Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

Ένα επίκαιρο κείμενο του Γιάννη Τζανή.

                                                        Μην κλαις, Μαρία                                         Πρωτοχρονιά 2018

         Άγιε  Βασίλη,  άγγελε της προσμονής, και φέτος σκάλωσε στα σύννεφα το αστέρι της Ανατολής, η Σμύρνη κι η Βαγδάτη πάλι στο γιανγκίνι, πώς θα φύγεις από την Καισάρεια δίχως την άδεια του σουλτάνου;
«Θάλαττα! Θάλαττα!..» κραυγάζουν οι τρισμύριοι κι ορμούν σε βάρκες φουσκωτές: Kάτι μαυραγορίτες, πράκτορες του Χάροντα τους μπατικώνουν για τις όχθες της Αχερουσίας. «Κατάρατε, απόδος τα πορθμεία!..»  Ύπουλη Μεσόγειος, πόσους θα καταπιείς ακόμη να χορτάσεις; Και η Ιθάκη με τον αποθρώσκοντα καπνόν απόμακρη στη Βαλτική κι η Χίος με τη Λέσβο  βουλιαγμένες.

Στου κόσμου τις πολύβουες καρδιές ο πανικός, ύπουλο φίδι σέρνεται, παγώνει τα αθώα όνειρα, δαγκώνει και γεμίζουν αίμα οι πλατείες και τα στέκια της χαράς.

Άσπονδοι σύμμαχοι ζητούν τα συμπεφωνημένα: γην και ύδωρ, σμύρναν και χρυσόν, πετρέλαιο, μισθούς, συντάξεις, σπίτια και λιμάνια, όλα στο σφυρί κι εμείς χτυπάμε τις καμπάνες της απελευθέρωσης.

Οι επιχώριοι Καίσαρες, Ρωμαίοι και Βυζαντινοί διάφορων χρωμάτων και προσανατολισμών, με μισοάδεια τα πουγκιά μοιράζουν οβολούς και τυχερά λαχεία από τα μπαλκόνια και τα γυάλινα παράθυρα   και υπόσχονται νέο Παράδεισο με δανεικά απ’ τους χρηματιστές της οικουμένης… «Ευοί, ευάν!» Υψώστε στο καράβι του Θησέα άσπρα τα πανιά, το σκάφος της Ελλάδας μόλις πέρασε σε ήρεμα νερά, οι πεινασμένοι έκοψαν στη μέση τις μπουκιές και τις αυγάτισαν, οι άνεργοι μοιράσανε τις ώρες κι έτσι  στις καρτέλες όλο λιγοστεύουν, οι επαίτες βρήκαν στέκι μόνιμο στα σταυροδρόμια και στις εκκλησιές, φέτα ψωμί και μια σαλάτα στα συσσίτια και ο Αινείας με τον σεβαστό γονιό στους ώμους βρήκε διαβατήριο πλαστό και ψάχνει για το Λάτιο της θεϊκής επαγγελίας, οι κοπέλες και τα παλικάρια μας, αποδημητικοί καημοί, έρχονται για Χριστούγεννα και φεύγουν κι οι βαλίτσες με τα άπραγα όνειρα στοιβάζονται στ’ αεροδρόμια. «΄Ομορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος». Όχι πια νέα τάξη τρισκατάρατη, αλλά νέος Παράδεισος με ήρεμα νερά, νέα κανονικότητα με όραμα τα τριακόσια αργύρια για κάθε τέρμινο… στ’ αλώνια με τον τελικό λογαριασμό. Που αποξεχαστήκατε τριακόσιοι του Λεωνίδα;;; 

Άγιε Βασίλη, φρόντισε να δραπετεύσεις και να ’ρθεις! Φέτος μας  ζήτησαν να υπογράψουμε και δήλωση πενίας  τα αδέρφια, «που ξαπλώσαμε στην ίδια χλαίνη τον χειμώνα» και το ίδιο εμβατήριο μας σήκωσε το χάραμα, αίτηση για το μέρισμα του ουρανού που κουβαλάμε όλοι στους ισχνούς μας ώμους, ένα κομμάτι ξαστεριάς ίσα για πρόφταση. Σε περιμένουμε για να μοιράσεις ένα πιάτο σούπα στα πουλιά μες στις πλατείες, ένα ψίχουλο χαμόγελου στα θορυβώδικα σπουργίτια της αυλής…

