Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Ὁ πράσινος κῆπος από τον Νικηφόρο Βρεττάκο.







Ἔχω τρεῖς κόσμους. Μιὰ θάλασσα, ἕναν
οὐρανὸ κι ἕναν πράσινο κῆπο: τὰ μάτια σου.
Θὰ μποροῦσα ἂν τοὺς διάβαινα καὶ τοὺς τρεῖς, νὰ σᾶς ἔλεγα
ποῦ φτάνει ὁ καθένας τους. Ἡ θάλασσα, ξέρω.
Ὁ οὐρανός, ὑποψιάζομαι. Γιὰ τὸν πράσινο κῆπο μου,
μὴ μὲ ρωτήσετε.




ΔΟΘΗΚΕ ΠΑΡΑΤΑΣΗ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ 6η ΙΟΥΝΙΟΥ 2013 ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΒΟΛΗ ΤΩΝ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ ΣΤΟΝ 1ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ ΠΟΥ ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΕ ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΝΕΑ ΑΡΙΑΔΝΗ».

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ – ΝΕΑ ΑΡΙΑΔΝΗ, «ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΟΤΗΤΑ».

Πανελλήνιος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός 2012
1) ποίησης 2) πεζογραφήματος (διήγημα, αφήγηση, στοχασμοί, πεζοτράγουδο) και 3) δοκιμίου.

Παρακαλούνται όσοι συμμετείχαν στον διαγωνισμό του λογοτεχνικού περιοδικού «Νέα Αριάδνη» να αποστείλουν τους αριθμούς των έργων που προτείνουν να βραβευτούν μέχρι την 6η Ιουνίου 2013 στο e-mail: kyratsokara@gmail.com ώστε να ολοκληρωθεί η διαδικασία του διαγωνισμού και να προχωρήσουμε στην ανακοίνωση των αποτελεσμάτων.
 
Με εκτίμηση

Καίτη Λειβαδά.

ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ από τη Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη



( Στίχοι Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη)

Είμαι ένα παιδί γύρω στα τριάντα
Δεν έπαιξα ποτέ με κούκλες, αυτοκίνητα
και μολυβένια στρατιωτάκια.
Την πρώτη μέρα η Ζωή μου 'φερε δώρο
ένα στεντόρειο κλάμα  που έφτασε στους ουρανούς
και γέμισε τα πνευμόνια μου πίσσα.
Στα πρώτα μου γενέθλια  έφτιαξε τούρτα γενεθλίων
με μπόλικη σαντιγί: την Φτώχεια, την Πείνα, την Ορφάνια.
Κι ας είχα μάνα και πατέρα.
Ο πατέρας σκλάβος στης φάμπρικας τη μουντζούρα.
Η μάνα νυχτοκάματο στη σκάφη, στο βελόνι
Και μεροδούλι στα  χέρσα με το τσαπί στα χέρια.

Όλοι μου 'λεγαν : « Ρόδα είναι η ζωή  και γυρίζει.».
Κι εγώ  απαντούσα: « Πόρνη που εκδίδεται σε τσέπες με βαρίδια.».

Χρόνια περίμενα στ' απόσκια
να την πιάσω απ' τους μαστούς να τη βυζάξω!
Κι κείνη μου 'δινε κλωτσιές.

Είμαι ένα παιδί κι ας έχω πιάσει τα τριάντα.
Παίζω με τη φωτιά και τη μπαρούτη
μέσα στην κοινωνία ετούτη!...
Μου αρέσει  ο πετροπόλεμος, ρίχνω κοτρώνες
σε όλες τις Ζωές τις πόρνες.
Μου αρέσει  να ακονίζω δόκανα, να φτιάχνω λάσο
μήπως τη Μοίρα μου δαμάσω!...
Φυτεύω απήγανο στις γλάστρες
να με φλερτάρουν μέρες άσπρες.

Στα τριακοστά μου γενέθλια έμαθα να παίζω κλεφτοπόλεμο.
Να στήνω παγίδες και δόκανα.
Άραγε...
Θα πέσει στη φάκα η Ζωή να τη βυζάξω,
να αρτυθώ το στήθος της πριν τα τινάξω;

Είμαι ένα παιδί κι ας έχω πιάσει τα τριάντα.
Παίζω με τη φωτιά και τη μπαρούτη
μέσα στην κοινωνία ετούτη.
Φυτεύω απήγανο στις γλάστρες
να με φλερτάρουν μέρες άσπρες.
Ξέρω να ρίχνω τις κοτρώνες
σε όλες τις Ζωές τις πόρνες!.
Τώρα που είμαι στα τριάντα
τη Μοίρα μου θα κάνω σκλάβα!

 ( Οι στίχοι γράφτηκαν  Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013)

Κριτική Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «Δρόμοι με ματωμένα γόνατα» του Νίκου Κυριακίδη (Εκδόσεις Ars Poetica).

 


