Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΣΕ ΠΟΙΗΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΣΕ ΠΟΙΗΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2024

Πρόλογος για την ποιητική συλλογή της Λίτσας Μοσκιού: «Απ’ της ψυχής τ’ απόσταγμα», Εκδόσεις Βεργίνα, 2016, σελ. 148

 


Δέχτηκα με μεγάλη χαρά να προλογίσω την ποιητική συλλογή της Ροδίτισσας ποιήτριας Λίτσας Μοσκιού, χαρακτηρισμό τον οποίο η ταπεινότητα της δεν την αφήνει να αποδεχτεί, χρόνια πριν ακόμη όταν έγινε η πρώτη γνωριμία μας και μάλιστα στο δημοφιλές μέσο κοινωνικής δικτύωσης, το facebook. Άλλωστε, η ίδια ξεκαθαρίζει τις απόψεις της στο ποίημά της:                    «Στον ποιητή».


Αστροβροχή που γέννησε

το υπέρλαμπρο φως

και σ' έφερε στο κόσμο τούτο να υπάρξεις

οδηγός ταπεινότητας

στις ψυχές των ανθρώπων

της υπέρτατης αρετής

ρασοφόρος.

Πιστεύω ότι η αποδοχή των προσωπικών αισθημάτων είναι το πρώτο βήμα και το δεύτερο βήμα είναι η άρνηση του κόσμου που περιτριγυρίζει τον ποιητή, με την έννοια ότι δεν είναι ποτέ πλασμένος ιδανικά ή αγγελικά (όπως έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός), για να περάσει αφιλτράριστος από την ευαίσθητη ψυχή του ποιητή. Τις περισσότερες φορές, ο κόσμος μοιάζει με δέντρο που δεν ποτίζει τις ρίζες του η αλήθεια και τα κλαδιά του τα τσακίζει η υποκρισία και η ευκολία.

Η αγαπητή Λίτσα Μοσκιού, μπορεί να καθυστέρησε να εμφανιστεί στα ελληνικά γράμματα με το πρώτο εκδοτικό της εγχείρημα, όμως -μας κάνει να υποψιαζόμαστε- ότι περίμενε να έρθει ο κατάλληλος καιρός, ώστε να είναι σε θέση να αναλάβει ολόκληρη την ευθύνη που απαιτείται από τη μεριά του ποιητή και να κυοφορήσει τις ιδέες της, περνώντας τες από το φίλτρο του νου και της ψυχής. Τις μετέτρεψε σε αφομοιώσιμα υλικά για κάθε αναγνώστη, ακόμη και γι’ αυτόν που δεν ελκύεται ιδιαίτερα από τον ποιητικό τρόπο έκφρασης και αποφεύγει να νιώσει τη χαρά που προσφέρει η ανάγνωση ενός ποιητικού βιβλίου.

Η απλότητα και η καθαρότητα των στίχων της, παρόλο που δεν είναι βασισμένη σε ποιητικές φόρμες και αυστηρές ποιητικές μορφές, κερδίζει απ’ την πρώτη στιγμή τον αναγνώστη. Αυτό δε σημαίνει βέβαια, ότι αποτέλεσε και κρυφή επιδίωξή της τα ποιήματά της ν’ αγγίξουν τους μελλοντικούς αναγνώστες της, αλλά τα έγραψε με το εύπλαστο ζυμάρι της ψυχής που αντιτάσσεται, διαμαρτύρεται έντονα, κρίνει, αναθεωρεί, γκρεμίζει, γεννάει και δε σταματά ποτέ να ονειρεύεται. Τα όνειρα είναι ο κεντρικός πυρήνας ανάπτυξης της δραστηριότητας κάθε ευαίσθητου ανθρώπου, πόσο μάλλον μιας ποιήτριας που τα συνοδεύει με όμορφα επίθετα και μεταφορές.    

Ασυναίσθητα γίνομαι συλλέκτης ονείρων και με τη μαεστρία που τα ντύνει η Λίτσα, θαρρείς ακόμη και τα νεκρά όνειρα ζεσταίνονται και ζωντανεύουν. Γίνονται τόσο οικεία, ενώ πριν ήταν αρκετά μακριά. Στο ποίημα: «Αποστάτες ονείρων», γράφει:

 

Απαρηγόρητα τα όνειρά μας

πετροβολήσαμε.

 

Στο ποίημα: «Ανώνυμες θλίψεις»:

 

Τα σκυμμένα φεγγάρια μέσα μας

κλαίνε για τα νεκρά όνειρα.

 

Στο ποίημα με τίτλο: «Δοσίλογοι» αποτυπώνει με πίκρα:

 

Σε μια αλάνα αφήσαμε

να παίζουν παιδιά

πάνω σε πτώματα ονείρων.

 

Στο ποίημα με τίτλο: «Δε θα λεγόσουν άνθρωπος», το μήνυμα που δίνει η ποιήτρια είναι αισιόδοξο.

 

Δε θα λεγόσουν άνθρωπος

αν έθαβες τα όνειρά σου

μετά από κάθε θάνατό τους

μην ελπίζοντας σε μια ανάσταση.


Αν και τα όνειρα πεθαίνουν ανασταίνονται, ακόμη και μέσα από τις στάχτες τους, αφού η θύμησή τους μπορεί να πονά και να αναζωογονεί ταυτόχρονα. Έτσι, στο ποίημα: «Εξ’ αρχής», «το χώμα, στάχτη ήταν» και τελειώνει με τη διατύπωση: «ανούσια πια η ανάσταση...».