Φέτος τα γράμματα απ’ τα παιδιά βουνό μα τα πακέτα σου δεν έφθασαν ακόμη… Οι προσευχές χτυπάνε απ’ ευθείας στου Θεού τα κουρασμένα τύμπανα. Εδώ στη γειτονιά του ήλιου και της γελαστής υπομονής, στέγνωσε η δύναμη και το κομπόδεμα, οι δέκα ανοιχτές πληγές του Φαραώ όλο αυξάνουν κι ας ανέβηκε η αγορά τρεις πόντους απ’ το φιλοδώρημα κι  ελάχιστοι πιστεύουν πως θα πάμε στο καλύτερο. Το λεν οι κούκοι στα έρημα βουνά, οι πέρδικες στα συνοφρυωμένα πλάγια κι οι ερευνητές προφήτες στα βαρύθυμα λεκανοπέδια… «Απέσβετο και λάλον ύδωρ» μες στα βουερά τα καφενεία.

Περνοδιαβαίνουν οι σωτήρες, άρχοντες και ταγοί, γραμματείς και φαρισαίοι, καρεκλούχοι και τιτλούχοι, μα η σωτηρία, τρομαγμένη απ’ το πλήθος και το πάθος της αγάπης, κρύφτηκε στις δίπλες του καιρού… Κι εμείς,  φτωχοί σώματι και ψυχή, μαζεύουμε, έστω και ρόγες, όρθιοι χειροκροτούμε στα συνέδρια της ρουτίνας και στις συναυλίες της παρηγοριάς, αλλά κρατάμε την οργή γροθιά  για τους Αργείους και χειροβομβίδα για τους Δαναούς «και δώρα φέροντας»…

Μην κλαις, Μαρία, για το δέμα που δεν πήρες! του παππού και της γιαγιάς η σύνταξη, ξεψυχισμένη από κόφτες και ψαλίδια, φόρους, εισφορές, και ό,τι άλλο μέλλεται, κρατάει ακόμη για το γέλιο και την ξενοιασιά σου, το ψωμί και τ’ όνειρο όλης της νιότης: Κόκκαλο γερό η γενιά μας άντεξε πολύ χειρότερα με παξιμάδι και νερό, χωρίς να γλύψει εκεί που έφτυνε.

Έλα να ψάξουμε μαζί των Χριστουγέννων το αστέρι κι ύστερα, πρίμα μπαλαρίνα, να χορέψεις με τη Συμφωνία της Χαράς, την Εποχή της Άνοιξης και τον Καρυοθραύστη για να σπάσεις τη σκληράδα του κακού. Σπάσε το ρόδι να σκορπίσεις θρύψαλα τις δύσκολες στιγμές και κοίταξε στο απέναντι βουνό με τα  χλωρά πράσινα έλατα τον ήλιο να ροδίζει την κορφή του κόσμου με το χρώμα που αγαπάς…

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017

"Πρωτοχρονιά 2017, Το χρονικό της ημέρας" του Γιάννη Τζανή.



Σας εύχομαι για τον καινούργιο χρόνο 2017 υγεία, ειρήνη, δημιουργικότητα, κουράγιο και καλύτερες προοπτικές 

Άγιε Βασίλη, τούτη τη χρονιά άργησες να φανείς. Παγιδευμένος στο Χαλέπι έμεινες ανάμεσα στους όλμους της επαναστατικής αγάπης αδερφών, τους φιλικούς βομβαρδισμούς  συμμαχικών αεροπλάνων, την προστασία των βασιλικών  αρμάτων και τις ρομφαίες νεοφώτιστων πιστών. Το σακούλι σου αδειανό. Γεμάτη μόνο η καρδιά σου έλεος και η ματιά σου αίμα…
Ο Χριστός και ο Αλλάχ, νήπια ασυνόδευτα, μόλις που ξέφυγαν απ’ του Ηρώδη τη μανία και σκαλίζουν στα χαλάσματα για κάποιους σπόρους της παλιάς ευδαιμονίας. Περνούν με βάρκες πλαστικές την ερυθρά  Μεσόγειο, στοιβάζονται μες στις σκηνές του μαρτυρίου  και σιτίζονται με μάννα ευσπλαχνίας…

