Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Αν το λευκό χαρτί τελείωνε...


Αν το λευκό χαρτί τελείωνε
κι έμενε μετέωρη η πένα
σαν άγγιγμα αφανέρωτο
σαν λύπης μορφασμός,
θα έσβηνε η αγάπη μας
κάθε αγωνία
απ' το τετράδιο της μοίρας,
θα ακύρωνε τον θάνατο
με ματιές λατρείας
κι η θάλασσα θα ημέρευε
στον ήχο των χειλιών.

22/09/2016

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ 35ου ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΕΝΩΣΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ (Π.Ε.Λ.)


Η Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών (Π.Ε.Λ.) προκηρύσσει τον 35ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό για το έτος 2016. Ο διαγωνισμός περιλαμβάνει τα κάτωθι είδη του λόγου : Ποίηση, Διήγημα, Νουβέλα, Θεατρικό. Όπως γίνεται αντιληπτό, από τον εφετινό διαγωνισμό τα είδη στα οποία θα διαγωνίζονται οι συγγραφείς μειώνονται σε τέσσερα εκ περιτροπής, ανά διετία. Αναλυτικά, η Ποίηση θα υπάρχει κάθε έτος και θα πλαισιώνεται τη μία χρονιά με το Διήγημα, τη Νουβέλα και το Θεατρικό. Την επόμενη χρονιά ο διαγωνισμός θα περιλαμβάνει την Ποίηση, το Μυθιστόρημα, το Δοκίμιο και το Παραμύθι. Για το 2016 τα είδη του λόγου που θα διαγωνισθούν είναι η Ποίηση, το Διήγημα, η Νουβέλα και το Θεατρικό. Το θέμα είναι ελεύθερο.
Δικαίωμα συμμετοχής έχουν όλοι οι εντός και εκτός Ελλάδος διαμένοντες ενήλικες ελληνόφωνοι, εξαιρουμένων των βραβευθέντων στον εν λόγω διαγωνισμό τα τελευταία πέντε χρόνια με Α΄ βραβείο για την κατηγορία που βραβεύτηκαν.
Οι διαγωνιζόμενοι μπορούν να λάβουν μέρος σε ένα ή και περισσότερα είδη, αλλά με ένα μόνο έργο τους για κάθε είδος και οπωσδήποτε αδημοσίευτο.
Το ποίημα να μην υπερβαίνει τους 30 στίχους (πάντως σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα δύο λεπτά απαιτούμενου χρόνου απαγγελίας), το διήγημα τις 6 σελίδες, η νουβέλα τις 70 σελίδες, το θεατρικό τις 100 σελίδες. Κάθε έργο να σταλεί σε πέντε δακτυλογραφημένα αντίτυπα με ψευδώνυμο επάνω δεξιά. (Το μέγεθος των χαρακτήρων να είναι σε όλα 14.)
Οι διαγωνιζόμενοι να εσωκλείσουν στο μεγάλο φάκελο, ένα μικρότερο κλειστό φάκελο με γραμμένο απ’ έξω το ψευδώνυμό τους και τον τίτλο του έργου, ενώ μέσα σ’ αυτόν πρέπει να υπάρχουν τα εξής προσωπικά τους στοιχεία: Ονοματεπώνυμο, διεύθυνση κατοικίας, ταχυδρομικός κώδικας, τηλέφωνο (σταθερό και κινητό), e-mail , ο τίτλος του έργου και το ψευδώνυμο.
Τα έργα πρέπει να σταλούν ταχυδρομικά, με απλή επιστολή και όχι συστημένη, στα γραφεία της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, Γερανίου 41(Ομόνοια), 2ος όροφος, Τ.Κ. 10431 - Αθήνα, με ένδειξη (πάνω στο φάκελο) αντίστοιχη προς το είδος στο οποίο λαμβάνουν μέρος, π.χ «για τον Διαγωνισμό Ποίησης» ή «για τον Διαγωνισμό Διηγήματος» κ.τ.λ. Στη θέση του αποστολέα να σημειωθεί μόνο το ψευδώνυμο.
Σε περίπτωση που ένας διαγωνιζόμενος λάβει μέρος σε περισσότερα του ενός είδη, μπορεί τους φακέλους με το κάθε είδος και τις σχετικές ενδείξεις ( που ο καθένας τους θα περιέχει ξεχωριστό κλειστό φάκελο προσωπικών στοιχείων ) να τους τοποθετήσει μέσα σε μεγαλύτερο, στον οποίο όμως θα αναγράφονται όλα τα είδη που περιέχει π.χ. « για τους διαγωνισμούς Ποίησης και Διηγήματος». Η αποστολή των έργων δεν θα πρέπει να γίνει πριν την 10η Σεπτεμβρίου 2016.
Τελευταία ημερομηνία αποστολής των έργων ορίζεται η 10η Οκτωβρίου 2016.
Οι διακριθέντες θα ειδοποιηθούν έγκαιρα για την τελετή βράβευσης, η ημερομηνία της οποίας θα κοινοποιηθεί με νεότερη ανακοίνωσή μας (εκτιμώμενος χρόνος μέσα Ιανουαρίου 2017).
Τα αποτελέσματα δεν ανακοινώνονται στις ιστοσελίδες της Π.Ε.Λ. ή οπουδήποτε αλλού πριν από την τελετή βράβευσης.
Επειδή στα μη βραβευθέντα έργα δεν αποκαλύπτονται τα στοιχεία των διαγωνιζομένων, δεν υπάρχει η δυνατότητα πληροφοριών για την επίδοσή τους, και δεν δίδονται πληροφορίες αναφορικά με την βαθμολογία τους.
Τα αποσταλλέντα έργα δεν επιστρέφονται, ενώ τα μη διακριθέντα έργα θα καταστραφούν μαζί με τα προσωπικά στοιχεία των διαγωνισθέντων.
Πληροφορίες για το διαγωνισμό στα τηλέφωνα: 6936600781 (κ.Ηλία Παπακωνσταντίνου Ilias Papakonstantinou) και 6980721418 (κα Τζούλια Πουλημενάκου Julia Poulimenakou) και στο email της Π.Ε.Λ. : pel.logotexno45@yahoo.gr
Ο Πρόεδρος Ο Γενικός Γραμματέας
Τάσος Λέρτας ΗλίαςΠαπακωνσταντίνου

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Δε θα ξεχάσω τη λάμψη των ματιών σου.



