Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

Ο ύμνος της ντροπής

 

Ο Κοραής και ο Ρήγας ανασηκώνουν την Ελλάδα.
Αλληγορική παράσταση σε παλαιά λιθογραφία που
Υποδηλώνει την αναγέννηση της υποδουλωμένης
Πατρίδος
 

 

 

Ο ύμνος της ντροπής

 

Σμίλη που κράτησες εσύ, περγαμηνή κι ακόντιο

για να στολίσεις, ζοφερή, των Ευρωπαίων το μνημόνιο!
Στους ποιητές σου έδωσες τα φώτα ν’ αντικρίσουν
στο γαλανό της θάλασσας την έμπνευση να ζητήσουν,
άπειρους ύμνους να υψώσουνε της τυραννίδος Ευρώπης…
Γιαγιά, εικοσιεφτάστερη, γνέθει στη ρόκα της
τη μοίρα της Ελλάδας, που έχασε το πνεύμα της
και ψάχνει ακόμη τα λεφτά της,
σε μαύρη σακούλα σκουπιδιών όλα τα υπάρχοντά της!
Κι οι παχουλοί αφέντες της με τα αφράτα λόγια
που μας χαϊδεύουν τα αυτιά με ψέματα και βρώμα,
έχουν θαφτεί στους λάκκους που άνοιξαν οι ίδιοι
καθώς αστόχαστα μαδούν του βιοπαλαιστή τον ιδρώτα.
Πέφτουν από πάνω οι σωροί της κακεντρεχής της Μέρκελ,
της ανελέητης Λαγκάρντ και των τραπεζοδεινοσαύρων,
που ως ράτσα αναίσθητη στη μνήμη των Τιτάνων
κατηγορούν τον Έλληνα σαν διαφθορέα πάντων,
ξεχνώντας πως εκείνος δάμασε το γένος των βαρβάρων!
Κι όσους γρυλίζουν κι αλυχτούν, κανέναν δε λογαριάζει
γιατί η ανθρώπινη φυλή γι’ αυτούς έχει πετάξει
και θα ’ρθει η ώρα που θα πει ο κεραυνός του Δία:
«Ευρώπη είσαι αχάριστη κι ας έχεις απαρτία
από συμβούλους κόλακες που ψάλλουν τα εξ’ αμάξης
και στον φτωχούλη τον λαό πότισες φαρμάκι,
ενώ την ψυχή του μόλυνες με υπολογισμούς χρηματιστηρίου
αντί να κάθεσαι γονυπετής, την ένδοξη Ελλάδα να θρηνείς!».
Μα το αιώνιο «γιατί» της χώρας θα χτυπά βασανιστικά
με οιμωγές ατέλειωτες στ’ αναίσθητα αυτιά των «αρχόντων»
που κάποτε εθίστηκαν στο θαύμα των ερώτων.
Στην Αφροδίτη της Μήλου έκλαψαν τον πόνο της καρδιάς τους,
στους στίχους του Ομήρου έπλεξαν τα όμορφα ιδανικά τους
και πέταξαν μακριά τα δόρατα του πνεύματος, τα δικά μας
για να οικειοποιούνται συνεχώς και να περηφανεύονται
γερόντια κακομούτσουνα και πολύ ρυτιδιασμένα
πως κάτι κάνανε κι αυτοί για τα παιδιά τα νέα!

28/06/2012

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

Ένα χρονογράφημα από την Εύη Γκάλαβου με τίτλο: "Κοριτσάκι και πάλι!"

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
της Εύης Γκάλαβου

«Κοριτσάκι και πάλι!»


    Επέστρεφα με γυναικεία τσάντα γεμάτη απορίες και σκέψεις για την ύπαρξη των αγαθών και τη χρησιμότητά τους. Σκόνταψα σε χαλίκια, αναρωτήθηκα πως βρέθηκαν μικρά χαλίκια σε τούτη την κατ’ άλλα καθαρή πόλη μου. Μόνο τότε σήκωσα το κεφάλι μου που στηρίζονταν στον κομψό μου λαιμό πάνω σε δυο ημίγυμνους ώμους, ενόψει καλοκαιριού. 
    Ένα πάρκο! Ένα πάρκο τόσο κοντά στη γειτονιά μου, πως δεν το είχα προσέξει τόσο καιρό!  Ήταν άδειο, κανένα παιδί δε χαίρονταν όσα με ανοικτή αγκαλιά, σου πρόσφερε στα πόδια σου. Καλοκαιρινό δειλινό, αεράκι να σου μιλά γλυκά μέσα απ’ τα ψηλά δέντρα που το χρωματίζουν.  
    Δύο τραμπάλες, ένα γύρω-γύρω, μια μεγάλη τσουλήθρα, πράσινο και χώμα. Εκεί που το μάτι συνηθίζει στο χώμα, έρχεται το πράσινο να σου θυμίσει πως είναι να πατάς σε χόρτο, ξυπόλητη. Έριξα μια γρήγορη ματιά γύρω μου. Κανείς, δεν υπήρχε ψυχή! Έβγαλα με μια κίνηση τα πέδιλά μου από τα πόδια μου και περπάτησα ξυπόλητη, αγνοώντας τους κινδύνους που μπορεί να κρύβει ένα φαινομενικά αθώο γρασίδι σε πάρκο, στην Ελλάδα. Ένιωσα ξανά παιδί, κοριτσάκι μικρό που έπαιζε στο χωριό του με τα χώματα και παίζαμε κρυφτό, τζαμί, μήλα και τόσα άλλα. 
    Εδώ;  Εδώ.. τίποτα, άδειο! Ανέβηκα με μεγάλη ευκολία στην κούνια και ταλαντεύτηκα όπως άλλοτε. Δεν ήταν δύσκολο, μια απόφαση είναι, απλώς ανεβαίνεις και δίνεις ώθηση με τα πόδια και ξαφνικά αισθάνεσαι πως μπορείς να φτάσεις τα σύννεφα που ταξιδεύουν εκεί ψηλά, αγνοώντας την ύπαρξή σου εκεί κάτω στη Γη. 
    Βλέπω μια παρέα μικρών αγοριών να φτάνουν τρέχοντας προς το πάρκο. Το διασχίζουν σαν κομήτες με σταθερή ταχύτητα. Μέσα στην παραζάλη του παιχνιδιού τους με είδαν, γέλασαν τα χείλη τους, με κορόιδεψαν με το βλέμμα τους και χάθηκαν μέσα στην τσιμεντούπολη, αφήνοντάς με πάλι μόνη στο ήσυχο πάρκο. Αναρωτήθηκα, γιατί ετούτος ο θησαυρός να μένει κρυμμένος και γιατί τα παιδιά να μην είναι εκείνη την ώρα εκεί, να τον χαίρονται. Ν’ ακούγονται κελαριστές φωνές και χάχανα ευτυχίας, γκρίνιες απογοήτευσης μέσα από το κρυφτό, έστω φωνές διαμαρτυρίας από τα "μήλα", γιατί η αντίπαλη ομάδα προηγείται μ’ έναν πόντο. 
    Πού βρίσκονται τα παιδιά τώρα; Να είναι άραγε φυλακισμένα σε εικονικούς κόσμους, να παίζουν σ’ άλλες γειτονιές, να βολτάρουν σε εμπορικούς δρόμους, κρατώντας χέρι-χέρι τους μεγάλους ή απλώς να μην τους έδειξε ποτέ κανείς το πάρκο; Να αγνοούν την ύπαρξή του και το μεγαλείο του; 
    Την επόμενη φορά θα παίξω και με τα χώματα, όπως τότε…