Του κόσμου η τάξη αναποδογυρίστηκε: Τα όνειρα ζώνονται με εκρηκτικά και κάνουν θρύψαλα την αθωότητα, τα φορτηγά λοξοδρομούν και πέφτουν μέσα στις γεμάτες αγορές, το αίμα παραφρόνησε και τρέχει μες στις συναυλίες, ο θάνατος αθέατος θερίζει τα τραγούδια μες στα κέντρα διασκέδασης, τις ιαχές της νίκης μες στα γήπεδα και τις ανύποπτες σκιές στις γειτονιές του κόσμου. Ο πανικός, ιός θανατηφόρος, ύπουλη κι ανίατη επιδημία εξαπλώνεται…
            Οι Μάγοι με τα δώρα στα ψηλά γραφεία τους και τις καρέκλες των συσκέψεων σήμερα συσκευάζουν της Πανδώρας τα κουτιά με κόφτες για το υστέρημα της αισιοδοξίας μας, φόρους για το χαμόγελο και τις μπουκιές μας.
Καλές ειδήσεις είναι μόνο οι μη ειδήσεις κι οι διαφημίσεις…

Στις βορεινές της αυτοκρατορίας κομητείες έχουν έναν ήλιο τσουχτερό, έναν Βοριά που με τα παραγγέλματά του σου παγώνει ακόμη και τις προσευχές κι εκατομμύρια αστέρια αδιάφορα και μακρινά. Στήνουνε τείχη και συρματοπλέγματα αγκαθερά, με συμφωνίες καθορίζουν αριθμούς εισόδου και εξόδου, με διατάγματα του Καίσαρος απογραφές, και  οργανώνουν για τ’ αποδημητικά περιπλανώμενα πουλιά στρατόπεδα -τα λένε, κατ’ ευφημισμόν, χώρους φιλοξενίας-.
Αυτοί που θησαυρίζουν από τη μεταδιδόμενη σαν πυρκαγιά καταστροφή στέλνουν βοήθεια, συμβούλους, τεχνοκράτες και συνιστούν υπακοή στις εντολές, λιτότητα στα ψίχουλα και περισυλλογή στα οράματα των νεαρών αγγέλων με τις έτοιμες βαλίτσες για τα αεροδρόμια και τους σταθμούς…
                       
Όμως εδώ στη γειτονιά μας, στην πατρίδα της μελίρρυτης Σαπφώς και του αδούλωτου δεσμώτη Προμηθέα,  αγωνίζεται ακόμη ο ήλιος να κρατήσει την πορεία του και το χαμόγελό του. Η πρόσχαρη σελήνη, ερωτευμένη πάντα με τον Ενδυμίωνα, από τον ουρανό ευλογεί μέσα στα πάρκα τις αγκαλιαστές σκιές, τους αναστεναγμούς και τα ψιθυριστά κρυφόλογα αγάπης. Τα άστρα κατεβαίνουν χαμηλότερα για να ζεστάνουν τα λιπόψυχα όνειρα και  τις μικρές τρεμουλιαστές ελπίδες.
Εμείς, με τη σακούλα όλο κι ελαφρύτερη, με τη ματιά πιο άδεια, το χαμόγελο πιο σκεπτικό, κρατάμε ακόμη μες στη χούφτα το υστέρημα για τα μελαχρινά άστεγα περιστέρια.