Όνειρα εδώ, όνειρα εκεί, αντικείμενα λατρείας αλλά και κακοπάθειας, αν και δεν περιγράφονται αναλυτικά πέρα από τη λέξη τους που υπονοεί κάτι μεγάλο και σημαντικό για τη ζωή κάθε ανθρώπου. Όνειρα που θα μπορούσαν να βιώνονται ως χάδι και αγγέλου αύρα, αλλά στην πορεία χάνεται η αρχική γοητεία τους, όπως δίνεται η εικόνα τους στο ποίημα: «Στυγερό έγκλημα»:

 

Η βροχή μούσκευε

ως το κόκαλο

όλα τα μισά

και απροστάτευτα όνειρα

που τριγυρνούσαν

πάνω στα κεραμίδια του σπιτιού.

 

Όνειρα ίσως χειροπιαστά μα ποτέ υλικά, πάντα πνευματικά και δημιουργικά, όπου μέσα τους καθρεφτίζεται η ποιήτρια να διαβάζει τον περασμένο χρόνο της ζωής της και τις προσωπικές της στιγμές μέσα από το καμίνι και τη φλόγα της έμπνευσης, όπως σημειώνει στο τέλος του ποιήματος: «Το ταξίδι»:

 

Μες τα λιμάνια

βουλιάζουν

αταξίδευτα

τα όνειρα των ανθρώπων.

  

Όμως ποτέ δεν ξεχνιέται «Ο λόφος», όπου στην πρώτη στροφή διατυπώνεται όμορφα:


Ο λόφος των παιδικών μας χρόνων

ο λόφος που η ψυχή μας σκαρφάλωνε

ματώνοντας χέρια και γόνατα

να κατακτήσει το όνειρο.

 

Τι μένει λοιπόν από το ν’ ανοίξουν οι πόρτες και τα παράθυρα αυτού του «ονειρόσπιτου», που μας παραδίδει με αγάπη και σεβασμό η Λίτσα, να βλέπουμε τα ποιήματά της σαν ολόλευκα περιστέρια να πετούν ψηλά, άπιαστα, υπέροχα, ανυπόταχτα, να στοχεύουν στην καρδιά και την ψυχή. Συγκινούν απεριόριστα και σε κάνουν να σκέφτεσαι για τη ζωή σου: αν έζησες ειλικρινά, αν έζησες με κρυμμένες αλήθειες, αν τόλμησες, αν δίστασες, αν κυνήγησες την ευτυχία ή αν η ευτυχία σε βρήκε εντελώς ξαφνικά. Αυτό ακριβώς το νόημα περιλαμβάνει το ποίημα: «Εικονικά»:

 

Μα τώρα, πόσες αλήθειες αλήθεια

σε καθιστούν μερικώς ανυπότακτη.

Ανακαλύπτεις με πόνο πως η ψυχή σου

δεν έχει μνήμες απ' αυτό το σώμα

και ψαχουλεύεις στο κενό της ύπαρξης σου.

  

Η ποίηση είναι βροχή στην ξηρασία της σύγχρονης υλιστικής εποχής. Τα εκατόν τέσσερα ποιήματα της Λίτσας Μοσκιού γίνονται η δροσιά κάθε ταλαιπωρημένης ψυχής, οι αντικατοπτρισμοί σε μια έρημο, τα ριγωτά κύματα της θάλασσας, τα λαμπυρίζοντα αστέρια στον νυχτερινό ουρανό, βλέμματα, αγγίγματα, ομιλίες ανθρώπων που ήρθαν κι έφυγαν από τη ζωή μας και άλλων που συνεχίζουν να βρίσκονται μαζί μας, πίνοντας τη γλύκα της φιλικής ανταπόκρισης και της ανταλλαγής όμορφων στιγμών και αισθημάτων, αρνούμενοι να πιουν το δηλητήριο της λήθης. Η Λίτσα Μοσκιού δε φωνάζει, μα η φωνή της ακούγεται πολύ δυνατά γιατί στην ουσία μας εκμυστηρεύεται διαπιστώσεις και αποφάσεις ζωής. Κι ο ποιητής που έχει σκεφτεί καλά πριν κάνει το πρώτο του βήμα, ξέρει τι σημαίνει φτώχεια:

 

Αυτό είναι φτώχεια

 

Ξέρεις τι είναι

να μην έχεις φυτέψει

ένα λουλούδι;

Να μην έχεις νιώσει ποτέ

να τρέμεις από φόβο στον άνεμο

κάθε φορά που το δέρνει;

 

Να μην έχεις απλώσει

ένα χέρι με τρυφερότητα

σε κάποιον

και το βλέμμα σου να προσπαθεί

να τρυπήσει την ψυχή του

να κλάψει εκεί από συμπόνια;

 

Φτώχια είναι...

Ναι, αυτό είναι φτώχια...

Η ίδια δε θα τολμούσε αυτό το βήμα αν δεν αρνιόταν την έλλειψη προσδοκιών από μια ζωή συμβατική, όπως αναφέρει στο ποίημά της «Αρνούμαι», στην τρίτη και τελευταία στροφή:

 

Αρνούμαι τη ζωή

από δήθεν ελεήμονες

που μ' έναν δίσκο εράνου

με έχρισαν, άπορη κορασίδα.

 

Και το φως είναι τόσο «ανήλικο», σοφή επιλογή τίτλου και πετυχημένη η διαπραγμάτευση του θέματος στο ποίημα: «Ανήλικο φως»:


Ανήλικο το φως ακόμα

να φανερώσει την αλήθεια.

 

Το δίκαιο θα αναγνωριστεί

όταν ο ήλιος βασιλέψει.