Ένα ποίημα από τον Δημήτρη Π. Κρανιώτη



ΤΑ "ΕΓΩ" ΤΗΣ ΣΥΓΓΝΩΜΗΣ



Λερναία Ύδρα
τα δάκρυα
της αντοχής των άλλων,
που έθαψαν
λόγια της οκάς
σαν έβρεξε ο πόνος
απ’ το μηδέν
ως το πολύ
των έντεκα πληγών μας,
σαν θέλησες
μέρες του χιονιά
να γίνουν πρωτοβρόχια,
πνίγοντας σ’ ένα πρωινό
ψιθύρους αλητείας,
γεμίζοντας με σύννεφα
τον ουρανό της λήθης,
κλαίγοντας
θύματα του νου,
πατώντας υποσχέσεις,
ματώνοντας,
βαδίζοντας
σε τύψης μονοπάτια,
προβάλλοντας εντέχνως
"εγώ" κρυμμένα
σε συγγνώμη.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΚΡΑΝΙΩΤΗΣ
(από την ποιητική συλλογή "Ενδόγραμμα",
εκδόσεις Μαλλιάρης Παιδεία, 2010)

Πρόσκληση Παρουσίασης Βιβλίου "Τόλμησε να είσαι ελεύθερος" από τις Εκδόσεις Ιβίσκος

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ παρουσίασης Τόλμησε να είσαι Ελεύθερος(1)

"Παραλήρημα-Βίοι Παράλληλοι IV" από τον Γιώργο Η. Παγωνάκη




… ο Ηρόστρατος, με τον πυρπολισμό του στην Αλικαρνασσό, αποτελεί το έμβλημα, όποιου αποζητά την υστεροφημία, στο πέρας της συνέχειας της ύπαρξης… Εν τούτοις, ο Ηρόστρατος εκπροσωπεί το ματαιόπονο της αμφιβολίας για την ίδια την παρουσία του ανθρώπου, που θέλει όπως και δήποτε, τα χνάρια του να μείνουν αναλλοίωτα στην αμμουδιά της Ιστορίας. Άλλωστε και αυτή είναι η χάρη της διαφορετικότητας, καθενός ειλικρινούς ανθρώπου: η περιστασιακή λήθη δίνει άλλο τόνο μαγείας στην ύπαρξη, που πλέον δεν υφίσταται… η διαρκής μνημόνευση κουράζει ακόμα και το περιεχόμενο του ίδιου του υποκειμένου ή και αντικειμένου, για το οποίο ο λόγος κάθε φορά.

Αυτός στάθηκε και ο λόγος του πρωταγωνιστή –στην παρακάτω ιστορία – να αποσυρθεί από το καινοφανές της διάρκειας της παρουσίας του, μέσα στην κοινωνία, την οποία συν-αποτελούσε μαζί με άλλα δέκα άτομα (άντρες και γυναίκες) σε κάποιο χωριουδάκι, κάποια χιλιόμετρα μακριά από την κωμόπολη της Θήλης…
Τσοπάνης στον τρόπο ζωής και την κουλτούρα του, αν μπορούμε να καλουπώσουμε τον χαρακτήρα του κάθε τσοπάνη, ο Μοδρός είχε γαλουχηθεί σε μία στάση κοντύτερα στην απομόνωση, παρά στην επικοινωνία με τους συντοπίτες του. Το κουσούρι του αυτό, όπως θα το αποκαλούσαν συχνά οι γείτονες, του έδινε δύναμη, με το να απομονώνει κατά καιρούς τα υπόλοιπα από την προσωπική του κατάσταση και τις ανάγκες του. Όλα και όλα τα πρόβατά του αριθμούσαν κοντά στα δεκαπέντε και μαζί με αυτόν, η οικογένειά του έφτανε στα δεκαέξι κορμιά… Από δεκαπέντε χρονών (σημαδιακό για κάποιους προκατελειμένους), επιβίωνε με τις δικές του δυνάμεις, έχοντας πλήρως συμβιβαστεί με την ιδέα του μοναχικού-ανεξάρτητου ατόμου, όπου μόνη συμπαράσταση και απάγκιο θα μπορούσε να βρει αποκλειστικά και μόνο στο σύνολο των ζώων, που μετακινούνταν μαζί του καθημερινά, κάθε εβδομάδα και μήνα.


