<<Τέκνον Αναστάσιε, εφεξής αναλαμβάνεις το
ιερό καθήκον του υπευθύνου υποδοχής της Μονής μας. Ο έλεγχος της
καταλλήλου ενδυμασίας δια τους εισερχομένους εις τον ιερόν τούτον
χώρον είναι έργο υψίστης σημασίας. Αδιαμφισβήτητος ανάγκη η απομάκρυνσις των
κακών δαιμονίων, τα οποία καιροφυλακτούν
–καιροφυλακτούν, λέγω υμάς!!!- σε γυναικείους κόρφους, γυμνούς πόδας, ακάλυπτες
χείρες …. Θού, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου! είπε ο μοναχός και σταυροκοπήθηκε
τρεις φορές ρίχνοντας κλεφτές ματιές στα Ουράνια για να συγχωρεθούν οι
μολυσμένες λέξεις…
>>Σήμερον γεννάται ο «Αρχοντάρης» του
μοναστηριού! Ου δήπου ει μοναχός, όμως διάγεις βίον μοναχικόν, σεμνόν,
ειρηνικόν, σεβάσμιον! Από μικρός, η Μονή ταύτη είναι το δεύτερο σπίτι σου! Οι
Γέροντες αποφασίσαμεν ότι αξίζεις τη συγκεκριμένη θέση, η οποία διασφαλίζει τα
ήθη εις μίαν εκτραχυμένην εποχή. Άξιος, τέκνον μου!>>
Και με αυτά τα καθαρευουσιάνικα λοφία στην κεφαλή
της έρμης νεοελληνικής, ο Αναστάσιος χρίσθηκε «Αρχοντάρης» του μοναστηριού. Στο
άκουσμα του ανέλπιστου, αν και καταχρηστικού τίτλου, ένιωσε να κατακλύζεται από
στιγμιαία αίσθηση μεγαλείου. Σταυροκοπήθηκε νοερά για ν’ αποδιώξει την έπαρση.
Μεγάλη αμαρτία κι αυτή!
Ήταν εξήντα
δύο ετών, γεροντοπαλίκαρο, μικρόσωμος, μισοφαλακρός και φαφούτης. Θα μπορούσε
να συγγενεύει με τον Κουασιμόδο της Παναγίας των Παρισίων. Ζούσε μόνος στο
πατρικό σπίτι, ξεκομμένος από το χωριό. Ο μόνος άνθρωπος που τον αγαπούσε ήταν
η κυρά Αριάδνη, η μάνα του, η οποία αποδήμησε
προς διετίας εις τόπον χλοερόν. Όμως, ο Αναστάσιος άκουγε ακόμα τα λόγια της
στον ύπνο και στον ξύπνιο του: «Ηθική, τάξις και ασφάλεια… τίποτε άλλο, παιδάκι
μου! Και όλες αυτές που κυκλοφορούν εκεί έξω είναι κίνδυνος, ανήθικες, φίδια
κολοβά! Άπαξ και τυλίξουν τον άνδρα, μετά τον πνίγουν όπως ο βόας τυλίγεται
γύρω από τον λαιμό του θύματος. Αχ παιδάκι μου! Μόνον ο Θεός υπάρχει (!)και η
μανούλα σου, αχ, που δίνει και τη ζωή
της για σένα, κανείς άλλος! Δεύτερο
σπίτι να είναι για σένα το μοναστήρι, δεύτερο σπίτι! Για να’ χεις θέση εκ
δεξιών Του στην τωρινή και στην άλλη ζωή!»
Κάπως έτσι ο Αναστάσιος έμεινε για εξήντα δύο
συναπτά έτη παιδί στα μάτια της χήρας μάνας του και του καλύτερου
«πατριού» του κόσμου, του Θεού!
