Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

"Να σου χαμογελά η ζωή...", ένα χρονογράφημα της Εύας Λόλιου.


   Η ζωή είναι κακούργα και σκληρή και σκάει στα γέλια σαν βλέπει κάποιον να σκοντάφτει. Ναι, στέκεται στα περίπτερα, χαχανίζει ξεδιάντροπα, σαν να διαβάζει αστεία στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και κοιλιέται στους δρόμους. Ναι κοιλιέται γράφεται με "υ" ορθά, με "οι" το γράφω εγώ. Γιατί έχει μια μεγάλη κοιλιά, πρησμένη από κακοτράχαλα αστεία που τα σκορπά στο διάβα μας για να σκοντάψουμε. Μετά συγχωρήσεως, αερίζεται η ζωή. Κατεβάζει η ντροπή τα μάτια στη γη, καθώς κάποιος μάς προσπερνά και πιστεύει ότι ήταν δικές μας οι ρουκέτες...
    Κάποιοι επίσης γελούν αν πέσεις κάτω πατώντας μια μπανανόφλουδα ή φύγει στον ουρανό το χρωματιστό μπαλόνι του παιδιού μέσα σου. Άλλοι τρώνε πασατέμπο στα κιτρινισμένα παγκάκια τους, αφήνοντας κούφια τσόφλια στα πουλιά. Τα φωνάζουν "ψιτ ψιτ" και ξεκαρδίζονται με τα χαζά περιστέρια που ακούν και νιαουρίζουν σαν γάτες. Φορούν γραβάτες και μεγάλους πολιτικούς τίτλους. Στην μέση της πλατείας έχει ένα συντριβάνι και μέσα κάποια χρυσόψαρα θαρρούν για κοχύλια τα ριγμένα κέρματα...
    Σαν κάμπια ζεσταίνεται η ζωή μέσα μας, μέχρι να γίνει έντομο και να μας τσιμπήσει. Σαν αυγό με παγωμένο χαμόγελο στα χείλη χουχουλιάζει στον κόρφο μας, μέχρι να επωαστεί. Σαν τα παιδιά που όσο μας έχουν ανάγκη, μας αγαπούν, μα σαν ανοίξουν δικές τους φτερούγες σπάνια θυμούνται το κατώφλι του γηροκομείου. Κάθεσαι στο ωχρό παγκάκι με τους άλλους παππούδες, διαβάζεις μια εξίσου χλωμή εφημερίδα... Πρωτοσέλιδο ''Ο σκύλος που έφαγε το χαμόγελο του αφεντικού του!!!''' και πάλι γελάς, δεν ήταν ο δικός σου σκύλος... ακόμη πιστεύεις πως τα παιδιά σου δεν σε έφαγαν...
   Μα εσύ και εγώ αφήνουμε τα τραγούδια μας να κυλήσουν στα πεσμένα φύλλα, καθώς περπατούμε πιασμένοι απ' τα χέρια, σαν ανάλαφρη αύρα να τα παρασύρει και να τα στερεώσει στο παγωμένο δέντρο της δικής μας αυλής. Γυρνούμε στο σπίτι μας αποκαμωμένοι απ' την σκληράδα εκεί έξω, μα νέοι ακόμη. Οι ίδιοι γελάσαμε αρκετά με τα δικά τους γέλια μα κλάψαμε κιόλας μετά γιατί ... γελάσαμε...
    Ο σκύλος μας κουνά την ουρά χαρούμενος... Φιλιόμαστε, να ζεσταθούν τα όνειρα κρεμασμένα στα κλαριά. Είναι στείρα δαύτη η λεμονιά και μοιάζει με νεκρή μα ελπίζουμε στον δικό μας ήλιο να βγει απ' τα δικά μας χαμόγελα της καρδιάς, να τα μπολιάσει με φως και νερό, να βγάλει άνθη, καρπούς και νεογνές φωνούλες... που αργότερα θα γελούν ή θα χαμογελούν...

Εύα Λόλιου
 
15-1-2016

Ένα απόσπασμα από την νουβέλα: "Οι Απόκληροι" του Κώστα Γραμματικόπουλου, η οποία παρουσιάζεται στις 19 Ιανουαρίου 2017 στην Αθήνα.