Η τροφή του εξαρτιόταν από την προχωρημένη ηλικία κάποιων από τα πρόβατα, η πόση του από το στάσιμο νερό της βροχής, το γάλα από τις θηλές τους και τέλος, η αμαρτία του από τις κρυστάλλινες σταγόνες, που μάτωναν τα κακοποιημένα πεύκα από τους ρητινοπαραγωγούς. Απλότητα, μα με πολύπλοκη αθωότητα και προσοχή. Όταν κάτι από τα παραπάνω δεν κατόρθωνε να τον ικανοποιήσει, έπρεπε να δείξει κατανόηση και ανοχή· η ζωή του, έμαθε τον Μοδρό να αντέχει στην έλλειψη, παραπάνω και από τα ζωντανά του, άλλο ένα παράδειγμα όπου ο άνθρωπος κατείχε τα πρωτεία της ύπαρξης, με τη συνδρομή της φυσικής υπεροχής, όχι όμως ως αποτέλεσμα κοινωνικού προϊόντος μιας εκπολιτισμένης κοινωνίας…


Αυτή η κατάσταση τον συντρόφευε αναντίρρητα, για επιπλέον σαράντα χρόνια, από την στιγμή που έμεινε μόνος από συγγενικά  πρόσωπα και σχέσεις, που να του παρέχουν την ασφάλεια μιας οικογενειακής θαλπωρής και συμπαράστασης… Ήταν τώρα κοντά στα εξήντα στρογγυλεμένα χρόνια πεζοπορίας, μέσα από μονοπάτια, χαράδρες, ποτάμια, οροσειρές και κοιλάδες, αυτός και τα δεκαπέντε τετράποδά του. Το μεγάλο παράπονο και στεναχώρια του ήταν το αμφίβολο της τύχης τους, σε περίπτωση που ο ίδιος πάθαινε κάτι και απομακρύνονταν από την αγέλη του. 


Και η ιστορία πάντοτες επιβεβαιώνει τέτοιου είδους αναπόφευκτα και ο γέρος τσοπάνης δεν άργησε να φτάσει σε σημείο, που τα πόδια του πάθανε κρύο και ο βηματισμός του, πλέον, είχε καταντήσει κουραστικός σε κάθε δεκαπέντε βήματα. Κάπου εκεί, στα χρονικά μέσα του χειμώνα, τότε που τα ζωντανά μπιχλιμπίδια της φύσης χουζούρευαν ή είχαν πέσει σε βαθύ λήθαργο, το μοιραίο επικείμενο έκανε την εμφάνισή του με έναν αποκαρδιωτικό γδούπο, ανάμεσα από μερικές υφέρπουσες συστάδες από αγκάθια. Ο γέροντας από το νεανικό αυτό πέσιμο έσπασε την μουσούδα του και τσάκισε και τα δυο του πόδια. Τα ζώα σταμάτησαν το δρομολόγιό τους και αδιάφορα, με μια δολοφονική συνήθεια, άρχισαν να μασάνε τα ίδια τα αγκάθια, που στάθηκαν οι θύτες και οι δήμιοι για το τέλος της μακρόπνοης ζωής του ηλικιωμένου κουρασμένου.


Γέρασαν σε βάρος του, ακόμα τρία χρόνια, με την τακτική που ο ίδιος τους είχε μάθει… τον κατασπάραζαν, αν και φυτοφάγα, κατά τη διάρκεια των τριών χειμώνων που μεσολάβησαν, μέχρι και αυτά να αποσυντεθούν πλάι στον μπρούμυτα ξαπλωμένο σκελετό του…
Δεν τον αποχωρίστηκαν ούτε ένα λεπτό και στάθηκαν αρκετές φορές ως προασπιστές της σωρού του…  

Γιώργος Η. Παγωνάκης                  

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

"Κυριακάτικο Κήρυγμα" του Γιώργου Η. Παγωνάκη



Άλλη μία κυριακάτικη λειτουργία άνοιγε τις πόρτες του ιερού και ξαπόστελνε έξω στο ακροατήριο-ποίμνιο τον προσωποποιημένο, για πολλούς, λόγο του Θεού. 
Στο μικρό και άσημο χωριό,  ο ναός του Αγίου Απόστολου έμοιαζε να αποτελεί το δημαρχείο, το Διευθυντήριο της Χωροφυλακής, το νοσοκομείο και το ψυχιατρικό κατάλυμα, το πυροσβεστικό κέντρο... συγκέντρωνε το κτίριο αυτό, ο ναός του Θεού, το κάθε αναγκαίο χαρακτηριστικό μίας μικρής κοινωνίας ανθρώπων, που έχουν ανάγκες και υποχρεώσεις, επιθυμίες και κανόνες. Ο χωροφύλακας, ο πυροσβέστης, ο τοπικός άρχοντας και όλες οι ανθρώπινες υπηρεσίες.


(Ακούγεται το έντονο μουρμουρητό από τις κινήσεις των σωμάτων των εκκλησιαζόμενων, των καρεκλών που τοποθετούνται προς ακρόαση. Όλα ετοιμάζονται αυτόματα.)
(Ο κήρυκας εμφανώς καταβεβλημένος από αυτά που έχει να ξεστομίσει αυτή τη φορά. Τα λόγια είναι τα τελευταία και ειλικρινή του.)