Η κυρά Αριάδνη τον μύησε από μικρό στον οίκο του
Παντοκράτορα. Φανταστείτε ότι και την εξομολόγηση στον Πνευματικό, μαζί την
έκαναν! Η μάνα να εκφράζει τους φόβους της για τα νοσηρά εγκόσμια και ο
Αναστάσιος να επιβεβαιώνει ότι-σαν άλλος Άι- Γιώργης- χτυπούσε με την ξιφολόγχη
του κάθε πειρασμό που τον πλησίαζε
ύπουλα. Τότε που θα μπορούσε να κλέψει πορτοκάλια από το δέντρο της κυρά Μάρως,
της γειτόνισσας, εκείνος είχε κάνει μεταβολή κι επιστροφή στο σπίτι του. Όταν ο
Ριρής, ο συμμαθητής του, σχεδίαζε ολόκληρη επιχείρηση για λαθροφθαλμόλουτρο κάτω από τη φούστα της
δασκάλας, εκείνος, σαν καλό παιδί, πήγε στον Δ/ντη και τον ανέφερε. Ακόμα
θυμάται τον ήχο της βέργας να σκάει επάνω στις ματωμένες παλάμες του Ριρή… και
τα βουβά δάκρυα του συμμαθητή του, έτοιμα να ξεχυθούν σαν καταρράκτης από τις
κόγχες των ματιών του.
Βέβαια, δεν τόλμησε ποτέ να ομολογήσει την αντάρα
που ξεσήκωνε μέσα στο παντελόνι του ο
ατίθασος, απείθαρχος, ανεξάρτητος εγκέφαλος, το άκρως διαδεδομένο «εξωτικό
φρούτο» , κάθε φορά που αντίκριζε από το παράθυρο την Κατίνα, την κόρη του
περιπτερά. Η Κατίνα, ήταν δεν ήταν δεκαπέντε χρόνων, εξασκούσε την τέχνη του φλερτ με κάθε πελάτη, παριστάνοντας ταυτόχρονα την καλή εργατική
κόρη του ανάπηρου πατέρα της. Μυστήριο ότι κάθε φορά που την κρυφοκοίταζε από
το παράθυρο της κάμαράς του, εκείνη τον αντιλαμβανόταν. Τρυπώντας τον με το
σαγηνευτικό βλέμμα της, έβγαινε από το
περίπτερο και ξεκούμπωνε τα πρώτα κουμπιά της μπλούζας της, δήθεν για να
δροσιστούν τα τεράστια αναμμένα της στήθη.
Όμως ο Αναστάσιος βράχος! Ο έπαινος του ιερέα μπρος
στη μάνα του άξιζε όλους τους πειρασμούς του κόσμου!
Ξεκίνησε άμεσα, λοιπόν, η αποστολή του Αναστάσιου! Την
επομένη του χρίσματος τοποθέτησε μία καρέκλα εκ δεξιών της εισόδου της μονής
ωσάν φρουρός. Μπροστά του, ένα μικρό στρόγγυλο τραπέζι «σήκωνε» ένα μεγάλο
κοφίνι γεμάτο αυτοσχέδιες, παλιές, μάξι ως τον αστράγαλο φούστες! Ήταν πλέον
επίσημος φύλακας της ηθικής, της τάξης και της… ασφάλειας!
Οι πιστοί ανηφόριζαν πεζή προς τη Μονή. Άντρες και
γυναίκες της Τρίτης Ηλικίας , στο συντριπτικό ποσοστό των επισκεπτών, ιδρωμένοι
και κατάκοποι, έβλεπαν στην ανηφοριά τα βάσανα που η Μοίρα είχε επιλέξει γι’
αυτούς. Έκαναν στάση για να πάρουν
ανάσα, έπιναν γουλιές εμφιαλωμένου νερού από το μπουκαλάκι που κρατούσαν στο
χέρι, σταυροκοπιόνταν για να πάρουν δύναμη, και συνέχιζαν τον συμβολικό
«Γολγοθά» μέχρι την Ανάσταση που τους περίμενε… στην σκοπιά του Αναστάσιου.
Ο φρουρός επόπτευε με άγρυπνο βλέμμα τις γυναίκες.
