθηκε διαμέσου των εμπειριών, και διοχετεύεται μέσα στο μοναδικό και αφαιρετικό καλούπι του ποιητή, δίνοντας περιορισμένο σχήμα και μορφή στα ποιήματά του, αλλά παράλληλα συμπληρώνει με τον καλύτερο τρόπο τις υπαρξιακές ανάγκες του.
   Στα 37 ποιήματα της συλλογής: «Παράσταση Ήττας», ο Χάρης Μελιτάς αξιοποιεί ό,τι δημιουργικό στοιχείο αποκόμισε από τη σύνθεση των προηγούμενων συλλογών, ειδικά των χαϊκού, τα οποία βρίσκονται πολύ κοντά στο πνεύμα του ποιητή. Οι προσπάθειές του, πραγματικά αξιοπρόσεχτες, παιγνιώδεις και φιλοσοφημένες, ερμηνεύουν τη καθημερινή ζωή μ’ έναν όμορφο κι ελκυστικό τρόπο, πάντα με τη χαρακτηριστική ιδιομορφία της γραφίδας του.
   Στο πρώτο ποίημα της συλλογής, με τίτλο: «Διαδικασία αφαίρεσης», εξηγεί τις ποιητικές του επιλογές και διαδικασίες με πρωτοτυπία και ειρωνεία που ξαφνιάζει:

«Κατ’ αρχήν αφαιρώ το περίβλημα.

Ακολούθως, πτερύγια

ουρά και κεφάλι.
Επιπλέον υπολείμματα σπλάχνων
περιττά λίπη
και κάτι ενδιάμεσα κόκαλα
«κίνδυνος-θάνατος» για το στομάχι.
Στο τέλος μένει η ραχοκοκαλιά
που καταλήγει μετά της φύρας
στον πλησιέστερο κάδο απορριμμάτων.

Λυπάμαι μόνο τις αδέσποτες γάτες
όταν (απο)συνθέτω ένα ποίημα».

   Στο υπέροχο ποίημα: «Ωράριο εργασίας» περιγράφει την αποτυχημένη προσπάθεια ν’ αποτυπώσει τις σκέψεις του ποιητικά:

«Οι λέξεις λες κατέθεσαν τα όπλα
χαθήκανε στις τούφες της ομίχλης
και τα ρυάκια στο μυαλό μου στέρεψαν
πέτρινες φράσεις σκίζουν τις σελίδες.
Βδομάδες τώρα ξύνω τα μολύβια μου.
Βουλιάζω σε γραφές κι ανθολογίες.
Μάταια στα υπόγεια της νύχτας αλυχτώ
ν’ ανοίξω χαραμάδα στο σκοτάδι».

   Στην «Τελευταία ζαριά», όπου υπάρχει η αφιέρωση στη Ζωή Σαμαρά, γράφει:

«Ψάχνω ένα ποίημα σκοτεινό, χωρίς φεγγάρι
αλλεργικό στου ήλιου το χρυσάφι
το βλέμμα του μια θάλασσα μουντή
κι ο άνεμος στα σπλάχνα του να σβήνει».

   Ο θάνατος γίνεται «Η καραμέλα», την οποία πιπιλίζει καθημερινά ο ποιητής, προσπαθώντας να συμφιλιωθεί μαζί του. Καταλήγει:

«Αδιάντροπη έπαρση
με αλόγιστο κόστος
να πεθαίνω ανάξια
κάθε βράδυ εντός μου
αδιάψευστος μάρτυρας
δι’ ιδίων εξόδων
του «μωραίνει ον βούλεται
Κύριος απολέσαι».

   Το «Ανάποδο ποίημα», το οποίο είναι τυπωμένο κυριολεκτικά στη σελίδα ανάποδα, μάς υποβάλλει την ευχάριστη ατμόσφαιρα ενός ποιητικού παιχνιδιού.
   Στο ποίημα: «Τυχαία συνάντηση» ακολουθούν κάποιες αναμνήσεις από τη νιότη του ποιητή, οι οποίες ρίχνουν τα έντονα φώτα τους παντού:

«Τακτοποιώντας της ζωής μου τα συρτάρια
σε συνάντησα.
Σε κάτι στίχους μου παλιούς είχες τρυπώσει.
Φορούσες το γαλάζιο σου παλτό
κι όπως με κοίταζες κρυφά στον Επιτάφιο
στο άδειο μου πακέτο σε ζωγράφισα
να ’χω δυο χείλη να φιλήσω στην Ανάσταση».