   Δεν είναι η πρώτη φορά που έρχομαι σε επαφή με την ποίηση του Νίκου Κυριακίδη, άλλωστε κατά καιρούς έχω δημοσιεύσει ποιήματά του στο μπλογκ μου: «ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ» και έκανα τις διαπιστώσεις μου -χωρίς να τις δημοσιεύσω κάπου- σχετικά με τις καταβολές της ποίησης του, τις επιρροές του και τον ψυχικό του κόσμο που μετουσιώνεται σε ανεξάντλητη δημιουργία.
   Εν πρώτοις, έχουμε να κάνουμε με έναν ποιητή που ξεφεύγει από τα παραδοσιακά μονοπάτια -είτε αυτό ονομάζεται μορφή, είτε περιεχόμενο. Σίγουρα δε γαληνεύει το αυτί, δεν αποκοιμίζει τη συνείδηση, επιπροσθέτως αντεπιτίθεται σε ό,τι κρίνει από τον εξωτερικό κόσμο ότι είναι άδικο, γίνεται ελαφρά ειρωνικός, πικρός αλλά δεν είναι λίγες οι φορές που καυτηριάζει καταστάσεις και νοοτροπίες. Ο ποιητικός του λόγος είναι ανατρεπτικός, ακούγεται σαν διαμαρτυρία, μας κερδίζει η ειλικρίνεια του στίχου του που είναι αφτιασίδωτος σαν τους καταπιεσμένους ανθρώπους που περιδιαβαίνουν στις φτωχικές γειτονιές (Ριζούπολη, Καισαριανή, Πέραμα) με τα τσαλακωμένα και βρώμικα ρούχα τους, πρόσφυγες από τη Ρωσία, ρακοσυλλέκτες, ναρκομανείς, με τους μορφασμούς της δυστυχίας πάνω στα πρόσωπά τους.
   Ο Νίκος Κυριακίδης έχει πολλά να μας πει και τα λέει εξομολογητικά, μακριά όμως από το κουστούμι του ευπρεπισμού με το οποίο η κοινωνία συνηθίζει να ντύνει τους ανθρώπους για να έχουν επιρροή και δύναμη. Χαστουκίζει την κοινωνία με στίχους-μαχαιριές και της συμπεριφέρεται σαν μια γυναίκα που τον πρόδωσε και την έχει μισήσει. Ήρωές του οι καθημερινοί άνθρωποι, έκπτωτοι άγγελοι ή ανοιχτές πληγές που βαδίζουν σε «δρόμους με ματωμένα γόνατα», εκεί όπου στήνονται τα σκηνικά των ποιημάτων του, αλλά και στα καταγώγια της ανθρώπινης ψυχής όπου τα ένστικτα αρπάζονται σε κάθε στιγμή για να εκτοξευτούν σαν βέλη προς όλες τις κατευθύνσεις.
   «Δρόμοι με ματωμένα γόνατα» είναι ο τίτλος της συλλογής των 59 ποιημάτων του Νίκου Κυριακίδη που χωρίζεται σε τέσσερα μέρη. Τίτλος που μεταδίδει τη νοσταλγία μιας παλιάς εποχής, μα κυρίως την πραγματικότητα μιας καινούργιας, σκληρής και καθόλου ευχάριστης, όπου η φτώχεια συνιστά καθημερινή απειλή.
   Η ενσωμάτωση καίριων διαλόγων διάφορων προσώπων δίνει μία ασυνήθιστη θεατρικότητα στα ποιήματά του, ενώ το αίμα κάνει συχνά την εμφάνισή του στους στίχους του δημιουργώντας ένταση και τρόμο. Η παραδοχή ακραίων καταστάσεων και η πίστη στον σουρεαλισμό όπως χρησιμοποιήθηκε και αποτυπώθηκε στην ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη είναι μερικά στοιχεία που μας οδηγούν στη βασική επιρροή και στα ποιητικά πρότυπα του Νίκου Κυριακίδη. Αυτό ακριβώς υποπτευόμαστε και από την προμετωπίδα που τοποθετεί ο ποιητής στην αρχή της πρώτης ενότητας του βιβλίου με τίτλο «Τα ταξίδια»:

«όμως και μια μικρή, ένας μικρός άγγελος κι αυτή
μ’ ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε
κομμάτια γνήσιο ουρανό».

   Παρουσιάζω εδώ μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα και ποιήματα της συλλογής:

Κοίμηση (1990)

Γυμνό μέρος Αύγουστο μήνα
κι όπως και τον χειμώνα ο θάνατος, θάνατος μένει
-ας πούνε κάποιοι για μνήμες, κάθαρση.
Εκείνη δεν είχε πολλά-πολλά με κάποιον.
Μιλούσαν τα μάτια, οι γοφοί. Σιωπηλή την έλεγες.
Αυτός με σκόνη στα αχτένιστα, τα λαδωμένα μαλλιά
το στόμα του ιδρωμένο, μήτε παραμιλητό
χειρότερα κι από σκιά
σαν φλέβα σε μια τέλεια τεθλασμένη.

Οι Κυριακές


Στη Ριζούπολη
Εκεί που λέει η ταμπέλα πως σταματάει η «ΑΘΗΝΑ»
Με ματώνουν οι σταυροί της κάθε μέρας
Κάθε φορά, Κυριακές συνήθως.
Στη Καισαριανή στο καφενείο των νταμαριών
Έχανε ένα-ένα τα κομμάτια του
Έλεγε πως είχε σπίτι, παιδιά, γυναίκα
την ελέγαν, μάλιστα, Σωτηρία.
Συνήθως βρώμικα τα αίματα,
που μουσκεύουν τις άσπιλες πληγές.
Γεμάτοι οι καφενέδες σ’ όλα τα νταμάρια,
με «μπολσεβίκους από απέναντι».
Χωρίς τη μικρή δική τους ζωή
Με μνήμες μιας ξένης πόρνης-Ψηλής ιδέας.
Τέτοιοι ήρθαν μες τα καράβια
Ήρθαν μαγικά – κατευθείαν σ’ αυτούς τους καφενέδες.
Εκεί, συνάντησα πρώτη, τον κίτρινο παππού:
Με πήρε χέρι-χέρι
Με πήγε δίπλα στη Κολούμπια, πλάι στα νεκροταφεία.

Το φτερούγισμα

Το μολύβι σταματάει στο άλφα.
Η στιγμή του ψιλόβροχου,
μ’ ένα φόβο αδιόρατο:
«Αυτά που έκανα ήξερα τι ήταν…
Δεν θέλω να τα θυμάμαι».
Οι λέξεις γίνονται συμπαγείς,
μένουν ακίνητες.
Εσύ μονάχα
χορεύεις με τ’ αστέρια,
καθρεπτίζεις στα θολά σου μάτια
τη νίκη του φόβου
όσων μονάχα έχουν φοβηθεί πολύ.
Περιμένεις χαμογελώντας
ν’ ανοίξουν τα φτερά που κρύβονται.
Να πετάξεις.

Παζλ
Στη λεωφόρο σταυρώνουν ένα αγόρι, μπροστά στη μάνα του.
Κατέβηκαν και πήραν τα εργαλεία απ’ την καρότσα.
Το δέντρο πνιγμένο στο απέραντο μπετόν
τα πλακάκια ιδρωμένα.
Κατέβασαν τσεκούρι,
μιαν αξίνα, φτυάρι, το ψαλίδι του κουρέματος.
Πρώτα βέβαια του πήραν αίμα
-Επιβεβαίωση-
«Πονάω» φώναζε το αφτί
το χέρι ψιλοχάιδευε το πεζοδρόμιο χωρίς τα δάχτυλα
«Καθήκια» είπε το δόντι
«Όχι μπροστά της» αυτό, από το δεξί του μάτι.
Τα γένια προσπαθούσαν να παρηγορήσουν τη γριά
αλλά εκείνη δεν έβλεπε
τίποτε.
Ούτε μάλλον ήταν εκεί.
Είχε πάει ντάλα μεσημέρι,
κατ’ ευθείαν στο μνήμα του
.