Αν έβλεπε φούστα μόλις κάτω από το
γόνατο ή -ακόμη χειρότερα- παντελόνι ή
βερμούδα, καλούσε αυστηρά την πιστή να
σεβαστεί τον χώρο δακτυλοδείχνοντας τον εν τω κοφίνω νόμο του maxi skirt(1). Κάποιες τον θεωρούσαν υπερβολικό και στράβωναν τα
μούτρα, μονολογώντας «Απεταξάμην τω Σατανά». Όχι, δεν θα γινόταν το χατίρι του δαίμονα!
Θα έμπαιναν στη Μονή, ακόμη κι αν έμοιαζαν με κουρελούδες! Κάποιες άλλες
καλοδέχονταν τη σύσταση του Αναστάσιου. Είναι γνωστό τοις πάσι. , τα «καλά
κορίτσια» δεν χάνουν ποτέ την ευκαιρία να φαίνονται υπάκουα και καλά!
Ο Αναστάσιος έκοβε τα φουστο-εισιτήρια, νιώθοντας
νοερά το βλέμμα της μάνας του να τον επιβραβεύει για το σπουδαίο έργο που
έφερνε εις πέρας με απόλυτη επιτυχία! Όμως ο πειρασμός κρύβει μέσα του μεγάλη
δύναμη, γι’ αυτό και ο Θεός τον εφηύρε… για να δοκιμάζει τις αντοχές του καλού
και πειθαρχημένου ανθρώπου!
Εκείνο το πρωί, η Μαρίκα, δεκαέξι ετών, λυγερή σαν
βέργα, μαυρομαλλούσα νεράιδα,
επισκέφτηκε τη Μονή. Ντυμένη ένα εφαρμοστό μίνι ροζ φόρεμα, λίγα άφηνε στη
φαντασία του οπτικού νεύρου απέναντι. Η Μονή ήταν η τελευταία της ελπίδα. Λένε
πως η προσευχή μετατρέπει τα προβλήματα σε χαρτοπόλεμο! Είχε αποφασίσει να
προσευχηθεί, μπας και ο μαθηματικός καταλάβαινε, επιτέλους! Εδώ και δύο χρόνια, από τότε που τον είδε για
πρώτη φορά να μπαίνει στην αίθουσα διδασκαλίας, της είχε γίνει έμμονη ιδέα. Τον
ονειρευόταν στην αγκαλιά της, να φιλιούνται παθιάρικα και να της ψιθυρίζει στ’
αυτί: «Είσαι αυτή που περίμενα! Σε θέλω, σε θέλω, σε θέλω…» και κόντρα
αναστεναγμοί και ερωτικά «αχ, βαχ, μμ..» να χτυπούν σαν μπαλάκι του σκουός στον
τοίχο του ονείρου! Και πάντα ο τοίχος να γκρεμίζεται από την επίθεση των
ολοκληρωμάτων, των κλασμάτων, των γεωμετρικών σχημάτων, των αξιωμάτων και
θεωρημάτων… τέτοια θραύση, ούτε drone (2) καμικάζι!
-Τα μαθηματικά, όπως κάθε μάθημα, απαιτούν
συγκέντρωση! Μαρίκα, πού «ταξιδεύεις» πάλι; Θέλεις να μας αναλύσεις το
Πυθαγόρειο Θεώρημα;
Αχ! Αν είχε έστω στοιχειώδη μαθηματική σκέψη, ίσως και
να μπορούσε να τον κάνει δικό της!
Η Μαρίκα έκανε να διασχίσει την είσοδο της Μονής,
αγνοώντας τον φρουρό της φουστο-ηθικής!
-Κοπελιά! Ψιτ! Εδώ είναι ο Οίκος του Θεού, όχι
πασαρέλα! Φόρεσε μια φούστα και αν είναι όπως πρέπει, μπαίνεις για να
προσκυνήσεις!
Πες «όχι» στην έφηβη, κι ο ταύρος μέσα της ξυπνά
σαν μπρος σε κόκκινο πανί!
Η Μαρίκα τον κοίταξε απορημένα υψώνοντας τα λεπτά
τοξωτά φρύδια της.