Και τότε κάποτε

κάποια αυγή

ίσως ξυπνήσουμε

σοφότεροι

και πιο γενναίοι.

 

Διακινδυνεύοντας μια μεταφορά, θα πω ότι το φως μας κάνει να μη βλέπουμε την αλήθεια, αφού το πλεονέκτημά του και το μειονέκτημά του ταυτόχρονα είναι να μας παραδίδει στον αισθητό κόσμο κι έτσι ασυνείδητα να συντελείται η τύφλωσή μας, όπως στην επιφάνεια της θάλασσας αντανακλά το πρώτο φως της ημέρας, το οποίο μας κάνει να αφηνόμαστε στην ομορφιά και να μην αναζητούμε, να αδιαφορούμε γενικά για όλα όσα βρίσκονται στον βυθό της, παρόλο που θα έπρεπε να αφήνουμε εκεί κάτι από την ψυχή μας. Όπως γράφει σε ανάλογο κλίμα στο ποίημα: «Ένα σφουγγάρι και η ψυχή σου»:

 

Για κάθε σφουγγάρι που θα μαζεύεις

εκεί ως αντάλλαγμα

στον βυθό της

να αφήνεις κάθε φορά

κι ένα μικρό κομμάτι από την ψυχή σου.

 

Οι στίχοι της δεν έχουν τη φανταχτερή λάμψη, απαλλαγμένοι από περιττά ποιητικά στολίδια, μας φέρνουν σε άμεση επαφή με την ψυχή της και τις προθέσεις της να μας μιλήσει χαμηλόφωνα αλλά δραστικά. Μια ουσιώδης εκδήλωση της ποίησής της είναι η αγάπη και ο έρωτας, τόσο ως θεματική επιλογή όσο και ως λυρική έκφραση. Γράφει στη δεύτερη στροφή του ποιήματος με τίτλο: «Ήταν ο έρωτας»:

 

Η ανακάλυψη πως τίποτα ως τώρα δεν είχα

πως τίποτα δεν έζησα

λες και γεννήθηκα ξαφνικά

τη στιγμή που σε αντίκρισα

κι αρνήθηκα τον έρωτα πριν έρθει

σ' όλα τα πρόσωπα

που δε θα έχουν τη μορφή σου.

 

Παρόλο που «Δεν έχει ήχο η αγάπη», προσπαθεί να επικεντρωθεί σε αυτό το συναίσθημα, αναγνωρίζοντας την αξία του στην καθημερινή ζωή της:

 

Είναι που η αγάπη δε χωράει σε κανέναν ήχο

δεν ταιριάζει σε καμιά λέξη

δεν ανήκει σε καμία γραφή.

 

Η ποίηση της Λίτσας Μοσκιού μοιάζει να ακροβατεί, όπως το παραδέχεται στο ποίημα: «Ακροβάτης», την πρώτη στροφή του οποίου παραθέτω εδώ:

 

Ακροβατεί η ψυχή μου,

πάνω σε σημεία στίξης

ώρες ώρες αυτό το κόμμα

γίνεται δρεπάνι

και με θερίζει.

 

Όταν γράφει στο υπέροχο και περιεκτικό ποίημά της «Ανυπαρξία»: «Γεμίζαμε τα αμπάρια της ψυχής μας προσμονές...», μας μεταδίδει μια κοινή ανθρώπινη εμπειρία, αφού τους ψυχικούς τόπους και τα συναισθήματα τα μεταλαμβάνουν όλοι οι άνθρωποι όπου γης, περνώντας από τη δοκιμασία της ζωής. Κι η πίεση της ύπαρξης είναι ευδιάκριτη, που γίνεται: «Αόρατη φυλακή»:

 

Ακόμη κι αν βρεθεί τρόπος διαφυγής

τη λευτεριά δε θα χαρώ ούτε θα αντέξω.

Βλέπεις δεν έμαθα να ζω

με την παρουσία της.

 

Για την ποιήτρια, είναι εξαιρετικά ωφέλιμη η σύρραξη στο εσωτερικό της ύπαρξής της, ώστε να προκύψουν ποιότητες και να εξισορροπηθούν οι αντιθέσεις με την τρέλα, την τρέλα της ποιητικής αδείας στο ποίημα: «Εκ βαθέων»:

 

Σύρραξη εντός μου

δυο κόσμοι μάταια μάχονται

τρόπαιο νικητή δε θα σηκώσουν

τρόπος συνύπαρξης μόνο η τρέλα.

 

Τέσσερις στίχοι της Λίτσας Μοσκιού μπορούν να μπουν στο τέλος αυτού του πρόλογου, συνοψίζοντας όσα αποκομίσαμε από την ανάγνωση των ποιημάτων της. Είναι από το ποίημα: «Ίσως κάποτε γίνεις ποιητής»:

 

Όταν οι λέξεις σου πετάξουν σαν πουλιά

και γίνουν όνειρα τα βράδια

στον ύπνο κάθε απελπισμένου

που προσεύχεται να μην ξημερώσει.

 

Κατά τη γνώμη μου, αυτό ακριβώς κατάφερε η φίλη ποιήτρια Λίτσα Μοσκιού, να μεταμορφώσει τις λέξεις της σε ζωντανές οντότητες, φτερουγίσματα που μπορεί ν’ ακούσει ο καθένας μας μέσα στη σιωπή της νύχτας, ψιθυρίσματα ονείρων που ζητούν τη δικαίωσή τους, ώστε η παρηγοριά να μην είναι η μοναδική προσφορά του ποιητή στην κοινωνία. Ώστε το ξημέρωμα να εναποθέσει ακόμη μία ελπίδα ως πυξίδα του αποπροσανατολισμένου σήμερα ανθρώπου κι όπου το φως θα έχει επιτέλους ενηλικιωθεί μέσα από ατέλειωτα ποιητικά ταξίδια.