Πέταξε πάνω από τον βρώμικο δρόμο


στην Πελαγία Μπότση

Οργισμένες εφημερίδες στο πάτωμα.
Ποιο πάτωμα; είναι δρόμος.
«Ω, μη θεωρείτε την εξαθλίωση καθαυτή,
υπάρχει κυρίως η διάσπαση της κοινωνικής συνοχής».
Δεν ψέκασαν για αρουραίους, αλλά δε δάγκωσαν ακόμη.
Παραίσθηση είναι να κρυώνεις στον καύσωνα
να ιδρώνεις το καταχείμωνο-
ίσως και να ’ναι βλάβη του εσωτερικού θερμόμετρου,
όλα τα μηχανήματα είναι ψεύτικα, πια.
Κάποιος διηγείται ιπποτικές ιστορίες
Βάζει στη πλοκή «τη δύναμη του καλού».
Προφυλακτικά πεταμένα,
αλλά τα πιο πολλά είναι άδεια.
Είναι που ο έρωτας στις μέρες μας
λέγεται πείνα.
Κάποιους τους βρίσκει ξανά η πλειοψηφία στο θάνατό τους:
πεθαίνουν από ανακοπή
Πετάς πάνω απ’ τους βρώμικους δρόμους
Έχεις βάλει την οργή σου να γλυκάνει τη χαρμάνα στα πρεζάκια.
Ακούς την πιο βαριά ροκιά σου
Casta Diva… μάλλον το ’58.
Κατεβαίνεις-
φτάνει η επίλεκτη καταστολή:
Νομίζω λέγεται ηλιθιότητα και δεν έχει χείλη
Τελικά δάγκωσε κάποιους ο αρουραίος
Έχεις την βεβαιότητα πως πήγε να τους φιλήσει
«Πόσοι μένουν σ’ αυτό το σπίτι; Είμαστε από τη στατιστική αρχή»
«Πριν ένα λεπτό 21.865, ξέρετε αλλάζει συχνά το νούμερο».

Το τρένο

Το τρένο πάντα μυρίζει
σώματα, σε μια «μη αναστρέψιμη» διαδικασία.
Η πορεία δεν είναι ποτέ η ίδια.
Τα σώματα το νιώθουν: εκρήγνυνται.
Ο πόνος: προσμονή με τη μορφή ιδρώτα.
Αγνοούν κάποιοι το σώμα.
Δεν ακούν, δε μυρίζουν, δε γεύονται.
Το τρένο με πάει βόρεια,
στην αυταπάτη.
«Μη αναστρέψιμη» κι αυτή.

Μόρτικη επιστολή

Αγαπημένη μου,
Χτες με ταλαιπώρησαν τόσο πολυ
οι εκταφές μου
η εκτέλεση
η προδοσία
κάποιες στιγμιαίες αισιοδοξίες.
Όλα αυτά,
άλλη μια φορά.
Τα χρόνια μας αυτά,
ήταν ζαριές που φτύστηκαν
και δεν μας κάτσαν.
Στους δρόμους που μας ρούφηξαν
έρχονται άλλοι
που ματώνουν
τους ένοχους των φλυαριών
τους προσκυνητές της κοινοτυπίας.
Λες να είναι αυτό το νταλαβέρι,
του κόκκινου με το κόκκινο,
που λέγαμε;
Θα φτιάξουμε τότε καθώς λέγαμε
ένα μαρμάρινο σταυρό του χτες.
Και εμείς οι συμμαθητές του,
θα κάνουμε το γέλιο της ζωής μας,
αυτής της αληθινής ζωής.
Αγαπημένη μου…

Τα χρώματα


Σε νησιά δραπετεύουμε
-ατμόπλοια άδεια
ναυτικοί νεκροί-
μας πηγαίνουν.
Φταίει η εμμονή στο «πίσω»
γιατί τάχα αυτό ελέγχεται.
Όπως πάντα γίνονται αποτιμήσεις
σε πείσμα της ανοησίας:
«Ο αποθανών δεδικαίωται».
Φτάνοντας, όλα είναι ασπρόμαυρα.
Κατοικημένα από απόντες.
Σαν όμορφες πορσελάνες για κούπες,
γεμάτες αράχνες και πνιγμούς.
Φτάνουμε
Ξυπνούμε
Ξαναφτάνουμε.
Ο έρωτας; Μια βεβαιότητα τέλους,
σε συσκευασία παιχνιδίσματος ανεμελιάς.

Η ατάκα της μάνας


Πόσο ευτυχισμένες είναι οι μέρες μας
Χρειάζεται πάντα να το θυμόμαστε: «ταπεινότητα».
Είδα κάποιον να αγκαλιάζει τα σύννεφα,
λέγοντάς τα «Μαρία».
Και μια πιανόταν τρεκλίζοντας απ’ τον τοίχο,
μην πέσει χαμογελώντας.
Ένα παιδί υποδεχόταν τον κλόουν του
τρεις μήνες πριν θαφτεί κι επίσημα.
Εκείνος πήρε το μεροκάματο της φιλανθρωπίας, των εράνων,
και το επένδυσε σε πρέζα και βρώμικα όνειρα σε μια γωνία
με κατεβασμένα παντελόνια και κρεμασμένα χέρια.
Θριαμβεύει νομίζω το φως
Και τα αναλγητικά που το συνοδεύουν.
Αλλά η μάνα του επιμένει:
«Δόξαζε το θεό, υπάρχουν χειρότερα».
Πόσο όμορφα είναι τα ιδρωμένα μας όνειρα…
Απενοχοποιείστε τη λέξη «εφιάλτης» -εδώ μυρίζει άλλωστε σώματα-
είναι το γήπεδό του.

   Εν κατακλείδι, το στίγμα της γραφής του Νίκου Κυριακίδη δίνεται μέσα από πολιτικά και κοινωνικά θέματα που τον απασχολούν και όπως γράφει στο ποίημα με τίτλο: «Η ξεχασμένη πόλη» -για να οριοθετήσουμε κιόλας τον χώρο μέσα στον οποίο κινείται δημιουργικά:

«Κράτησα τα χέρια μου-
πολύ αίμα, βλέπεις.
Κι όλα αυτά
Στις πολιτείες μας
Που δε γνώρισαν δράκους
Πέρασα από την πόλη, στην «κεντρομόλο της ζώνη».
Είδα αυλές με κουλουράκια στα ταψιά
σαν στρατιωτάκια μολυβένια στα κουτιά τους
ή σαν στρατιώτες πετσοκομμένους στα μνήματά τους.
Χαριεντίστηκα λιγάκι, με τις φιλενάδες μου τις αδικίες
-πανταχού παρούσες».

   Εύχομαι καλή συνέχεια φίλε Νίκο στον μοναχικό δρόμο της ποίησης που διάλεξες να βαδίσεις κάτω από τα σκιερά κλαδιά των στίχων σου.

29/05/2013

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ "Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ" ΤΟΥ ΛΑΣΚΑΡΗ Π. ΖΑΡΑΡΗ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 31 ΜΑΙΟΥ 2013.




ΕΝΩΣΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ                                


Ταχ. Δ/νση     : Τσιμισκή 128 (1ος όροφος, γραφείο 3)
Τ.Κ. 54621, Θεσσαλονίκη
Τηλέφωνο      : 2310222288
FAX               : 2310222288
e-mail             : info@elve1980.gr

Θεσσαλονίκη 28/05/ 2013
        Αρ. Πρωτ. 66

    Προς : Όλα τα Μ.Μ.Ε.


ΘΕΜΑ: «Κοινοποίηση Δελτίου Τύπου και Δημοσιογραφική κάλυψη εκδήλωσης»
Παρακαλούμε όπως δημοσιεύσετε το παρακάτω δελτίο τύπου και συγχρόνως σας προσκαλούμε να παρακολουθήσετε και να καλύψετε δημοσιογραφικά την ενδιαφέρουσα εκδήλωσή μας.

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Η Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος σε συνεργασία με την Αμφικτυονία του Ελληνισμού παρουσιάζει το βιβλίο του κυρίου Λάσκαρη Ζαράρη, «Η θάλασσα που μας ενώνει» την Παρασκευή 31-05-2013 και ώρα 19:30΄, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών της Αμφικτυονίας του Ελληνισμού (Κορυτσάς 24, Λεωφόρος Κων. Καραμανλή, Θεσσαλονίκη). Για το βιβλίο θα μιλήσει ο λογοτέχνης – μέλος της ΕΛΒΕ, κύριος Κώστας Μπούζας και αποσπάσματα θα διαβάσουν οι λογοτέχνες Θ. Σάντας, Α. Χατζή και Ζ. Προδρόμου. Χαιρετισμό θα απευθύνουν οι κύριοι: Δημήτριος Μποκόνης, πρόεδρος της Αμφικτυονίας του Ελληνισμού και Νικηφόρος – Βύρων Καμπάς, πρόεδρος της Ένωσης λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος.

Με τιμή
Για το Διοικητικό Συμβούλιο

Ο πρόεδρος                           Η Γενική Γραμματέας                                                                                                          
Νικηφόρος – Βύρων Καμπάς                                                Ελένη Μούζουρα

Άτιτλο του Λάσκαρη Π. Ζαράρη.



Του αγγέλου η δροσιά
απ’ τα φτερά του έπεφτε
μες στην ερωτική αγκαλιά.

Τα ματόκλαδα που δάκρυζαν
λιμάνια ζωγραφίζανε
για να ρωτά η θάλασσα
πού κρύφτηκαν οι άνεμοι
κι η άγκυρα δεν σ’ αφήνει
να πιάσεις πέλαγα ανοιχτά
μόνο δροσάτα χείλη.

Μια αλυσίδα από φιλιά
να πλέξεις στο λαιμό της
κι όταν το φως σε βρει
στα μάτια σου τρέχει μια πηγή
σαν την ψυχή ενός παιδιού
που χορεύει και ζαλίζεται
μες στις φωτιές των πόθων.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Αποτελέσματα 1ου Διεθνή Ποιητικού Διαγωνισμού με θέμα "Έρως - Οίνος - Άμπελος"



ΟΜΑΔΑ ΛΟΓΟΥ & ΤΕΧΝΗΣ ΠΑΓΓΑΙΟΥ
ΤΚ 64008 ΠΟΔΟΧΩΡΙ ΚΑΒΑΛΑΣ
1ος Διεθνή Ποιητικός Διαγωνισμός με θέμα „Έρως - Οίνος - Άμπελος“
Αποτελέσματα

ΒΡΑΒΕΙΑ
Α΄: Ειρήνη Πυλαρινού για το Ποίημα „Οίνος Ασίγαστος“
Β΄: Αναστασία Δεουδέ για το Ποίημα „Εροίνα“
Β΄: Δέσποινα Κονταξή για το Ποίημα „Έρως – Οίνος - Άμπελος“
Γ΄: Μάρκος Βαρδάκης για το Ποίημα „Φιλήδονοι Αντιοχείς“
Γ΄: Θεόφιλος Γιαννόπουλος για το Ποίημα „Βήματα στην Άμμο“

ΕΠΑΙΝΟΙ
Δέσποινα Ντάση για το Ποίημα „Θερινή Τριλογία“
Αλεξιάννα Τσότσου για το Ποίημα „Πάθος Οίνου“
Χρυσούλα Μπαμπαλιάρη για το Ποίημα „Η Γυναίκα της Αμπέλου“
Βασιλική Δραγούνη για το Ποίημα „Αμπελώνες“
Αναστασία Μιχελάκη για το Ποίημα „Έρωτας, όπως Οίνος…“

ΤΙΜΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ
Κωνσταντίνος Παπαγιάννης για το Ποίημα „Ο Έρωτας δεν είναι πια“
Αναστάσιος Γούναρης για το Ποίημα „Συνύπαρξη“
Νίκη Βλάχου για το Ποίημα „Στο Έδαφος των Ηδωνών το Γλαφυρό“
Αργύρης Γιουρούκης για το Ποίημα „Εροίλος“
Άννα Ιωαννίδου για το Ποίημα „Ψευδαίσθηση“
Αντώνιος Ευθυμίου για το Ποίημα „Οι Ληνοβάτες του Έρωτα“

ΕΙΔΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ – ΕΠΑΘΛΟ 200 € για τη Γιορτή Παγγαίου
που αθλοθετεί ο Δήμος Παγγαίου
Μαρία Παχίτη για το Ποίημα „Ωδή στον Βίβλινο Οίνο“

ΦΙΝΑΛΙΣΤ με σειρά συμμετοχής
Ευτυχία Καπαρδέλη Πάτρα
Ιωάννα Μπαλαούρα Αγρίνιο
Φωτεινή Καραμούζη Εύοσμος Θεσσαλονίκης
Μαρία Νταλλή Ασπρόχωμα Καλαμάτας
Ελένη Μπερτσάτου Αθήνα
Ευγενία Βογιατζή Τρίλοφος Θέρμης
Φωτεινή Χατζηευστρατίου Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης
Γεσθημανή Σιδερίδη Άγιοι Ανάργυροι Αττικής
Μαρία Ποπκιώτη Γιαννιτσά
Μαρία Πιερή-Στασινού Λευκωσία Κύπρος
Τίνα Δαλαρή Αγ. Παρασκευή Αθήνα
Γεωργία Κόμπου Λεμεσός Κύπρος
Νέαρχος Νεάρχου Λευκωσία Κύπρος
Αθανάσιος Χατζής Σέρρες
Σταύρος Τενεκετζής Σέρρες
Ελευθέριος Τσιμπίδης Θεσσαλονίκη
Χαράλαμπος Χατζηνάκης Καραβόσταμο Ικαρίας
Γιώργος Μαρινάκης Αθήνα
Θεόδωρος Σαντάς Θεσσαλονίκη
Νεκτάριος Πολίτης Αθήνα
Ελένη Ιωάννου Καβάλα
Χρήστος Ιωάννου – Τσαρούχης Αθήνα
Αναστασία Ρεπούλιου Αθήνα
Ηλίας Γιαννίρης Αθήνα
Νίκος Αντωνόπουλος Αθήνα
Ευάγγελος Ιωσηφίδης Σιταγροί Δράμας
Κωνσταντίνος Σώκος Αθήνα
Μιλτιάδης Ντόβας Πέραμα Ιωαννίνων
Αναστάσιος Θεοδόσης Ζάκυνθος
Νικόλαος Περδίκης Αθήνα
Ιφιγένεια Καραμιχάλη Γλυφάδα
Ελευθερία Κατσιφαράκη Χανιά
Νικόλαος Δημητρουλάκης Κουνουπιδιανά Χανίων
Αθανάσιος Πανέλας Θεσσαλονίκη
Μαρία Σηφάκη Πόρος Ηρακλείου
Μαρία Κολοβού Πάτρα
Ιωάννης Τσακιρίδης Καστοριά
Ιωάννης Παναγάκος Παπάγος