-Ο κανονισμός!
-Δεν κατάλαβα! Ρίξ’ το πάλι!
-Τι να ρίξω;
-Αυτό που είπες! Κατάλαβα σωστά; Μου απαγορεύεις
την είσοδο ;
-Οι γυναίκες δεν μπαίνετε στη Μονή… ακάλυπτες!
Είναι ασέβεια!
-Μια χαρά καλυμμένη είμαι!
-Μα… αυτό το … αυτό το… τέλος πάντων, αυτό το
πράγμα επάνω σου είναι… ανύπαρκτο!
-Τότε πώς το βλέπεις;
H Μαρίκα έκανε να τον
προσπεράσει. Ο Αναστάσιος, κατακόκκινος από θυμό, τινάχτηκε σαν ελατήριο από
την καρέκλα του προτάσσοντας ανάμεσα σε εκείνον και την κοπέλα το κοφίνι με τις
φούστες.
-Δεν προχωράς βήμα! Πάρε μία φούστα, με σωστό
μάκρος! Το κατώτατο άκρο της φούστας δέον να απέχη
από του εδάφους 30 εκατοστά του μέτρου … και τότε θα περάσεις!
Η κοπέλα τον κοίταξε μέσα στα μάτια και ξέσπασε σε
τρανταχτά γέλια!
-Δηλαδή, αν είναι 31 εκατοστά «κόβομαι»;
O Αναστάσιος ένιωσε το αίμα στο
σώμα του να ανεβαίνει ορμητικά και να κατακλύζει το κρανίο του! Η ένταση που
ένιωσε απόδιωξε το γλωσσικό ολίσθημα!
-Μην αυθαδιάζεις,
αναιδεστάτη! Όφι φαρμακερέ!
-Δεν πας καλά, μου φαίνεται. Θα σε καταγγείλω στον
Αρχιεπίσκοπο και στους παπα-ροκάδες! . Αυτοί θέλουν τους νέους στη Μονή όπως
είναι! Άιντε τράβα να εξομολογηθείς πριν το τέλος σου… που θα μας προσβάλλεις
κιόλας … άκου, όφι!!!
Ο θυμός είχε φουσκώσει επικίνδυνα μέσα της. Η
αλήθεια είναι ότι θα μπορούσε να τηρήσει τον Κανονισμό και να εισέλθει ήρεμα στον
ναό για να προσευχηθεί. Όμως, η άκαμπτη απαγόρευση ερέθισε τα φτερά της εφηβείας, τα μάτωσε, ενόσω αυτά απλώνονταν για να
μεταφέρουν τη νέα σε κόσμους πνευματικούς, εκεί όπου όλα είναι δυνατά, εκεί
όπου και τα αμαρτωλά γίνονται άγια!
Στην περυσινή αποχαιρετιστήρια γιορτή του σχολείου,
το υποκείμενο του πόθου της συνοδευόταν από τη γυναίκα του. Μία φακλάνα
αποκρουστική! Μεγάλη αδικία τα αταίριαστα συνταιριάσματα! Προφανώς είχε
υποχρεωθεί με κάποιο τρόπο να τη φορτωθεί στη ζωή του. Κι αυτό γιατί δεν είχε
καταλάβει ακόμη τον πόθο της για εκείνον!
Ο συντηρητισμός που όλοι έχουμε μέσα μας αναδεύτηκε
από τον θερμό άνεμο των ερωτικών ορμονών. Αν γνώριζε η μάνα της τις κρυφές της
σκέψεις, θα την ξεμάλλιαζε. Εδώ… είδε κι έπαθε να δεχθεί την «ξετσίπωτη» μόδα
των μίνι φουστανιών!
Όπως και να’χει, η Μαρίκα προσπέρασε τον Αναστάσιο,
σεινάμενη και λυγάμενη.