«... Γνωστή σε όλους μας η παραβολή του ασώτου που μας ανέγνωσε ο Πάτερ Ψ... ίσως για το λόγο αυτό, αγαπητοί μου-εν Χριστώ αδελφοί και τα βλέμματά μας έδειχναν ικανοποιημένα από την ιστορία που περιγράφει η παραβολή αυτή.
Η σιγουριά ότι τίποτε δεν αλλάζει, όσος καιρός και να περάσει, φαίνεται να έχει χαθεί. Ακόμη και στους χαλεπούς χρόνους που βιώνουμε, ο κόσμος ολάκερος, όχι μονάχα όσοι είναι κοντά στο Θεό νοιώθουν μία ακαριαία εμπιστοσύνη σχεδόν σαν αντανακλαστικό, σαν ερέθισμα προς ένα Γνωστόν-Άγνωστον, στο επέκεινα... σε ΑΥΤΟ*... το κατά τα άλλα αιώνιο και αέναο. 
"Έχει ο θεός!", ακούμε να ψελλίζουν σχεδόν παραιτημένα από τη σιγουριά πολλά χείλη, πιστών και απίστων, ορθοδόξων και καθολικών, έγχρωμων και μαύρων, πλούσιων και φτωχών. Εμείς γνωρίζουμε από πρώτο χέρι τόσο τον αγεωγράφητο δρόμο της απομάκρυνσης, μα και τη σύγχρονη Εθνική της επιστροφής στις αγκαλιές του Θεού και Πατέρα μας, του Υιού του και του Αγίου Πνεύματος. Αυτή η σιγουριά όμως...
Αυτή η σιγουριά στις εικόνες και τις μεταφράσεις του θείου ξεθύμανε, αγαπημένοι μου αδελφοί. Ξεθυμαίνει ολοένα και περισσότερο όπως ακριβώς ξεθωριάζουν και οι τοιχογραφίες στο Ιερό του Οίκου του Κυρίου μας... Πλέον οι ρόλοι και οι χαρακτήρες στα πιστεύω μας αναθεωρούνται. Όσοι άγιοι Πατέρες, μάς κληρονόμησαν τη γνώση τους και το λόγο του Πατέρα όλων μας, άφησαν από έξω τα άλλα λόγια και σκέψεις... τις άσωτες σκέψεις. Ο Ιησούς Χριστός μάς κάλεσε και μας καλεί διαρκώς στις αγκάλες του, να μας ντύσει με το χιτώνιό του. Αυτές τις σκέψεις των απλών ανθρώπων, εσάς, εμάς και πόσων ακόμη πιστών και απίστων, ορθοδόξων και καθολικών, έγχρωμων και μαύρων, πλούσιων και φτωχών. 
Φευ! ο άσωτος εδώ και αρκετά χρόνια φαίνεται πως μοιάζει καταπληκτικά στον πατέρα του που τον προσμένει και ο πραγματικός ρόλος του πατέρα μοιάζει να ακολουθεί τα βήματα και τις σκέψεις του  πικραμένου αδελφού, που εν τούτοις η παραβολή τον παρουσιάζει σαν ζηλόφθονο γι' αυτήν την ισότητα. 
Ας το σκεφτούμε εμείς το ποίμνιο του Φιλεύσπλαχνου και Προστάτη Κυρίου μας...»

(Κλείνει το ευαγγέλιο που έχει στο αναλόγιο, καταπίνει μια γερή ανάσα ειλικρίνειας και με μια αποκαλυπτικά λυτρωτική εκφορά του λόγου του, ο κήρυκας εκρήγνυται ακαριαία και αστραπιαία επανέρχεται στο αρχικό του ύφος:)

«Αρχήν σοφίας, φοβάται ο Κύριος!
Η σιγουριά παραπαίει, αδελφοί μου και μαζί της εκπίπτει και το θείο θάρρος... Ο αγεωγράφητος χώρος και ο ανεξερεύνητος είναι ο παράδεισος στις ημέρες μας και για πάντα, εδώ στη θνητή μας ζωή και πέρα από αυτήν. «Πίστευε και μη ερεύνα» μας δίδαξε ο άσωτος Πατέρας μας και ποτέ δεν κουραστήκαμε, λόγω σιγουριάς, να προσμένουμε την ειλικρίνειά του. Πάντοτε καρτερικά και ράθυμα αναμέναμε την επιστροφή στην Αλήθεια της αφανούς του παρουσίας και την πατρική του προστασία. 
Μάταια... τα περισσότερα είναι μάταια μακριά από την περιέργεια. Και πιστέψτε με, «πίστευε και μη, ερεύνα». 

Η άσωτη Αλήθεια του Θεού εμποτίστηκε στην ψυχή μας ανεπιστρεπτί. Οφείλουμε να περιμένουμε να επιστρέψει ο Θεός μας σε εμάς;
Δεν οφείλουμε τίποτε σε αυτόν, γιατί για εμάς και από εμάς συνεχίζει να αναπνέει ο λόγος του... 
Πώς γίνεται να αποκρύπτουμε αφελώς-μα καθ' υπόδειξή Του τις αντανακλάσεις Του και την ύπαρξή Του μέσα μας, όταν εμείς Του αποδίδουμε την άυλη ύπαρξή Του;     

(Το βλέμμα του προσκολλείται στον τρούλο της εκκλησίας και εγκαλεί με στεντόρεια φωνή το... Θεό)
Δεν δάκρυσε και δεν θα δακρύσει. Δακρύζουμε εμείς και πρέπει να δακρύσει, ο αναίσθητος. 
Δεν μάτωσε και δεν θα ματώσει, ενώ εγώ, εσείς, εμείς ματώνουμε, άρα πρέπει να ματώσουμε και Αυτόν.
Δεν κουράστηκε και δεν θα κουραστεί. Ο κόσμος κουράζεται και δεν έχει την πολυτέλεια της κυριακάτικης ανάπαυσής Του.
Μας εξόρισε στο πυρ το εξώτερο. Στο χέρι μας να τον εξορίσουμε στην ποθητή του ανυπαρξία. 


(Ανοίγει διάπλατα τα χέρια του) 
Αμήν...!

Γιώργος Η. Παγωνάκης

Πέντε ολιγόστιχα ποιήματα από την Άννα Ιωαννίδου



ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ

Κόκκοι αλήθειας
αιωρούνται στο χώρο και στο χρόνο.
Μεταμορφώθηκαν σε σύμβαση,
χωρίς αρχή και τέλος.
Ποιος θα την υπογράψει;



ΚΥΝΗΓΟΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

Δύσκολη η περιπλάνηση στη λεωφόρο της Αλήθειας.
Σκοντάφτω σε ογκόλιθους από ψέμα.
Γλιστρώ στις κατηφόρες της υποκρισίας.
Η επιγραφή γράφει «Βαδίζετε με δική σας ευθύνη».
Θα την αγνοήσω.



ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΖΩΟ

Κάμερες παρακολουθούν τη σκιά μας.
Ψάχνουν το αποτύπωμα της ψυχής.
Μ’ έβαλαν στο μικροσκόπιο.
Μ’ έκαναν πειραματόζωο.
Κι εγώ προσφέρθηκα «αφιλόκερδως»
για την εξέλιξη της επιστήμης…



ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΚΟ ΔΙΑΖΩΜΑ

Ομόκεντροι κύκλοι παντού.
Κύκλοι από κιμωλία
κι άνθρωποι σπρώχνονται
να μπουν στο περίγραμμα
μήπως γλιτώσουν απ’ όσα τους στοιχειώνουν.



ΓΥΜΝΟΣ ΕΑΥΤΟΣ

Σχίστηκε το άσπρο μου πουκάμισο.
Θα πάρω ένα καινούριο.
Το σχισμένο όμως μανδύα της ψυχής μου
με τι να τον αντικαταστήσω;
Πώς να καλύψω τη γύμνια της;

"Η ΓΚΙΛΟΤΙΝΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ" από την Άννα Ιωαννίδου




Εξόρισα τ’ αστέρια σε έναν ορίζοντα ματωμένο
κι έπειτα αποκεφάλισα τα όνειρα...
Θανατική ποινή στην άναρχη εφηβεία μου.
Σκιές τα προδομένα μου όνειρα,
ανώνυμες στιγμές στα σκοτεινά σοκάκια του νου.
Οι διακεκομμένες ροές του χρόνου
έσβησαν τα αποτυπώματά μου.

Μα ποιος θα πενθήσει το χαμένο μου Παράδεισο;
Απόμακρες, στεγνές φωνές
στοίχειωσαν τις Κυριακές μου.
Λέξεις σειρήνες με σημαδεύουν.
Άσπονδοι φίλοι ή μήπως εραστές του εγώ;
Κύματα παραλόγου κατακλύζουν το δωμάτιο της απουσίας.
Κι εγώ να πνίγομαι στον ιστό της ειρωνείας.

Μονόδρομος η γκιλοτίνα της ζωής.
Πελαγοδρομώ σε θολά μονοπάτια,
σ’ ένα γυάλινο κόσμο.
Μία κρίση πανικού στην κλειστοφοβική πόλη.
Δέσμια των αισθήσεων και των ψευδαισθήσεων,
ψάχνω τη φωτεινή πλευρά της σελήνης.

Μα ποιος θα πενθήσει το χαμένο μου Παράδεισο;
Ξεθώριασε πια ο καμβάς της ελπίδας...
Αμήχανα βήματα, ανιστόρητα «γιατί»
αιωρούνται στις χαραμάδες της καρδιάς.
Μα που να κρύβεται το σωσίβιο της ψυχής μου;
Ίσως στις σκουριασμένες μου επιθυμίες.

Μονόδρομος η γκιλοτίνα της ζωής.
Μαχαιρωμένες οι αισθήσεις
κι οι ψευδαισθήσεις στριμωγμένες σε λευκό κελί.
Μία παρωδία η ζωή μου
κι εγώ ν’ ακροβατώ στο κενό.
Η σάρκα μου σε τιμή ευκαιρίας
κι η μνήμη μου σε γκρίζο χαρτί.

Εξόρισα τ΄ αστέρια σε έναν ορίζοντα ματωμένο
κι έπειτα αποκεφάλισα τα όνειρα ...
Οι προσδοκίες μου ξεθώριασαν σ’ ένα υγρό ανήλιαγο αύριο.
Άραγε θάφτηκαν για πάντα τ’ όνειρά μου;
Ερώτημα μετέωρο δίχως απάντηση...
Γράμμα δίχως παραλήπτη...

"ΣΤΑ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΩΝ" από τον Θεόδωρο Σαντά



Πάντα στα Καλοκαίρια
ένα κύμα χαϊδεύει τα πόδια  σου
σαν ανάσα του έρωτα
να υπάρχει αυτό, εσύ και το όνειρο
να μιλάς και να αγαλλιάζει ο άνεμος.
Μη με ξεχνάς, μια άπνοια με πνίγει
όταν αποφασίζεις να ζήσεις σαν Νηρηίδα
με τον αστερία  της θάλασσας
κι εγώ αδυνατώ να σ’ ακολουθήσω.
Σαν τις γραφές των ανθρώπων
κιτρινίζουν τα αρμυρίκια
στις λιμνοθάλασσες
μα τώρα, εσύ με κρατάς
ολόρθο ακόμα να μπορώ
ν ’ατενίζω το πέλαγο
να μπορώ να σου γράφω ποιήματα.
Αγάπη μου μην αλλάξεις συνήθειες
κι ας  ζηλεύω το κύμα που σ’ αγκαλιάζει
το βοτσαλάκι που ξαπλώνεις επάνω του
και αφήνει σημάδια στην πλάτη σου.
Φέρνω στο νου μου
τις τελευταίες μέρες της Άνοιξης
τότε που είχαν χλομιάσει τα μάτια σου
κι εγώ σου κρατούσα τα χέρια
κι έλεγα μαζί θα το κάνουμε το ταξίδι
στις όχθες του Νείλου
μαζί κι ως τις χουρμαδιές του Παράδεισου.
Δε θα αφήσω ξανά ανοιχτές τις πληγές
να διχάσουν το στίχο μας πάνω στους Πύργους.
Δες, πολύ βαθιά στον ορίζοντα
αλλάζουν στρατόπεδο οι άνθρωποι
μα εμείς θα επιμείνουμε
στις αναδύσεις του ήλιου
να προλάβουμε να συνθέσουμε
τους όψιμους χτύπους μας.
Κάποτε τελειώνουν τα Καλοκαίρια
κι αν θα αντέξουμε τη στάχτη των ηφαιστείων
θα το δείξουν τα πρώτα λυπημένα
φεγγάρια  του Φθινοπώρου!