   Στο ποίημα με τίτλο: «Tilt» εμφανίζεται μία χαρακτηριστική εικόνα φθοράς στο πέρασμα του χρόνου:

«Δεν μου γλιτώνεις
δήλωσα στο αρχαίο φλιπεράκι
βγάζοντας απ’ την τσέπη του καιρού
μια σκουριασμένη μάρκα».

   Στο ποίημα: «Καρνάγιο του χρόνου», το οποίο αφιερώνεται στον Ντίνο Σιώτη, γίνεται μία φοβερή διαπίστωση εξαιτίας των έντονων συναισθημάτων που εκλύονται:

«Δεν υπάρχει ελπίδα στο καρνάγιο του χρόνου
μόνο πίσσα και πίκρα και σκυμμένα κεφάλια
αργολιώνουμε μόνοι στη κουβέρτα του πόνου
σαν τους γλάρους που σβήνουν στ’ αραγμένα ποστάλια».

   Στο ποίημα με τίτλο: «Πίσω απ’ τον σπασμένο καθρέφτη», ο ποιητής αυτοαναλύεται και ψυχογραφεί τον εαυτό του μέσω συσσωρευμένων σκέψεων, κάνοντας το δικό του απολογισμό:

«Πρόσωπο χάρτινο κελί, όλο γραμμές
να λογαριάζει η γραφίδα του καιρού
τα θλιβερά μερόνυχτα για την απόλυσή μου».

Και τελειώνει με την ατολμία του:

«Είπα να σπάσω τον καθρέφτη.
Λιγοψύχησα.
Το αληθινό μην αντικρίσω πρόσωπό μου».

   Στο ποίημα: «Χαμαιλέοντες», οι ποιητές μεταμορφώνονται σε «κουκουλοφόρους υπεράνω υποψίας»:

«Δεν πυρπολούμε τοκογλύφους κι απορρίμματα
μόνο του μέλλοντος σκορπίζουμε τις στάχτες
εντεταλμένοι ολετήρες-εμπρηστές
των πυκνούφαντων δασών που πλέκουν οι ιδέες».

   Στο ποίημα: «Ονείρων και μνήμης γωνία» γράφει για τον Γιώργο Βέη:

«Άγγιξε τον ήλιο της δικαιοσύνης
τον νοητό –ο ανόητος
είπαν οι μαριονέτες στις ειδήσεις».

   Δείγματα της ευαισθησίας του ποιητή και του κοινωνικού προβληματισμού του αποτελούν τα ποιήματα: «Ο θάνατος χορεύει στην Ομόνοια», «Οι ζητιάνοι» και «Κόκκινο», στο οποίο αναρωτιόμαστε εύλογα ποια μπορεί να είναι «τα παιδιά με τις πατερίτσες», γιατί δεν αναφέρεται σε σωματική αναπηρία μονάχα αλλά και σε ψυχική και σε πνευματική.
   Στο ασφυκτικό: «Εντός παρενθέσεως» αναλογίζεται και συμπεραίνει:

«Ούτ’ ένα τετραγωνικό για ν’ αναπνεύσεις.
Εντούτοις, εξακολουθώ να υφίσταμαι.
Έστω και σαν απόλυτη τιμή
με δυο γραμμές αριστερά και δεξιά, ισομεγέθεις.
Κάποτε είχα ένα πρόσημο, θυμάμαι.
Απόψε ψάχνω να με βρω στην ερημιά.
Στο βάθος ένας ήλιος δραπετεύει».

   Στο ποίημα με τίτλο: «Διαγωνίως», ο ποιητής:

«Τώρα σκαρώνει στη σκακιέρα του σταυρόλεξα
με τα σημάδια και τα θραύσματα του χρόνου
ταιριάζει λέξεις και κομμάτια πορευόμενος
κατά το βήμα των τρελών.
Διαγωνίως».