Δε θα ξεχάσω τη λάμψη των ματιών σου
όταν ο ουρανός σκοτείνιασε και τα άστρα φάνηκαν ψηλά...
Δε θα ξεχάσω το πλάτεμα της αγκαλιάς, τη ζεστασιά της ανάσας
πόσα καράβια πόθησαν του ονείρου τα φτερά, τη λαχτάρα του φιλιού
όταν μικρά λαμπιόνια της χαράς προσέλκυαν το βλέμμα
ευωδιαστοί αφροί στα βράχια ξεθύμαιναν παυσίλυπες στιγμές
κεράσματα αγάπης πλήθαιναν από ένα ολόγιομο φεγγάρι ξεγνοιασιάς.
Λες κι ήσουν ακόμη κορίτσι, σπαρταριστή ηχώ ελπίδας
σε λεπτοκαμωμένα δάχτυλα αλήθειας
έσμιγες κυματιστά μαλλιά με την αλμύρα
κι ένα καράβι ήσουν έτοιμη να ρίξεις
να δεις του έρωτα παιχνίδια και τι είναι ο άνεμος μπροστά σου
ένα φύλλο τρεμάμενο στην αγκαλιά σου
ταξίδι ωφέλιμο με ρότα πρίμα
όπου η ψυχή επιθυμεί στεριά φτασμένη...

21/09/2016

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Ένα πεζόμορφο ερωτικό ποίημα του Μιχάλη Ευαγγελινού.


Ήταν εκείνο το βράδυ...
Κρύβοντας τα δάκρυα στο πυκνό σκοτάδι, άρπαξα με το ζόρι την παλλόμενη μορφή σου... Ταξίδι χάραξα στης θύμησης την κόλασή σου. Βήμα άπλωσα γοργό με την ψυχή μούσκεμα, στα χέρια δυνατά να σε κρατώ...
Ήταν εκείνο το βράδυ...
Που τραβώντας την άγκυρα της μοναξιάς σου, σ' ανέσυρα από τον ωκεανό της θολής ματιάς σου και κάθε τόσο ανασηκώνεσαι και με κοιτάς και με ρωτάς: ακούς της καρδιάς μου τους χτύπους; μη... μη σε παρακαλώ, μην τους μετράς.
Τα λόγια σου τρεμάμενα χάνονταν στο σκοτάδι, ήχοι απόηχοι, στο άνυδρο, απύθμενο πηγάδι...
Ήταν εκείνο το βράδυ...
Που οι ώρες ατελείωτες κυλούσαν.
Ο δρόμος βρώμικο παιχνίδι έπαιζε, οι ανηφόρες δεν είχαν τελειωμό, δεν ήξερα αν αναζητούσα της κατηφόρας τον λυτρωμό.
Ήταν εκείνο το βράδυ...
Που ο ουρανός ζητούσε από τη γη ένα τελευταίο χάδι σα να επρόκειτο σε λίγο να την αποχωριστεί, σαν τη κραυγή που από το ανήμερο θεριό θέλει ν' αποσχιστεί.
Δίχως φωνή να το εγκαταλείψει...
Την πνοή του να στραγγίξει...
Μήτε μιλιά για τ' όνειρο, ποτέ να μην ξαναμιλήσει...
 
 
Μιχάλης Ευαγγελινός

Ένα ερωτικό ποίημα του Μιχάλη Δεματά.




Έρωτά μου
έλεος η ελπίδα η ψυχή σου
μετάνοια η συγχώρεση
ευσέβεια του πάθους η αγάπη σου.
Ημέρεψες το σώμα μου με το άγγιγμα σου.
Εκείνο το πάθος σου, αγέρας αγέρωχος αμόλυντο διαμάντι.
Aδάμαστο γυμνό το σώμα σου,
χαραγμένο πάνω στο κορμί μου
κύμα χρυσοΰφαντο χρυσάνθεμο του Ήλιου...

Mιχάλης Δεματάς

Ένα λυρικό και φθινοπωρινό ποίημα του Γιάννη Φιλιππάκη.

------------- ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΑ & ΑΛΛΑ -----------------------


Εδραιώθηκε ο βοριάς στο ημερολόγιο
με τα καλοκαιρινά ηλιοδάχτυλα
ν' ανακατεύουν την κόμη και την σκέψη.
Μα το άτι του ποιητή
ακούραστο καλπάζει στων χαρτιών την ανηφοριά.
Αφήνει απάτητα τα λευκά των κρίνων,
ξεγυμνώνει τον έρωτα στις αστροφεγγιές.
Ψάχνει τους ομιχλένιους οραματισμούς
και το γιορτινό πέρασμα του διάσελου.
Τώρα που ο τρύγος φόρεσε το γιλέκο του
τώρα που την νοτισμένη γη
σπουργίτια ραμφίζουν
για το ψίχουλο των καιρών.
Κι' εγώ επίδοξος του φουρναρέματος
πλάθω χρωματιστά γράμματα εαρινά,
να χτίσω χελιδονοφωλιές
μιας πρώιμης άνοιξης.
Με αυγές χρυσοκέντητες
και χωρίς τριγμούς στο γαλάζιο,
θα ντυθώ ηφαίστειο μακριά απ' του χειμώνα
τα ρίγη.
Ουρανεύω, με τ' αρχαία γένια μου κομήτη
σε ασημί αντανάκλαση πόθων και ονείρων.
Σε κάθε αστερισμό
σπορεύω κρινάκια,
σε κάθε καρδιά μια φάτνη.
Και να! στης αγάπης το ουράνιο διάσελο είμαι.
καταργώντας τις βαρυχειμωνιές
της ψυχής.