Θεόδωρος  Σαντάς
Θεσσαλονίκη  27-12-2012

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Κριτική Παρουσίαση και Αποσπάσματα από τη Συλλογή Διηγημάτων του Άθω Χατζηματθαίου «Άσε τη ζωή ν’ αποφασίσει»

  
   Ο Άθως Χατζηματθαίου, ο αξιόλογος λογοτέχνης από τη Λεμεσό της Κύπρου, εξέδωσε πρόσφατα μία συλλογή διηγημάτων με τίτλο: «Άσε τη ζωή ν’ αποφασίσει». Η επιλογή του τίτλου κρίνεται επιτυχής λόγω των ποικίλων θεμάτων που τον απασχολούν. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης των διηγημάτων του, μπορεί κάποιος να διακρίνει μία χαρακτηριστική άνεση στη χρήση του πεζού λόγου, ν’ αναγνωρίσει ένα ιδιαίτερο βλέμμα και μία οπτική γωνία που επικεντρώνεται στην πολύτιμη λεπτομέρεια και την αναδεικνύει, κάνοντάς την ξεχωριστή.
   Ο συγγραφέας περιγράφει με ευαισθησία και χάρη καθημερινές καταστάσεις απ’ τη ζωή των πρωταγωνιστών, που ενεργούν, ερωτεύονται κι ονειρεύονται –όποια βάσανα, καημούς, ελπίδες κι αν έχουν εκείνοι. Θερμαίνονται αδιάκοπα με την προσδοκία της αλλαγής και της βελτίωσης των συνθηκών του βίου τους, όσο και αν βρίσκονται στο προχωρημένο της ηλικίας (όπως στο διήγημα «Η ξύλινη κούπα» ).
   Όλα ανεξαιρέτως τα διηγήματα περιέχουν το στοιχείο της έκπληξης. Κάτι γίνεται εντελώς ξαφνικά, απρόσμενα και η εξέλιξη της πλοκής παίρνει μία εντελώς διαφορετική διάσταση, για να κινητοποιήσει στους αναγνώστες έναν μηχανισμό ενεργητικής συμμετοχής και ταύτισης, νοητικής και συναισθηματικής. Τις περισσότερες φορές, η θέληση και οι πόθοι των πρωταγωνιστών δεν είναι αρκετοί για να οδηγήσουν στην πραγματοποίηση των ονείρων και των στόχων τους, γεγονός που αγγίζει τον αναγνώστη κυρίως με βαθιά πίκρα και απογοήτευση, ενώ σε δεύτερη φάση κατανόησης εισπράττεται ως ειρωνεία και περιγέλασμα της αμείλικτης μοίρας, που εξουσιάζει δυστυχώς τις ζωές καθενός μας και αυτή αποφασίζει στο τέλος ερήμην των προσώπων.
   Στα διηγήματα με τίτλους: «Στιγμές αδυναμίας», «Το όνειρο», «Το θαύμα» (μία πανέμορφη γυναίκα παρασύρει έναν άντρα για να τον ληστέψει στη συνέχεια με τη βοήθεια του συνεργού της), «Όνειρο ζωής» (ένας βιολιστής χάνει το αριστερό του χέρι κάτω από τον καρπό, μετά από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα) , «Ότοστοπ» (ένας παντρεμένος άντρας ενδίδει στη γοητεία νεαρής αλλοδαπής και εκ των υστέρων ανακαλύπτει, από το δελτίο ειδήσεων, πως εκείνη είναι φορέας του έιτζ) και «Η μεγάλη αγάπη», αποτυπώνεται πιο έντονα η τραγικότητα της μοίρας των προσώπων, συνήθως μέσω ατυχημάτων που τους συμβαίνουν, τα οποία και σημαδεύουν το μέλλον τους ή τους κόβουν ακαριαία το νήμα της ζωής και μάλιστα λίγο πριν από μία ευτυχισμένη και μεγάλης σημασίας γι’ αυτά στιγμή.
   Ο Άθως Χατζηματθαίου κεντρίζει την προσοχή μας με μία όμορφη ρεαλιστική γραφή, που δεν της λείπουν καθόλου οι λυρικές εξάρσεις. Σχηματίζει μικρές και κοφτές προτάσεις που δεν κουράζουν στο διάβασμα, ενώ βρίσκει πάντα τις κατάλληλες λέξεις, για να μεταδώσει στον αναγνώστη ακέραιο και σ’ όλο το εύρος του το συναισθηματικό φορτίο των προσώπων των διηγημάτων, είτε αυτό μεταφράζεται σε θετικές κι ενοχλητικές σκέψεις, είτε σε χαρά, έρωτα, αγωνία και οδύνη.
   Επίσης, οι διάλογοι που συνθέτει είναι τόσο ζωντανοί, ώστε μετατρέπονται πολύ εύκολα και άμεσα σε εικόνες.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

 

 

 

Το μότο


   Θα μετανιώσεις γι’ αυτό, μου είπε φεύγοντας. Ήταν δακρυσμένη. Και το μετάνιωσα απ’ την πρώτη στιγμή, όμως δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Ντρεπόμουν να βάλω την ουρά στα σκέλια και να τρέξω ξωπίσω της. Τι άντρας θα ήμουνα τότε; Μαντάρα τα είχα κάνει.
   Τα λάθη όμως είναι ανθρώπινα, κι όποιος αγαπάει συγχωρεί. Κι εσύ μ’ αγαπούσες. Θα μπορέσεις όμως να με συγχωρέσεις; Ιδού η απορία.
   Σχημάτισα τον αριθμό. Το τηλέφωνο κτύπησε μερικές φορές, η καρδιά μου έτρεχε σαν τρελό φορτηγό. Η φωνή που ακούστηκε αρχικά στ’ αφτιά μου δεν είχε καμιά ομοιότητα με τη δική της. Απλούστατα γιατί ήταν αντρίκεια. Μετά μίλησε κι αυτή. Την άκουσα καθαρά «Ποιος είναι αγάπη μου;» ρώτησε.
   Αγάπη μου, έτσι αποκαλούσε τον άγνωστό μου άντρα, που για εκείνη θα ήταν σίγουρα πολύ γνωστός.
   Πάτησα το κουμπάκι και σταμάτησα τη συνδιάλεξη. Άλλωστε δεν είχε κανένα νόημα πια. Με είχε κιόλας προλάβει άλλος. Κι ας είχε μονάχα μόλις δυο βδομάδες που χωρίσαμε. Βρήκε κιόλας αντικαταστάτη, πότε πρόλαβε; Δεν βαριέσαι, χθες ήμουνα εγώ, τώρα κάποιος άλλος και μου το είπε καθαρά. Θα μετανιώσεις μα θα είναι αργά και το εννοούσε. Σιγά που θα τα έβαφε μαύρα.