Κριτική Επιτροπή
Βασίλης Βασιλικός                                  Συγγραφέας-Ποιητής
Ελευθερία Αναγνωστάκη Τζαβάρα         Ποιήτρια-Λογοτέχνις-Φιλόλογος
Κοσμάς Χαρπαντίδης                               Συγγραφέας-Δικηγόρος
Βασίλης Ζουμπουλάκης                          Καθηγητής 
Φιλόλογος

Για την Ομάδα Λόγου και Τέχνης Παγγαίου
Πρόεδρος                   Γραμματέας
Γιώργος Φιλίππου   Κυριάκος Μπαλιόγλου

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Το μυστικό πέρασμα (Παραμύθι κυρίως για μεγάλους!).


   Η χλόη ήταν βρεγμένη ακόμη. Η πρωινή δροσιά δεν είχε εξατμιστεί και ο ήλιος δειλά-δειλά ξεχώριζε στην ανατολή. Σάββατο πρωί και οι δύο οικογένειες είχαν επιλέξει ένα άνοιγμα μέσα στο δάσος, στις παρυφές του βουνού και εκεί εγκατέστησαν όλο τον εξοπλισμό τους.
   Η πόλη τα σαββατοκύριακα ήταν τόσο κουραστική. Οι πολυκατοικίες έδειχναν την αληθινή τους όψη και θύμιζαν τα λυπημένα πρόσωπα των παιδιών που δεν έχουν χώρο να παίξουν, τον θλιμμένο ουρανό από τα φουγάρα και τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων. Η εξοχή φάνταζε σαν τη μοναδική σωτηρία, βαθιά ανάσα στις ψυχές των καταπιεσμένων παιδιών.
   Οι γονείς έπιναν τον καφέ τους, πριν αρχίσουν τις ετοιμασίες για το μεσημεριανό φαγητό, και μιλούσαν για θέματα που συνήθως κάνουν τους ανήλικους να βαριούνται.
   «Άντε παιδιά, ξεκολλήστε επιτέλους. Τρέξτε λιγάκι, το δάσος έχει πολλές ομορφιές. Απολαύστε τη γαλήνη, αλλά προσοχή μην απομακρυνθείτε πολύ!».
   Ο μικρός Αλέξης και η μικρή Μυρτώ ήταν δυο παιδιά συνεσταλμένα. Πρώτη τους φορά έβγαιναν στο δάσος κι έτσι δυσκολεύονταν να ξεθαρρέψουν, σαν δυο λουλούδια που φύτρωναν σε ξένο χώμα. Μόλις, όμως άκουσαν το θρόισμα των φύλλων των δέντρων και το κελάηδημα των πουλιών, άρχισαν να ξεχνούν τις μικρές σκοτούρες τους. Μπρος στη μαγεία της φύσης ξέχασαν τα αυτοκινητάκια με τα πολύχρωμα φώτα και τις κούκλες με τις ψεύτικες βλεφαρίδες και το χαριτωμένο γέλιο. Μαζεύτηκαν γύρω από ένα δέντρο και κυνηγιόντουσαν, μέχρι που γαλήνεψαν τα προσωπάκια τους, διώχνοντας τον φόβο του άγνωστου μακριά και έτρεχαν προς τα πυκνά δέντρα, με μια λαχτάρα ακόρεστη να κυλιστούν στο πράσινο χαλί. Από το δάσος ξεκινούσε το αλφαβητάρι της ξεγνοιασιάς. Ξέχασαν κιόλας τις εντολές των μεγάλων και έφυγαν μακριά από την επιτήρησή τους.
   «Έχω ακούσει πολλές ιστορίες για τα ξωτικά. Δεν έχουν τη μορφή του ανθρώπου, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις πάνω τους μάτια, στόμα ή πόδια. Μοιάζουν περισσότερο με ψυχές χωρίς σώμα», είπε ο Αλέξης επιδεικνύοντας τις γνώσεις του.
   «Μήπως είναι φοβερά τέρατα, μάγισσες; Θέλουν το καλό ή το κακό μας; Πού ακριβώς κρύβονται;», ρώτησε με περιέργεια η Μυρτώ.
   «Συνήθως θέλουν το καλό μας, μα πιστεύω πως εμφανίζονται στους ανθρώπους, που επιθυμούν να τα δουν ή έχουν την ικανότητα να τα βλέπουν. Ο πατέρας μου διάβαζε τις ιστορίες ενός Σκιαθίτη συγγραφέα που περιέγραφε τέτοιους ανθρώπους. Τους έλεγαν αλαφροΐσκιωτους».
   Η Μυρτώ όμως, άρχισε να τρομάζει με αυτή τη συζήτηση και ζήτησε στον Αλέξη ν’ αλλάξουν θέμα: να πουν για τα μαθήματα στο γυμνάσιο, για το περαστικό σύννεφο πάνω στον ουρανό και για όσα άλλα τα παιδιά της ηλικίας τους ντρέπονται να μιλήσουν μπροστά στους γονείς τους.
   Ο Αλέξης -που είχε ακούσει πως τα κορίτσια είναι πιο πονηρά από τα αγόρια- κάποιες φορές σκεφτόταν τι μπορεί να σημαίνει ένα χτυποκάρδι, ένα χάδι στο λαιμό ή ένα λαμπερό βλέμμα. Τον πλημμύριζε η ευτυχία εξαιτίας της παρουσίας της Μυρτώς ή της ομορφιάς του δάσους;
   «Μου φαίνεται Μυρτώ πως μπορείς ν’ ακούσεις καλύτερα τις επιθυμίες σου, κλείνοντας τα μάτια. Φαντάσου ότι ένα ανάλαφρο αεράκι σε παρασέρνει σ’ έναν άλλο κόσμο, σ’ αυτόν που θα ήθελες πάντα να ζεις. Πιάσε το χέρι μου και ακολούθησέ με να βρούμε τον σωστό δρόμο της ζωής».
   Μα η μοίρα τους έσπρωξε εκεί που, αν είχαν ανοιχτά τα μάτια, δε θα τολμούσαν να φτάσουν, σε μια παράξενη χώρα. Ένας αντίλαλος τούς έκανε να συνέλθουν από την ερωτική απομόνωσή τους. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν από πού ερχόταν αυτή η απόκοσμη φωνή, μόνο μια νεφέλη διακρινόταν και μια ζεστή ανάσα τούς τύλιγε. Φάνηκαν τα άστρα σαν τα μοναδικά παράθυρα του ουρανού.