Γιάννης Φιλιππάκης

Ένα υπαρξιακό ποίημα της Λίτσας Μοσκιού.

Παλεύοντας


Να τις φοβάσαι τις νύχτες
που παλεύεις με τον εαυτό σου.
Το πρωί δε θα θυμάσαι
τι απ' όλα σκότωσες...

Λίτσα Μοσκιού

Ένα ερωτικό ποίημα της Εύας Λόλιου.


Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2016

Μία κριτική του Θάνου Κ. Αθανασόπουλου για το καινούργιο βιβλίο του Λάσκαρη Π. Ζαράρη: "Τα Μυστικά της Θεόπετρας", η οποία δημοσιεύτηκε στο τεύχος 52 του τριμηνιαίου πολιτιστικού περιοδικού λόγου και τέχνης: "Δευκαλίων ο Θεσσαλός".




   Από έντονο και πολύπλευρο μυθιστορηματικό ύφος χαρακτηρίζεται το προορισμένο για τα παιδιά συγγραφικό έργο του κυρίου Λάσκαρη Ζαράρη με τίτλο "Τα μυστικά της Θεόπετρας". Είναι ένα έργο που διαγράφει μία πορεία γεγονότων και καταστάσεων τα οποία για πρωτογενές υλικό χρησιμοποιούν την πλουσιότατη προϊστορία του ελλαδικού χώρου. Σε ουσιαστικό πεδίο διακρίνεται ένας αληθινός πλούτος νοηματικών εκφάνσεων, που στο σύνολό τους σμιλεύουν ένα συμπαγή λίθο μηνυμάτων και ηθικών παραινέσεων για την ίδια τη ζωή.
   Το κεντρικό πρόσωπο αυτής της φανταστικής ιστορίας, ο μικρός Στραβοπόδης, είναι ο κεντρικός άξονας - λειτουργώντας ως ο μοναδικός πυρήνας σε σχέση με τα άλλα συμμετέχοντα πρόσωπα του έργου, τα οποία περιστρέφονται γύρω από αυτόν - καθώς και η αφετηρία όλων των επιμέρους μυθοπλαστικών και στοχαστικών αναδύσεων, η οποία ως κεντρικό πρόσωπο, και εμπεριέχοντας στον χαρακτήρα της ένα ευρύ και συμπαγές σύνολο ψυχικών εκφράσεων, αρμονικώς διανθισμένων, προκαλεί με τη συμπεριφορά της την ομαλή ροή και εξέλιξη της υπόθεσης του συγκεκριμένου λογοτεχνήματος. Ως ο θεμέλιος λίθος αυτού του δημιουργήματος αποτυπώνει καθ' ολοκληρίαν όλες τις αναγκαίες βασικές αρχές της σύνθεσης του.
   Το μυθιστόρημα του κυρίου Ζαράρη προβάλλει διακριτά, και σε όλο του το εύρος ένα πλήθος επιμέρους υποκειμενικών αξιακών παραμέτρων, που στο σύνολό τους αντικατοπτρίζουν εναργώς τις υγιείς ή επιθυμητές ατομικές συμπεριφορικές δομές.

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

Κριτικό σημείωμα για την ποιητική συλλογή της Μίκας Μαυρογιάννη: «Μονόλογος Γυναίκας», εκδόσεις Όστρια, Αθήνα, Ιούνιος 2016.




   Η αγαπητή φίλη Μίκα Μαυρογιάννη, μετά από τη συγγραφή τριών αξιόλογων μυθιστορημάτων, επιχειρεί να δοκιμάσει τις δημιουργικές της δυνάμεις και στον χώρο της ποίησης, χωρίς να αφήνεται στη ροπή που διακρίνει συχνά τους καινούργιους ποιητές, να εκφράζονται με δυσνόητες εκφράσεις και στίχους. Αρκετά άμεση και εμπειρική στη στιχοπλοκή και με ερωτικούς προσανατολισμούς, αλλά όχι με τον αισθησιασμό που προσφέρει το σώμα, αλλά με τον νοητικό εξοπλισμό του πνεύματος που εξουσιάζει τις σκέψεις και συναισθήματα. Αντιμετωπίζει με σεβασμό το απέραντο πεδίο, κυρίως των αρνητικών συναισθημάτων, απόρροια μη λειτουργικών ερωτικών σχέσεων, όπου οι πληγές βρίσκουν πρόσφορο έδαφος, και ο πόνος γίνεται το όχημα για ένα ατέλειωτο ταξίδι, μοίρασμα ανεκτίμητων εμπειριών στη συμπαντική αρμονία των ψυχών που φλέγονται, κομήτες διηνεκούς αγάπης στον ουρανό της ζωής και στη θάλασσα της ζωής:

«Έρωτα ηλιόχρυσε και φεγγαροντυμένε
του χωροχρόνου αέναε, αρχοντογεννημένε.
Έρωτα σιδερόφρακτε, ιππότη θωρακισμένε
η σπάθη σου Δαμόκλειος στον όρκο, τιμημέν».

(Από το ποίημα «Υπεργήινος»).

«Με πνίγει τούτη η στιγμή και θέλω να αποδράσω
θέλω το κλάμα το βουβό για λίγο να ξεχάσω
σαν θα μετρώ της νύχτας τα άστρα σου ουρανέ
στείλε μου πίσω σαν ευχή μιας θάλασσας το μπλε».

(Από το ποίημα «Ουρανέ»).