 

Το έγκλημα


   Βρισκόταν ξαπλωμένη στο χειρουργικό τραπέζι, εξουθενωμένη από την ψυχική δοκιμασία, αναμένοντας την επώδυνη διαδικασία της έκτρωσης.
   Η φύση γύρω ανάσαινε το άρωμα της άνοιξης. Πόσο άδικα  της φέρθηκε η ζωή. Η μοίρα. Η ψυχή της σπάραζε απ’ τον ανείπωτο πόνο. Χθες ακόμη ήταν όλα τόσο όμορφα, τόσο ωραία! Χθες ακόμη ήταν τόσο ευτυχισμένη! Σήμερα το γαλάζιο της ψυχής της έγινε μαύρο. Πίσσα. Κατράμι. Χθες όλα γύρω της χαμογελούσαν. Σήμερα ακούγεται μονάχα κλάμα και μοιρολόι.

Μια ατάκα


   Κάποτε  είχε κι εκείνη φίλους. Σπουδαίο πράγμα η φιλία, ιερό. Έπιναν νερό στ’ όνομά της. Όλοι τώρα όμως την ξέχασαν. Ο ένας μετά τον άλλο εξαφανίστηκαν απ’ τη ζωή της. Κι αυτό συνέβη, όταν έπαθε το ατύχημα. Μόλις καθηλώθηκε στο αναπηρικό καροτσάκι, της γύρισαν την πλάτη. Γι’ αυτούς δεν ήταν πια η Άννα, η πνοή της παρέας που είχαν κάτι να κερδίσουν απ’ αυτήν. Τώρα δεν ήταν παρά μονάχα ένας μπελάς μέσα στα πόδια τους και το μόνο που μπορούσε να κάνει τώρα πια, ήταν να τους δυσκολεύει τη ζωή. Γι’ αυτό και φρόντισαν να την κάνουν με ελαφρά πηδηματάκια.

   Ακόμη και ο Αντρέας, ο έρωτας της ζωής της, την εγκατέλειψε. Πάνε κι οι όρκοι, πάνε κι οι υποσχέσεις. «Μαζί για μια ζωή», έτσι της έλεγε, όταν ήταν καλά. Τώρα μην τον είδατε τον Παναγή. Και να φανταστείτε λογάριαζαν σε λίγους μήνες να βάλουν την κουλούρα στο κεφάλι. Μόλις θα έπαιρναν το πτυχίο τους, αυτή θα ήταν η πρώτη προτεραιότητα. Κουραφέξαλα και πράσινα άλογα. Πάνε και τα όνειρα περίπατο, πάνε όλα. Άνοιξαν τα φτερά και πέταξαν σαν αποδημητικά πουλιά, μόλις έπεσε η πρώτη μπόρα. Τουλάχιστον εκείνος είχε την  τόλμη να της μιλήσει ξεκάθαρα, να της πει στα ίσια αυτό που αισθανόταν. «Δεν μπορώ, κορίτσι μου, δεν έχω τη  δύναμη, το κουράγιο, τις αντοχές να μείνω μαζί σου. Αντίο λοιπόν».

 