 
   Τότε ο Λαέρτης είδε ένα παράξενο όνειρο που τον ανησύχησε πολύ.
    «Περπατούσε μόνος, χωρίς την Καστάνκα, σε μία πολυσύχναστη λεωφόρο της πόλης. Ήταν Κυριακή μεσημέρι και οι δρόμοι ήταν άδειοι. Αφηρημένος και ράθυμος χάζευε τις θλιβερές βιτρίνες των καταστημάτων, με την απούλητη πραμάτεια τους, τα ελάχιστα νεοκλασικά κτίρια, όαση στην ψυχή του, τις καφετέριες με τους μοναχικούς πελάτες και μια εφημερίδα συντροφιά, τους περαστικούς με τα κατσουφιασμένα πρόσωπα και τα άδεια λεωφορεία. Ασυναίσθητα, γύρισε το κεφάλι του δεξιά και είδε στον τοίχο ένα σύνθημα, με το αναρχικό λογότυπο από κάτω : ΣΚΑΣΕ ΚΑΙ ΓΙΟΡΤΑΖΕ.
    Πάγωσε για λίγα δευτερόλεπτα. Πόση αλήθεια, σκέφθηκε, πόση δύναμη κρύβουν μέσα τους αυτές οι δύο λεξούλες και ανάμεσά τους ένας μικρός, ταπεινός συμπλεκτικός σύνδεσμος να τις ενώνει. Συνέχισε να βαδίζει…
    Άξαφνα εμφανίστηκε μπροστά του μια τεράστια πλατεία, πλημμυρισμένη από χιλιάδες κόσμο και στη μέση ακριβώς, υπήρχε μια ξύλινη εξέδρα με μουσικούς να παίζουν δαιμονισμένα. Αλλά τι παράξενο! Η μουσική δεν ακουγόταν. Υπήρχαν άνθρωποι όλων των εθνικοτήτων και φυλών, λευκοί και έγχρωμοι, μικροί και μεγάλοι, γυναίκες με τα μωρά στην αγκαλιά τους, που λικνίζονταν στους ρυθμούς της μουσικής, έπιναν, αγκαλιάζονταν σε μία διονυσιακή μέθεξη, αλλά, μέσα σε μία εκκωφαντική σιωπή. Γιόρταζαν…
    Τότε ξαφνικά, ακούστηκε από μακριά ένας διαπεραστικός μακρόσυρτος ήχος που ολοένα και δυνάμωνε. Η μουσική σταμάτησε, οι άνθρωποι μαρμάρωσαν, τα πρόσωπα συννέφιασαν και όλοι άκουγαν με δέος τον ήχο. Πρέπει να κράτησε λίγο, ένα-δύο λεπτά, ώσπου έσβησε σιγά- σιγά, ακριβώς όπως είχε αρχίσει. Η γιορτή τελείωσε άδοξα. Οι άνθρωποι άρχισαν να διαλύονται και οι μουσικοί, αφού μάζεψαν τα όργανά τους, εγκατέλειψαν τη σκηνή. Η πλατεία ήταν πλέον άδεια…
    Άκουσε το επίμονο κλάξον ενός αυτοκινήτου, καθώς αφηρημένος πήγε να περάσει το φανάρι με κόκκινο και ένας οδηγός μέσα από το τζάμι άρχισε να χειρονομεί έντονα και να βρίζει. Έσκυψε το κεφάλι και δεν έβγαλε τσιμουδιά. Συνέχισε να περπατά…».
    Τότε ήταν που ξύπνησε ο Λαέρτης, αλαφιασμένος από το όνειρο. Την επόμενη μέρα το διηγήθηκε στον Θησέα, που τον άκουγε με περιέργεια.
    - Τι αλλόκοτο όνειρο, είπε, και αυτός ο ήχος τι ήταν Λαέρτη που χάλασε την γιορτή;
    - Ο ήχος, αγόρι μου, είναι το κακό. Το κακό που έρχεται από μακριά και μας βρίσκει απροετοίμαστους, είπε ο Λαέρτης και το πρόσωπό του σκοτείνιασε.
---------------------------------------
Κώστας Γραμματικόπουλος.

Τέσσερα ποιήματα του Παύλου Πολυχρονάκη.

ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΑΤΙΡΑ
 
ΟΙ ΑΣΠΡΕΣ ΜΕΡΕΣ
 
Τις πρόσφατες κακοκαιριές , με χιόνια και με πάγο
επείνασα κι ο άμοιρος δεν είχα τι να φάγω
και σαν ζητιάνος ταπεινός με λύπη και  αισχύνη
επήγα και εζήτησα του Τσίπρα ελεημοσύνη.
Κι αυτός μου είπε: Σάτυρε, απού σε κουμαντάρω,
δεν θα σου δώσω ούτε λεπτό αλλά και θα σου πάρω
γιατί δυο χρόνια άδικα, μαζί μου τα ΄χεις βάλει
και γράφεις ότι βράζετε όλοι σε ένα τσουκάλι
λες κι είσαστε οι Έλληνες σπόρος απο ραπάνι
κι εγώ της Χαλυβουργικής τεράστιο καζάνι.
Και παραπέρα προχωρείς και λες πως μαύρες μέρες
περνάτε μετά λόγου μου και ξαμολάς φοβέρες
κι ότι μ΄εμέ δεν πρόκειτε να δείτε άσπρη μέρα
κι ακόμα πως σας έριξα το σκάφος σας σε ξέρα.
Και δεν θωρρείς πως στις χιονιές η χώρα απ΄άκρη σ΄άκρη
ντύνεται στα ολόλευκα, κι η μέρα γίνεται άσπρη.
Και μόνο τον Δεκέμβριο ημέρες είδατε άσπρες
άλλοι εφτά κι άλλοι οχτώ, το ξέρουνε κι οι γλάστρες.
Και μόνο τον Ιανουάριο, στη φούρια του χειμώνα
δύο άσπρες μέρες είδατε, τσι πιο άσπρες του αιώνα.
 
Παύλος Πολυχρονάκης

 
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΥΧΤΑ
 
Αν σ’ όλα είσαι άτυχος, από το ριζικό σου
κι αν θεωρούν γρουσούζικο και το ποδαρικό σου,
φίλε, γρουσούζη κι άτυχε, μην τρέφεις αυταπάτες
ότι αυτά θ’ αλλάξουνε με κάποιες …. ξένες πλάτες∙
και μην πιστεύεις πως μπορεί ποτέ να καταφέρει
ο νέος χρόνος μόλις μπει, ρόδινα να στα φέρει
και κει που είσαι άτυχος,φτωχός και κακομοίρης
σε λίγη ώρα να βρεθείς, πλούσιος και καλομοίρης.
Γι’ αυτό την ύστατη νυχτιά, μην πας να παίξεις ζάρια,
μην πας να μπλέξεις στα χαρτιά, μην πεις ότι ποδάρια
έχει ο διάβολος πολλά κι ίσως να σπάσει ένα
και να πλουτίσεις στη στιγμή με τα λεφτά τα ξένα,
γιατί θα δεις ξεκάθαρα στο «πράσινο τραπέζι»,
πως επιμένει η τύχη σου, κι εδώ να σε … εμπαίζει!
Κι αν, ο χαμένος στα χαρτιά, σου’παν ότι κερδίζει
εις την αγάπη πάντοτε κι ο κόσμος το γνωρίζει
και πας να κάνεις πρόταση σ’ αυτή που’χεις στο μάτι
κι εκεί η ατυχία σου θα’ναι καραμπινάτη…
 

Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΑΣ

Η πιο μεγάλη αγκαλιά, αυτή είναι της γιαγιάς μας
κι ιδίως αν αυτή η γιαγιά, μάνα είναι της μαμάς μας.
Μέσα σ΄αυτήν πάντα χωρούν και στα γεράματά της
εγγόνια και δισέγγονα, τα τρεις φορές παιδιά της.
Ξενύχτησε και ξενυχτά εις το προσκέφαλό μας,
ταΐζει μας,  φροντίζει μας μοχθεί για το καλό μας.
Το μπιμπερό ξανάπιασε, μας λέει παραμύθια,
μας αγκαλιάζει με στοργή σφιχτά πάνω στα στήθια
Αν κινδυνεύουμε μπορεί τη θέση μας να πάρει
κι ούτε την πιο κουραστική δε μας αρνείται χάρη
Θέ μου! και να γινότανε ετούτη τη γιαγιά μας
να την κρατήσεις στη ζωή ως τα δισέγγονά μας
αλλά να είναι όρθια κι άξια να προσφέρει
τη γλύκα και την ομορφιά που μόνο εκείνη ξέρει.


ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ

Προσβεβλημένη
κι αγριεμένη
να γράψω οφείλω
κι ότι με σφάζει
και με πλαντάζει
να καταγγείλω.
 
Με πιάνει τρέλα
που ΄μαι κοπέλα
και για να βγάζω
τα προς το ζην μου
θεν το βρακί μου
να κατεβάζω
 
Μα εγώ σε βρώμους
και παρανόμους
δε θα ενδώσω
και το κορμί μου
και την τιμή μου
δε θα τους δώσω.
 
Στο νου μου βάνω
άλλο να κάνω
να΄χω να φάω.
Θα βρω παιδάκια
και γεροντάκια

ΒΡΑΒΕΥΣΗ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ Α.Π.Θ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ.




ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ
ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ Α.Π.Θ.
Μπρούφα 12, 546 41 Θεσσαλονίκη
Τηλ.& φαξ: 2310 888035
Ηλεκτρονική διεύθυνση: filologos1962@yahoo.gr
Ιστοσελίδα: www.philologos.gr

                                                                        Θεσσαλονίκη 28 Δεκεμβρίου 2016   

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

            Ανακοινώνουμε ότι ο Σύλλογος Αποφοίτων Φιλοσοφικής Σχολής Α.Π.Θ. «Φιλόλογος» βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών με Βραβείο της Τάξης Γραμμάτων και Καλών Τεχνών 2016  «για την αξιολογότατη επιστημονική και πολιτιστική δράση που αναπτύσσει στην πόλη της Θεσσαλονίκης». Το Βραβείο παρέλαβε ο Πρόεδρος του Συλλόγου κ. Γιάννης Τζανής την Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016, στην πανηγυρική συνεδρίαση της Ακαδημίας κατά την οποία απονεμήθηκαν τα ετήσια βραβεία της.
            Ευχαριστούμε τους εισηγητές και την ολομέλεια της Ακαδημίας για την ύψιστη τιμή και υποσχόμαστε να συνεχίσουμε τη δράση και την προσφορά με τον ίδιο ζήλο.
            Το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου αποφάσισε ομόφωνα να αφιερώσει το Βραβείο στον αείμνηστο Χρίστο Τσολάκη,  Πρόεδρο επί 16 χρόνια, και σε όλους και όλες που, από το 1962  μέχρι σήμερα, με τη συμμετοχή τους στις δράσεις, στα προγράμματα και στο περιοδικό «Φιλόλογος», συνέβαλαν στη μεγάλη προσφορά του, η οποία αναγνωρίστηκε και βραβεύτηκε από το ανώτατο πνευματικό ίδρυμα της χώρας μας.
            Για το νέο έτος 2017 ευχόμαστε σε όλους και όλες υγεία, προκοπή, ειρήνη δημιουργικότητα και αισιοδοξία, στην πατρίδα μας να ξεπεράσει τα προβλήματά της και σε όσους ασχολούνται με την πολιτιστική προσφορά κουράγιο και επιτυχίες.

   Ο Πρόεδρος                 Η Αντιπρόεδρος                    Η Γενική Γραμματέας              Ο Ταμίας

Γιάννης Τζανής       Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη      Ευρώπη Παπαδοπούλου     Πέτρος Μπέσπαρης

Τα μέλη:
Κάτια Κιλεσοπούλου, Μιχάλης Μπακογιάννης,  Ελένη Χειμαριού


Έναρξη λειτουργίας της Ψηφιακής Βιβλιοθήκης «Πηνελόπη Δέλτα» (http://www.taexeiola.gr/pinelopidelta/).


Η βιβλιοθήκη δημιουργήθηκε προς τιμήν της Πηνελόπης Δέλτα και θα φιλοξενήσει σταδιακά όλα τα έργα της σπουδαίας Ελληνίδας συγγραφέως, μέσα από προσεγμένες ψηφιακές εκδόσεις βιβλίων, που θα μπορεί ο αναγνώστης να διαβάζει online, να κατεβάζει και να εκτυπώνει εντελώς ελεύθερα και νόμιμα. Επίσης θα προστεθούν κείμενα, εργασίες και βίντεο με αναλύσεις καθώς και βιογραφικά στοιχεία.