   Αν και η άνοδος και η κάθοδος των σφαιρικών σωμάτων αποτελούν τις πιο χαρακτηριστικές και ουσιαστικές πλευρές του έρωτα -ισχύει συνήθως το ευμετάβλητο στα φανερώματά του-, όταν το «εγώ» καταλύεται μπροστά στο θαύμα της παρουσίας του ιδανικού άλλου ως τοπίου απέριττου αρχίζει να ραγίζει το συμπαγές και το αδιαπέραστο, και δένεται προοδευτικά η άνθιση των λέξεων με την ευαισθησία μπροστά σε ένα χαμόγελο, αγίασμα σε κάθε πιστό προσκυνητή του έρωτα.
   Η ποιήτρια ψάχνει με κλειστά μάτια, με εσωτερικό φως που διατρέχει στις φλέβες της κάθε κύμα, που δειλά στην αρχή και χωρίς επιφύλαξη αργότερα μες τη φουρτούνα της καρδιάς την οδηγεί πέρα από κάθε πραγματικό εμπόδιο, σε κάθε γωνιά, σε κάθε απάτητο νησί του έρωτα και της αγάπης ή γνωστό ακόμη, για να διατυπώσει τις κρίσεις της και τα συμπεράσματά της, μεταστοιχειωμένα σε στίχους ρυθμικούς και μελωδικούς, όπου κυριαρχεί η πλεχτή και ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία:

«Ερημονήσι δεν το βρίσκω σε κανένα χάρτη
με μόνιμη απειλή τα ίχνη από διαβάτη
γεμίζει μοναξιά από τη δύναμή του
τρίζει σαν χαλί που πατάς η φωνή του».

(Από το ποίημα «Ούτε πανί ούτε στεριά»).

«Γράψ’ το αυτό μες τα χαρτιά σου
πονάει το ξύπνημα από αυταπάτες
άδειο λεωφορείο η καρδιά σου
στάση που δεν βρίσκει επιβάτες».

(Από το ποίημα «Τύχη καλή»).

07/08/2016

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Μίλησέ μου με όνειρα.






Μίλησέ μου με όνειρα
βάλε τη σκέψη να κοιμηθεί
σε σεντόνι λευκό
γλυκά αρώματα της ψυχής
σκόρπισε στην Ανατολή.
Βύθισε το βλέμμα στη θάλασσα
που καίει
όταν ο πόθος πνίγει το κύμα
δροσιά λάμπει
στις ανοιχτές σου παλάμες
η μοίρα σχεδιάζει πάνω τους
άτεχνα ερωτηματικά.
Δεν ξέρει από χειμώνες
το δάκρυ που κυλά
φτιάχνει φωλιά στα σύννεφα
η ίδια η ζωή
κοιτά τα σπίτια ολόχαρη
και τις σκεπές και τα παράθυρα.
Κάπου απλώνει ελπίδες
μια γυναίκα θαλασσιά
που έχει απαλά ολόλευκα
τα χέρια της σαν γλάρου φτερά.
Κι όλο καλεί με την καρδιά της
καράβι που σιμώνει
ο πόνος σβήνει στη χαρά
η αγάπη σε τυλίγει με το φόρεμα
που στόλισε ο άδικος χρόνος
κι όλα τα γιασεμιά του κόσμου συγκεντρώνω
στα μυρωδάτα στήθη σου
γυναίκα θαλασσιά.


08/08/2016

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Όνειρό μου γίνε.


Πρόσωπο ραγισμένο.


"Ο κάβουρας", ένα πεζογράφημα της Εύας Λόλιου, με στοιχεία παραμυθιού.






   Δραπέτης της θαλασσεύουσας πολιτείας ο καινούργιος μου φίλος. Ναυάγησε απ' το σκοτάδι του βυθού και τώρα ψάχνει ένα οστρακένιο σπίτι να στραφταλίζει στην ακτογραμμή του Αι Γιάννη.
Αγνάντευα της Ανατολής τα χρώματα, ξαπλωμένη στα σκιρτήματα της θάλασσας πλέκοντας με τα ακροδάχτυλα μου πλεξούδες στον ήλιο, όταν άκουσα το ψιθύρισμα του αχνό, ίσα που έσπασε τη σιωπή της στιγμής. Με καλημέρισε και στάθηκε να ξεκουράσει τα δέκα πόδια του, στραβωμένα ως ήταν απ' τους αμμόλοφους που διένυσε. Με κοιτούσε σιωπηλός και διέκρινα μια λύπη στα δυο του μάτια που ανεβοκατέβαζε θαρρείς από ντροπή και αμηχανία ταυτόχρονα.
   - Γαλάζια η θάλασσα, του είπα, πιο γαλάζια δε μπορεί να γίνει.
   -  Έρχεται μαύρη απ΄ το Αιγαίο, ίσα που θα προλάβω να βρω ένα μπρούτζινο κέλυφος να κρυφτώ, μου αποκρίθηκε, κάνοντας κάποια βήματα πίσω, στριμωγμένος από μια καχυποψία του δευτερολέπτου. 
   Σάμπως κατάλαβε πως λατρεύω τα καβούρια και φοβήθηκε μη βρεθεί στα αναμμένα κάρβουνα να χοροπηδά. Ένιωσα ένα σφίξιμο στο στομάχι μου, όχι από πείνα αλλά από ενοχή για τα καβούρια που χόρτασα την προηγούμενη στο θαλασσί τραπέζι του Κυρ Βαγγέλη. Τότε του πρότεινα να τον βοηθήσω, να τον φιλοξενήσω στο δικό μου εξοχικό μέχρι να περάσει η καταιγίδα.
   Αρνήθηκε ευγενικά δείχνοντας μου το γυμνό στομάχι του.
   - Μόνο μια χάρη θα ήθελα, να μαζέψεις κάποια φύκια να ντύσω τούτο το μαλακό στομάχι μέχρι να βρω κάποιο άδειο όστρακο, μου είπε, και στα μάτια του καρφώθηκαν δακρυσμένα μαργαριτάρια.
    Ανέβηκα στο βουνό γυρνώντας πίσω με ένα ροζ μπουκέτο αγριολούλουδα. Αφού τα βάφτισα στο γαλάζιο θαλάσσιες ανεμώνες, σκέπασα τον μικρό ερημίτη. Πριν ο ήλιος κρύψει το βασίλειο του πίσω από τα μαύρα καράβια που πλησίαζαν, με χαιρέτησε κινώντας ικανοποιημένος τους μίσχους του.