 

 

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Ποιητής, συγγραφέας, βιβλιοκριτικός 

Νέα Αγχίαλος Βόλου, 2 Μαρτίου 2016

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018

Ομιλία του Λάσκαρη Π. Ζαράρη για την ποιητική συλλογή: «Κέρινος Θίασος» της Ζωής Μακρονάσιου, Εκδόσεις «Πηγή», Θεσσαλονίκη, Απρίλιος 2018.






Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2018, Wine Bar «4 Εποχές», Πεζόδρομος Τάκη Οικονομάκη, Βόλος.

   Αγαπητές κυρίες, αγαπητοί κύριοι, καλησπέρα σας. Σήμερα, συγκεντρωθήκαμε εδώ, -καλοί φίλοι-, για να τιμήσουμε με την παρουσία μας τη Ζωή Μακρονάσιου, μία νέα δημιουργό του γραπτού ποιητικού λόγου που κάνει ουσιαστικά το πρώτο της βήμα με την παρούσα εκδοτική προσπάθειά της να βαδίσει στα λογοτεχνικά μονοπάτια τα οποία και θεωρώ ότι πρέπει πάντοτε να παραμένουν ανοικτά –πέρα από τις οποιεσδήποτε κλίκες-, ώστε να δέχονται κάθε φορά την επίδραση των καινούργιων ποιητών και να πλουτίζουν με τη γόνιμη κατάθεση του ταλέντου τους σε στίχους.
   Η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή αποτελείται από 32 συνολικά ποιήματα, συγκινεί τον αναγνώστη και αγγίζει κάθε ψυχή που αναζητεί την ισορροπία της στα βαθιά νερά της ποιητικής ευφορίας. Ευφορία με την έννοια της ψυχικής ευεξίας αλλά και της άφθονης καρποφορίας. Εύφορη γη γίνεται η ποίηση διαμέσω της γραφής της ποιήτριας που αξιοποιώντας δυναμικά τον τίτλο: «Κέρινος Θίασος» -κυριολεκτικά και μεταφορικά-, συνθέτει ποιήματα με ποικιλία θεμάτων, αν και κυρίως περιστρέφεται γύρω από τον έρωτα, με προσέγγιση όμως όχι ειδυλλιακή και ρομαντική ως ενατένιση περασμένων στιγμών, αλλά διδακτική, αφού το λογικό ισχυροποιείται έναντι του θυμικού κι έτσι εξάγονται γενικά και ωφέλιμα συμπεράσματα, οδοδείκτες προσωπικής ζωής οι οποίοι μπορούν να προστατεύσουν από τις κακοτοπιές, και ο πόνος, η απογοήτευση, τα λάθη, η διάψευση των ονείρων γίνονται ένα μεγάλο σχολείο. 
   Το πρώτο ποίημα της συλλογής με τίτλο «Θεατρίνα», όπως και προς το τέλος της συλλογής το ποίημα με τίτλο «Μούμια» συντίθενται από την ποιήτρια σθεναρά, με τρόπο που η ψυχή κάθε γυναίκας διαθέτει το ειδικό βάρος και το ασυγκράτητο συναίσθημα για να κάνει την επανάσταση της, να αντιδράσει στην προσποίηση, στην υποχώρηση που επιλέγεται συνήθως ως επιθυμητή στάση, ώστε να γίνει κάποιος αρεστός ή να βρίσκεται σε αρμονική σχέση αποδοχής με τον κοινωνικό περίγυρο και τους κοινωνικούς θεσμούς. Στο πρώτο ποίημα, η Ζωή Μακρονάσιου παίζει έξυπνα με τις λέξεις δημιουργώντας σκόπιμα ασάφειες, αμφισημίες ή αλληγορίες, με τις εξής ομοηχίες, δηλαδή φωνητικές ομοιότητες: «Λήθη» με ήτα που σημαίνει τη λησμονιά –«λίθοι» με όμικρον γιώτα που σημαίνει τις πέτρες, αλλά παράλληλα και τόσο γραπτές ανομοιότητες που αυτές οι δύο λέξεις έχουν σε νοηματικό επίπεδο και δημιουργούν αναπόφευκτα στον αναγνώστη απρόβλεπτες αλληλουχίες σκέψεων. Το να ταυτίζεται ο αναγνώστης με την ποιητική σου περσόνα ή να τον οδηγείς κάπου αλλού, να προβληματιστεί πέρα από το φανερό νόημα του ποιήματος, αποτελεί και στοιχείο ποιητικής ικανότητας και δεξιοτεχνίας:

«Ψυχές
Εκτεθειμένες, έκθετες, έκφυλες, φαύλες
Παύλες.
Η ζωή στην καταμέτρησή της
Καταμεσής σε αρμαθιές από λάθη
Λήθη, λίθοι
Ένα θολό βάθος στη λήθη της θαλπωρής
Θήλυ
Θεμέλιο για ένα σθεναρό θύμα
Φωνάζει, θυμώνει, θέλει.
Θήλυ
Θηλάζει δήθεν ένα θεσπέσιο θαύμα θανάτου
Θωπεύει θρυμματισμένες θυσίες
Θέλει
Με δύναμη στο βάθος σε θαλερό βυθό
Δυνατή κι ανυπεράσπιστη
Πιστή ή άπιστη
Σωστή ή άσωτη
Μόνη
Δυνατή κι ανυπεράσπιστη».