   «Αγαπημένα μου παιδιά, ακούστε με προσεχτικά. Είμαι το ξωτικό Σοφούλης. Πρέπει να περάσετε από τη δοκιμασία του ενήλικα. Το μονοπάτι θα μας δείξει, αν αξίζετε να γεράσετε μαζί αγαπημένοι. Έχετε το νου σας στις παγίδες, καλά μου παιδιά. Εφτά ζώα θα προσπαθήσουν να εμποδίσουν την πορεία σας, με τα λόγια τους. Εσείς, αν δώσετε την σωστή απάντηση, θα φτάσετε στο τέλος του μονοπατιού. Εκεί θα σας περιμένω χαρούμενος και ενθουσιασμένος που τα καταφέρατε».
   Τα παιδιά χώθηκαν σ’ ένα μεγάλο και σκοτεινό πέρασμα, όπου τα δέντρα αγκαλιάζονταν μεταξύ τους και τα φύλλα τους έκρυβαν τον ουρανό. Τότε, αναγκάστηκαν να κοιτάξουν βαθιά μέσα τους. Τα «θέλω» και τα «πρέπει» δεν είχαν ξεκαθαρίσει σ’ αυτή την ηλικία και τα όνειρα πολλές φορές μπερδεύουν, γίνονται οι κεραυνοί και οι αστραπές του ανέφελου ουρανού. Συγκλονίζουν, μα συχνά βασίζονται στην ψεύτικη εικόνα του εαυτού μας.
   Άρχισε λοιπόν ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Πρώτη εμφανίστηκε η Αλεπού, που έκανε τη θλιμμένη.
   «Τόσες φορές επιχείρησα να δω από κοντά το πρόσωπο των ανθρώπων, αλλά δεν το κατόρθωσα. Φοβάμαι την ανθρώπινη παρουσία και φεύγω μακριά. Έχω μια πληγή στο δεξί μου πόδι. Χρυσό μου κοριτσάκι, δε με λυπάσαι; Πλησίασε να μου φροντίσεις την πληγή!».
   Η Μυρτώ πονετική έκανε να πλησιάσει την Αλεπού, ο Αλέξης όμως άπλωσε τα χέρια του εμποδίζοντας την:
   «Ξέρεις τι θα πάθεις, αν την αγγίξεις; Θα σου ματώσει το πρόσωπο. Ποτέ μην εμπιστεύεσαι κάποιον που δεν γνωρίζεις καλά τις προθέσεις του».
   Τα παιδιά κατάλαβαν πως πέρασαν την πρώτη δοκιμασία, από το γεγονός ότι ο Αλέξης ψήλωσε αρκετά και έβγαλε ένα μικρό χνούδι στο πηγούνι. Η Μυρτώ έδωσε το πρώτο φιλί. Στην αρχή ήταν μουδιασμένο, διστακτικό, έπειτα όμως  θερμάνθηκε από την κινητήρια δύναμη του πάθους.
   «Θέλω να ζήσουμε για πάντα μαζί. Είσαι ο σωτήρας μου», του είπε όλο νάζι.
   Μετά εμφανίστηκε ένα πολύχρωμο φίδι. Έβγαζε έξω τη διχαλωτή του γλώσσα και σέρνονταν στα ξερόκλαδα.
   «Βρε καλώς τους, τους ερωτευμένους! Ξέρετε καλά πως αλλάζω δέρμα.  
   Τώρα τελευταία έγινα πιο αθώος. Παλιότερα ήμουν πονηρός, ξεσήκωνα κάποιες νωθρές ψυχές να επαναστατήσουν. Πιστεύετε στ’ αλήθεια ότι η φλόγα που καίει μέσα σας, δε θα σβήσει ποτέ; Μήπως δεν υπάρχουν άντρες και γυναίκες με τις ίδιες ή περισσότερες αρετές;»
   Η Μυρτώ εκνευρισμένη έδωσε μια κλωτσιά στο φίδι. Εκείνο κουλουριάστηκε από ένστικτο.
   «Φίδι ξεδιάντροπο -που κατάφερες να ρίξεις τους πρωτόπλαστους στη γη και τους εξόρισες απ’ τον παράδεισο- διαβάζω στα γυαλιστερά μάτια σου τους ύπουλους σκοπούς σου. Δε θα με χωρίσεις από τον εαυτό μου, γιατί το ταίρι μου είναι ο καθρέφτης που αντανακλά τον έρωτά μου».
   Ο Αλέξης κράτησε σφιχτά το χέρι της, συμφωνώντας μαζί της…
   Αργότερα τα παιδιά πήγαν για σπουδές. Συνέχιζαν να ζουν μέσα σε μια ονειρική αγάπη. Η Μυρτώ μοσχομύριζε νιάτα με το κατάξανθο μαλλί της και ο Αλέξης έλιωνε τον κόσμο στις παλάμες του.
   Τρίτη βρέθηκε στο δρόμο τους  η Μαϊμού. Είχε ένα ύφος αστείο και κακόμοιρο.
   «Βλέπετε πόσο δραστήρια και εκρηχτική είμαι. Από δέντρο σε δέντρο πηγαίνω χορεύοντας. Τι θέλετε και βασανίζετε τα μυαλά σας με τη γνώση. Όταν κάθεσαι με τις ώρες σε μια καρέκλα και μελετάς, δεν πρόκειται να γίνεις εξυπνότερος, αφού η εξυπνάδα είναι έμφυτη ικανότητα».
   Ο Αλέξης σταμάτησε τη Μαϊμού και τις φλυαρίες της: «Το ότι είσαι η καλύτερη ηθοποιός και γελάς συνεχώς, δε σημαίνει ότι είσαι ταυτόχρονα αγαπητή σε όλους. Ποτέ δε θα εμπιστευόμουν στην αγάπη έναν επιπόλαιο χαρακτήρα».
   Η Μυρτώ έγειρε στους ώμους του Αλέξη, λέγοντας του: «Θέλω ν’ ακούσω μια διαβεβαίωση πίστης από τα χείλια σου».
   «Θα σ’ αγαπώ αιώνια, καλή μου. Ποτέ δε θα προδώσω τα αγνά αισθήματά σου», της απάντησε εκείνος. Τα δυο παιδιά παντρεύτηκαν, έφτιαξαν ένα ωραίο σπίτι κοντά στην εξοχή και αντί για έπιπλα το γέμισαν με ελπίδες και όνειρα.
   Το Λιοντάρι τούς συνάντησε αγριεμένο. Ήθελε εγωιστικά να επιβληθεί με κούφια λόγια: «Μπορώ να σε κάνω να τρέξεις από φόβο χιλιόμετρα μακριά και να σε πιάσω πριν προλάβεις να κρυφτείς κάπου. Ποιος υπερέχει περισσότερο σε ικανότητες,  η γυναίκα ή ο άντρας; Κανείς δε συγκρίνεται μαζί μου στη δύναμη».
   «Βασιλιά των ζώων, απ’ τον άνθρωπο δανείζεσαι την δύναμή σου. Μπορώ να σε ξεπεράσω στο τρέξιμο, αν το θέλω. Μην καυχιέσαι άλλο. Δεν είναι ζήτημα εξουσίας οι σχέσεις των ανθρώπων», τον έβαλε στη θέση του η Μυρτώ.
   Το Λιοντάρι, πικραμένο και νικημένο από τη δεξιοτεχνία της γυναίκας, κρέμασε κάτω την ουρά του και έφυγε.
   Ο Αλέξης της είπε με σιγουριά: «Γυναίκα, πρέπει να κάνουμε παιδιά, πολλά παιδιά για να χαρούν κι εκείνα το θαύμα της ζωής, όπως εμείς».