Εύα Λόλιου

"Τα βήματά σου έμειναν στην άμμο", ένα ποίημα της Εύας Λόλιου.





Ένα όμορφο και ρομαντικό ποίημα της Εύας Λόλιου.


Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Ο δρόμος μας σιωπηλός....





Γύρω η ομορφιά του ονείρου σαν άνεμος ξωτικός
τα δέντρα ασάλευτα κρέμασαν τις κουρτίνες τους
για να νανουρίσουν στα φύλλα τους τη νυχτερινή δροσιά.
Πατημασιές, ίχνη ανθρώπων που είχαν πάρει
πιο παλιά τον ίδιο δρόμο και πού έφτασαν
κάνεις δεν ξέρει...
Μια υποψία ανικανοποίητου στα σπλάχνα τους
η φλόγα του ακατόρθωτου σιγοκαίει στο νου τους.
Τα χέρια σου όπου ακουμπούν κλείνουν πληγές
δεν είναι στήθος τριχωτό που λαχταράς, μα λίμνη με νούφαρα
έφυγε για πάντα ο χειμώνας της καρδιάς
κοίταξε που το φεγγάρι φορά ένδυμα γιορτής
σημαία του ατέρμονου ουρανού
ότι η αγάπη δεν πεθαίνει κι ας πήγαινε σε απύθμενα πελάγη.
Δεν είναι στόχος η διαφυγή, καρπός να μεγαλώνει σε αγκάλη
γινόμενο άσπλαχνης μοίρας με χέρι του Θεού
είναι τα χείλη που σμίγουν σε δρόμο άγνωστο.
Το φιλί και η καρδιά πυξίδες μέσα σε φύσημα αδέκαστου βοριά
να ανεμίζει τα μαλλιά σου, υπόκρουση άδολης ψυχής
φτερούγισμα πουλιού που αναπαυότανε σε δέντρο.
Έρωτα ήρωα αρμάτωσες δυο ψυχές με αγάπες ριψοκίνδυνες
όνειρα δάκρυα έσπειρες παντού για να σε βρουν
οι επόμενοι που είχαν πάρει λάθος την κατηφοριά.
Ο δρόμος μας σιωπηλός....
τα βήματά μας ελαφρά ραπίζουν την ανηφοριά.
Στήνει η συνείδηση παγίδα αδημονώντας να σκοντάψει η ζωή
λες και η αγάπη είναι ένας άγγελος ψεύτης
που σε παρέσυρε μια νύχτα για να πιει
κρυφά απ’ της αθανασίας την πηγή
δροσοσταλίδες των ματιών σου που πέφτουνε
ποτίζοντας το αγνό χορτάρι.

29/07/2016

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

"Ο λόγος της σποράς", ένα διήγημα λαογραφικού περιεχομένου της Εύας Λόλιου.






   Απ' το στόμα του πατέρα, χρυσαφένιος έβγαινε ο λόγος της σποράς, σμιλεύοντας τις αθώες ψυχές μας με αγάπη και καλοσύνη για όλη την πλάση. Μας 'ξηγούσε για τον καλό σπόρο και πώς τον μασούμε πρώτα για να δούμε αν είναι μεστωμένος κι ύστερα να τον σπείρουμε στη γη.
   - Κλαίει η γη και σείεται αν δε σηκώσει μεγάλα και χρυσαφένια στάχυα, να τη φοβούστε σαν την αντάρα τ' ουρανού και της θάλασσας, μας έλεγε ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής του και ανοίγοντας διάπλατα τα γαλάζια του μάτια.
   Ακόμη και ο μπέμπης που κοιμόταν σαν αγγελούδι στην ανάποδη του σαμαριού, ξυπνούσε και τα ’μπηγε. Η μάνα παρατούσε τον σποροσάκουλο να τον νανουρίσει πάλι με τα τζιτζίκια αντάμα. Μα τόσο που τη φοβόμασταν τη στιγμή 'κείνη και ούτε να την πατήσουμε δε θέλαμε, τρέχαμε όλα μαζί στο κάρο να κάτσουμε. Τον πατέρα τον έπιανε τότε μια χαρά, που τον τραβούσε πάλι στον ήλιο να ανοίξει καινούργια αυλάκια, να ορίσει την έκταση που θα όργωνε έως το σούρουπο. Ναι, χαιρόταν που πιστεύαμε τους λόγους του και τον κοιτούσαμε στα μάτια, όπως η γη τον ουρανό.
   Μα σαν νευρίαζε, τότε ήταν που κρυβόμασταν πίσω απ' τις φοράδες που κι αυτές έντρομες, όλο και ’κάναν πίσω βήματα. Και για να πω την αλήθεια, μόνο τρεις φορές τον θυμούμαι έτσι αγριεμένο, για τρία αλέτρια που ανά δύο χρόνια σάπιζαν απ' την υγρασία των νερών στο χώμα. Μετά 'γίναν άτρωτα στα χέρια του σιδερά. Είχε το δίκιο του, να περιμένει πάλι να λιγώσει το φεγγάρι, να κόψει τα πλατάνια και να τα πελεκήσει για να συνεχίσει το όργωμα.
   Και για να πω ακόμη μια ’λήθεια, τότε εμείς σηκώναμε πανήγυρο στο χωριό, με λεύτερα απ' τα ζυγάλευτρα τα φρόνιμα γαϊδουράκια, παρελάζαμε γύρω απ' τις κρύες βρύσες της πλατείας, ξεδιψώντας τον ήλιο στα καμένα μας πρόσωπα.