   Στο ποίημα «Εν-τάσεις», η ποιήτρια χρησιμοποιώντας την κιμωλία επιλέγει το μαύρο. Αναρωτιόμαστε κιόλας γι’ αυτήν την επιλογή της, τη στάση ζωής της ή τη γενική οπτική της, που έχει να κάνει κυρίως με τη μη ευόδωση των ονείρων ή τη μη άντληση ευχαρίστησης από το παρόν, τις στιγμές που φεύγουν, που λιώνουν, τις κέρινες στιγμές που λιώνουν με τη φωτιά. Ποια φωτιά όμως, της ελπίδας και του πάθους ή τη φωτιά της απραξίας, της στασιμότητας η οποία καίει τα αποθέματα της ψυχής στο καμίνι του πόνου; Στην «Παράνομη Παραμονή» δίνεται άμεσα η εξήγηση:

«Μα το φταίξιμο άλλο
Πάντα φταις, πάντα λάθος
Καπηλεύει το πάθος
Άμυνά σου οι λέξεις
Σε παράνομο δέος
Παραμονή ιλίγγου».

   Στα ποιήματα με τίτλους: «Ανθίζω» και «Ακροθιγώς» είναι εύκολα διακριτοί οι νοηματικοί άξονες της γραφής της -τα όνειρα, ο πόνος και η αναγέννηση που ακολουθεί κάθε κύκλο ζωής. Επαναλαμβάνει συχνά μια λέξη που παίρνει το ρόλο του συμβόλου στην ποιητική της γραφή. Η πέτρα: Πέτρωμα μάλλον αλύγιστο – Πέτρινα όρια σμίλεψες – Βράχος ή πέτρα – Πέτρα στοργής – Πέτρινες χάντρες- Πετρώδες το έρεβος – Πέτρες, σμαράγδια, πετράδια. Η πέτρα έχει σκληρότητα, δύναμη, αιωνιότητα, δε σπάει, δεν είναι ευλύγιστη, δεν είναι δεκτική στις αλλαγές. Είναι βαριά, αν πέσει στη θάλασσα καταλήγει μ’ έναν γδούπο στον βυθό της. Επιπροσθέτως, φανερώνει την έλλειψη ευαισθησίας και συναισθηματισμού, τη μη επικοινωνία, τον σκληρό άκαρδο άνθρωπο, που ο σοφός λαός μας θέλοντας να τον περιγράψει λέει συνήθως γι’ αυτόν, ότι έχει καρδιά σαν πέτρα:

«Ανθίζω

Σκοπός νηνεμία
Βράχος ή πέτρα
Τα κοχύλια μου φέρ’ τα
Κι απαράμιλλα μέτρα
Χάιδεψέ μου τον πόνο
Κοίταξέ με φυτρώνω
Κι όλο ανθίζω στο πλάι
Με τα όνειρα ήλιο
Με τα όνειρα χώμα
 Ή νερό από τα χείλη
Μόλις πριν
Τόσα όνειρα ξένα
Τώρα πια…
Με τα όνειρα εσένα!».

   Στο ποίημα «Λεπίδες σ’ Ελπίδες», εκτός από τη λεπτή ειρωνεία και την πίκρα που αγγίζει τον σαρκασμό, η εύθραυστη, ευάλωτη ποιήτρια ντύνει τους στίχους της με μελαγχολία, η αιτία της οποίας μπορεί να βρίσκεται σε μία αποτυχημένη διαπροσωπική, για την ακρίβεια ερωτική σχέση:

«Μια στιγμή!
Δε θ’ αργήσω να σου πω καληνύχτα
Φεύγεις τώρα, μα ρώτα
Ρώτα εσύ
Πρώτα-πρώτα η φωνή σου λεπίδες
Δεν μιλάς
Δίνεις μόνον ελπίδες.
Μια ελπίδα που τρίζει
Τρεμοσβήνει ή τρίβει
Ενοχές με συντρίμμια
Εποχές για ψοφίμια
Εσοχές σε σκουπίδια
Κι ο ουρανός λιγοστεύει
Ούτε ήλιος ή νέφη
Το μυαλό σου μου γνέφει
Ισορροπίες κομμάτια
Στο μυαλό καληνύχτες
Εσύ γέρνεις την πλάτη
Είναι αργά για να μείνεις
Είναι ’κείνη η ανελέητη μήνις
Με λεπίδες σ’ ελπίδες
Λεπτεπίλεπτες Λήδες».

Κι εδώ βέβαια έχουμε την εμφάνιση ενός συμβόλου το οποίο δανείζεται η ποιήτρια από την αρχαία ελληνική μυθολογία. Η Λήδα ήταν η βασίλισσα της Σπάρτης που ενώθηκε με τον Δία, όταν αυτός την ερωτεύτηκε και για να την πλησιάσει μεταμορφώθηκε σε κύκνο. Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν τόσο ωραία, ώστε την καταγωγή της διεκδικούσαν πλείστες χώρες της αρχαιότητας, όπως η Σπάρτη, η Αιτωλία και η Κόρινθος.
   Στο ποίημα με τίτλο: «Λητώ», η ίδια η Λητώ γίνεται ακόμη ένα μυθολογικό σύμβολο. Η γυναίκα αυτή που κοιλοπονούσε επί εννέα ημέρες έχοντας στα σπλάχνα της τον Απόλλωνα και την Άρτεμη, αφού την κυνηγούσε η ζηλιάρα Ήρα και έτρεχε κατάκοπη σε κάμπους, βουνά και θάλασσες για να γεννήσει τα δικά της παιδιά και παιδιά του Δία, αλλά ολόκληρη η γη αρνιόταν να τη δεχτεί γιατί φοβόταν την τρομερή εκδίκηση της Ήρας. Και τελικά ένα μικρό πλεούμενο νησί, φτωχό και άγονο, η Ορτυγία, έδωσε άσυλο στη δυστυχισμένη Λητώ και γέννησε επιτέλους ξαπλωμένη στη ρίζα μιας φοινικιάς, του μοναδικού δέντρου που υπήρχε στο νησί. Σύμβολο λοιπόν σωματικού και ψυχικού πόνου. Στο ποίημα αυτό, γίνεται πιο έντονη η διάθεση της ποιήτριας να παίξει με τις λέξεις, να δημιουργήσει ομοιοκαταληξίες (Λητώ με ωμέγα – λιτό με όμικρον – λινό – φόβο – φόνο – φόρο, μόνο, νόμο), με τη μονότονη επανάληψη του φωνήεντος «ο», δίνοντας στον αναγνώστη την ακουστική εντύπωση του εναγώνιου λυγμού της:

«Το φόρεμά της
Απέριττο και λιτό
Αέρινο και λευκό
Σαν το σώμα της
Λευκότης κρυστάλλινη
Λιτότης ανάλαφρη
Το φόρεμά της λινό
Το χτένισμά της λιτό
Το όνομά της Λητώ
Το βλέμμα της απατηλό.
Η διάστερη ομορφιά της
Πινελιά από φόβο
Σαν να εμπνέει τον φόνο
Τον δικό της τον φόρο
Που έχει χρόνια αποτίσει
Έχει χρόνια αποκτήσει
Μια παράξενη όψη
Και το μόνο που λέει
Το απερίγραπτο «όχι»
Τρία γράμματα μόνο
Τα προφέρει σαν νόμο
Στο λιτό πέρασμά της
Στο λιτό άγγιγμά της
Στο «Λητώ» άκουσμά της».

   Αν προσπαθούσαμε να απαντήσουμε στο ερώτημα γιατί η Ζωή Μακρονάσιου επιχείρησε να συγκεντρώσει και να εκδώσει τα ποιήματά της, η απάντηση θα ήταν αφ’ ενός μεν ότι η ενασχόληση με την ποιητική γραφή αποτελεί μια καλή ψυχοθεραπεία για τον δημιουργό σε περιόδους της ζωής του ιδιαίτερα επώδυνες και τραυματικές, ψυχική ανάγκη και λύτρωση από τα πάθη, αφετέρου δε εκείνο που συνιστά και τη δική μου άποψη, η πίστη της δηλαδή ότι διαθέτει  ταλέντο και θέληση να μοιραστεί τα συναισθήματά της και τις σκέψεις της με τους αναγνώστες της, ενώ αξίζει πραγματικά να δώσει τον μεγάλο και ανιδιοτελή αγώνα μπαίνοντας στην ομάδα των ανθρώπων που δεν αρκούνται στα υλικά αγαθά και τις ανέσεις, αλλά διψούν για ποιότητα ζωής και πνευματικά όνειρα, τροφοδότες ψυχής και όχι λιποτάκτες Ζωής… «Ζωής» με αρχικό κεφαλαίο γράμμα. Κι αυτό το καταφέρνει με αρκετά πρωτότυπο τρόπο, αφού οι στίχοι της κεντρίζουν νου και ψυχή και λειτουργούν πολλαπλώς στην πρόσληψή τους και κατανόησή τους, γεγονός που αποτελεί και την κορυφή της αισθητικής απόλαυσης. Να αντιλαμβάνεσαι το ποίημα με όλες σου τις αισθήσεις!!!
   Στο ποίημα «Θυμάμαι» γράφει: «Θυμάμαι ένα πηγάδι με όνειρα/ Σκοτεινό, μουχλιασμένο και σάπιο/ Όνειρα φρέσκα, παιδικά/ Όνειρα επίμονα/Επίμονα αισιόδοξα/ Επίπονα ματαιόδοξα». Όμως, η ποιήτρια φαίνεται στο τέλος να στεριώνει σε «όνειρα επίμονα και αισιόδοξα», αφού ολοκληρώνοντας το ταξίδι της εσωτερικής της αναζήτησης συμπεραίνει χωρίς επιφύλαξη, ότι εκείνα «τα άσπρα ξυλοπάπουτσα» του ποιήματος «Νύμφαι Ανύμφευτε» που φορούσε, την εμπόδιζαν να προχωρά μπροστά και το βλέμμα που είχε στο παρελθόν την έβλαπτε κι έπρεπε να αλλάξει τη θεώρηση της ζωής της για το καλό της.
   Θα τελειώσω την ομιλία μου αυτή, διαβάζοντας το ποίημα με τίτλο: «Εκλογικευμένο Συναίσθημα», όπου η ποιήτρια περιγράφει με όλο της το «είναι» τους ψυχικούς κραδασμούς που προκαλεί η έμπνευση και η λαχτάρα της αποτύπωσής της:

«Ένα ολέθριο κύμα
Μεσονύχτιο ποίημα
Η ανάγκη μεγάλη
Αγρυπνώ καρτερώντας
Συναισθήματα άλλα
Σαν εκείνα που σφύζουν
Την ψυχή κατακλύζουν
Και τον έλεγχο χάνω-
Αυθορμητισμό το φωνάζω
Δυστυχώς δεν τρομάζω
Παρορμητικώς ξεχειλίζει
Τη λογική ποιος ορίζει;
Μάχη σώμα με σώμα
Ξέρω…
Είμαι πάντα το πτώμα
Ανασταίνομαι
Φτάνω
Σε εξαίσιο πλάνο
Λογικές εκμαιεύω
Συναισθήματα ψέγω
Λογικεύομαι μήπως;
Με συναίσθημα… ίσως!».