Εκείνος, αποσβολώθηκε για μια απειροελάχιστη στιγμή,
βυθισμένος στα πεπονοειδή οπίσθια της νεαράς, όταν επάνω τους εμφανίστηκαν τα
μάτια της μάνας του που ανοιγόκλειναν νευρικά και αυστηρά!
-Αναστάσιε, το χρέος σου!!!
Ο Αναστάσιος αναπήδησε και άρπαξε τη Μαρίκα από το
μπράτσο, αναγκάζοντάς την να στραφεί προς το μέρος του.
- Βάλε μια φούστα τώρα!
-Φιρί φιρί το πας, άνθρωπέ μου! Θα βάλω τις φωνές!
-Σκασμός, Εύα της Εδέμ!
-Ποιον είπες Εύα, χριστιανέ μου; Μαρίκα με λένε! Είσαι
τρελός!!!
Τελικά, ο «Εξαποδώ» πνίγει κάθε λογική σαν βόας.
Σαν να’ ταν κάποιος άλλος κι όχι ο ίδιος, ο Αναστάσιος
χαστούκισε τη Μαρίκα. Την αποκάλεσε «πουτ@ν@», Θου, Κύριε, φυλακί το στόματί
μου… εγώ απλή μεταφορά των γεγονότων κάνω! Και η Μαρίκα τον αποκάλεσε
διεστραμμένο πορνόγερο, που βρήκε ευκαιρία να την ακουμπήσει! Οι φωνές τους
ξεσήκωσαν τους μοναχούς που εγκατέλειψαν την προσευχή στο κελί τους για να
διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι την εικόνα: ο Αναστάσιος και η Μαρίκα να παλεύουν με
τα σώματά τους σε απόσταση αναπνοής… το πανέρι με τις φούστες είχε κυλήσει
παραπέρα…
Εννοείται ότι οι μοναχοί επενέβησαν για να χωρίσουν
τα θύματα του Σατανά από τον κακό καυγά! Εννοείται ότι ειπώθηκε το γνωστό
«ειρήνη υμίν» γύρω στις πενήντα φορές. Εννοείται ότι ακολούθησαν ευχέλαιο και
ψαλμοί για τη δίωξη του κακού! Εννοείται ότι ο Αναστάσιος αποχώρησε συγχισμένος,
με έντονη τη γεύση της αποτυχίας στο στόμα. Η δε Μαρίκα κατευθύνθηκε στο
εξομολογητήριο, κολάζοντας τους μοναχούς με το λεπτό κορμί της και τα
δακρυσμένα, περιγεγραμμένα με μαύρο μολύβι μάτια της.
Εκείνο το βράδυ ο Αναστάσιος δεν ήπιε το γάλα του,
όπως κάθε βράδυ, πλην Τετάρτης και Παρασκευής λόγω νηστείας. Ξάπλωσε βαρύς, με τα ρούχα που φορούσε, στο
στρώμα. Ο αέρας δεν έφτανε να γεμίσει
τις ανάσες του. Κρίση πανικού; Ένιωσε
μια μαχαιριά στο στήθος! Λες να πέθαινε; Τρέμοντας πήρε στα χέρια την κορνίζα
με τη φωτογραφία της κυρά Αριάδνης, την οποία άφηνε πάντα στο δεύτερο μαξιλάρι
δίπλα του! Έσφιξε την κορνίζα στην αγκαλιά του κι άρχισε να μονολογεί:
«Εγώ τον νόμο ήθελα να τηρήσω! Χωρίς τους νόμους, οι
κοινωνίες γίνονται ζούγκλες, έτσι έλεγες πάντα. Κι αυτό το βρομοθήλυκο με
παρέκαμψε, μανούλα! Ήθελε να με προκαλέσει ερωτικά, είμαι σίγουρος! Όμως εγώ
έπρεπε να κάνω το σωστό. Πρέπει να μένω προσηλωμένος στην αποστολή μου!»
Ο Αναστάσιος βυθίστηκε στην αγκαλιά του Μορφέα
εξαντλημένος. Για τον Σίγκμουντ Φρόιντ τα όνειρα είναι η «βασιλική οδός προς το
Ασυνείδητο». Για τον Αναστάσιο, το όνειρο στο οποίο βρέθηκε ήταν η «βασιλική
οδός προς το δικό του αδιευκρίνιστο “διότι”».