Εύα Λόλιου

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Τα κρυφά ακρογιάλια σου.


Άστρα, φιλιά, ήταν τα χείλη 
που πρώτη φορά ξεγύμνωσαν το φως 
κι έμειναν μάτια ορίζοντες γλυκοί
να τους βάψει ο ήλιος με το βασίλεμά του.
Αλμύρα κι ένα κορμί που σπαρταρά 
σαν άδειασε το βάρος της θύμησης 
κι έφερε η καρδιά βροχή απαλών συναισθημάτων. 
Κι όμως εκρήγνυνται μέσα τους η φωτιά 
και ξεπετιέται η αστραπή ενός απρόβλεπτου ουρανού 
πάνω στα στήθη που γελούν 
στο άγγιγμα των πόθων.
Άρωμα βανίλιας, ο αέρας μοσχοβολά νοσταλγία
μικρό παιδί που μάτωνε τα πόδια του στους δρόμους
έγινε τώρα βράχος αληθινός
μοιράζοντας τη σάρκα του παντού
κάθε φορά που η θάλασσα τού σκάει τα φιλιά 
με τα τρεμάμενα κύματά της.
"Έλα" προστάζει, "πρίγκιπά μου"
με φωνή ηλιόλουστη
"να σου δείξω τα κρυφά ακρογιαλιά μου".
"Εκεί θα κολυμπήσω τη νύχτα νεράιδα μου
για να διαβάσω όλες τις λέξεις 
από το σώμα σου στον άνεμο".

29/06/2016

Λάσκαρης Ζαράρης

"Πόσο κοστίζει τ' όνειρο;" της Εύας Λόλιου.





   Μιας δραχμής γιασεμιά, τόσο κοστίζει τ' όνειρο. Μέτρησα τα χρήματα στην τσέπη μου, ήταν πολλά περισσότερα. Αγόρασα μια μεγάλη πήλινη γλάστρα, φρέσκο χώμα και φύτεψα μέσα της ένα γιασεμί. Περιμένω να απλώσει τα κλαριά του στον Θεό, να πραγματώσει τα όνειρα μου. Κάθε πρωί πηγαίνω στο ποτάμι, κείνο στο χωριό που 'χω πεθυμήσει. Δροσίζεται η ψυχή μου κάτω απ' τα φουντωτά πλατάνια, δροσοσταλίδες γέρνουν απ' τις φυλλωσιές χαϊδεύοντας τρυφερά το πρόσωπο μου. Μαζεύω στις χούφτες μου το ποτάμι, ξαναβαφτίζομαι. Ανασαίνω το φως να γιομίσει η ψυχή μου χρωματιστές πεταλούδες, να πετάξω.    Ένα, δυο, τρία χελιδόνια ξεκουράζονται στο περβάζι του σπιτιού μου. Αχ, να έκτιζαν μια φωλιά, φέρνει την ευτυχία λένε. Φτιάχνω λάσπη με χώμα και νερό. Προσθέτω σκέψεις, πέντε γεννήματα της Άνοιξης, μια χελιδόνα να ξεχειλίζει το ράμφος της απ' αγάπη. Ψιλοκόβω μικρά σκουληκάκια, ανακατεύω. Στους δύσκολους καιρούς να χορτάσουν τη φωλιά τους κι ύστερα ας φύγουν.    Τέσσερα, πέντε, έξι χρόνια ελπίζω τη νόστο σου. Θέριεψε η ψυχή μου από όνειρα. Φώλιασαν τα πετάγματα για τα καλά στην καρδιά μου, πεταρίζει. Σιμά η γιορτή της Παναγιάς. Αρκετά σε περίμενα. Πέφτουν τα άνθη, στρώνουν ένα κάτασπρο μονοπάτι. Να ’ρθει η Παναγιά επίσκεψη, στο φτωχό σπιτικό μου.


Εύα Λόλιου.



Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

"Ερωτική εξομολόγηση", ένα ερωτικό αφήγημα της Εύας Λόλιου.




  
   Θέλω να ’μαι μαζί σου, βυθισμένη στο γαλάζιο σου πουκάμισο. Να γέρνει η όσφρηση μου στο καρφιτσωμένο γιασεμί της ψυχής σου, πώς μοσχοβολάς... στραγγίζουν τα άνθη όλου του κόσμου στη θάλασσα σου... Πέταλα κουβάλησε ο άνεμος στο σώμα σου, ολόφρεσκα άνθη των ρυακιών τα δώρισαν, για σένα. Γι’ αυτό σε αγαπώ, που σε κάθε μου βουτιά στο κορμί σου ανατριχιάζουν τα φυλλοκάρδια μου, καθαρίζει η ψυχή μου... μαργαριτάρια απλόχερα μού δώρισες να στολίσω τον ορφανό λαιμό μου. Σε αγαπώ που μ' αφήνεις να διαβώ τα σκοτεινά μονοπάτια σου, περήφανη για σένα σαν γέρνει ο λυπημένος ουρανός σου στους ώμους μου να κλάψει, να διαβάσω τα σημάδια του Θεού που μόνο σε σένα εμπιστεύτηκε, να μετρώ τις ψιχάλες στα άνθη της λεμονιάς του κήπου σου.
   Σε αγαπώ που αμέσως μετά ανατέλλεις χαμόγελα, σπέρνεις ελπίδες το πρωί στις αυλές, να γιομίζουνε άστρα τις νύχτες. Θέλω να ’μαι μαζί σου, μα δε μπορώ. Μα είσαι άγιος και φοβούμαι να το φωνάξω… δικός μου δε θα γίνεις ποτέ. Και γι' αυτό σε αγαπώ ακόμη περισσότερο, που η καρδιά σου είναι πλουμιστό βουνό, γεμάτο καρπούς κατάχαμα πεσμένους στην άμμο, να χορταίνεις την πείνα των ταξιδιάρικων πουλιών.
   Πώς να μη σε αγαπώ; Ποιος δε θα αγαπούσε έναν άγγελο που ξάπλωσε στις όχθες του βουνού τούτου, να τον πατούν τα πλάσματα του Θεού, να κολυμπούν στα γαλάζια πετάγματα του; Που απ' τα σωθικά σου καθάριες πηγές αναβλύζουν γάργαρα νερά να ξεδιψάς τις προσευχές;    Σε αγαπώ όσο κανένα άλλο κόσμο Άγιε Ιωάννη μου, βάρυνε η καρδιά μου που έφυγα από κοντά σου, γέμισε κάτασπρες πετρούλες του γιαλού σου. Στο γυρισμό μου γράμματα θα σκαλίσω πάνω τους, κοχύλια να γίνουν, να σου μιλήσουν για τον έρωτα μου....