Η Πηνελόπη Δέλτα έγραψε κυρίως λογοτεχνία για παιδιά (διηγήματα, ιστορικά αφηγήματα, παραμύθια), καθώς και μελετήματα που αφορούσαν παιδαγωγικά και εκπαιδευτικά ζητήματα. Τα κείμενά της είναι γραμμένα σε απλή νεοελληνική γλώσσα, είναι κατανοητά και διδακτικά.

Για αρχή η βιβλιοθήκη φιλοξενεί τρία πολύ αγαπημένα βιβλία της συγγραφέως: «ΤΡΕΛΑΝΤΩΝΗΣ», «ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ» και «ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ».

Τα ψηφιακά βιβλία διατίθενται ελεύθερα προς κάθε χρήση. Το αντίτιμο για όσους το επιθυμούν είναι, στις δύσκολες εποχές που περνάμε, να βοηθούν τους γύρω τους με όποιον τρόπο μπορούν.

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

ΚΟΠΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΗΣ ΠΙΤΑΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ.


Δεν ξεχνάει αυτό το χέρι...


Δεν ξεχνάει αυτό το χέρι...
η ανάμνηση του σώματος το παιδεύει,
ο καρπός αναδύει το άρωμά σου.
Ήταν χορός που ένωνε ψυχές
και οι ανάσες πλήθαιναν στιγμές ιδανικές,
στιγμές ονείρου με κινήσεις βλεμμάτων.
Ποια μουσική ταξίδεψε μακριά...
όταν το μυαλό την αναζητά με νοσταλγία...
μόνο εκεί που φούντωνε η αγάπη
και οι φράσεις ομόρφαιναν το ίδιο το φιλί,
την ίδια αγκαλιά.
Δεν ξεχνάει αυτό το χέρι...
που δεν δείλιασε ποτέ να σε μαγέψει,
δεν ξεχνούν τα μάτια τη στοργή,
να ταξιδεύουν ακόμη στο δικό σου το κορμί,
σαν κύματα που έρωτας τα στέλνει
και πνίγει την θυμωμένη λογική.

11/01/2017

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Έσβησα τα φώτα βιαστικά...

Ό,τι επιπλέει δεν είναι βαρύ, δεν έχει τις προϋποθέσεις να κερδίσει τα μυστικά του βυθού... 


Έσβησα τα φώτα βιαστικά,
πέρασε ένα όνειρο κρυφά
κι είπα να το δω για τελευταία φορά...
Το έντυσα με αγνά και αληθινά συναισθήματα,
φεύγοντας πήγε να μαζέψει ελπίδες μες στα μάτια σου,
μα έμεινε για λίγο να κοιτά
στους τοίχους τα σπασμένα του φτερά,
χρώματα περαστικά
έβαψαν την καρδιά σκοτάδια.
Είδα το θέατρο σκιών μπροστά μου
μέχρι ο πόθος να κρυφτεί στα σωθικά του...
μέχρι τα συναισθήματα να απλωθούν,
να γίνουν κουρέλια του ιδανικού
άφταστου έρωτά μου.

09/01/2017

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Ημερολόγιο εφηβικού έρωτος.





Τρίτη, 17 Μαίου 1987

   Η καθηγήτρια των Γαλλικών τρέφει μια αγνή συμπάθεια για μένα. Ήδη, την έχω ξαφνιάσει πολλές φορές γιατί χωρίς να είμαι αρκετά δραστήριος στην τάξη, όποτε με ρωτά κάτι, της απαντώ πάντα σωστά. Στα τεστ, συνήθως αριστεύω.
   «Ήρεμη δύναμη» με αποκαλεί και χαμογελά.
   Εκτός όμως από τις άριστες γνώσεις της στη Γαλλική γλώσσα, φροντίζει να ντύνεται και πολύ κομψά. Πραγματική Γαλλίδα στους τρόπους και ευγενείς! («ο, η ευγενής», φωνάζει ο Πετροκαλαμίδας ο φιλόλογος, «πότε θα μάθεις να εκφράζεσαι ορθώς παιδί μου;».
   Τελικά, το συζήτησα με τον Μίλτο, ότι αυτή η γυναίκα που είναι δέκα χρόνια μεγαλύτερή μου έχει κάτι που με ελκύει απίστευτα. Ο Μίλτος, μου απάντησε ότι η αδελφή του που είναι μικρότερη σε ηλικία από εκείνον, είναι ερωτευμένη με τον φιλόλογο της τάξης. Γενικά, πρέπει να συμβαίνει κάτι παράξενο στα σχολεία και οι μαθητές ερωτεύονται τους καθηγητές ή το αντίστροφο. Λέει ότι η αδελφή του ξετρελάθηκε με το μουστάκι του φιλολόγου και όταν εκνευρίζεται αρχίζει να το τρίβει και να το ισιώνει αμήχανα.
   Την πρώτη φορά που η Άρτεμις, η καθηγήτρια των Γαλλικών, φόρεσε κοντή φούστα, τα παιδιά της πρώτης σειράς των θρανίων άρχισαν ξαφνικά να χάνουν τα κέρματά τους. Τους έπεφταν κάτω και έσκυβαν να τα πάρουν, γιατί όχι ότι δεν θα έτρωγαν τυρόπιτα, αλλά «φάτε μάτια ψάρια», που λέει κι ο σοφός λαός μας.
   Εγώ δεν είχα υποπτευθεί κάτι, αν και η Ζώζη, μου έριχνε συνεχώς μπηχτές:
   «Δυο πράσινα μάτια, χαμένα στο πέλαγος του ντεκολτέ…».
   Η άσχετη, νόμιζε ότι ήμουνα λιγούρης. Αντιθέτως, ήμουν τόσο αφοσιωμένος στο διάβασμα για τις πανελλαδικές εξετάσεις, που δεν μπορούσα να παρεξηγήσω τα συχνά σούρτα φέρτα στη γαλαρία της τάξης της professeur Artemis. Ή όταν περνούσε το χέρι της πάνω στον λαιμό μου και με χάιδευε ή όταν έλεγε ενθουσιασμένη δίνοντας μου χαστουκάκι στο μάγουλο:   
   «Mon garçon, tu es très gentil et poli».
   Ώσπου, την Τρίτη, 17 Μαΐου 1987, οι προθέσεις της αποκαλύφθηκαν, αφού προηγουμένως, μου ζήτησε να μιλήσουμε ιδιαιτέρως όταν θα άδειαζε η αίθουσα από τα παιδιά στο διάλλειμα. Ήθελε να με πληροφορήσει ποιο σχολείο είχε οριστεί για να δώσω εξετάσεις στο ειδικό μάθημα της δέσμης, τα Γαλλικά. Γι’ αυτόν τον λόγο, έπρεπε να ταξιδέψω στη Θεσσαλονίκη. Κι η Άρτεμις με τη γλυκιά, χαριτωμένη φωνή της, μου πρότεινε το εξής:
   «Βασίζω πολλά σε σένα παιδί μου, δεν θέλω να με απογοητεύσεις! Τι θα έλεγες να πηγαίναμε μαζί στη Θεσσαλονίκη και να μέναμε μαζί την προηγούμενη μέρα των εξετάσεων; Αν γινόταν αυτό, θα συντελούσε θετικά στην ψυχολογία σου. Θα σου έκανα μια τελευταία επανάληψη (μου φάνηκε ότι έκλεισε και το μάτι της την ώρα που το έλεγε), για να είσαι καλύτερα προετοιμασμένος».
   Παίδεψα μέσα μου αρκετά την απάντηση πριν την εκστομίσω. Αυτή η γυναίκα άρχισε να με φοβίζει. Με είχε λούσει κρύος ιδρώτας… Όμως τόλμησα και την εκστόμισα ορθά-κοφτά:
   «Στη Θεσσαλονίκη θα πάω με την μητέρα μου!!!».
   Είδα καθαρά μέσα στα μάτια της την απογοήτευση. Έσκυψε το κεφάλι της και βρήκα την ευκαιρία να γλιστρήσω έξω από την τάξη, στο προαύλιο. Το μυαλό μου όμως ήταν ακόμη θολό και η μύτη μου μύριζε για αρκετές ώρες ακόμη το άρωμά της…

15/12/2016

Λάσκαρης Π. Ζαράρης 
  

Νόστος.