----------
Κατόπιν διαταγής του Προέδρου της Κυβερνήσεως, καταρτίζεται και
υποβάλλεται εις το Υπουργείον Εσωτερικών προς έγκρισιν αστυνομική διάταξις, δι’
ης απαγορεύονται αι κονταί φούσται των γυναικών. Το κατώτατον άκρον της φούστας
δέον να απέχη από του εδάφους 30 εκατοστά του μέτρου. Εις τον περιορισμόν
τούτον υπάγονται άπασαι αι γυναίκες από του 12ου έτους και άνω. Αι παραβάτιδες
θα παραπέμπωνται εις το επ’ αυτοφώρω πταισματοδικείον, συνυπεύθυνοι θα είναι
και οι γονείς αυτών. Η εφαρμογή θα αρχίση από 15 Δεκεμβρίου…
Ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως διάβασε
μεγαλόφωνα το κείμενο κι έτεινε το νομοθέτημα στον δικτάτορα που τον έλεγαν
Θεόδωρο Πάγκαλο (3). Ο τελευταίος ίδρωνε και κρυοϊδρωνε μες στην
παρασημοφορεμένη στολή του, καθισμένος πίσω από ένα τεράστιο μαύρο σιδερένιο γραφείο. Μπροστά
του, όρθιες και ακίνητες, δύο έφηβες άκουγαν την βαρύγδουπη νομοθεσία. Η μία
χασκογέλασε. Ένας αστυνομικός εμφανίστηκε μέσα από μία πόρτα. Κρατούσε στο χέρι
μεζούρα. Ο δικτάτορας του ένευσε κι
εκείνος άρχισε να μετράει την απόσταση της φούστας της από το έδαφος. Ο
Αστυνομικός κοίταξε απογοητευμένος τον δικτάτορα.
-Σαράντα εκατοστά! Απαράδεκτον! είπε
Ο δικτάτορας, πάντα βουβά, διέταξε με το
νεύμα του τον αστυνομικό να συνεχίσει το ελεγκτικό του έργο στο φουστο-μάκρος
της δεύτερης έφηβης. Το όργανο την
πλησίασε. Εκείνη άρχισε να ξεκουμπώνει την μπλούζα της μπροστά σε όλους κι
ύστερα να τον χτυπάει, φωνάζοντας ότι ήθελε να τη χαϊδολογήσει και μάλιστα
μπροστά σε όλους!
-Λυπάμαι Αρχηγέ! Η Κοκό Σανέλ θα μας
καταστρέψει! Απείθεια κι εξύβρισις
οργάνου! ανέφερε ο αστυνομικός, αναστατωμένος από την έκρηξη της ελεγχόμενης
Ο δικτάτορας βούτηξε το φτερό στο μελάνι και –σαν να
κατάφερνε μαχαιριά στις υπόδικες- υπέγραψε το κείμενο.
ΚΑΤ
Ο δικτάτορας σήκωσε το βλέμμα και τους
κοίταξε όλους, έναν προς έναν. Κι ύστερα ξέσπασε σε ένα νευρικό, τρομακτικό
γέλιο που έμοιαζε σατανικό. Τα μάτια του ήταν ολόιδια με αυτά της κυρά
Αριάδνης.
Οι δύο υπόδικες γδύνονταν αισθησιακά ! Πέταξαν τις φούστες
μακριά αλά “9 & ½ Εβδομάδες» (4)
και πλησίασαν τον αστυνομικό,
ψιθυρίζοντας σαγηνευτικά στο αυτί του: «Αναστάσιε, you can leave your hat on»!» (5).
Η πρώτη ήταν η Κατίνα , η κόρη του
περιπτερά. Βούτηξε το πρόσωπό του και το έχωσε στα πλούσια καυτά στήθη της.