Άγιος Ιωάννης, 27/06/2016
Εύα

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ΤΗΣ ΜΙΚΑΣ ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗ: "ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ".


Αιώνια μεταλαβιά


Περνώντας σαν σύννεφο πάνω από τις σκέψεις σου
τη λαχτάρα σου μοιράζομαι για ένα ηλιοβασίλεμα.
Ο ήλιος, χρυσαφένια καρφίτσα στα μαλλιά σου
χαϊδεύει το κύμα. Πορτοκαλένια θύμηση στη θάλασσα
που έσβηνε τα λόγια, λόγια ψιθυριστά ανέμου
που σε ταξιδεύει. Χωρίς ψυχή φωτιά και καρδιά καμίνι
κανείς πόθος δεν φτάνει το όνειρο.
Γι’ αυτό σε προτρέπω να απλώσεις
τις κομψές φτερούγες των μαλλιών σου
διαβάτης ο χρόνος που πόθησε ένα χαμένο φεγγάρι.
Δέσε στο κύμα μια ψυχή συγκινημένη
απόψε γνωρίζω πως είσαι κοριτσάκι
γιατί με την ευτυχία μεθάς και γίνεσαι αστέρι φωτεινό.
Ξέχνα για λίγο τη γυναίκα που πονά
καθώς κάποιο παράπονο, της τρώει το όνειρο.
Τώρα, στους χάρτες σου διαβάζεις
ό,τι χάθηκε στο παρελθόν.
Είναι νησιά παρθένα από τον άνθρωπο
μένει να κατακτήσεις αυτή την κρυφή ζωή
που παίρνει αιώνια μεταλαβιά από την αλμύρα και το πέλαγο.
Έρωτας και φιλία λεύτερα πουλιά στη δική σου αγκαλιά...

25/06/2016

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

Είναι καιρός αγαπητοί φίλοι λογοτέχνες και αναγνώστες, να σας αφιερώσω ένα ποίημά μου και να σας ευχηθώ ένα όμορφο καλοκαίρι, με αγάπη, όνειρα και αισιοδοξία. Τα ταξίδια του παρελθόντος δεν ξεχνιούνται αλλά και οι μέρες που περνούν δεν επιστρέφουν πίσω... Ζήστε τες όσο γίνεται ολοκληρωτικά!!!


Γυμνή αλήθεια.





Αυτή η θάλασσα, γυμνή αλήθεια, πνίγει τις στιγμές
το κύμα έρπει να φτάσει στις σπηλιές
όπου κατοικούν τα όνειρα και της αγάπης σπίθες.
Γυναίκα, το σεντόνι της αμαρτίας σού έστρωσα
κι ένας πνιγμός σου κι ένας ερωτικός σπασμός σου
από τα δόντια του αιώνιου πιάνεται
κι έτσι τρέφεται η ζωή που βγαίνει απ' το μηδενικό
γεννάς στα στήθη σου το φως
κι εγώ βυζαίνω τ' όνειρο από τη σάρκα σου... 

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

"Ερωτευμένη θάλασσα", ένα θαλασσινό διήγημα της Εύας Λόλιου.




   Χαράματα κινήσαμε για την καραβοστασιά πριν ακόμη ανατείλει ο ήλιος. Άυπνοι, απ' τα χθες νετέρναμε το παραγάδι, τριακόσια αγκίστρια, να δολώσουμε κεχριμπάρι γαριδούλα, ολόφρεσκια. Πίσω απ' τα σίδερα του λιμανιού ωρυόταν η θάλασσα, χτυπώντας αλύπητα τους κυματοθραύστες. Εγώ να παίζω με την οργή της, μου φέρνει γέλια ο θυμός.
   - Έλα και θα σε φάει σαν Λερναία Ύδρα, μην την περιγελάς, φώναζε ο κυρ Αντώνης.
   - Έμπα και μεγαλώνει το ρεστίο!
   Πηδώ στη βάρκα και πιάνω κουπί έως ότου τυλίξει το κορδόνι στη τροχαλία το αφεντικό. Πιάνομαι απ' το σχοινί στην πλώρη σαν παίρνει μπρος η μηχανή. Μα δεν τη φοβάμαι τούτη την αγριάδα της, χαϊδεύουν τα μουγκρητά τ' αυτί μου. Την αγαπώ την άτιμη πιότερο, την ερωτεύομαι παράφορα που χτυπά η καρδιά μου σαν τρελή. Παίζουμε σαν παιδιά, με μπουγελώνει, ανατριχιάζει η ψυχή μου απ' τη δροσιά της.
   Την παραμελώ μια στάλα, κάτασπρες γοργόνες με καλούν, άλαλοι σμιλεμένοι βράχοι σαν σειρήνες σαγηνεύουν τον ιππόκαμπο του μυαλού μου.
   - Όρτσα τα πανιά τ' ονείρου! φωνάζω στη θάλασσα. Σαλεύει περισσότερο από ζήλια, να με κάνει να κυλιστώ χάμω απ' τα γέλια.
   Το αφεντικό νευριάζει που τη θύμωσα τόσο. Με βρίζει παίρνοντας το πηδάλιο του γυρισμού προς το λιμάνι του Αι Γιάννη. Αποτρελάθηκε ο Γραίγος, σηκώνει βουνά να μας βυθίσει. Απαγκιάζουμε στη Νταμούχαρη, μα καταπίνω τα νευρικά χαχανητά μου μπρος το άγριο βλέμμα τ' αφεντικού. Σίγουρα θα με διώξει απ' τη δούλεψη του.
   - Αλαφροΐσκιωτε! μου φωνάζει φτύνοντας τον ιδρώτα τ' αυτιού του, μα το βλέμμα μου χάνεται στα ασημένια ξίφη του ήλιου που την αγγίζουν...