02/09/2018

Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Ποιητής-συγγραφέας              

Τετάρτη 11 Ιουλίου 2018

Κριτική παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Καλλιόπης Κ. Πασιά: «Πού πάει το λευκό όταν το χιόνι λιώνει;», Φεβρουάριος 2017, Libron Εκδοτική.







   Μετά από ένα χρόνο και πλέον, θα επιχειρήσω μία κριτική παρουσίαση και μάλιστα στα 24 ποιήματα της Καλλιόπης Κ. Πασσιά, τα οποία συνθέτουν την πρώτη της ποιητική συλλογή. Η ίδια προέρχεται από τον χώρο της πεζογραφίας ο οποίος επιδέχεται κάλλιστα την αναλυτική και λεπτομερειακή γραφή, ενώ η ποίηση αρθρώνεται συνήθως σε λίγες λέξεις και απορρίπτει την τέχνη του περιττού για να μην κουράζει, και ταυτοχρόνως το συναίσθημα να έχει το εύρος και το βάθος για να εντυπωθεί ουσιαστικά στον αναγνώστη:



Ένα πέλμα εδώ κι εκεί.

Μέρες βιωμένες, πλήρεις καλών μα και λαθών,

για τα οποία στερεύουν τα τάλαντα.

Καρδιά μετέωρη όπως και το βήμα.

Μη ξεκάθαρη για τον τόπο,

παρεμποδίζει τον δρόμο προς και απ’ αυτήν.

Λεπτό σκοινί και ανισορροπία.

Ανακαλείς εκπλήξεις.

Στιγμές που κέρδισαν και έγιναν διάρκεια,

επειδή έδωσες και είχε ουσία.



(Από το ποίημα με τίτλο: «Λόγος»).



   Η ποιήτρια, έχοντας αναλάβει να υλοποιήσει προγράμματα δημιουργικής γραφής του Πανεπιστημίου Δυτ. Μακεδονίας στο Σ.Δ.Ε. (Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας) Φυλακών Δομοκού, «αγαπά να γράφει, να διαβάζει, να φωτογραφίζει, να βλέπει και να ζει κινηματογραφικά», όπως αναφέρεται στο βιογραφικό σημείωμα του παρόντος βιβλίου.

   Υπό τον πρωτότυπο τίτλο της συλλογής: «Πού πάει το λευκό όταν το χιόνι λιώνει;» συγκεντρώνει τα 24 ποιήματά της, πλήρη νοημάτων, με λέξεις σοφά επιλεγμένες, που αν και χαρακτηρίζουν τους ψυχικούς κραδασμούς της, ωστόσο απαιτούν από τον αναγνώστη αυξημένη προσοχή. Δεν αφήνουν την παραμικρή αμφιβολία ότι η πρόθεση της δημιουργού είναι να αφήσει τον αναγνώστη να ταξιδέψει όπου επιθυμεί:



Ίσως η πιο όμορφη απ’ τις διαδρομές να είναι αυτή

πάνω σε φλέβες

έτοιμες να εκραγούν∙

από πόθο.



(Από το ποίημα με τίτλο: «Διαλογισμοί»).



   Του απλώνουν όμως παράλληλα το χέρι φιλικά, συντροφικά, ευλαβικά, ώστε να ακολουθήσουν στην πορεία τους συγκεκριμένους οδοδείκτες, αποφεύγοντας σημάνσεις μεγάλης επικινδυνότητας για την κατανόηση των ποιημάτων και των μηνυμάτων που ανασαίνουν σαν κουρασμένα ζώα από το αδιάκοπο κυνηγητό του αγριμιού:



Μπορεί να είναι και τρέλα,

γκρεμίζεις συθέμελα το οικοδόμημα των σταθερών ερώτων σου,

για να απογειωθείς με τα φτερά της δικής σου αυτόνομης

μοριακής οντότητας.

Στη λάμψη μόνο θα μπορούσε να σε πάει.

Αυτή που ανθρώπου νους δεν αντέχει, πόσο μάλλον η καρδιά.

Το ξέρεις, δεν έχεις να αναρωτηθείς, πλέον γνωρίζεις.

Την καταστροφή σου, σε αυτό το πρόσωπο, το ανοίκειο

μα τόσο οικείο,

σε αυτά τα λόγια τα προσεχτικά διαλεγμένα, στολίδια στο κορμί,

κλεμμένα όμως από λαιμούς ξένους.

Και συ έτοιμη να τα αγοράσεις όσο όσο.

Και να πουλήσεις αυτά που χρόνια έστηνες.

Για να μισθώσεις χρόνο, χάδι, προσοχή.



(Από το ποίημα με τίτλο: «Ζωή»).



   Τι άλλο μπορεί να είναι ο νους που δεν ησυχάζει παρά ένα αγρίμι που σημαδεύει συνεχώς την ψυχή και την καρδιά, κι έτσι πλάθονται τα ποιήματα, με από κοινού υποχωρήσεις των αισθητών και των νοητών πραγμάτων, όπου ο χρόνος έχει μία ιδιαίτερη ξεχωριστή αξία κι ένα δευτερόλεπτό ή λεπτό μπορεί να είναι πιο «ψυχωφελές» από μία ώρα, έναν χρόνο ή έναν αιώνα;



Βγάλε κάποια χρόνια

πρόσθεσε λίγες ώρες

διαίρεσε με τα λεπτά

ήταν εκείνα τα δευτερόλεπτα

που μοιάζαν σ’ όλα πολλαπλάσια.