Πιστεύουμε στη μαγική δύναμη του εφτά: στο  Ουράνιο Τόξο μετά τον Κατακλυσμό με τις εφτά ανοιχτόχρωμες ελπίδες, στις εφτά παχιές ηλιόλουστες ημέρες ύστερα από τις δίσεκτες, ισχνές βραδιές, στα εφτά θαύματα, στην έβδομη ημέρα της ανάπαυσης, στου ονείρου τα εφτά κρυσφύγετα της σωτηρίας…
Πιστεύουμε ακόμη στον Άγιο Βασίλη, έναν από τους Επτά Σοφούς της Μικρασίας, που θα μας γλιτώσει από το άνοιγμα της Έβδομης σφραγίδας. Θα ξεφύγει τις παγίδες και θα ’ρθει μ’ ένα σακούλι ευλογίες να μας αναστήσει το κουράγιο, να μοιράσει την ψυχή του αντίδωρο να στυλωθούμε στις πιο δύσκολες στιγμές…
            Βγάλτε δεκαεφτά χαμόγελα απ’ τα σεντούκια της καρδιάς να τον υποδεχτούμε. Κάντε έναν κύκλο με δεκαεφτά νεράιδες για τον καλαματιανό της άνοιξης. Κάντε έναν κύκλο με αγγέλους άσπρους, μαύρους, κίτρινους, κοκκινωπούς και μελαψούς για τον χασαποσέρβικο της λεβεντιάς. Εβίβα κι άσπρο πάτο! Τσουγκρίστε τις καρδιές κούπες γεμάτες μπρούσκο κόκκινο. Στα όνειρα, στους μύθους και στις προσευχές χωράνε όλα τα χαμόγελα και οι ελπίδες…

            Αύριο, όπως πάντα, ξημερώνει μια καινούργια μέρα. Το μετεωρολογικό δελτίο την προβλέπει κρύα και ξερή, με μέτριους βοριάδες κι έναν ήλιο με τα δόντια.
            Συναθροισθέντες εκ περάτων κόβουμε τη βασιλόπιττα και πέφτει το φλουρί στο αγγελούδι με τα τέσσερα φεγγάρια στα μαλλιά. Πυροτεχνήματα τα μάτια εκτοξεύουν άστρα λαμπερά. «Ήρθε! Ήρθε! Άκουσα τα βήματα!..» Μικρές χαρές, διάττοντες στην παγωμένη νύχτα, που πέφτουν απ’ τον ουρανό, για να γεμίσουν τις ρωγμές και τα κενά της αισιοδοξίας μας…

            Πρωτοχρονιά του δεκαεφτά. Τοπίο χειμωνιάτικο, διαβάτες λιγοστοί και κουμπωμένοι μέχρι τον λαιμό, χαιρετισμοί, ευχές, βγαίνουν τα γάντια για τη γνήσια επικοινωνία μιας εγκάρδιας χειραψίας, στους σηματοδότες ανοιχτές παλάμες ξυλιασμένες, στα σκαλιά της εκκλησίας μια κουκουλωμένη Παναγιά μ’ ένα κουτάκι στου Χριστού τα πόδια και στους δρόμους «…η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με τραγούδια…»  για τον μακρινό έβδομο ουρανό της ευτυχίας…

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2017

"Να σου χαμογελά η ζωή...", ένα χρονογράφημα της Εύας Λόλιου.