5/6/2016

Εύα Λόλιου

Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Εις ανήρ ομιλών από του βήματος


Περπατώντας σ’ αυτόν τον δρόμο
αναρωτιέμαι αν είμαι ο ίδιος…
δεν άλλαξαν μονάχα τα κτίρια
οι επιγραφές νιώθουν το μούδιασμα του σώματός μου
ένα σκούρο χρώμα ποτίζει την ψυχή
κι ένας αναστεναγμός είναι μικρός
για να γκρεμίσει την ασχήμια.
Απλώνοντας την παλάμη μου, χαϊδεύω τον ζητιάνο της γωνίας
αντίτιμο του κέρματος, του προσφέρω το φοβισμένο βλέμμα μου
ύστερα σβήνω ένα τσιγάρο πάνω στο βήμα, είμαι ανάγωγος
μην τάχα καταντήσω κι εγώ έρμαιο της τόσο προοδευτικής κοινωνίας μας
που ψάχνοντας λέξεις για να γεμίσω τον καίριο λόγο μου
κατέστρεψα την αλήθεια;
Κι ενώ είχα τη δυνατότητα να σας μιλήσω στοργικά
συνέλεξα όλα τα δυστυχή επιφωνήματα
που άκουσα σε μία μου μόνο περιήγηση
για να στήσω άγαλμα στη ντροπή.
Μην αντιδράσετε στις προθέσεις μου
λέγοντας πως το κόκκινο του προσώπου
χάνεται στο λευκό του μαρμάρου
άλλωστε και η αδιαφορία θαμπώνει
και η κοιμισμένη συνείδηση καμαρώνει στο βάθρο
ώστε να της υποκλίνονται οι νομοταγείς πολίτες
ντύνοντάς την, ω πολιτευτές, με το ένδυμα της σοφίας
με το φόρεμα του κέρδους ή με κάποιον άλλον περίτεχνο μανδύα.
Ω σοφοί πολιτευτές, ακόμη δεν ξέρω πού να απαγκιάσω
κι αν πρέπει να υπομείνω ή να επαναστατήσω
ίσως θα έπρεπε ν’ ανοίξω ένα βιβλίο ιστορίας
κι όπου χάθηκε αίμα ελληνικό να σας αφήσω
μήπως τυχόν συγκλονιστείτε από πνεύμα ελληνικό.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

"Γιαβρί μου", ένα ποίημα της Εύας Λόλιου, με το οποίο συμμετείχε στα προκριματικά των Δελφικών Αγώνων Ποίησης που διοργανώνει η Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών. Η άποψή μου είναι ότι το ποίημα αυτό αδικήθηκε με το να μην προκριθεί στα τελικά των αγώνων.



Αχ γιαβρί μου, με τις ξανθές μπούκλες στο μέτωπο
τις ανάλαφρες κορδέλες, τα φιογκάκια στα μαλλιά!
Πράσινες φωλίτσες τα βλέμματα σου
να μαζευτούν τα αγριοπούλια όλου του κόσμου.
Κι εκείνες οι καφετιές σκιές που σου χρωμάτισε ο θεός στα βλέφαρα
να φέρεις πάντα τη μελαγχολία.
Ποια χρώματα, μου ’δωσε η γη ετούτη
να βάψω τη γραμμένη γκρίζα μοίρα μας
να αλλάξω το ριζικό μας;
Μέσα απ’ τη φωτιά σ’ έσωσε η Παναγιά
στη νοτισμένη πάνα απ’ το γάλα της μάνας βγήκες ολόφρεσκια.
Γύρω σου καμένα δάση, τσουρουφλισμένα όνειρα
που έχασαν τα φτερά τους.
Και κείνο το κάστρο, φτιαγμένο απ' τα μασούρια των καπνών
πολιορκήθηκε απ' τους σερσερήδες.
Να έγειραν χείμαρροι τα κάλλη σου στα μπαλκόνια.
Να μη θυμάμαι την προδοσία!
Είναι μελανή και δύσκολα το σκοτωμένο αίμα ξεβάφει..
Τζιέρι μου θα μαγειρέψω για σένα τα χώματα, τα άνθη
τα δάση, τις θάλασσες, τους ουρανούς!
Εδώ που στέκεσαι ήσυχο ποταμάκι μου
θα γεμίσω τις όχθες σου με ρίζες
να φυτρώσουν πλουμιστά τα αμπέλια.
Να ’χω κι εγώ μια κληματαριά, τον ίσκιο σου να με δροσίζει
και μια συκιά με κόκκινους ζουμερούς καρπούς.
Τα αρρωστημένα σύκα, μουσμούλια θα ονομάσω
να γεμίσει η ζωή σου όμορφα δέντρα.
Εδώ που κάθεσαι πετραδάκι
ωκεανούς θα φέρω από πίσω σου.
Τα ξανθά μαλλιά σου να βάφουν χρυσαφένια τα νερά τους...

Εύα Λόλιου
 
29/5/2016.
 
Τον πίνακα ζωγράφισε ο παππούς της Αναστάσιος Χατζάρας, μοντέλο η μητέρα της μωρό και ο λόγος που εμπνεύστηκε το παραπάνω ποίημα...