   Το σπίτι στην εξοχή γέμισε με τις χαρούμενες φωνές και τα ευτυχισμένα κυνηγητά άτακτων μικρών. Οι πρώτες άσπρες τρίχες άρχισαν να φαίνονται στα μαλλιά των αγαπημένων γονιών τους.
   Η Κουκουβάγια, με το μεγάλο κεφάλι, τους έβαλε το ερώτημα: «Τα παιδιά μπορούν να αποχτήσουν τη σοφία των γονιών και με ποιον τρόπο;».
   Ο Αλέξης τη συμβούλεψε: «Η σοφία αποκτιέται μέσα από αγώνες. Μα η αγάπη είναι ο μόνος ασφαλής τρόπος για να μεταδώσεις τη σοφία. Το παιδί ξέρει να διαλέγει απ’ τον γονιό τα σωστότερα και να προοδεύει».
   Η Κουκουβάγια έχασε για λίγο τη μιλιά της. Λες και ήταν μεθυσμένη, έβλεπε πάνω στα δυο παιδιά που είχαν ήδη γίνει μεγάλοι, να περνούν τα χρόνια γρήγορα. Οι αλλαγές ήταν απίθανες: τα γένια του Αλέξη κάτασπρα, τα δόντια κιτρινισμένα, εκείνο το σφριγηλό σώμα της Μυρτώς σε παρακμή, τα πρόσωπα ζαρωμένα, τα βλέμματα είχαν χάσει τη σπίθα της δημιουργικής ηλικίας. Και των δυο τα  πόδια βαριά, σηκώνονταν με δυσκολία. Τι δύσκολος χειμώνας προμηνύονταν γι’ αυτούς;
   Η ψυχή τους όμως ζούσε και βασίλευε, ό,τι τους τριγύριζε είχε βαφτεί στο χρώμα της  αγάπης και της υπομονής και στο τέλος ήθελε να τους αποζημιώσει ο Θεός μ’ ένα τραγούδι.
   Τότε, φτερουγίζοντας χαρμόσυνα, φάνηκε το Αηδόνι. Εξήγησε την απορία τους:
   «Δεν μπορείτε να καταλάβετε ότι, μέσα από ένα τόσο ταπεινό πλάσμα, βγαίνει μια θεσπέσια φωνή; Κοιτάξτε τον εαυτό σας και θα καταλάβετε πως, αν και φαίνεσθε αδύναμοι, οι χάρες που κερδίσατε από αυτό το ταξίδι, εξαφανίζουν την αδυναμία σας».
   Η Μυρτώ επανέλαβε  για ακόμη μια φορά το πιο σημαντικό δίδαγμα της ζωής της: «Όλα τα ωραία πράγματα έρχονται με τα γηρατειά, όταν είσαι έτοιμος από καιρό  να αγκαλιάσεις τον δημιουργό των πάντων. Η μουσική αρμονία είναι το χάρισμα των ψυχών που πάλεψαν και κατάφεραν να τους μνημονεύουν άπειρες γενιές για την καλοσύνη και τα κατορθώματά τους».
   Ο Αλέξης συμφωνούσε πάντοτε με τη Μυρτώ. Εκείνη τον έπιανε απ’ το τρεμάμενο χέρι της, μα τον συγκρατούσε με γιγάντια δύναμη. Τον προστάτευε από τα εμπόδια, για να μη χάσουν την τελική πορεία.
   Ο Λύκος έδειξε τα κοφτερά δόντια του. Αμφέβαλλε: «Ήσασταν άραγε το τρανό παράδειγμα αφοσίωσης και πίστης;».
   Ο Αλέξης το πίστευε ακλόνητα, γι αυτό συμπέρανε: «Ήμασταν το μοναδικό ζευγάρι που δεθήκαμε με τα αιώνια δεσμά της πίστης».
   Επιτέλους άρχισε να εισχωρεί το φως των αστεριών και να αισθάνονται πως έφτασαν στο τέρμα του περάσματος. Τα δέντρα τώρα δεν έπλεκαν τα φύλλα μεταξύ τους, καμάρωναν την κορμοστασιά τους προς τον ουρανό. Μήπως είχανε κοιμηθεί και έπρεπε να ξυπνήσουνε; Αν η ζωή τους ήταν σκέτο παραμύθι, γιατί έπρεπε να το απαρνηθούν;
   Στην έξοδο, λοιπόν τους περίμενε το ξωτικό και παραδίπλα ένας χαμογελαστός κύριος που τους ρωτούσε, αν έπλασε με επιτυχία το παραμύθι. Αν αποτύχαινε στο σκοπό του, θα έκλαιγε σαν μικρό παιδί ο συγγραφέας. Ίσως όμως, δεν ανταποκρίθηκε όσο έπρεπε στις επιθυμίες των παιδιών. Αλλά εκείνα δεν τον άκουγαν, γιατί η ακοή τους, λόγω γηρατειών είχε μειωθεί σημαντικά.
   Ο παμπόνηρος Σοφούλης έδινε συγχαρητήρια: «Μπράβο σας, θνητοί με σθένος άφταστο!».
   Το ζευγάρι σαν να φαινόταν δυστυχισμένο, πρότεινε στο ξωτικό: «Καλύτερα να γυρίσουμε πίσω στο παρελθόν, τότε που ήμασταν τρυφερά βλαστάρια».
   «Θα σεβαστώ την επιθυμία σας, διότι είσαστε νικητές! Περάστε πάλι μέσα από το μονοπάτι και σε λίγα λεπτά το μέλλον όλο θα έχει γίνει σκόνη. Όσα ζήσατε θα είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ».
   Τα παιδιά βγήκαν ξανά στο δάσος και ανάσαναν βαθιά στον καθαρό αέρα. Οι αναμνήσεις τούς βάραιναν ακόμη. Άκουσαν τις φωνές των γονιών τους, που τους αναζητούσαν από το πρωί, τρομαγμένοι με τη σκέψη ό,τι βρίσκονταν σε κίνδυνο.
   «Να! Εκεί πέρα! Βρέθηκε το παράνομο ζευγαράκι!».
   «Μαμά, ο Αλέξης μου τραβούσε τα μαλλιά. Χάλασαν τα ωραία κοτσιδάκια μου!».
   «Αλέξη, πειραχτήρι δεν είπαμε να προσέχεις τα κορίτσια; Με το μαλακό…».
   Τα παιδιά κοιτούσαν τους γονείς τους παράξενα. Κατά βάθος, κανένα δεν ήθελε να είναι στη δεινή θέση τους, όσες εμπειρίες κι αν μάζευαν στο σακούλι του χρόνου. Πιο δελεαστικό το προνόμιο των μικρών, η ξεγνοιασιά, από το προνόμιο των μεγάλων, τη σοφία. Τους άρεσε να κολυμπάνε ανυποψίαστοι στην θάλασσα της αθωότητας και ν’ απολαμβάνουν το εφήμερο.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Η ονειροπόληση ενός παιδιού.