Η δεύτερη ήταν η Μαρίκα , το επεισόδιο της
Μονής. Οι δύο γυναίκες μάζεψαν τις
φούστες τους από το πάτωμα και τις φόρεσαν στον εκστασιασμένο Αναστάσιο!
Στο μεταξύ, ο δικτάτορας που είχε το
κοίταγμα της κυρά-Αριάδνης δεν
σταματούσε να γελά, σατανάς σωστός! Ο Υπουργός έπινε κρασί, γιορτάζοντας την σπουδαία πολιτική
μεταρρύθμιση!
Ο Αναστάσιος ξύπνησε κάθιδρος. Κρατούσε ακόμα
στην αγκαλιά του την κορνίζα με τη
φωτογραφία της μάνας του και… φορούσε δύο φούστες της…
-------------
Φίλες αναγνώστριες, φίλοι αναγνώστες…
Σύμφωνα με τον θρύλο ο Αρχοντάρης- μετά από εκείνο το όνειρο- έπαθε νευρικό
κραχ. Εξαφανίστηκε από το χωριό και δεν ξαναπάτησε το πόδι του στη Μονή. Λένε
πως κρύφτηκε σε μια σπηλιά κι έγινε ερημίτης, μέχρι που ο Κύριος τον πήρε κοντά
του! Με μία αυτοσχέδια ξιφολόγχη κυνηγούσε τις αμαρτίες αυτού του κόσμου, και
πρώτα τις δικές του! Ένας Δον Κιχώτης της τάξης, της ασφάλειας και της ηθικής!
Η Εκκλησία έχει αναγάγει τον «Αρχοντάρη» πολέμιο
της αμαρτίας, σύμβολο του διαρκούς αγώνα του ανθρώπου ενάντια στο κακό!
Για την Επιστήμη της Μεταφυσικής, ο Αρχοντάρης
δείχνει προς την κατεύθυνση ότι η θεωρία της μετενσάρκωσης έχει μεγάλη δόση αλήθειας, λαμβάνοντας υπ’
όψιν τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό παρόμοιων ιστοριών.
Για την Επιστήμη της Ψυχολογίας, ο Αρχοντάρης
αποτελεί παράδειγμα αναφορικά με τη
γένεση και την εξελικτική πορεία των νευρώσεων και καταθλιπτικών διαταραχών
συνεπεία του Οιδιπόδειου Συμπλέγματος!
Ανεξαρτήτως
αναλύσεων, οι θρύλοι είναι μείγμα ιστορίας και φαντασίας, γι’ αυτό επιμένουν
στον χρόνο…
(1)(μτφ) μακρύ ρούχο
(2)(μτφ)μη επανδρωμένα αεροσκάφη
(3) Έλληνας δικτάτορας , εξουσίασε από τον
Ιούνιο του 1925 έως την ανατροπή του τον Αύγουστο του 1926, εμπνευστής του νομοθετήματος για την
απαγόρευση της κοντής φούστας
(4) Αμερικανική ερωτική δραματική ταινία ( σκηνοθεσία Άντριαν Λυν και σενάριο των Σάρα Κερνότσαν, Ζάλμαν Κινγκ
και Πατρίσια Λουιζιάνα Νοπ, πρωταγωνιστές: Κιμ Μπέισινγκερ και Μίκι Ρουρκ)
(5) Αναστάσιε,
μπορείς να αφήσεις το καπέλο… (τραγούδι του Randy Newman, ερμηνεύει ο Joe Cocker στην ταινία «9 και 1/2 Εβδομάδες)
Σημείωση συγγραφέα: Η 22χρονη Κατίνα Βογιατζή ήταν η πρώτη γυναίκα που συνελήφθη βάσει του
νομοθετήματος για τις κοντές φούστες. Κάθισε στο εδώλιο του κατηγορουμένου, καθώς
η φούστα που φορούσε έφτανε στα 38 εκατοστά απόσταση από το έδαφος. Παράβαση
ολόκληρων τριών εκατοστών!