   Η ζωή είναι κακούργα και σκληρή και σκάει στα γέλια σαν βλέπει κάποιον να σκοντάφτει. Ναι, στέκεται στα περίπτερα, χαχανίζει ξεδιάντροπα, σαν να διαβάζει αστεία στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και κοιλιέται στους δρόμους. Ναι κοιλιέται γράφεται με "υ" ορθά, με "οι" το γράφω εγώ. Γιατί έχει μια μεγάλη κοιλιά, πρησμένη από κακοτράχαλα αστεία που τα σκορπά στο διάβα μας για να σκοντάψουμε. Μετά συγχωρήσεως, αερίζεται η ζωή. Κατεβάζει η ντροπή τα μάτια στη γη, καθώς κάποιος μάς προσπερνά και πιστεύει ότι ήταν δικές μας οι ρουκέτες...
    Κάποιοι επίσης γελούν αν πέσεις κάτω πατώντας μια μπανανόφλουδα ή φύγει στον ουρανό το χρωματιστό μπαλόνι του παιδιού μέσα σου. Άλλοι τρώνε πασατέμπο στα κιτρινισμένα παγκάκια τους, αφήνοντας κούφια τσόφλια στα πουλιά. Τα φωνάζουν "ψιτ ψιτ" και ξεκαρδίζονται με τα χαζά περιστέρια που ακούν και νιαουρίζουν σαν γάτες. Φορούν γραβάτες και μεγάλους πολιτικούς τίτλους. Στην μέση της πλατείας έχει ένα συντριβάνι και μέσα κάποια χρυσόψαρα θαρρούν για κοχύλια τα ριγμένα κέρματα...
    Σαν κάμπια ζεσταίνεται η ζωή μέσα μας, μέχρι να γίνει έντομο και να μας τσιμπήσει. Σαν αυγό με παγωμένο χαμόγελο στα χείλη χουχουλιάζει στον κόρφο μας, μέχρι να επωαστεί. Σαν τα παιδιά που όσο μας έχουν ανάγκη, μας αγαπούν, μα σαν ανοίξουν δικές τους φτερούγες σπάνια θυμούνται το κατώφλι του γηροκομείου. Κάθεσαι στο ωχρό παγκάκι με τους άλλους παππούδες, διαβάζεις μια εξίσου χλωμή εφημερίδα... Πρωτοσέλιδο ''Ο σκύλος που έφαγε το χαμόγελο του αφεντικού του!!!''' και πάλι γελάς, δεν ήταν ο δικός σου σκύλος... ακόμη πιστεύεις πως τα παιδιά σου δεν σε έφαγαν...
   Μα εσύ και εγώ αφήνουμε τα τραγούδια μας να κυλήσουν στα πεσμένα φύλλα, καθώς περπατούμε πιασμένοι απ' τα χέρια, σαν ανάλαφρη αύρα να τα παρασύρει και να τα στερεώσει στο παγωμένο δέντρο της δικής μας αυλής. Γυρνούμε στο σπίτι μας αποκαμωμένοι απ' την σκληράδα εκεί έξω, μα νέοι ακόμη. Οι ίδιοι γελάσαμε αρκετά με τα δικά τους γέλια μα κλάψαμε κιόλας μετά γιατί ... γελάσαμε...
    Ο σκύλος μας κουνά την ουρά χαρούμενος... Φιλιόμαστε, να ζεσταθούν τα όνειρα κρεμασμένα στα κλαριά. Είναι στείρα δαύτη η λεμονιά και μοιάζει με νεκρή μα ελπίζουμε στον δικό μας ήλιο να βγει απ' τα δικά μας χαμόγελα της καρδιάς, να τα μπολιάσει με φως και νερό, να βγάλει άνθη, καρπούς και νεογνές φωνούλες... που αργότερα θα γελούν ή θα χαμογελούν...

Εύα Λόλιου
 
15-1-2016

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2015

"Το χρέος, Πρωτοχρονιά 2015, Σ’ όλου του κόσμου τα εγγόνια" από τον Γιάννη Τζανή.


Άγιε Βασίλη, καλοκάγαθε παππούλη μου, που τριγυρίζεις στα αδιέξοδα και τις γωνιές του ονείρου, στα «αμήν» της προσευχής, σε περιμένουμε.  
Λιμοί και φέτος και σεισμοί, πλημμύρες και τυφλές εκρήξεις στο όνομα κάποιων θεών, ραγίζουνε  τη γη. Άνοιξε ο Άδης νέα στόματα. Από τη Μεσοποταμία, τον παλιό παράδεισο, και την Ανατολή ως τον Βορρά οι ποταμοί φούσκωσαν απ’ το μίσος και το αίμα κι απειλούν τον κόσμο…
 