Η μεγάλη αγάπη


   Το κουδούνι στην εξώπορτα κτύπησε δυο, τρεις φορές. Η κυρία Ελένη έκανε τον Σταυρό της και σηκώθηκε απάνω.
   «Σ’ ευχαριστώ Παναγιά μου», ψιθύρισε. Νόμισε ότι ήταν ο γιος της που της κτυπούσε την πόρτα και κατευθύνθηκε γρήγορα προς τα εκεί. 
   «Ήρθες επιτέλους παλικάρι μου», έκανε χαρούμενη. 
   Το ρολόι στον τοίχο  έδειχνε πέντε και δέκα, πρωινή ώρα. Το φως της μέρας άρχιζε κιόλας να γλυκοχαράζει. Μια παράξενη σκέψη, ήρθε και φώλιασε  εκείνη τη στιγμή επικίνδυνα μέσα στο μυαλό της.
   «Αφού το παιδί έχει δικό του κλειδί γιατί δεν ανοίγει», συλλογίστηκε και επιτάχυνε  περισσότερο το βήμα της. «Μπορεί να το έχει  ξεχάσει κάπου. Και τη μοτοσικλέτα, γιατί δεν την άκουσα καθόλου την ώρα που μπήκε στο σπίτι;» αναρωτήθηκε.
   Μέχρι να φθάσει στην εξώπορτα, η αγωνία την είχε διαλύσει. Άπλωσε το χέρι και πήρε το πόμολο, το γύρισε στη μια πλευρά και η πόρτα άνοιξε αμέσως.
   «Άντε μωρέ παιδάκι μου…». Αυτά τα λόγια πρόλαβαν να βγουν απ' το στόμα της  και η γλώσσα της δέθηκε αμέσως σε κόμπο, όταν στο άνοιγμα της πόρτα αντί του παιδιού της βρισκόταν ένας αστυνομικός.
   Τι ήθελε τέτοια ώρα ένας αστυνομικός στο σπίτι της, αναρωτήθηκε. Μήπως έκανε κάτι ο Χρίστος και τον συνέλαβαν. Αλλά όχι, το παιδί της ήταν ήσυχο, ευγενικό, υπάκουο, ποτέ δεν είχε νταραβέρια με την αστυνομία. Οι κακές παρέες όμως καμιά φορά, αλλάζουν εύκολα τους ανθρώπους. Λες να έμπλεξε το παιδί της με τέτοιας ποιότητας ανθρώπους; αναρωτήθηκε.
   «Τι συμβαίνει», ρώτησε με  αλλοιωμένη από την αγωνία φωνή;
   Ο αστυνομικός αφού την καλημέρισε πρώτα, ζήτησε στη συνέχεια να μιλήσει  με το σύζυγό της.
   «Κοιμάται, τώρα, να πάω όμως να το ξυπνήσω», του είπε.  «Περάστε μέσα κύριε, δεν είναι σωστό να στέκετε  στην εξώπορτα».
   Ο αστυνομικός υπάκουσε αμέσως.  
   -Τι συμβαίνει Ελένη, ρώτησε ο σύζυγός της που είχε σηκωθεί εκείνη την ώρα .
   -Σε ζητάνε  Πέτρο, του είπε, από την αστυνομία.
   -Για πιο πράγμα. Έγινε κάτι; ρώτησε και μια γκριμάτσα απορίας σχηματίστηκε στο πρόσωπό του.
   -Δεν ξέρω.
   Ο πατέρας του Χρίστου  πλησίασε αμέσως  προς το μέρος  που βρισκόταν ο αστυνομικός.  Τι συμβαίνει κύριε; τον  ρώτησε.
   -Ο γιος σας.
   -Ο γιος μας, τι; Συμβαίνει τίποτα με το παιδί; Πού είναι ο Χρίστος Ελένη; ρώτησε τη γυναίκα του.
   Αυτή δεν ήξερε τι να του απαντήσει,  σήκωσε το βλέμμα και τον κοίταξε με δυο μάτια πελώρια χωρίς να μπορεί να αρθρώσει μια λέξη.
   -Ο γιος σας  είχε ένα ατύχημα με τη μοτοσικλέτα του, είπε ο αστυνομικός. Έχει μεταφερθεί τραυματισμένος στο νοσοκομείο.
   Ο Χρίστος είχε  βάλει μπρος τη μηχανή του και κατευθυνόταν προς το σπίτι του. Ο εντελώς άδειος δρόμος του έδινε το δικαίωμα, έτσι πίστευε, να αναπτύξει ταχύτητα. Το πρώτο φανάρι το πέρασε κόκκινο, το ίδιο έκανε και με το δεύτερο. Πίστευε ότι η νύκτα  του προσφερόταν με  σιγουριά για να παρανομεί χωρίς συνέπειες.  Ακόμη και το προστατευτικό του κράνος που ποτέ δεν έβγαζε από το κεφάλι του, εκείνο το βράδυ το είχε κρεμάσει  στο τιμόνι της μηχανής. Στο τρίτο φανάρι  ανάπτυξε ακόμη περισσότερη ταχύτητα, όμως αυτή τη φορά δεν στάθηκε τυχερός,  όπως και τις προηγούμενες. Ένα αυτοκίνητο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση βρέθηκε στον δρόμο του. Δυστυχώς δεν μπόρεσε να αντιδράσει. Απ’ τη σύγκρουση που ήταν βίαιη, τίποτα δεν έμεινε όρθιο στη θέση του. Μηχανή και αυτοκίνητο έγιναν μια άμορφη μάζα σιδερικά. Το άψυχο σώμα τού Χρίστου  που εκτινάχθηκε  από τη θέση  του, βρέθηκε είκοσι μέτρα μακριά από την αστυνομία που έφθασε ύστερα από λίγα λεπτά στον τόπο του δυστυχήματος.

Άθως Χατζηματθαίου
Λεμεσός Κύπρου

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

«ΖΩΗΣ ΑΠΟΤΙΜΗΜΑ» από τη Vicky Kostenas Lagdos




Tι να κρατήσω 
και τι ν’ ασημώσω απ’ αυτή τη ζωή!
Λυγμός θα γίνω κληματόβεργας
να δραπετεύσω σ’ άλλου πλανήτη
τα ευάλωτα ενδόμυχα να εξαγνιστώ
κάτω απ’ το γείσο μιας εξωγήινης θεότητας.
Βαρέθηκα το βουητό της θάλασσας
της πετροκέρασας και αφροκυματούσας,
που με παίρνει και με ταξιδεύει
σε χιλιοποίκιλτα Αιγαιώτικα ακρογιάλια.

Τι να ξεχάσω και τι να ξεγράψω
απ’ αυτή τη ζωή!
Τη βροχή πάνω στα τσίγκια
και στα δεμάτια οξιάς
να ξαγρυπνάει σπουργίτια
και να μυρμηδίζει μεσονύχτιες συνελεύσεις
στων Πλειάδων το ολονύχτιο γεύμα;
Κι όσο η θάλασσα αφρίζει
στο γυμνόφωτο της τραχιάς πέτρας
τόσο ο αφηνιασμένος αγέρας
με μανία θα ωρύεται και θα  μαίνεται
σε κάθε σκοπιμαία υπόθαλψη
μιας υπολανθάνουσας θύμησης.

Τι να κρατήσω και τι να κεράσω σ’ αυτή τη ζωή!
Το σελάγισμα αδέσποτων φεγγαριών
μες τη διαύγεια της διαίσθησης των βυθών;
Το χαρακίρι του ορίζοντα
στο άνυδρο πλευρό της γης
ή της σμιχτής πορφύρας
το purple του φεγγαριού;
Εκείνο το περίσσιο κόκκινο,
που όταν ξεχύνεται
στα βουνοπλάγια δασόκλωνες
ελιές ανασταίνει,  
ξελογιάζοντας το βλέμμα
των Ολύμπιων Θεών.
Θα βγω στ’ αγνάντι
με τη ματιά ακονισμένη
στον κόρφο του όρμου
με τα περιστέρια.

Στο μαΐστρο θα παραγγείλω
τη φορεσιά της θύελλας
τα βράχια για να ντύσω,
που αδιάφορα κι αχόρταγα
μύρια γαλάζια στρέμματα απομυζούν.
Κι όταν σιγήσει η Σειρήνα στα βαθιά
με το τραγούδι του ήλιου στα μάτια
και της σελήνης τ’ αξημέρωτο
σεργιάνι φυλαχτό, 
θα πιω χιλιάδες χρώματα
να ζωντανέψω τα όνειρα,
που ξύπνησαν παράμερα τραγούδια όψιμα
θαμμένα μες την απόκρυφη
θαλασσοσπηλιά
εκεί  κάτω στων δώδεκα Θεών
την άλια μοιρασιά.

Vicky Kostenas Lagdos
Dichterin
Zürich, 23.6.2012