Η 20χρονη Μαρίκα
Μπακαρτζή συνελήφθη για το ίδιο ακριβώς παράπτωμα. Τρεις πόντοι κοντύτερη η
φούστα. Το δικαστήριο της επέβαλε πρόστιμο 100 δραχμών συν άλλες 36 για
δικαστικά έξοδα.
Στοιχεία του διηγήματος «Ο αρχοντάρης»
αντλήθηκαν από τη διαδικτυακή πηγή : https://www.protothema.gr/stories/article/1735620/tin-epohi-tou-pagalou-itan-makries-oi-foustes/) και αξιοποιήθηκαν παραλλαγμένα
στο πλαίσιο της μυθοπλασίας.
Η
Ελένη Γιαννακού γεννήθηκε το 1976 και μεγάλωσε στη Χαλκίδα, όπου ζει μέχρι
σήμερα. Εργάζεται στον χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α’ Βαθμού.
Από
μικρή αγαπούσε τον κόσμο των βιβλίων. Σπούδασε κοινωνιολογία, ελληνικό
πολιτισμό και είναι κάτοχος Master
of Arts (MA) στο επιστημονικό αντικείμενο της Δημιουργικής
Γραφής. Γνωρίζει αγγλικά και ιταλικά.
Γράφει
θέατρο, παραμύθια, ποιήματα, διηγήματα. Επίσης, έχει εργαστεί ως επιμελήτρια
λογοτεχνικών κειμένων σε εκδοτικό οίκο.
Αναφέρονται
τα ακόλουθα έργα της:
«Η Ώρα της Γης» (θεατρογράφημα που παρουσιάστηκε στα
Οινόφυτα, στο πλαίσιο της ομώνυμης εορτής/ 2009), «Με την Ελλάδα Καραβοκύρη»
(θεατρική ένδυση μουσικής εκδήλωσης αφιερωμένης στον Ν. Γκάτσο, του δημοτικού
ωδείου Τανάγρας/2011), «Νότες της Πλώρης» (παραμύθι που «έντυσε» μουσική
εκδήλωση του δημοτικού ωδείου Τανάγρας, στο πλαίσιο του πολιτιστικού πολυήμερου
«ΚΟΡΙΝΕΙΑ 2011»), «ΟΥΑΧ» (Μαύρη Κωμωδία που παρουσιάστηκε από θεατρική ομάδα
πολιτιστικού συλλόγου στο Δήλεσι Βοιωτίας/2013), «Το Κορίτσι με τα Παραμύθια»
(παραμύθι που παρουσιάστηκε θεατρικά δύο
φορές για κοινωφελείς σκοπούς/2014), «Η Ελβίρα και το ποτάμι» (θεατρικό
παραμύθι, εμπνευσμένο από τον Ασωπό ποταμό/ηλεκτρονικές εκδόσεις Amazon 2015), «Το μαύρο
τριαντάφυλλο» (παραμύθι που παρουσιάστηκε σε εθελοντικό Μη Κερδοσκοπικό
Οργανισμό /2019), «Η εξομολόγηση ενός Αγίου» (θεατρικός μονόλογος που
παρουσιάστηκε από το Πολιτιστικό Συνεδριακό Κέντρο Ηρακλείου Κρήτης στο πλαίσιο live Streaming χριστουγεννιάτικων
εκδηλώσεων/2020), «Ιερολοχιτών Λόγος» (/θεατρικό κείμενο το οποίο διασκευάστηκε
και παρουσιάστηκε ως δραματοποιημένο κινηματογραφικό αφιέρωμα, στο πλαίσιο του
εορτασμού των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση- διαθέσιμο στο youtube)
Εκτός
από την ανάγνωση και τη συγγραφή, αγαπά την υποκριτική,
την κλασική μουσική, το brainstorming, τους μεγάλους περιπάτους στη
φύση και τις ατελείωτες κουβέντες με τη λατρεμένη κόρη της.
Κόντρα στον αρνητισμό της εποχής, η Ελένη επιμένει
να ονειρεύεται έναν καλύτερο κόσμο!