   Στον δρόμο υπήρχε μια πινακίδα, μα ήταν στραμμένη με τέτοιον τρόπο που δεν ήξερες αν έπρεπε να ακολουθήσεις την πορεία σου ή να στρίψεις αριστερά.
   «Ομορφοχώρι» με ξεθωριασμένα γράμματα, σαν τα χρόνια που είχαν ξεθυμάνει στη μνήμη και ήταν αδύνατον να θυμηθώ κάποιον άνθρωπο του χωριού ή κάποια σημαδιακή κατάσταση που μ’ έκανε να χαρώ ή να λυπηθώ.
   Παίρνοντας την στροφή αριστερά και προχωρώντας με ανυπομονησία, δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου σε ό,τι έβλεπα. Άνθρωποι με αλλοιωμένα χαρακτηριστικά και παραμορφωμένα πρόσωπα κυκλοφορούσαν στους δρόμους, ώστε δεν μπορούσες να διακρίνεις κανένα συναίσθημα πάνω τους. Προσευχόμουν στον Θεό, μήπως και με αναγνωρίσει κάποιος από τους παιδικούς μου φίλους, με αγκαλιάσει αδελφικά και με οδηγήσει στην ταβέρνα του χωριού να τα πιούμε και να θυμηθούμε τα παλιά. Αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ ποιος ακριβώς ήμουν τώρα, πώς με λέγαν άραγε; Πέτρο, Θωμά ή Θανάση;
   Ώσπου με πλησίασε μια γυναίκα, πάρα πολύ άσχημη, κι έδειχνε ότι με περίμενε λέγοντας: «επιτέλους ήρθες!». Άρχισε να μου εξηγεί έναν παράξενο μύθο, ότι δηλαδή όποιος θα γυρνούσε στην πατρίδα του μετά από πολλά χρόνια αφήνοντας μόνους τον πατέρα και την μάνα του, θα αντίκριζε την ασχήμια των προσώπων όλων των συγχωριανών του.
   «Πού είναι ο πατέρας μου και η μάνα μου;» ρώτησα απελπισμένα.
   «Έλα να σου δείξω» απάντησε εκείνη και με πήρε απ’ το χέρι και με οδήγησε σ’ ένα σπίτι στην άκρη του χωριού.
   Χτύπησε την ξύλινη πόρτα με το ρόπτρο και άνοιξε μια γερασμένη γυναίκα που ίσα κρατιόταν στα πόδια της.
   «Σε ευχαριστώ Αλεξάνδρα» είπε και μ’ ένα νεύμα, της έκανε να καταλάβει ότι έπρεπε να κλείσει την πόρτα πίσω της και να αφήσει να εκτυλιχτεί μυστικά μια τρυφερή οικογενειακή ζωή.
   Η μάνα μου με πήρε αγκαλιά και λύθηκε σε κλάματα, αλλά δεν μπορούσα να την αναγνωρίσω, ούτε το χάδι της μου θύμιζε κάτι… Μου έφερε και φωτογραφίες να μου δείξει ποιος ήμουν, μα και πάλι αν και του έμοιαζα του ανθρώπου αυτού που έβλεπα, αισθανόμουν πως ήμουν πολύ διαφορετικός του. Με πλησίασε κι ο πατέρας μου και φώναξε: «Διονύση, ξέχασες που έσπασες το πόδι σου μια φορά κουτρουβαλώντας την σκάλα;».
   «Ας τον να ξεκουραστεί» του είπε η μάνα μου και αύριο το πρωί βλέπουμε τι θα κάνουμε… ή φέρνουμε τον παπά να τον διαβάσει ή τον γιατρό να τον εξετάσει».
   Ανέβηκα τα σκαλιά που οδηγούσαν στην πάνω κρεβατοκάμαρα και άρχιζα να την περιεργάζομαι εξονυχιστικά. Άνοιξα ένα μπαούλο, έχωσα τα χέρια μου ανάμεσα από φωτογραφίες, κειμήλια της οικογένειας και χρυσαφικά. Βρήκα ένα κιτρινισμένο χαρτί. Τα γράμματα ξεχώριζαν καθαρά: «Ληξιαρχική πράξη θανάτου, ο Διονύσης Κεντάκης απόθνησκε στις 21 Φεβρουαρίου του 1973, δολοφονηθείς υπό άγνωστου αντρός, που εισέβαλλε εν μέσω της νυχτός εις την οικία των γονιών του, εικοσιπενταετής νέος».
   Σύμφωνα με αυτό το έγγραφο, εγώ δεν υπήρχα καν, και γιατί έπρεπε να υποδυθώ ένα πρόσωπο που δεν υπήρχε τώρα στη ζωή; Ένα σημείωμα, στην άκρη του κομοδίνου, με έβγαλε από τις αδιέξοδες σκέψεις:
   «Από σήμερα αγαπητέ φίλε μου είσαι ο Διονύσης Κεντάκης, κάτω από το μαξιλάρι θα βρεις ένα βιβλίο με τη βιογραφία μου και οδηγίες με το τι πρέπει να κάνεις από τώρα και στο εξής… Τα αρχεία της κοινότητας καταστράφηκαν μετά την μεγάλη πυρκαγιά του 1982. Όλοι στο χωριό πιστεύουν ότι δεν πέθανα και έφυγα μετανάστης στο εξωτερικό…».
   Εκείνη τη στιγμή άκουσα ένα σφύριγμα ανέμου κι ένιωσα ταυτόχρονα την κουρτίνα να κινείται. Το παράθυρο ήταν κλειστό. Άνοιξα τα ξύλινα παραθυρόφυλλα, τα φύλλα της μουριάς κάτω στην αυλή ήταν ασάλευτα. Άπνοια, η μέρα προοιωνιζόταν αρκετά ζεστή…   

18/04/2016

Λάσκαρης Π. Ζαράρης                                

ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΕΠΙΔΕΙΝΩΣΗΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΙΚΩΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΩΝ ΣΤΗ ΛΑΜΙΑ, Η ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΕΝΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ ΒΛΑΧΟΥ ''ΜΥΧΙΟΘΗΚΗ'' ΚΑΙ ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΗΣ ΟΜΟΤΙΤΛΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΕΡΓΩΝ, ΑΝΑΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 13 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2017 ΚΑΙ ΩΡΑ 19:00.



Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Καλή Χρονιά από το Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης. Το 2017 να έχει μόνο αγάπη και ζεστασιά στις καρδιές μας!


Ευχές για το καινούργιο έτος από την αγαπημένη Ένωση Λογοτεχνών, η οποία είχε να επιδείξει στο έτος που έφυγε, τεράστιο έργο στους τομείς των γραμμάτων και των τεχνών με ποικίλες εκδηλώσεις.


"Μια στιγμή στον άνεμο" του Τάσου Λειβαδίτη.

Δόθηκα στα πιο μεγάλα ιδανικά, μετά τ' απαρνήθηκα
και τους ξαναδόθηκα ακόμα πιό ασυγκράτητα.

τι να πει κανείς όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός
και τα μάτια σου τόσο μεγάλα

Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή

Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα. Και τότε όλα τα βράδια
κι όλα τα τραγούδια θα΄ναι δικά μας

τα μάτια μας θα ζήσουνε και πέρα από το θάνατό μας
για να κλαίνε

θα σ' ακούω σαν τον τυφλό που κλαίει, ακούγοντας μακριά
τη βουή μιας μεγάλης γιορτής

"Aύριο", λές, και μέσα σ' αυτήν τη μικρή αναβολή
παραμονεύει ολόκληρο το πελώριο ποτέ

σ' αναζητάω σαν τον τυφλό που ψάχνει να βρει
το πόμολο της πόρτας σ' ένα σπίτι που΄πιασε φωτιά

σαν τον τρελό που, κλειδωμένος στο κελί του,
ζωγράφισε στον τοίχο μια πόρτα κι έφυγε

ίσως όταν ξαναϊδωθούμε να μην ξέρει πιά καθόλου ο ένας τον άλλον.
Eτσι που επιτέλους να μπορέσουμε να γνωριστούμε

οι πιό ωραίες ιστορίες θα ειπωθούν για μας
όταν δε θα 'ναι πιά κανείς να τις ακούσει

Kι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον
είμαστε κιόλας νεκροί

η σιωπή κάνει τον κόσμο πιό μεγάλο, η θλίψη πιό δίκαιο...


Oλόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός ονείρου
μέσα σε ένα άλλο όνειρο

κι η παιδικότητα: ένα ουράνιο σχόλιο στο αίνιγμα να υπάρχουμε

όταν ένα παιδί κοιτάει μ' έκσταση το δειλινό,
είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον

Oταν λές: μισώ, ο πρώτος φόνος του κόσμου
ξαναγίνεται μέσα σου

Γι αυτό σου λέω.. μην κοιμάσαι ! είναι επικίνδυνο..
μην ξυπνάς ! Θα μετανιώσεις..