(Από το ποίημα με τίτλο: «Τρεις τύχες»).



   Αυτός ο υποκειμενισμός στη σύλληψη και τη διατύπωση των ποιημάτων αποτελεί την πιο καίρια αιτία για την ολοκλήρωση ενός στέρεα οικοδομημένου δημιουργήματος «με αφορμή τα όνειρα και τις λέξεις», όπως αναγράφεται ως προμετωπίδα της όμορφης αυτής ποιητικής συλλογής.



Πάλι από βασανισμένο όνειρο ξύπνησε.

Ο ήχος της βιόλας, φιγούρες βγαλμένες  απ’ την όπερα του Φάουστ,

σκοτάδι παντού.

Άνοιξε τα μάτια της. Δεν ήταν δίπλα της. Ήθελε να’ ναι.

Κοίταξε το ταβάνι.

Ο ανεμιστήρας -οροφής- σαν να ζωγράφιζε φιγούρες με την κίνησή του.

Μέσα εκεί και η δικιά του, σκυφτή, θλιμμένη.

Ήθελε να πάει να τον βρει. Να τον σκεπάσει.

Έλα γρήγορα, της έλεγε, εσύ θα φέρεις μία μέρα παραπάνω.

Θα έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι της να την απλώσει στο δικό του χέρι.

Στριφογύριζε στον ύπνο της.

Μια τεράστια πινακίδα που έγραφε:

«Προσοχή Έρως».

Ένιωσε στα χείλη της το φιλί του.

Σσσσσ, μη φοβάσαι, της είπε.

Όνειρο ήταν.



(Ολόκληρο το ποίημα με τίτλο: «Όνειρο»).



   Η πρόκληση του να γράφει κανείς για το όνειρο που καίει την ψυχή και δεν ευοδώνεται ποτέ… Η τεράστια δυναμική και οι ευνοϊκές προϋποθέσεις που έχει ένα ποίημα για να γεννηθεί πλήρες και ουσιαστικό σε νοήματα, όταν εμπεριέχει τη ματαίωση, την απογοήτευση, την απουσία, την απώλεια ή τον φόβο του έρωτα.

   Κι όλα αναπτύσσονται με την οξύνοια και την ψυχική ευαισθησία της δημιουργού, έχοντας ως επίκεντρο πλούσιες θεματικές επιλογές, οι οποίες αναποδογυρίζουν τις σκέψεις μας:



Χρόνια τώρα οι άνθρωποι καταβροχθίζουν ο ένας τον άλλον,

έτσι που να αναρωτιέσαι αν ο κόσμος γυρνά πίσω

στην απαρχή του.

Και αν το κάνουν,



Ας είναι μόνο απ’ Αγάπη.



(Από το ποίημα με τίτλο: «Αγάπη»).



   Το συνειδησιακό παιχνίδι είναι τόσο έντονο και διαρκές, που σε δυσκολεύει να πάρεις ανάσα ή να δεις ένα ονειρικό τοπίο, αφού ο πόνος δεν κοιμάται ποτέ και ανασκαλεύει τις στάχτες μέχρι να δώσει αρκετές σπίθες, μετασχηματιζόμενος σε γαλήνη, πόθο ή πάθος. Κατόπιν, προχωράς μέσα από άπειρα εμπόδια επιτυγχάνοντας την αναγέννησή σου, μέσω της υπομονής ή της συγχώρησης. Ασφαλής και διαχρονική παραίνεση:



«Ν’ ακούς, ν’ ακούς τον κόσμο κοριτσάκι.

Υπάρχει πολύς πόνος εκεί έξω, και ο καθένας σέρνει μια πετριά.

Σχώρα τους και θα ’σαι γαληνεμένη».



(Από το ποίημα με τίτλο: «Γεννετική»).



   Η οπτική γωνία της ποιήτριας συνταράσσει, δεν αφήνει στον δρόμο της ανεπαίσθητα χνάρια, παρόλο που «το χιόνι τελικά λιώνει» από τις λάμψεις και τις φωτιές των στίχων της:



Πού πάει το λευκό όταν λιώνει;

Και τα χείλη χάνουν το χαμόγελο.

Σε καίει το σημάδι στον καρπό,

Μα πιότερο η ανθρώπινη φύση.

Ήταν κι αυτή η σιωπή ανάμεσα στα κενά

που δήλωνε το όλο.



(Από το ποίημα με τίτλο: «Υστερόγραφο»).



Εν τέλει, μερικά ερωτηματικά που τίθενται αντικατοπτρίζουν ολοκληρωτικά τη σημασία μιας γεμάτης ζωής, η μοίρα της οποίας είναι να ισορροπήσει ανάμεσα από ενάντιες συναισθηματικές προθέσεις και διαφορετικά αποτελέσματα: την πίκρα του ανικανοποίητου, την απογοήτευση της μη ενσάρκωσης των ονείρων, την αποφασιστικότητα για την ανατροπή μιας επώδυνης κατάστασης, την ελπίδα της καλυτέρευσης των συνθηκών στο μέλλον. Οι φωτιές κάνουν τον κύκλο τους, σβήνουν-αρπάζουν με λίγο τύχη και προσωπικό πάθος να βιώσεις το αληθινό νόημα της ζωής, χωρίς να φοβηθείς τις απώλειες, γιατί όλα αυτά αποτελούν πολύτιμες εμπειρίες.



11/07/2018



Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Ποιητής-συγγραφέας