Στη γη των αγαλμάτων και των πρόσχαρων θεών, χρόνια  μαλώνουν για τη βασιλεία ο αέρας με τον ήλιο και λαβώνεται ο ουρανός, στενεύει ο ορίζοντας και τα πουλιά δίχως φτερά και δίχως μεροκάματο πάγωσαν στο σκοτάδι…
 -Οι ερμηνευτές του Νόμου, εκατέρωθεν μαθητευόμενοι προφήτες, διασκέπτονται (κατά παράταξη -ιδεολογία προς ευφημισμόν) ποιος θα πετάξει πρώτος τις δοθείσες πλάκες με τις εντολές
-Θύμωσαν οι τρεις μάγοι εκ Δυσμών και δεν αφίχθησαν. Κρατούν και   τις επιταγές με τα τριάκοντα αργύρια. Το φωτεινό αστέρι  σκάλωσε στις διαπραγματεύσεις κι εγκατέλειψε τη φάτνη.
-Οι ποιμένες κι οι ταγοί μπερδεύτηκαν. Δεν ξέρουν ποιον να προσκυνήσουν. Έστησαν στο εικονοστάσι τη φωτογραφία τους να σταυροκοπηθούν…
-Οι άγγελοι της σωτηρίας ακονίζουν τις ρομφαίες. Οι μισοί κραυγάζουν «Ωσανά! Ερχόμαστε Μεσίες!..» και οι άλλοι  «Μετά φόβου, πίστεως και αγάπης προσέλθετε..»
-Στη φάτνη τα αρνία περιμένουν να διαλέξουν το σφαγείο. Κρατάνε κοφτερό σταυρό και πού να τον καρφώσουν; Οι τραπεζίτες κι οι κολυβιστές ζυγίζουν τοκοχρεολύσια, οι (λ)οίκοι ύπουλοι καραδοκούν έξω απ’ το μαντρί και ο Ηρώδης, τοκογλύφος, άπληστος και παγερός σαν τον Βορρά, ψάχνει τα νήπια στις φάτνες, στα υπόγεια, στις διαβάσεις, στα στρατόπεδα της… ευσπλαχνίας.
-Η κόλαση ξεχείλισε κι ανέβηκε στη θάλασσα. Ένα φλεγόμενο καμίνι όπου χοροπηδούν οι πεντακόσιοι παίδες, δηλωμένοι και αδήλωτοι, προσμένοντας το θαύμα εξ ουρανού. Και συ, Άγιε Βασίλη, με τους εβδομήντα πόνους στα ισχία και στη μέση, όρθιος διασώστης στο κατάστρωμα.  Τα χερουβείμ, άπτερα και βουβά, ανέρχονται στον ουρανό δεμένα στο καλάθι του ελικοπτέρου. Τα δάκρυα και τα φιλιά των συγγενών παγώνουν στα λιμάνια κι ο τελευταίος απολογισμός της συμφοράς ακόμη είναι αγνοούμενος. Η Σκύλα και η Χάρυβδη πάντοτε παίρνουν φόρο αίματος…
-Οι ζωντανοί χάραξαν μια σκληρή γραμμή στη θάλασσα και άφησαν μια άγρια χαρά να πεταρίσει… Η ζωή και το χαμόγελο έχουν βαθιές τις ρίζες. Είναι ακόμη πράσινα τα φύλλα της καρδιάς  και στα κλαδιά κάτω απ’ το χιόνι εκατομμύρια όνειρα άρχισαν το μπουμπούκιασμα, τις φουσκοδενδριές… Νεόνυμφα τα βήματα δειλά-δειλά κοιτάζουν τους θλιμμένους λόφους και τη μοναξιά του κάμπου που προσμένουν τις ελιές, καμαρωτές και χρυσοπράσινες, θερμόαιμα και ζουμερά τα θερμοκήπια  και χαμογελαστά, στρογγυλοπρόσωπα τα ηλιοτρόπια… Το όνειρο για να καρπίσει θέλει γη και συνουσία, πάπλωμα χιονιού και  ήλιο δίχως καυσαέριο… Όποιος αέρας κι αν φυσήξει, ο ερωτικός Ωρίωνας κι ο πολικός αστέρας του προσανατολισμού κρατούν γερά τη θέση τους. Χιλιάδες κεραυνοί καραδοκούν τους αλαζονικούς Φαέθοντες που θα τολμήσουν με σκαμπανεβάσματα την εκτροπή του ήλιου. Τα νεαρά, άνεργα επιφωνήματα, προσκολλημένα στο ισχνό βυζί μιας σύνταξης φιλάσθενης,  υψώθηκαν γροθιές και φοβερίζουνε τα σύννεφα. Η ζωή έχει χιλιάδες μονοπάτια προς τη δημοσιά του ουρανού, τη φωτεινή ομορφιά της γελαστής Σελήνης…
-Οι ανοιχτές φωλιές μας  κρύβουν χείλια για να μας γλυκομαλώνουν και να μας  κερνούν βύσσινο την αγάπη,  νιάτα για ν’ ακουμπήσουμε την περηφάνια μας, αποδημητικά πουλιά για να μας φέρνουν τρεις φορές την Άνοιξη, περιστεράκια να μας τραγουδούν τις λέξεις με κομμένα σύμφωνα, να κρύβονται πίσω απ’ τις κουρτίνες στο παιχνίδι.
            Άγιε Βασίλη, Οδυσσέα θαλασσοδαρμένε, γύρνα στην Ιθάκη σου να διώξεις τους μνηστήρες, να στεγνώσεις το βρεγμένο όνειρο στη στερημένη αγκαλιά της Πηνελόπης. Ύστερα ρίξε ένα βαρύ, μικρασιάτικο ζεϊμπέκικο, πέταξε κάτω το ποτήρι για να σπάσει το κακό, κάνε μια ευχή για δεκαπέντε ευλογίες στον καινούριο ενιαυτό, μια προσευχή για τ’ άστεγα σπουργίτια, τα καθηλωμένα μπράτσα και πάρε το σακούλι του διανομέα εθελοντή, για να μοιράζεις το υστέρημα του χρόνου και του γέλιου σου. Το χρέος κι η ζωή ποτέ δεν τελειώνουν. Κάποτε θα περάσουν και τα δίσεκτα επτά  μακρόσυρτα φεγγάρια με την ολική τους έκλειψη. Τα θαύματα συχνά παραμονεύουνε  στο τελευταίο δευτερόλεπτο  της τελικής σιωπής. Το πιο βαθύ σκοτάδι είναι προς το χάραμα κι ο πιο ωραίος ήλιος φαίνεται τη χαραυγή με το πολύ το κρύο…