   Καθόμουν και σκεφτόμουν με ποιον τρόπο  μπορεί κάποιος να φανεί ήρωας. Πώς γίνεται ν’ αποδείξει στην αγαπημένη του ότι αξίζει να τον αποκαλούν ήρωα. Ονειρευόμουν πως η Μυρτώ κινδύνευε. Την έβλεπα σαν πριγκίπισσα κλεισμένη στο κάστρο της, την ώρα που οι βάρβαροι ορμούσαν στα τείχη της πόλης για να την κατακτήσουν.
   «Τι κάθεσαι άπραγος Ιβανόη, έλεγα στον εαυτό μου. Όρμισε με θάρρος στη μάχη να σκορπίσεις τους εχθρούς!».
   Σε άλλο επεισόδιο, που είχε πλάσει η φαντασία μου, η Μυρτώ κατέβαινε στους αγρούς την άνοιξη να κόψει μαργαρίτες. Εκεί που χαιρόταν τη φύση αμέριμνη, ένα φαρμακερό φίδι την τσίμπησε και ούρλιαξε απ’ τον πόνο. Τότε, έτρεξα να τις δώσω τις πρώτες βοήθειες. Έκοψα ένα κομμάτι από τη μπλούζα μου και έδεσα σφιχτά το πόδι της πάνω απ’ την πληγή για να μην προχωρήσει το δηλητήριο προς την καρδιά. Ύστερα την ανέβασα στους ώμους μου και τη μετέφερα μέχρι το παλάτι-σπίτι της, όπου οι υπηρέτριες τής πρόσφεραν τις φροντίδες τους.
   Ήρθε αμέσως ο γιατρός και αφού έβηξε, ανακοίνωσε τη διάγνωση με σοβαρό ύφος: «Δηλητηρίαση από τσίμπημα οχιάς».
   Της έκανε μία ένεση και μετά μας είπε να την αφήσουμε μόνη να συνέλθει.  
   Ο πατέρας και η μητέρας της με ευχαρίστησαν και με προσκάλεσαν στο τραπέζι για φαγητό. Θεώρησαν πως, με τη γενναιότητα που έδειξα, είχα γίνει πια άντρας. Η μητέρα της μου έφερε μια πορτοκαλάδα για να δροσιστώ.
   Ο κύριος Ιωακειμίδης είπε να την πάρει από δω και να φέρει ένα ποτηράκι κρασί, «να πιούμε μαζί σαν άντρες».  Μετά κοίταξε τη Μυρτώ, που στο μεταξύ είχε συνέλθει, και της πρότεινε: «Να, ένα άξιο παλικάρι να παντρευτείς. Δεν μοιάζει καθόλου τα μαμμόθρεφτα της πόλης».
   Εγώ καμάρωνα. Μέχρι πότε θα περίμενα για να έρθει αυτή η ευτυχισμένη ώρα; Πότε θα μεγάλωνε επιτέλους και θα άφηνε στην άκρη τις κούκλες της; Πότε θα έβλεπε με σοβαρότητα το μέλλον της χωρίς την παιδική αθωότητα και αφέλεια;
   Σε άλλη σκηνή μες στη μοναξιά μου εκείνη κολυμπάει στο ποτάμι και το ρεύμα την παρασέρνει με ορμή. Πριν τη χτυπήσει με βία πάνω στους κορμούς των δέντρων και τις πέτρες, βουτάω χωρίς να σκεφτώ τίποτα και τη συγκρατώ δυνατά με το ένα μου χέρι, ενώ με το άλλο χέρι πιάνομαι από ένα γερό κλαδί. Σώθηκε η όμορφη Μυρτώ και πέφτει πάνω μου να μ’ ευχαριστήσει. Από μια μικρή γρατσουνιά κυλάει στο πρόσωπο της λίγο αίμα. Τη σκουπίζω και αναστενάζω.
   «Ήταν καθαρή επιπολαιότητα, της λέω, να πέσεις στο ποτάμι χωρίς να βρίσκεται κάποιος μεγάλος δίπλα σου. Το ποτάμι είναι απρόβλεπτο και άγνωστο».
   Συμφώνησε. Τα μάτια της έλαμψαν πάλι, αφού πέρασε η σκοτεινή περιπέτεια. Ο έρωτας γίνεται ζωγράφος μες στα μάτια της, πλάθει τα χρώματα με μια γλυκύτητα και χαίρεσαι ν’ αγναντεύεις σ’ αυτό το τοπίο. Ατάραχος. Σίγουρος πως η ομορφιά θα είναι δίπλα σου σε κάθε δύσκολη στιγμή, σύντροφος και βοηθός σου.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης