Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019

Η βροχή.



Η βροχή μού θυμίζει άλλες εποχές, όταν με τα τετράδια και τα βιβλία στα χέρια ξεχυνόμουν στους δρόμους για να απολαύσω την ιεροτελεστία της σταγόνας. Ένιωθα πάντα πιο όμορφα με τη συντροφιά της υγρασίας, σαν να μαλάκωνε η ψυχή και με πλημμύριζε η γαλήνη, ακόμη και οι σκέψεις γινόντουσαν πιο υποφερτές. Οι άνθρωποι σκυμμένοι ή προστατευμένοι κάτω απ' τις ομπρέλες τους, μ' έκαναν να μαντεύω τη ζωή τους μέσα από τον τρόπο που περπατούσαν, μ' έκαναν να τους βλέπω μέσα από ένα θολό τσάμι που τα εξιδανίκευε όλα. Δεν υποψιαζόμουν καν τον πόνο, τις πληγές, τις προδοσίες, τη διάψευση των ονείρων... όλα αυτά που πέφτουν βαριά στα κεφάλια των ενηλίκων, πείρα ζωής και ταυτόχρονα απόπειρα φυγής. Δεν ήταν λίγες οι φορές που πίστευα πως η βροχή είναι το δάκρυ του Θεού για τις αμαρτίες των ανθρώπων και για την πτώση των αγγέλων.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Σάββατο 16 Ιουλίου 2016

"Πόσο κοστίζει τ' όνειρο;" της Εύας Λόλιου.





   Μιας δραχμής γιασεμιά, τόσο κοστίζει τ' όνειρο. Μέτρησα τα χρήματα στην τσέπη μου, ήταν πολλά περισσότερα. Αγόρασα μια μεγάλη πήλινη γλάστρα, φρέσκο χώμα και φύτεψα μέσα της ένα γιασεμί. Περιμένω να απλώσει τα κλαριά του στον Θεό, να πραγματώσει τα όνειρα μου. Κάθε πρωί πηγαίνω στο ποτάμι, κείνο στο χωριό που 'χω πεθυμήσει. Δροσίζεται η ψυχή μου κάτω απ' τα φουντωτά πλατάνια, δροσοσταλίδες γέρνουν απ' τις φυλλωσιές χαϊδεύοντας τρυφερά το πρόσωπο μου. Μαζεύω στις χούφτες μου το ποτάμι, ξαναβαφτίζομαι. Ανασαίνω το φως να γιομίσει η ψυχή μου χρωματιστές πεταλούδες, να πετάξω.    Ένα, δυο, τρία χελιδόνια ξεκουράζονται στο περβάζι του σπιτιού μου. Αχ, να έκτιζαν μια φωλιά, φέρνει την ευτυχία λένε. Φτιάχνω λάσπη με χώμα και νερό. Προσθέτω σκέψεις, πέντε γεννήματα της Άνοιξης, μια χελιδόνα να ξεχειλίζει το ράμφος της απ' αγάπη. Ψιλοκόβω μικρά σκουληκάκια, ανακατεύω. Στους δύσκολους καιρούς να χορτάσουν τη φωλιά τους κι ύστερα ας φύγουν.    Τέσσερα, πέντε, έξι χρόνια ελπίζω τη νόστο σου. Θέριεψε η ψυχή μου από όνειρα. Φώλιασαν τα πετάγματα για τα καλά στην καρδιά μου, πεταρίζει. Σιμά η γιορτή της Παναγιάς. Αρκετά σε περίμενα. Πέφτουν τα άνθη, στρώνουν ένα κάτασπρο μονοπάτι. Να ’ρθει η Παναγιά επίσκεψη, στο φτωχό σπιτικό μου.


Εύα Λόλιου.



Τρίτη 28 Ιουνίου 2016

"Ερωτική εξομολόγηση", ένα ερωτικό αφήγημα της Εύας Λόλιου.




  
   Θέλω να ’μαι μαζί σου, βυθισμένη στο γαλάζιο σου πουκάμισο. Να γέρνει η όσφρηση μου στο καρφιτσωμένο γιασεμί της ψυχής σου, πώς μοσχοβολάς... στραγγίζουν τα άνθη όλου του κόσμου στη θάλασσα σου... Πέταλα κουβάλησε ο άνεμος στο σώμα σου, ολόφρεσκα άνθη των ρυακιών τα δώρισαν, για σένα. Γι’ αυτό σε αγαπώ, που σε κάθε μου βουτιά στο κορμί σου ανατριχιάζουν τα φυλλοκάρδια μου, καθαρίζει η ψυχή μου... μαργαριτάρια απλόχερα μού δώρισες να στολίσω τον ορφανό λαιμό μου. Σε αγαπώ που μ' αφήνεις να διαβώ τα σκοτεινά μονοπάτια σου, περήφανη για σένα σαν γέρνει ο λυπημένος ουρανός σου στους ώμους μου να κλάψει, να διαβάσω τα σημάδια του Θεού που μόνο σε σένα εμπιστεύτηκε, να μετρώ τις ψιχάλες στα άνθη της λεμονιάς του κήπου σου.
   Σε αγαπώ που αμέσως μετά ανατέλλεις χαμόγελα, σπέρνεις ελπίδες το πρωί στις αυλές, να γιομίζουνε άστρα τις νύχτες. Θέλω να ’μαι μαζί σου, μα δε μπορώ. Μα είσαι άγιος και φοβούμαι να το φωνάξω… δικός μου δε θα γίνεις ποτέ. Και γι' αυτό σε αγαπώ ακόμη περισσότερο, που η καρδιά σου είναι πλουμιστό βουνό, γεμάτο καρπούς κατάχαμα πεσμένους στην άμμο, να χορταίνεις την πείνα των ταξιδιάρικων πουλιών.
   Πώς να μη σε αγαπώ; Ποιος δε θα αγαπούσε έναν άγγελο που ξάπλωσε στις όχθες του βουνού τούτου, να τον πατούν τα πλάσματα του Θεού, να κολυμπούν στα γαλάζια πετάγματα του; Που απ' τα σωθικά σου καθάριες πηγές αναβλύζουν γάργαρα νερά να ξεδιψάς τις προσευχές;    Σε αγαπώ όσο κανένα άλλο κόσμο Άγιε Ιωάννη μου, βάρυνε η καρδιά μου που έφυγα από κοντά σου, γέμισε κάτασπρες πετρούλες του γιαλού σου. Στο γυρισμό μου γράμματα θα σκαλίσω πάνω τους, κοχύλια να γίνουν, να σου μιλήσουν για τον έρωτα μου....

Άγιος Ιωάννης, 27/06/2016
Εύα

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

"Ο όρκος" της Εύας Λόλιου.




   Τον αγαπούσα πριν ακόμη δω το φως του κόσμου. Ήταν αυτός που με γέννησε και μύριζε ο ιδρώτας του σαν τον δικό μου, έσταζε τσάγια γιασεμιά να χαλαρώνει ο νους μου. Ποτέ δεν είδα άλλη ψυχή, φανερωμένη σε βλέμμα, να λαχταρά την αγκαλιά της δικής μου. Μέσα της ξετυλιγόταν ο παράδεισος, σαν δώρο αγάπης στα έρημα περιβόλια μου. Άνθιζαν αμυγδαλιές στα αγγίγματα, αρώματα ανεξίτηλα έβαφαν τους λευκούς ανθούς. Τρέχαμε σαν παιδιά στα ηλιοβασιλέματα, να πιάσουμε το όνειρο. Μα κλαίγαμε κάθε φορά που χανόταν ο ήλιος πίσω από τις σκληρές σκιές του αποχωρισμού.
   Κάθε που ξημέρωνε ανάβαμε προσευχές σε ταπεινά ξωκλήσια. Φορούσα τα λευκά μου δίπλα στο λευκό μαντήλι με το μονόγραμμα του έρωτα. Αγκαλιαζόμασταν στις εικόνες, να δουν οι άγιοι την αγνότητα της αγάπης. Οι φίλοι μας τα σπουργίτια τιτίβιζαν στις κορυφές του ιερού δέντρου. Στα κλαριά του κρέμονταν δυο ασημένιες βέρες. Λαμπύριζε η σελήνη στους συρμάτινους όρκους. Υπόσχεση αντάμωσης σε μια άλλη ζωή...

2/2/2016  Εύα Λόλιου.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

"Αγαθήν Μούσα", ένα όμορφο ερωτικό αφήγημα της Εύας Λόλιου.


   Τα μάτια σου είχαν το χρώμα του πρωινού μετά από μία μπόρα. Δακρυσμένα τα κιτρινοπράσινα πέταλα του άνθους τους, καθάρια, λυτρωμένα από όποια κακία του κόσμου τούτου. Ατόφια. Διεσταλμένες οι κόρες, μπροστά στον Θεό του έρωτα. Να με κοιτούν, να κολυμπώ στην κρυστάλλινη λίμνη τους, καθαρίζοντας τη συνείδηση μου. Γιατί εγώ αγάπησα τα μάτια, το μυαλό, την καρδιά της ψυχής σου. Σε μαγικούς δρόμους κάλπασα με τα ασημένια φτερά του Πήγασου,  χορευτή της υπέρτατης θεότητος σου.
   Δεν μπόρεσα να εξηγήσω τη λύπη σου στην άγνοια της νύχτας, χαϊδεύοντας με τα δάκρυα μου την αγαλματένια μορφή σου. Και έπιασα τον εαυτό μου να ψάχνει μέσα του την ευθύνη ενός παιδικού τραύματος, αιτία κρυφή, για κάποια κουβέντα που σου είπα ή κάτι που παρέλειψα να κάνω για σένα.
   Πολλές φορές αναρωτήθηκα, γιατί αυτό το λουλούδι με τα πύρινα άνθη, ο έρωτας, δεν αντέχει τις χαμηλές θερμοκρασίες της καρδιά σου. Σαν μέδουσα ήσουν χρόνια μόνη, χωρίς παλμό στην άβυσσο του σύμπαντος. Εγώ ν’ ακολουθώ το κύμβαλο της ψυχής σου, αντίλαλο στο χρυσαφένιο φεγγάρι, να μη σε χάσω.
   Πόσο υπέροχη θα ήταν η ζωή, αν τις ώρες που ένιωθα μοναξιά μ’ έπαιρνε ένα άγνωστο κύμα και με απόθετε σε μια ζεστή αγκαλιά που δεν είχα φανταστεί πως θα έμοιαζε με εξωτικό νησί, όνειρο θαλασσινό.
   Πόσο υπέροχη θα ήταν η ζωή αν ήσουν αληθινή, μούσα της έμπνευσης μου.... 


Εύα Λόλιου

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

"Κλεμμένη αγάπη", ένα όμορφο ερωτικό αφήγημα της Εύας Λόλιου.




   Καβαλάρηδες αρπαγής μιας αγάπης ιππεύουν μαύρες σκέψεις, μεγάλους φτερωτούς άκαρδους αγγέλους. Ποθούν, αγαπούν, πονούν πολύ τα κλεμμένα σώματα απ’ τα παλάτια της Χρυσής Αμμουδιάς. Καντάδες όπλα κέρδισαν απόλυτα τον έρωτα των ψυχών τους, αφήνοντας πίσω τους την τρικυμία να σβήσει παλιούς όρκους.
   Φιλιούνται με χάδια κάτω από τον έναστρο ουρανό, ρίχνοντας ένα ένα τα αστέρια, να μην τους χωρίσει ποτέ το χέρι του θανάτου. Μάτια που αγγίζονται, κλαίνε γοερά από τους φόβους των τύψεων. Αγκαλιάζονται σφιχτά να μη χαθούν μέσα στο απέραντο πέλαγος. Όμοιοι ιδρώτες σμίγουν καθαρίζοντας για λίγο τη θαμπάδα της νόησης. Ανάσες παρήγορες γλυκαίνουν τα όνειρα τους, ψιθυρίζουν τη ροή του ζεστού αίματος, κυλώντας στα δυνατά καρδιοχτύπια.
   Γράφουν σε βράχια στεγνά, τα ονόματα τους, ανασταίνοντας τη ζωή που είχε χαθεί στον χρόνο. Άδικα τούς πήγε ο άνεμος στα αφυδατωμένα νησιά. Γιατί οι χυμοί τους βρήκαν ποτάμι να κυλήσουν σε όμορφα ταξίδια. Παραμύθια που στέφουν πρίγκιπες, γαλάζια πουλιά στην ψυχή. Η ομίχλη του πνεύματος ανέρχεται προς τη ζεστή καρδιά του φωτός. Προχωρούν μ’ ένα ραβδί στο χέρι. Λιώνουν τα χιόνια στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο.

Εύα Λόλιου

27-12-2015

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

«Έκπτωτοι Άγγελοι», μια βιβλική ιστορία από την Εύα Λόλιου.



    

Στον οίστρο της σιωπηρής σειρήνας, σεκόντο η βοή της ανταριασμένης θάλασσας. Μια αστραπή σχίζει τον ουρανό. Ρήγματα του πάνω κόσμου βρέχουν ενάλαμπες ουρές αστεριών. Αστερίες βαφτίζονται στην πρώτη τους βουτιά στο νερό.
   Το Δωδωνιαίο κλαρί καθοδηγεί τον Αι Νικόλα στην έξοδο της τρικυμίας. Καρυδένιο τσόφλι το ξύλινο σκαρί στα αφρισμένα λυσσακά της σαλεμένης νόησης.
   Έκπτωτοι άγγελοι εκ των ρηγμάτων σαν αστραπές γεμίζουν τον αέρα, τη θάλασσα, τη γη. Ο Αβεστάν, ο Αριμάν πευκόμαυρα κατάρτια ενός πειρατικού τέρατος, στοχεύουν με μίσος τη νοερή αθάνατη φύση του Αγίου.
Σε μεγάλα βαρέλια κρύβει τα μαγεμένα λάδια του Σατάν. Αλαζόνας, φθονούμενος την ανθρώπινη φυλή θέλει να γεμίσει τα καντήλια της μοίρας της. Να έχει την έκπτωση της η κάθε ψυχή στον Άδη. Με ένα νεύμα ο κελευστής Αι Νικόλας προστάζει τους κωπηλάτες του τάγματος του να πυρπολήσουν το θαλάσσιο κήτος. Τα μαγεμένα λάδια, πύρινες γλώσσες ακατάπαυστες, σέρνουν αρμαθιές αλυσίδων στον κάτω κόσμο. Η Εκστατική αγάπη των αγαθών Αγγέλων, τους οδηγεί στον Πλάστη τους.

Εύα Λόλιου
Βόλος

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

"Η Σαλευόμενη αγάπη", ένα αφήγημα της Εύας Λόλιου.

   Με έπαιρνε η μάνα βιαστικά να πάμε να δούμε τον πατέρα όταν έπιανε λιμάνι. Σαν έδενε τον κάραβο, θεριό ανήμερο στο άγριο μανιασμένο υδάτινο δάσος, έβλεπα με λύπη τον σκελετό του μέσα από τα ταλαιπωρημένα ξύλα. Η μάνα έπεφτε στην αγκαλιά του ήρωά της. Ανέβαινα πάνω του θέλοντας να τον καβαλικέψω, φορώντας το καπέλο του καπετάνιου. Χάιδευα τη σκληρή ράχη του, να τον μαλακώσω, να τον φιλιώσω. 
   Ύστερα ήθελα να μου μιλήσει. Θαλασσομέδων, μα τόσο αποξενωμένος. Σκληρή σιδερένια η ζωή του, χτυπημένη από το υγρό μαστίγιο του έρωτα του, την κρυσταλλένια του. Τους πιάνανε τα γέλια σαν με βλέπανε σκαρφαλωμένο στο πιο ψηλό κατάρτι του φίλου μου. Εκεί μού ψιθύριζε στο αυτί τις περιπέτειες του, καθώς ήταν ταπεινότερος του Ποσειδώνα. Με μια αστραπή, λουόμενη στον καθρέπτη της θάλασσας, μας υπενθύμιζε τη δύναμη του. Σύμμαχος των έντεκα και θανάσιμος εχθρός του Αι Νικόλα.
    Οι λίγες ημέρες δε χόρταιναν τα κενά της ψυχής μας, οι αγκαλιές αρώματα που σβήναν γρήγορα από το πετσί της καρδιάς. Βιαστικές οι ώρες μ' έκαναν να κλαίω τις νύχτες, να σκέφτομαι τον Αι Νικόλα, τον πατέρα και τα ανοιχτά πανιά στα κατάρτια. Ποιόν Πόντο θα έπρεπε πάλι να περάσουν, ποια σκόπελο να αποφύγουν, σε ποιον Θεό να προσευχηθούν;
   Σαν θαύμα κάθε φορά που μάζευαν τα σχοινιά για το καινούργιο ταξίδι τους, η θάλασσα να μαρμαίρει, να μας δίνει καλούς οιωνούς για παρηγοριά. Η μητέρα φορούσε το καπέλο του καπετάνιου στη ζωή μας έως ότου να γυρίσει ο αγαπητός της θαλασσοπόρος. 

Εύα Λόλιου
Βόλος

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Ένα μικρό λυρικό και ποιητικό αφήγημα της Εύας Λόλιου, όπου μοναδικός πρωταγωνιστής είναι η φύση!!!



   Στο λιόγεμο φεγγάρι, όλη η πλάση στολίζεται με μαγικές πινελιές χρωμάτων μιας άλλης πραγματικότητας. Το πανέμορφο αηδόνι, καθισμένο στο πιο ψηλό κλαρί του δάσους, υμνεί τη θεότητα της πανσελήνου. Τινάζει με υπερηφάνια τα πολύχρωμα πούπουλα του, γίνονται χρυσά. Πεταρίζει γλυκά, ηδονικά τα βλέφαρα του, ζωγραφίζονται ασημένια. Το κελάηδημα του, καταρράκτης ήχων- νουφάρων, σαν θυσία φτάνει στην ακοή του θεού. 
   Σαν ξημερώνει η αυλαία, ρίχνει τις γκριζόασπρες κουρτίνες της πραγματικότητας. Το αηδόνι νιώθει τόσο μόνο του, έντρομο από την ασχήμια της σκληρότητας. Θέλει να βουλιάξει σε μια ζεστή φωλιά. Οι μεγάλες παραστάσεις της ζωής του είναι το αντίτιμο της μοναξιάς του. Βρίσκει ψηλά, σε μια σκέπη του θεού, μικρούλα χελιδονοφωλιά! Μα πράγματι είναι τόσο μικρή! Βουτάει διψασμένο για στοργή το ράμφος του. Με μιάς τα χελιδόνια πέφτουν έντρομα στο κενό. Κάνοντας μακροβούτια στον αέρα, με δυσκολία σώζουν ένα από τα γεννήματα τους. 
   Σαν φτάσει η νύχτα, η αυλαία ανοίγει τον ξάστερο ουρανό της. Το φως της μαγικής αυτής νύχτας αγκαλιάζει το αηδόνι, γεμάτο ικανοποίηση στολίζεται με τα γιορτινά του. Η αοιδός χειροκροτείται ηδονικά από τα μελλοντικά της θύματα.

Εύα Λόλιου
Βόλος

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

"Το κάλεσμα", ένα όμορφο αφήγημα της Εύας Λόλιου.


   Την προσπέρασα την πρώτη φορά κατεβάζοντας τα μάτια χαμηλά. Άναψα ένα τσιγάρο και συνέχισα τον δρόμο μου σιωπώντας.
    Σαν ξανάρθαν μεσάνυχτα, με ξύπνησε το δυνατό μου καρδιοχτύπι. Πλύθηκα, έβαλα λευκά. Η βροχή άφησε πίσω της τα αρώματα των γιασεμιών. Έφτιαξα ένα μπουκέτο από δαύτα για να τα βάλω στο βάζο της. Ο καπνός του μισοτελειωμένου τσιγάρου χάθηκε στην υγρασία του δρόμου. Κοντοστάθηκα στη μορφή της και επέστρεψα. Στα όνειρα μου με καλούσε να γυρίσω κοντά της.
    Σαν γύριζα κάθε βράδυ μετανιωμένος για τη δειλία της καρδιάς μου, το πρωί η ψυχή μου αναθάρρευε. Μου έδινε λόγους επιστροφής. Διψούσα για την αγάπη της, για ένα αέρινο χάδι στο προσωπό μου, δυό φιλιά στα απελπισμένα μάτια μου που διψούσαν για τη μορφή της. Η συνείδηση σαν να νικούσε πια τη λογική.
    Ξάστερος ο ουρανός, φώτιζε τον δρόμο του πηγαιμού. Χαρούμενες χτυπούσαν οι καμπάνες της εκκλησιάς. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, πέρασα το κατώφλι της. Ήταν εκεί, με περίμενε. Έσκυψα ευλαβικά στη μορφή της, φίλησα τα πόδια της. Ξεδίψασα.
    Την κοίταγα στο θεϊκό της πρόσωπο με μάτια καθαρά πια.
   "Σ' ευχαριστώ Παναγιά μου", είπα αλαφραίνοντας το βάρος της ψυχής μου.

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ ΜΑΚΡΙΑ



Από το πρωί ήθελε να φύγει. Δεν ήξερε για ποιόν προορισμό. Ήθελε να κατευθυνθεί όσο πιο μακριά γινόταν. Εάν ήταν δυνατόν, θα άφηνε πίσω του μία στάσιμη ζωή, όπου το μόνο που νόμιζε ότι κινούνταν ήταν το πνεύμα. Φυσικά, γνώριζε ότι κάθε μέρα που περνούσε άλλαζαν πάμπολλα πράγματα: πρώτα από όλα στο σώμα του, τα μαλλιά και τα νύχια μεγάλωναν· επίσης, τα ρούχα του φθείρονταν και χρειάζονταν πλύσιμο ή ανανέωση. Όμως κατά βάθος νόμιζε ότι βρισκόταν σε μία βάρκα, που αν και ξανοιγόταν κάποτε στα ανοιχτά, έπρεπε πάντα να επιστρέφει στο ίδιο λιμάνι.
Λοιπόν, αποφασίζοντας να ξανοιχτεί αυτήν τη φορά για τα καλά, βαθιά στο πέλαγος, και ίσως στο μεγάλο, όλο προκλήσεις ωκεανό, μάζεψε μία νύχτα λίγα από τα πράγματά του και ξεκίνησε. Δεν ήθελε να ενοχλήσει κανέναν, ούτε άντεχε να δικαιολογήσει την απόφασή του ή να απολογηθεί για αυτήν στους οικείους του.
Πήρε λοιπόν το λεωφορείο στις 2.00 τα ξημερώματα της Δευτέρας μετά την Κυριακή του Πάσχα. Αφού φόρτωσε της αποσκευές, κάθισε σε μία από τις μεσαίες θέσεις χωρίς κανένας να υπάρχει δίπλα του. Αλλά ούτε και στα διπλανά καθίσματα υπήρχε κανείς· μόνο μπροστά και πίσω του, νέοι άνθρωποι, ίσως φοιτητές, αλλά και άλλοι, διαφόρων ηλικιών, κάθονταν ήρεμα και άφηναν το επιβλητικό, μελαγχολικό και ογκώδες όχημα να τους μεταφέρει, καθένας βυθισμένος στις σκέψεις του. Σε μία στάση δύο νέες φοιτήτριες μπήκαν θορυβωδώς μέσα στο λεωφορείο. Κάθισαν δίπλα του στα απέναντι καθίσματα, και άρχισαν να μιλάνε για διάφορα θέματα, στην αρχή δυνατά, αλλά σιγά-σιγά η ένταση της φωνής τους κάμφθηκε. Σε λίγο γελούσαν λιγότερο και οι κουβέντες τους έμοιαζαν να βγαίνουν με δυσκολία από το στόμα τους. Στο τέλος έπαψαν κι αυτές να συνομιλούν. Η μία κοιτούσε έξω από το παράθυρο, ενώ η άλλη φόρεσε τα ακουστικά ενός i-pod για να χαθεί στους μυστικούς ήχους μίας προσωπικής ακρόασης. Ο κ. Πάσχος, ο άνθρωπος που είχε πάρει την απόφαση να ταξιδέψει επιτέλους, διαπιστώνοντας και πάλι τη γενική βουβαμάρα και ησυχία, προσπάθησε να κοιμηθεί, ακουμπώντας στο τζάμι του παραθύρου. Όμως η κίνηση του λεωφορείου προκαλούσε κραδασμούς στα τζάμια που δυσκόλευαν την προσπάθεια.     
Κάποτε οι επιβάτες έφτασαν στον προορισμό τους. Ο κ. Πάσχος βγαίνοντας από το λεωφορείο αποφάσισε να μην πάρει ταξί ή άλλο μέσο μεταφοράς αλλά να περπατήσει δίπλα σε μία μεγάλη λεωφόρο. Περπατούσε στην αρχή κεφάτος, νοιώθοντας τους μυς του να απολαμβάνουν την κίνηση ύστερα από τόσες ώρες ακινησίας. Αφού περπάτησε έτσι για καμία ώρα, περίμενε να φτάσει κάπου. Όμως ο δρόμος συνεχιζόταν φαρδύς, κι αυτός αναγκαζόταν να πηγαίνει προσεχτικά στην άκρη. Σε μία στιγμή σκέφτηκε ότι θα ήταν προτιμότερο να ακολουθήσει κάποιον μικρότερο δρόμο, να παρεκκλίνει από τη μονότονη πορεία του. Είδε τότε έναν λίγο φωτισμένο μικρότερο δρόμο και σκέφτηκε ότι ίσως οδηγήσει σε κάτι νέο. Τον ακολούθησε χωρίς ιδιαίτερο δισταγμό και περπάτησε για λίγο, μη συναπαντώντας πολλούς πεζούς ή αυτοκίνητα.
Αφού έφτασε σε μία περιοχή όπου δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου φώτα, είδε ξαφνικά αναμμένη εμπρός του μία ταμπέλα με λαμπερά μεγάλα κόκκινα γράμματα που έγραφε: ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ ΜΑΚΡΙΑ! Παραξενεμένος από το περίεργο μήνυμα της φωτεινής επιγραφής, πλησίασε για να δει σε ποιο οίκημα ανήκε. Είδε τότε κάποιον άλλο να πλησιάζει μέσα από το σκοτάδι, από την αντίθετη προς αυτόν κατεύθυνση. Κρατούσε, όπως και ο ίδιος, χειραποσκευές και κοιτούσε με περιέργεια την ταμπέλα. Στάθηκαν και οι δύο μπροστά από μία μεταλλική δίφυλλη πύλη. Αφού έπαψαν να περιεργάζονται ο ένας τον άλλο, δοκίμασαν και οι δύο να μπουν στο κτίριο αυτό, για να δουν περί τίνος επρόκειτο. Όμως η πόρτα δεν άνοιγε. Επιτέλους ο κ. Πάσχος, αποφάσισε να μιλήσει: «Μάλλον είναι πολύ πρωί ακόμα για να ανοίξει». «Ναι, μάλλον», του απάντησε ο άλλος.  «Εγώ θα περιμένω», είπε ο κ. Πάσχος. «Κι εγώ», ήταν τα λόγια του δεύτερου. Είχε περάσει αρκετή ώρα, όταν ο ήλιος ανέτειλε ολόλαμπρος. Έκανε λίγη ψύχρα, αλλά όχι πολύ κρύο. Κάποιοι περαστικοί διέρχονταν βιαστικά από τον δρόμο ρίχνοντας μερικές αδιάφορες ματιές στους δύο ανθρώπους που περίμεναν. Αφού πήγε 8.30, ένας μελαψός κύριος, απροσδιόριστης ηλικίας, με μούσι και μαύρα γυαλιά ηλίου, ήρθε προς το μέρος τους, και αφού τους χαιρέτησε έβγαλε τα κλειδιά του για να ανοίξει τη μεταλλική πόρτα.
«Συγνώμη», ρώτησε, ο κ. Πάσχος· «Τι είναι εδώ;» «Εσύ, τι περίμενες να βρεις;», τον ρώτησε ο μουσάτος. «Εεε, αυτό που γράφει», και έδειξε την ταμπέλα. «Καλά λοιπόν», περάστε του είπε. Εισήλθαν σε ένα τουριστικό γραφείο, όπου ήταν αναρτημένα διάφορα πόστερ με φωτογραφίες από αξιοθέατα, διαφόρων χωρών. Κάθισαν και οι δύο στο μικρό γραφείο του πρακτορείου ταξιδίων, ο μουσάτος έβγαλε τα γυαλιά του, για να τους προτείνει διάφορα τουριστικά πακέτα. Ο άλλος ενδιαφερόμενος που είχε μπει στο γραφείο μαζί με τον κ. Πάσχο δεν άργησε να βαρεθεί, και ζητώντας συγγνώμη, σηκώθηκε, χαιρέτησε και έφυγε. Έμειναν λοιπόν ο ταξιδιωτικός πράκτορας και ο κ. Πάσχος.
«Λοιπόν, κ. Πάσχο, νομίζω ότι έχω το κατάλληλο πρόγραμμα για εσάς. Πρόκειται για ένα ταξίδι στην πόλη Αΐσα Ντάφ, που φημίζεται ως πατρίδα του ένδοξου ήρωα Ουίλη Ουραΰμ. Δεν θα σας κουράσω με λεπτομέρειες εκτός βέβαια εάν επιθυμείτε να ακούσετε». Ο κ. Πάσχος ένευσε καταφατικά. Αν και ο άνθρωπος πίσω από το γραφείο δεν κατάλαβε αν ο συνομιλητής του κατέφασκε στο να ακούσει τις λεπτομέρειες ή στο να μην τις ακούσει, είχε ως πάγια τακτική να βομβαρδίζει τον πελάτη του με αρκετές πληροφορίες σχετικά με ελκυστικούς κατά τη γνώμη του προορισμούς.
«Στην πόλη αυτή, αγαπητέ μου, τίποτε δεν έρχεται στο φως, εάν πρώτα δεν περάσει από το σκοτάδι. Η φωτεινότητα του όμως είναι απαρομοίαστη. Δεν μοιάζει με το γνωστό φως που έχουμε εδώ. Δεν θα έλεγα πάλι ότι είναι πιο διαυγές ή πιο έντονο, ή ότι διαχέεται με άλλο τρόπο· μάλλον πρόκειται για έναν ήπιο φωτισμό. Ωστόσο, η θερμότητά του τείνει να υπερβεί τον μέσο όρο. Είναι σαν να αποκτάς αιφνίδια μίας καινούργια γνωριμία, και έχοντας βάλει κατά μέρος τις επιφυλάξεις, αρχίζει και λιώνει ο πάγος. Μία παρόμοια θέρμη μοιάζει να απλώνεται παντού στην Αΐσα Ντάφ».
Ο κ. Πάσχος, αισθάνθηκε παράξενα. Δεν του φάνηκαν συνηθισμένα αυτά τα λόγια. «Αγαπητέ κύριε, εεε… το όνομά σας παρακαλώ;» «Λάκκος, Δημήτρης Λάκκος». «Λοιπόν, κ. Λάκκε, θα έλεγα ότι είναι ενδιαφέροντα αυτά που μου λέτε. Όμως μήπως είναι πολύ μακριά αυτή η πόλη; Σε ποια χώρα και σε ποια ήπειρο είπατε ότι βρίσκεται;»
Ο κ. Λάκκος, μη γνωρίζοντας τις προθέσεις του κ. Πάσχου, αποφάσισε να πάρει μόνο εν μέρει τοις μετρητοίς τα λόγια του, και μάλλον κατάλαβε ότι δεν έπρεπε ίσως να φανερώσει στον κ. Πάσχο πόσο μακριά βρισκόταν αυτή η πόλη. Έτσι παραβλέποντας τις ακριβείς γεωγραφικές συντεταγμένες του είπε: «Αγαπητέ μου κύριε, ναι πράγματι αυτή η πόλη πέφτει πολύ μακριά. Άλλωστε η ταμπέλα στο κατάστημά μου, που υπόσχεται ένα πολύ μακρινό ταξίδι, δεν ήταν που σας παρακίνησε να με επισκεφτείτε; Για να φτάσετε στην πόλη αυτήν θα χρειαστείτε να αλλάξετε μερικές φορές αεροπλάνο, να μεταφερθείτε με ταξί, λεωφορείο, τρένο και πλοίο, πριν να περάσετε σε έναν μάλλον δυσπρόσιτο χώρο, τον οποίο οι άνθρωποι διασχίζουν αρχικά με τζιπ και έπειτα με γαϊδουράκια, ενώ στο τέλος ανέρχονται με τη βοήθεια σκοινιού και τροχαλίας στο υπέροχο οροπέδιο της Αΐσα Ντάφ. «Και», συνέχισε, κοιτώντας όλο νόημα τον συνομιλητή του, το τι θα δείτε όταν φτάσετε δεν περιγράφεται». «Δηλαδή, τι ακριβώς εννοείτε», ρώτησε έκπληκτος ο κ. Πάσχος. «Οι άνθρωποι εκεί είναι μοναδικοί», συνέχισε ο συνομιλητής του, προσπαθώντας να βρει τρόπο για να τον πείσει. «Τα κτίρια και τα μνημεία χαρακτηρίζονται από τη μεγαλειώδη αρχιτεκτονική τους. Η βλάστηση είναι εξαιρετικά πλούσια, όπως και η πανίδα επίσης είναι γεμάτη από κάθε είδους ζώου μπορείτε να φανταστείτε. Η γλώσσα που μιλιέται εκεί διακρίνεται για την προσωδία της, που ευχαριστεί τα ώτα Η κουλτούρα και ο πολιτισμός της έχουν φτάσει σε τεράστια πρόοδο, τόσο στον τεχνικό όσο και στον πνευματικό τομέα». Ο κ. Λάκκος, θα μπορούσε να συνεχίσει έτσι για πολύ ώρα, από ό,τι φαίνεται, αν ο κ. Πάσχος δεν τον διέκοπτε. «Αλλά μου φαίνεται ότι είναι πράγματι πάρα πολύ μακριά, από ότι κατάλαβα, τόσο δυσπρόσιτη». Ο κ. Λάκκος με ένα ύποπτο μειδίαμα του είπε: «Μα κύριε Πάσχο, αυτό δεν είναι που σας ενδιαφέρει, να πάτε στα αλήθεια πολύ μακριά;»
Ο κ. Πάσχος σκέφτηκε τι να απαντήσει. Έπειτα θυμήθηκε ποιος ήταν ο λόγος που βρισκόταν εκεί. Απλούστατα γιατί έτσι του κάπνισε μία μέρα. Είχε βαρεθεί τη μονότονη καθημερινότητά του. Διατηρούσε έτσι την ασίγαστη επιθυμία να φύγει όσο πιο μακριά γινόταν. «Κύριέ μου», του είπε με τόνο ανήσυχο, «ξέρετε βλέποντας την επιγραφή που έχετε αναρτήσει έξω από το κατάστημά σας, σκέφτηκα ότι αυτό ακριβώς ήθελα, να φύγω όσο πιο μακριά γίνεται. Τώρα όμως που το ξανασκέφτομαι ίσως να μην είναι τόσο καλή ιδέα». Ο κ. Λάκκος βλέποντας ότι ίσως χάσει τον υποψήφιο πελάτη του, πάσχιζε να βρει έναν πιο πειστικό τρόπο για να τον κερδίσει. Αλλά δεν πρόλαβε, γιατί ένας νέος υποψήφιος πελάτης μπήκε μέσα στο κατάστημα. Επρόκειτο για μία μικροκαμωμένη κυρία με τις αποσκευές της. Δεν μίλησε αμέσως, αλλά χάζευε τα πόστερ και τα διαφημιστικά φυλλάδια. Οι δύο άνδρες την παρατήρησαν για ένα διάστημα. Νευρικά ο κ. Λάκκος, και με το ένα μάτι του να κρυφοκοιτάζει τη νέα υποψήφια πελάτισσά του, και λίγο αμήχανα, άρχισε να εξηγεί τους λόγους που είχε αυτήν την επιγραφή έξω από το κατάστημά του. Εκείνη τη στιγμή η κυρία που είχε εισέλθει μέσα πριν από λίγο έστησε ολοφάνερα ευήκοον ους, χωρίς να νοιάζεται αν την προσέχουν, διότι μάλλον, την ενδιέφερε το θέμα. «Λοιπόν, κυριέ μου», άρχισε πάλι ο κ. Λάκκος, κοιτώντας μία τον κ. Πάσχο και μία την κυρία που στο μεταξύ είχε πλησιάσει κοντύτερα στους δύο καθισμένους άντρες, «θα αναρωτιέστε και εσείς και ίσως η κυρία, γιατί έχω αυτήν την ασυνήθιστη επιγραφή έξω από το κατάστημά μου. Λοιπόν ιδού οι λόγοι. Δεν είναι απλοί και αφορούν καθαρά το μάρκετινγκ. Η επιγραφή αυτή αποτελεί έναν εξαιρετικό κράχτη. Σχεδόν όλοι όσοι μπαίνουν εδώ μέσα είναι άνθρωποι σαν και εσάς, που απλώς αποφάσισαν κάποτε ότι δεν πάει άλλο και θέλουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα να φύγουν για όσο πιο μακριά γίνεται. Λες και η χωρική απόσταση θα έδινε μία λύση στα προβλήματά τους». Ο κ. Πάσχος δεν μίλησε. Κοίταξε την κυρία κι αυτή τον κ. Πάσχο. Την περίεργη σιωπή που ακολούθησε η αποκάλυψη ότι η επιγραφή είχε τοποθετηθεί για λόγους προώθησης απλών τουριστικών πακέτων, έσπασε η κυρία που είπε: «Τι μας λέτε. Λες και δεν το καταλάβαμε. Φυσικά και θέλετε να προσελκύσετε πελάτες. Κανένα πρόβλημα. Και εμείς αυτό ακριβώς επιδιώκουμε, να φύγουμε όσο το δυνατόν πιο μακριά». «Ναι, αγαπητή μου», είπε ο κ. Λάκκος, «δεν μου είπατε το όνομα σας;», «Αεί Θάπα». «Τι όνομα είναι το Αεί;», ρώτησε με περιέργεια ο κ. Πάσχος; «Το «αεί», ξέρετε, «αρχαιοελληνική λέξη, όπως λέμε «νυν και αεί». «Λοιπόν ακούστε», είπε ο κ. Λάκκος, αφού έγιναν οι συστάσεις και με την κυρία Αεί Θάπα, «εάν και οι δύο θέλετε να πάτε πραγματικά μακριά έχω τότε το κατάλληλο ταξιδιωτικό πακέτο για εσάς: «Καταδύσεις σε θαλάσσια περιοχή με κατεύθυνση προς Ίσαλο Κ’». Πρόκειται για μία εμπειρία που θα σας μείνει αξέχαστη».
«Καλά είναι εύκολες αυτές οι καταδύσεις, δεν χρειάζονται ειδικές γνώσεις και εκπαίδευση;» ρώτησε ο κ. Πάσχος. «Μην ανησυχείτε», απάντησε ο κ. Λάκκος. «Το πακέτο αυτό περιλαμβάνει ενός μηνός εκπαίδευση από έμπειρους δύτες». «Είναι πράγματι τόσο μακριά αυτός ο Ίσαλος Κ’;», ρώτησε η κ. Θάπα. «Μα και βέβαια», της απάντησε ο ταξιδιωτικός πράκτορας. «Δεν φαντάζεσθε πόσο μακριά είναι. Λοιπόν για να καλύψω το ερώτημά σας, σας λέω ότι οι καταδύσεις αυτές δεν γίνονται μόνο κάτω από τη θάλασσα, αλλά στην πραγματικότητα είναι κάτω από τη γη. Πρόκειται για μία κάθοδο σε απίστευτα βάθη, διαπερνώντας τον φλοιό της γης, και αφού κανείς φτάσει εκεί, συναντά ένα μοναδικό ζεστό κλίμα. Λοιπόν τι λέτε θα το πάρετε;» ρώτησε ο κ. Λάκκος, προσπαθώντας να κρύψει την ανυπομονησία του.
«Εγώ όχι», απάντησε ο κ. Πάσχος. «Αρκετά έπαθα μέχρι τώρα. Πασχίζω για το καλύτερο αλλά έως εδώ. Δεν θέλω να πάθω των παθών μου τον τάραχο».
Η κυρία Αεί Θάπα είπε και αυτή μάλλον με απαθές ύφος: «Εγώ θα πήγαινα αλλά μάλλον φαίνεται να είναι πολύ μακριά και βαριέμαι. Όπως είπε και ο κύριος, ποιος ξέρει τι μπορεί να πάθουμε σε ένα τόσο μακρινό και επικίνδυνο ταξίδι».
Τελικά ο κ. Λάκκος φάνηκε να δυσανασχετεί. Νευρίασε και διαολόστειλε τους δύο πελάτες. Αυτοί βιάστηκαν να βγουν έξω από το κατάστημα. Όταν βγήκαν έξω στο δρόμο, είπε ο ένας στον άλλο σχεδόν ταυτόχρονα: «Το ήξερα ότι κάποιον λάκκο έχει η φάβα». Γέλασαν ευχάριστα και οι δύο και απομακρύνθηκαν μαζί, αρχίζοντας μία γνωριμία με άγνωστη συνέχεια. 

                                                                                    Συγγραφέας Ανώνυμος 

                                  

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

ΕΝΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΜΕ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ Η. ΠΑΓΩΝΑΚΗ.

«Να λοιπόν γιατί όλα είναι ο έρωτας και έρωτας είναι όλα…».



«Ποιος είναι ο συντομότερος δρόμος προς την αλήθεια;» ρώτησε μια φορά κάποιος περιπλανώμενος περιηγητής σ’ ένα συναπάντημα του έναν  ιερέα πάνω στο μόνιππό του. «Θα σε προσκαλούσα να με συνόδευες για να τον διαβείς μα... μα το άλογό μου αντέχει μονάχα εμένα!» Ευθύς αμέσως, άμεσα και ετοιμόλογα ο περιηγητής τον παρατήρησε λέγοντάς του πως «Εμ βέβαια, με τέτοια κοιλιά πώς ν’ αντέξει το γέρικο άλογό σου και άλλον ακόμη να σέρνει!». Όμως πιο ετοιμόλογος ο πάτερ του αντέτεινε: «Η αλήθεια η μόνη, που εσύ αναζητάς τον ταχύτερο δρόμο προς αυτήν, δεν αντέχεται, ιδιαίτερα από τύπους ασθενικούς σαν και εσένα!»
Συνειδητοποιώντας ο περιηγητής πως απέναντί του είχε έναν εύστοχο και εύστροφο τυχοδιώκτη-τεχνοκράτη-διαχειριστή του θείου λόγου τού έκανε νόημα να σταματήσει για λίγο και του πρόσφερε τον καπνό του...
«Ό,τι εποίησεν εν σοφία γέγονε» τον πρόλαβε ο κληρικός και έβγαλε απ’ το πέτσινο χοντρό ζωνάρι του μία χούφτα φρεσκοκομμένα καπνά. «...για να καταλάβεις το πόσο εξίσου δολοφονικά γλυκιά είναι η αλήθεια στην οποία επιθυμώ να σου προσφέρω συνοδεία, μα τα μέσα που έχω παραμένουν ταπεινά... και για τους δυο μας. Οπότε...»
«Οπότε, μακάριος ο ευνοημένος» ύψωσε τη φωνή του ο περιηγητής και γέμισε την καλαίσθητη πίπα του, με ύφος αλαζόνα δανδή απέναντι σε οικογενειακούς φίλους.
Για να ανάψει την πίπα του με την πέτρα, ο περιηγητής περιέβαλε στον εαυτό του μία φυσιογνωμία θρυλικού ήρωα σαφάρι, σήκωσε το δεξί του πόδι πάνω στο βράχο μπροστά του και αφού τράβηξε δύο αργόσυρτες και γεμάτες εθισμό τζούρες ταμπάκο, ρώτησε προς τον ιερέα «Αυτήν τη διαδρομή την κάνεις καιρό τώρα πάτερ;»
«Όχι τόσο ώστε να τη θυμάμαι σε κάθε σπιθαμή της γης αυτής, παλικάρι μου» και μία αντίπαλη ηχώ νικοτίνης φύσηξε απ’ το κρυμμένο, κάτω από τα γένια, στόμα τού ευτραφούς ρασοφόρου προς το μέρος του αντιλόγου του. «Εσύ αλήθεια, θυμάσαι τις διαδρομές που έχεις αναζητήσει στο σύντομο "περιπετειώδη", όπως θα καυχιέσαι, βίο σου, δίχως να αντικρίζεις τον χάρτη;»
«Δεν έχω ταξιδέψει ονειροπολώντας πάνω από γεωγραφικούς άτλαντες κύριε!» και στάθηκε προσοχή προς το μέρος της γενειοφόρας πρόκλησης απέναντί του. «Μαγγανεία για εμένα είναι να χάνεσαι οικειοθελώς και να ανακαλύπτεις τις διάφορες συμπεριφορές σου ανά στιγμές και κατά τόπους, εμπειρικά, με τις αισθήσεις σου». Ο παπάς, ατάραχος πάνω στο δίτροχο όχημά του, κάπνιζε τη χοντροκομμένης αισθητικής πίπα του έχοντας τα μάτια του κλειστά. Το πρόσωπο του εξέπεμπε μία τριχωτή λάμψη, δίχως να τον αδικούμε. Πράγματι, εξαιτίας της έντονης τριχοφυΐας του, οι αντιδράσεις στο πρόσωπό του μόλις που διαφαίνονταν. Αυτό όμως που πρόδιδε περισσότερο την ανθρώπινη φύση του ήταν η κόκκινη ικμάδα της ματιάς του, που θα έλεγε κανείς πως άφηνε πύρινες χαραγματιές στο πέρασμα της, στα άφαντα μάγουλά του. Ένας είρων κατ’ εκτίμηση και συμβιβασμό σεαυτόν.
«Είμαι πεπεισμένος πως του λόγου σου και οι όμοιοί σου έχετε αναγάγει σε σύνηθη τελετουργία την "φύσει" αρνητικότητά σας απέναντι σε κάθε αμφιβολία και αντίρρηση και τη βαφτίζετε μαγεία. Γι' αυτό και έχετε χάσει κάθε αίσθηση υγιούς χιούμορ και ρίσκου»
«Νεαρέ μου, υπερβαίνεις τα εσκαμμένα και θα έπρεπε, αν δεν με απατά η όρασή μου, να είχες καταλάβει πως σταμάτησες από την ταπεινή του πορεία ένα ηλικιωμένο μοναχό του τάγματος των ΑΝέραστων». Ο μοναχός έκανε να ορθώσει το ολόγιομο κορμί του, ώστε να επιδείξει στον αυθάδη οδοιπόρο το σύμβολο του τάγματος των ΑΝέραστων, ένα φαλλό που έτεινε να χωρίσει δύο παράλληλους κύκλους.
«Α! μάλιστα...», γεμάτος επιδεικτικό ενθουσιασμό αναφώνησε ο περιηγητής. «Επιτέλους, γνωρίζω εκ του σύνεγγυς έναν εκπρόσωπο αυτής της αίρεσης, που τόσα και τόσα έχουν ειπωθεί γι' αυτήν, άλλα τόσα έχουν γραφτεί και στο πέρασμα του χρόνου καταστράφηκαν στην πυρά!» και λύγισε το πρόσωπό του προς το έδαφος αποτίωντας κατ' αυτόν τον τρόπο σεβασμό προς τον ηλικιωμένο πατέρα. Την ίδια στιγμή, ένα σμήνος μαυροπούλια εν είδη ριπής πέρασε πάνω απ’ τα κεφάλια τους σχηματίζοντας έναν εκπληκτικό σχηματισμό προκαλώντας σύμπασα τη φύση απέναντι στο πέρασμά τους. 
«Να και ένας οιωνός» μουρμούρισε συνωμοτικά ο περιηγητής περιμένοντας τον μοναχό ν’ αναφωνήσει επιφωνήματα δέους και θαυμαστής εσχατιάς προς το θείο νεύμα. «Η ματαιότητα των θαυμάτων γίνεται απτή υπερ-αισιοδοξία σε όσους πιστεύουν δίχως μία αμφιβολία ή απορία για τα όσα θαυμαστά συμβαίνουν μονάχα σε αυτούς και τους όμοιούς των...»  πρότεινε στον οδοιπόρο ο νωχελικός ιερέας, σε παρόμοιο υποτονθορίζοντα ήχο.
«Μένω ενεός με αυτήν σας την τοποθέτηση πάτερ! Η αλήθεια είναι πως, μέχρι πρότινος, θεωρούσα ότι κάθε τάγμα, αίρεση και θρησκευτικό ρεύμα  έκριναν τα θαύματα ως τον πολιορκητικό τους κριό. Και όχι μόνον πίστευαν σε αυτά σθεναρά, μα και πως στις περισσότερες των περιπτώσεων δημιουργούσαν κίβδηλες καταστάσεις εφάμιλλες με το επέκεινα, προκειμένου να εμποτίσουν στους χαλαρούς πιστούς την αυτοπεποίθηση της θείας προστασίας και κοινωνίας.» 
«Άδικο δεν έχεις νέε μου», συμφώνησε κάπως διστακτικά ο πληθωρικός πάτερ. «Η αλήθεια στέκεται κάπως δίπλα από αυτά που φρονείς, όχι ολόκληρη μα ένα σημαντικό της τμήμα. Πράγματι, καθ’ όλη τη διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων και της ρωμαϊκής ιστορίας, δίχως να εξαιρώ τους σύγχρονούς μας καιρούς, η πεποίθηση πως τα θαύματα συνδράμουν στην αναπτέρωση του σθένους της χαλαρής πίστης των ανθρώπων αποτελούσε δόγμα»
«Μα το δόγμα δεν είναι αυτή η μορφή της πίστης σε κάτι το οποίο δεν επιδέχεται αμφιβολία και άρνηση; Κάτι, το οποίο αναντίρρητα έχει ως έχει παρουσιαστεί και επουδενί λόγω δεν αλλάζει, δεν παρερμηνεύεται και σαφώς δεν ενέχει την παραμικρή υποψία ανασκευής;!», χαμογέλασε ιντριγκαδόρικα η αναπτερωμένη φάτσα του οδοιπόρου.
«Λάθος δεν σου καταλογίζω!» διασκεδάζοντας τις εντυπώσεις του, απάντησε ο ιερέας. «Απλώς να σου θυμίσω τη δογματική φράση του χριστιανισμού "πίστευε και μη ερεύνα", ενώ το ορθόν προτάσσει το αντίστοιχο "πίστευε και μη, ερεύνα"»
«Σαφώς και τη γνωρίζω...», τον πρόλαβε ο νέος, «γιατί άλλωστε σε αυτήν τη φράση εγώ έμαθα να αντιπαραβάλλω την καρτεσιανή αμφιβολία, το όνειρο και την πλάνη του Ντεκάρτ... Cogito ergo sum, πάτερ, cogito ergo sum»
«Σε καλό δρόμο βρίσκεσαι τέκνον μου! Το θέμα δεν είναι η αμφιβολία μα η καθαρότερη ερμηνεία των καταγεγραμμένων, τόσο των Γραφών όσο και των κατά τόπους μεταφράσεών τους από τους πιστούς και τους ποδηγέτες των.»
«Και εσύ πως τα μεταφράζεις πάτερ;» ρώτησε με μία αίσθηση ειρωνείας ο νεαρός.
«Ερωτικά νέε μου, ερωτικά, γιατί οι παρορμήσεις εξυφαίνουν τον έρωτα και ο έρωτας επαληθεύεται μέσα από τις παρορμήσεις!»
Να λοιπόν γιατί όλα είναι έρωτας και έρωτας είναι όλα...    

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

"Παραλήρημα-Βίοι Παράλληλοι IV" από τον Γιώργο Η. Παγωνάκη




… ο Ηρόστρατος, με τον πυρπολισμό του στην Αλικαρνασσό, αποτελεί το έμβλημα, όποιου αποζητά την υστεροφημία, στο πέρας της συνέχειας της ύπαρξης… Εν τούτοις, ο Ηρόστρατος εκπροσωπεί το ματαιόπονο της αμφιβολίας για την ίδια την παρουσία του ανθρώπου, που θέλει όπως και δήποτε, τα χνάρια του να μείνουν αναλλοίωτα στην αμμουδιά της Ιστορίας. Άλλωστε και αυτή είναι η χάρη της διαφορετικότητας, καθενός ειλικρινούς ανθρώπου: η περιστασιακή λήθη δίνει άλλο τόνο μαγείας στην ύπαρξη, που πλέον δεν υφίσταται… η διαρκής μνημόνευση κουράζει ακόμα και το περιεχόμενο του ίδιου του υποκειμένου ή και αντικειμένου, για το οποίο ο λόγος κάθε φορά.

Αυτός στάθηκε και ο λόγος του πρωταγωνιστή –στην παρακάτω ιστορία – να αποσυρθεί από το καινοφανές της διάρκειας της παρουσίας του, μέσα στην κοινωνία, την οποία συν-αποτελούσε μαζί με άλλα δέκα άτομα (άντρες και γυναίκες) σε κάποιο χωριουδάκι, κάποια χιλιόμετρα μακριά από την κωμόπολη της Θήλης…
Τσοπάνης στον τρόπο ζωής και την κουλτούρα του, αν μπορούμε να καλουπώσουμε τον χαρακτήρα του κάθε τσοπάνη, ο Μοδρός είχε γαλουχηθεί σε μία στάση κοντύτερα στην απομόνωση, παρά στην επικοινωνία με τους συντοπίτες του. Το κουσούρι του αυτό, όπως θα το αποκαλούσαν συχνά οι γείτονες, του έδινε δύναμη, με το να απομονώνει κατά καιρούς τα υπόλοιπα από την προσωπική του κατάσταση και τις ανάγκες του. Όλα και όλα τα πρόβατά του αριθμούσαν κοντά στα δεκαπέντε και μαζί με αυτόν, η οικογένειά του έφτανε στα δεκαέξι κορμιά… Από δεκαπέντε χρονών (σημαδιακό για κάποιους προκατελειμένους), επιβίωνε με τις δικές του δυνάμεις, έχοντας πλήρως συμβιβαστεί με την ιδέα του μοναχικού-ανεξάρτητου ατόμου, όπου μόνη συμπαράσταση και απάγκιο θα μπορούσε να βρει αποκλειστικά και μόνο στο σύνολο των ζώων, που μετακινούνταν μαζί του καθημερινά, κάθε εβδομάδα και μήνα.


Η τροφή του εξαρτιόταν από την προχωρημένη ηλικία κάποιων από τα πρόβατα, η πόση του από το στάσιμο νερό της βροχής, το γάλα από τις θηλές τους και τέλος, η αμαρτία του από τις κρυστάλλινες σταγόνες, που μάτωναν τα κακοποιημένα πεύκα από τους ρητινοπαραγωγούς. Απλότητα, μα με πολύπλοκη αθωότητα και προσοχή. Όταν κάτι από τα παραπάνω δεν κατόρθωνε να τον ικανοποιήσει, έπρεπε να δείξει κατανόηση και ανοχή· η ζωή του, έμαθε τον Μοδρό να αντέχει στην έλλειψη, παραπάνω και από τα ζωντανά του, άλλο ένα παράδειγμα όπου ο άνθρωπος κατείχε τα πρωτεία της ύπαρξης, με τη συνδρομή της φυσικής υπεροχής, όχι όμως ως αποτέλεσμα κοινωνικού προϊόντος μιας εκπολιτισμένης κοινωνίας…


Αυτή η κατάσταση τον συντρόφευε αναντίρρητα, για επιπλέον σαράντα χρόνια, από την στιγμή που έμεινε μόνος από συγγενικά  πρόσωπα και σχέσεις, που να του παρέχουν την ασφάλεια μιας οικογενειακής θαλπωρής και συμπαράστασης… Ήταν τώρα κοντά στα εξήντα στρογγυλεμένα χρόνια πεζοπορίας, μέσα από μονοπάτια, χαράδρες, ποτάμια, οροσειρές και κοιλάδες, αυτός και τα δεκαπέντε τετράποδά του. Το μεγάλο παράπονο και στεναχώρια του ήταν το αμφίβολο της τύχης τους, σε περίπτωση που ο ίδιος πάθαινε κάτι και απομακρύνονταν από την αγέλη του. 


Και η ιστορία πάντοτες επιβεβαιώνει τέτοιου είδους αναπόφευκτα και ο γέρος τσοπάνης δεν άργησε να φτάσει σε σημείο, που τα πόδια του πάθανε κρύο και ο βηματισμός του, πλέον, είχε καταντήσει κουραστικός σε κάθε δεκαπέντε βήματα. Κάπου εκεί, στα χρονικά μέσα του χειμώνα, τότε που τα ζωντανά μπιχλιμπίδια της φύσης χουζούρευαν ή είχαν πέσει σε βαθύ λήθαργο, το μοιραίο επικείμενο έκανε την εμφάνισή του με έναν αποκαρδιωτικό γδούπο, ανάμεσα από μερικές υφέρπουσες συστάδες από αγκάθια. Ο γέροντας από το νεανικό αυτό πέσιμο έσπασε την μουσούδα του και τσάκισε και τα δυο του πόδια. Τα ζώα σταμάτησαν το δρομολόγιό τους και αδιάφορα, με μια δολοφονική συνήθεια, άρχισαν να μασάνε τα ίδια τα αγκάθια, που στάθηκαν οι θύτες και οι δήμιοι για το τέλος της μακρόπνοης ζωής του ηλικιωμένου κουρασμένου.


Γέρασαν σε βάρος του, ακόμα τρία χρόνια, με την τακτική που ο ίδιος τους είχε μάθει… τον κατασπάραζαν, αν και φυτοφάγα, κατά τη διάρκεια των τριών χειμώνων που μεσολάβησαν, μέχρι και αυτά να αποσυντεθούν πλάι στον μπρούμυτα ξαπλωμένο σκελετό του…
Δεν τον αποχωρίστηκαν ούτε ένα λεπτό και στάθηκαν αρκετές φορές ως προασπιστές της σωρού του…  

Γιώργος Η. Παγωνάκης                  

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

"Κυριακάτικο Κήρυγμα" του Γιώργου Η. Παγωνάκη



Άλλη μία κυριακάτικη λειτουργία άνοιγε τις πόρτες του ιερού και ξαπόστελνε έξω στο ακροατήριο-ποίμνιο τον προσωποποιημένο, για πολλούς, λόγο του Θεού. 
Στο μικρό και άσημο χωριό,  ο ναός του Αγίου Απόστολου έμοιαζε να αποτελεί το δημαρχείο, το Διευθυντήριο της Χωροφυλακής, το νοσοκομείο και το ψυχιατρικό κατάλυμα, το πυροσβεστικό κέντρο... συγκέντρωνε το κτίριο αυτό, ο ναός του Θεού, το κάθε αναγκαίο χαρακτηριστικό μίας μικρής κοινωνίας ανθρώπων, που έχουν ανάγκες και υποχρεώσεις, επιθυμίες και κανόνες. Ο χωροφύλακας, ο πυροσβέστης, ο τοπικός άρχοντας και όλες οι ανθρώπινες υπηρεσίες.


(Ακούγεται το έντονο μουρμουρητό από τις κινήσεις των σωμάτων των εκκλησιαζόμενων, των καρεκλών που τοποθετούνται προς ακρόαση. Όλα ετοιμάζονται αυτόματα.)
(Ο κήρυκας εμφανώς καταβεβλημένος από αυτά που έχει να ξεστομίσει αυτή τη φορά. Τα λόγια είναι τα τελευταία και ειλικρινή του.)

«... Γνωστή σε όλους μας η παραβολή του ασώτου που μας ανέγνωσε ο Πάτερ Ψ... ίσως για το λόγο αυτό, αγαπητοί μου-εν Χριστώ αδελφοί και τα βλέμματά μας έδειχναν ικανοποιημένα από την ιστορία που περιγράφει η παραβολή αυτή.
Η σιγουριά ότι τίποτε δεν αλλάζει, όσος καιρός και να περάσει, φαίνεται να έχει χαθεί. Ακόμη και στους χαλεπούς χρόνους που βιώνουμε, ο κόσμος ολάκερος, όχι μονάχα όσοι είναι κοντά στο Θεό νοιώθουν μία ακαριαία εμπιστοσύνη σχεδόν σαν αντανακλαστικό, σαν ερέθισμα προς ένα Γνωστόν-Άγνωστον, στο επέκεινα... σε ΑΥΤΟ*... το κατά τα άλλα αιώνιο και αέναο. 
"Έχει ο θεός!", ακούμε να ψελλίζουν σχεδόν παραιτημένα από τη σιγουριά πολλά χείλη, πιστών και απίστων, ορθοδόξων και καθολικών, έγχρωμων και μαύρων, πλούσιων και φτωχών. Εμείς γνωρίζουμε από πρώτο χέρι τόσο τον αγεωγράφητο δρόμο της απομάκρυνσης, μα και τη σύγχρονη Εθνική της επιστροφής στις αγκαλιές του Θεού και Πατέρα μας, του Υιού του και του Αγίου Πνεύματος. Αυτή η σιγουριά όμως...
Αυτή η σιγουριά στις εικόνες και τις μεταφράσεις του θείου ξεθύμανε, αγαπημένοι μου αδελφοί. Ξεθυμαίνει ολοένα και περισσότερο όπως ακριβώς ξεθωριάζουν και οι τοιχογραφίες στο Ιερό του Οίκου του Κυρίου μας... Πλέον οι ρόλοι και οι χαρακτήρες στα πιστεύω μας αναθεωρούνται. Όσοι άγιοι Πατέρες, μάς κληρονόμησαν τη γνώση τους και το λόγο του Πατέρα όλων μας, άφησαν από έξω τα άλλα λόγια και σκέψεις... τις άσωτες σκέψεις. Ο Ιησούς Χριστός μάς κάλεσε και μας καλεί διαρκώς στις αγκάλες του, να μας ντύσει με το χιτώνιό του. Αυτές τις σκέψεις των απλών ανθρώπων, εσάς, εμάς και πόσων ακόμη πιστών και απίστων, ορθοδόξων και καθολικών, έγχρωμων και μαύρων, πλούσιων και φτωχών. 
Φευ! ο άσωτος εδώ και αρκετά χρόνια φαίνεται πως μοιάζει καταπληκτικά στον πατέρα του που τον προσμένει και ο πραγματικός ρόλος του πατέρα μοιάζει να ακολουθεί τα βήματα και τις σκέψεις του  πικραμένου αδελφού, που εν τούτοις η παραβολή τον παρουσιάζει σαν ζηλόφθονο γι' αυτήν την ισότητα. 
Ας το σκεφτούμε εμείς το ποίμνιο του Φιλεύσπλαχνου και Προστάτη Κυρίου μας...»

(Κλείνει το ευαγγέλιο που έχει στο αναλόγιο, καταπίνει μια γερή ανάσα ειλικρίνειας και με μια αποκαλυπτικά λυτρωτική εκφορά του λόγου του, ο κήρυκας εκρήγνυται ακαριαία και αστραπιαία επανέρχεται στο αρχικό του ύφος:)

«Αρχήν σοφίας, φοβάται ο Κύριος!
Η σιγουριά παραπαίει, αδελφοί μου και μαζί της εκπίπτει και το θείο θάρρος... Ο αγεωγράφητος χώρος και ο ανεξερεύνητος είναι ο παράδεισος στις ημέρες μας και για πάντα, εδώ στη θνητή μας ζωή και πέρα από αυτήν. «Πίστευε και μη ερεύνα» μας δίδαξε ο άσωτος Πατέρας μας και ποτέ δεν κουραστήκαμε, λόγω σιγουριάς, να προσμένουμε την ειλικρίνειά του. Πάντοτε καρτερικά και ράθυμα αναμέναμε την επιστροφή στην Αλήθεια της αφανούς του παρουσίας και την πατρική του προστασία. 
Μάταια... τα περισσότερα είναι μάταια μακριά από την περιέργεια. Και πιστέψτε με, «πίστευε και μη, ερεύνα». 

Η άσωτη Αλήθεια του Θεού εμποτίστηκε στην ψυχή μας ανεπιστρεπτί. Οφείλουμε να περιμένουμε να επιστρέψει ο Θεός μας σε εμάς;
Δεν οφείλουμε τίποτε σε αυτόν, γιατί για εμάς και από εμάς συνεχίζει να αναπνέει ο λόγος του... 
Πώς γίνεται να αποκρύπτουμε αφελώς-μα καθ' υπόδειξή Του τις αντανακλάσεις Του και την ύπαρξή Του μέσα μας, όταν εμείς Του αποδίδουμε την άυλη ύπαρξή Του;     

(Το βλέμμα του προσκολλείται στον τρούλο της εκκλησίας και εγκαλεί με στεντόρεια φωνή το... Θεό)
Δεν δάκρυσε και δεν θα δακρύσει. Δακρύζουμε εμείς και πρέπει να δακρύσει, ο αναίσθητος. 
Δεν μάτωσε και δεν θα ματώσει, ενώ εγώ, εσείς, εμείς ματώνουμε, άρα πρέπει να ματώσουμε και Αυτόν.
Δεν κουράστηκε και δεν θα κουραστεί. Ο κόσμος κουράζεται και δεν έχει την πολυτέλεια της κυριακάτικης ανάπαυσής Του.
Μας εξόρισε στο πυρ το εξώτερο. Στο χέρι μας να τον εξορίσουμε στην ποθητή του ανυπαρξία. 


(Ανοίγει διάπλατα τα χέρια του) 
Αμήν...!

Γιώργος Η. Παγωνάκης