   Στο «Ρέκβιεμ», η μελωδία του θανάτου:

«Αποδομεί τους μύθους των καιρών
απολιθώνει τις ανύποπτες ελπίδες
κλείνει τα άδηλα βιβλία των χρεών
κόβει το γόρδιο δεσμό της ουτοπίας».

   Στο ποίημα: «Ενυδρείο» γράφει αποκαλυπτικά:

«Κι εμείς πίσω από κρύσταλλα βαριά
στα βράγχια μας κρεμάμε το βραχνά
προσμένοντας δολώματα πλαστά
και παραμύθια δανεικά ν’ αγκιστρωθούμε».

   Στο ομώνυμο ποίημα της συλλογής: «Παράσταση ήττας» διατυπώνει με βεβαιότητα:

«Απ’ όλο το αέναο θεατρικό παιχνίδι
«Τα έργα και οι μέρες του ανθρώπου»
απολαμβάνω μόνο τα διαλείμματα.
Ειρήνης».

   Στο ποίημα: «Στάση ζωής» γράφει πολύ φιλοσοφημένα:

«Ένα παλιό λεωφορείο της γραμμής
κάθε πρωί τη στάση περιμένω
με οδηγό, αγέλαστο, το θάνατο
κι εισπράκτορα, την ίδια τη ζωή μου».

   Στο ποίημα: «Υποκριτική» απαριθμούνται η μία κάτω από την άλλη, σύνθετες λέξεις με πρώτο συνθετικό το «Υπό», για να δημιουργήσουν ένα κλίμα κατώτερο του προσδοκώμενου, ένα κλίμα γενικευμένης παρακμής.
   Η ποίηση του Χάρη Μελιτά, ειλικρινής και απροσποίητη, διατηρεί ακέραιο το ύφος ενός σκεπτόμενου και εμπνευσμένου δημιουργού, καθηλώνοντας με την πρωτοτυπία των θεμάτων της. Ακόμη κι εκεί που ο ποιητής επιλέγει μία εσωστρεφή και διαλογιστική στάση, υψώνει κραυγές που αντηχούν παντού, φωνές ελπίδας παρ’ όλες τις απαισιόδοξες ενδείξεις της ζωής. Συμπεριφέρεται σαν νέος με τις παλάμες του σφιγμένες σε γροθιές και τις σημαίες του ποιητικού αγώνα να κυματίζουν αδιάκοπα, σε σημείο που να φαντάζει αταίριαστος με την ψυχοσύνθεσή του ο στίχος: «να σβήνει σαν γλάρος στ’ αραγμένα ποστάλια».
   Σε στιγμές που ο πόνος φαίνεται να καταλαμβάνει  την ψυχή και το σώμα που βουλιάζει στην εξελισσόμενη φθορά του χρόνου, αμέτρητοι στίχοι του ποιητή μάς οδηγούν έξω απ’ το καταπιεστικό κι αμήχανο τοπίο, με μία επινόηση της στιγμής, μ’ ένα έξυπνο σχόλιο, δίνοντας σωτήριες ανάσες στους αναγνώστες.
   Ο θάνατος,  με το φριχτό προσωπείο του, μετουσιώνεται σ’ ένα ευλύγιστο παιχνίδι μέσα από προσωπικά μαθήματα που προσφέρονται κατά τη διάρκεια της πάλης, της εναντίωσης αλλά και της αποδοχής και της συμφιλίωσης μαζί του. Ακριβώς, όπως πολύ εύστοχα διατυπώνεται στο ποίημα: «Ρέκβιεμ»: «Ανοίγει το παράθυρο στο μυστικό τοπίο / που όλοι ζωγραφίζουμε, αλλά κανείς δεν είδε».
   Αυτό άλλωστε είναι το νόημα της ποίησης, που διαπερνά τα συναισθήματα, τις σκέψεις, τις εικόνες και τις αναμνήσεις πάνω σ’ ένα ολόλευκο χαρτί κι οι λέξεις «ανοίγουν μυστικά τοπία», γεννιούνται και πεθαίνουν ανάλογα με τη θέληση και τους χειρισμούς του ποιητή, ακούγονται ακόμη και μέσα στις σιωπές του.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης