Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Η χορεύτρια της λίμνης



Με μαύρο μελάνι έγραψα
τον κύκλο ενός ονείρου,
στη μέση έβαλα νερά
για να τριγυρνούν οι κύκνοι,
πολίτες ενός κόσμου ρομαντικού
ή φυγάδες μιας ιδανικής αγάπης;
Λίμνη, το βάθος της σκιρτά
απ’ την ανάσα του ανέμου,
ποιος θησαυρός να κρύφτηκε
σε μάτια που δεν αντέχουν,
μοιραίες αποκαλύψεις;
Τα χρώματά μου πότισες
με την αρμονία της ψυχής σου,
κήπους βαθύσκιωτης ζωής
σε δρόμους ουράνιους φτιάχνεις,
σε τόπους έρωτα κρυφού
ο πόθος ψιθυρίζει
και η καρδιά αφήνεται
στο άγγιγμα της νύχτας.
Τα δάχτυλά σου πλέκουνε στα σύννεφα,
σταγόνες κι αμέσως κάνω μια ευχή
για να ποτίσω ερήμους
που άνοιξαν στον νου οι σκέψεις μου
για να κινδυνέψουν οι λέξεις.
Κι ύστερα έγιναν νούφαρα
που ο χρόνος ταξιδεύει,
μέχρι να σμίξουν τα φιλιά
με απόβροχο ενωμένο
για να μεθώ με γεύσεις,
απ’ του κορμιού σου τα άνθη...

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

Ερωτικό Πεζόμορφο Ποίημα

 


Τόσες θάλασσες πώς μπόρεσαν να κρυφτούν μέσα στα μάτια σου; Απορώ που η απουσία σου φέρνει ανέλπιστα νοτιάδες που φουσκώνουν τα πανιά των καραβιών... Η μοναξιά τελευταία μοσχομυρίζει πεύκο και στολισμένα ψαροκάικα με αλμύρα στην άκρη ενός νησιώτικου λιμανιού. Να τα χέρια σου που απλώνονται να με αγκαλιάσουν μοιάζουν με φτερούγες ηλιοκαμένων γλάρων, που απολαμβάνουν τη ζεστασιά της ψυχικής εγγύτητας. Όμως όταν χτυπάει η καμπάνα της εκκλησιάς, το κάλεσμα για προσευχή των πιστών μοιάζει τόσο με το χτυποκάρδι σου και την αγωνία του έρωτα. Φιλί στα χείλη σου ακολουθεί και αισθάνεσαι το άγγιγμα της θαλασσινής αύρας και τη γεύση του αφρού ενός γοργοτάξιδου καραβιού, ολόιδιο με τη σωματική αναταραχή των πόθων που ακούγεται σαν ψίθυρος... φράσεις ανομολόγητες που το σύμπαν ερμηνεύει με καταφάσεις. Κι αυτή η σιωπή του έρωτα που σαν τον καταγάλανο ουρανό μάς σκεπάζει, μαθητεύει πάνω στα ξανθά σου μαλλιά για το πώς γεννιέται το φως και οι γλάστρες του νησιού γεμίζουν ξαφνικά με ολάνθιστα εύοσμα λουλούδια, τόσο οφθαλμοφανές το θαύμα στους κατοίκους του νησιού που οι κρίνοι άπλωσαν τη γύρη τους παντού κι ας μην ήταν άνοιξη... Άνοιξη είχαν οι καρδιές μας κι οι θάλασσες πλήθυναν μέσα στα μάτια σου, μεγάλωσαν τα ταξίδια με τον έρωτα πλοηγό. Φώναζε εκείνος «βίρα τις άγκυρες», περίμενε όμως να μπει η αγάπη για να δώσει εντολή να λυθούν τα παλαμάρια και να κλείσει η μπουκαπόρτα του πλοίου. Τότε σε είδα στη γέφυρα πάνω να ρίχνεις ροδοπέταλα στη θάλασσα και να ανεμίζεις μία κατακόκκινη σημαία του πάθους, λευκοντυμένη με στεφάνι αγριολούλουδων κι όσο σε πλησίαζα μεταμορφωνόσουν σε Νεράιδα... κόρη των δροσοπηγών του έρωτα...

Λάσκαρης Ζαράρης