Κυριακή 5 Αυγούστου 2012

Ένα ακόμη χρονογράφημα από την Εύη Γκάλαβου


Η ΧΩΡΑ - ΦΑΝΤΑΣΜΑ


   Έκατσα στον υπολογιστή μετά από μία «αναγκαστική» αποχή λόγω «εσωτερικών διεργασιών». Δεν είμαι σίγουρη τι θέλω να γράψω. Αν θέλω να πω αυτά που πραγματικά σκέφτομαι, αυτά που θα ήθελα να ακουστούν…
   Πώς ν’ αποτυπώσεις την πραγματική κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα; Τι να συγκρίνεις; Ποιες χρονικές περιόδους να διαλέξεις και να καταγράψεις τα υπέρ και τα κατά της; Κάθε εποχή είχε και έχει τις δυσκολίες της. Τούτη όμως που διανύουμε, δεν μπορούμε να της αρνηθούμε πως είναι από τις πιο δύσκολες, τουλάχιστον απ’ όσα έχω ζήσει απ’ την ημέρα της γέννησής μου και έχω συμπεράνει μέχρι σήμερα. 
   Γεννημένη μετά τη χούντα των συνταγματαρχών, γεννημένη μέσα στην «ελεύθερη» Ελλάδα, βλέπω συνεχώς κυβερνήσεις και πρόσωπα να ανεβαίνουν σ’ ένα πολιτικό σκηνικό, που φαντάζει σαν το «τέλειο μοντέλο» διακυβέρνησης του ταλαίπωρου και δύστυχου τόπου μας.  Βλέπω φανατικούς οπαδούς πολιτικών κομμάτων, που άλλοτε τους έδενε μια δυνατή φιλία, να διακόπτουν την παραμικρή επικοινωνία μεταξύ τους. Και σιγά- σιγά το ουτοπικό σκηνικό αρχίζει να τρίζει, μα όλοι κωφεύουν και χάνονται μέσα στην πληθώρα των υλικών αγαθών. Υπαίτιο για όλη αυτή τη συσσώρευση και τον όγκο χρήματος που κυκλοφορεί αθρόα, χωρίς συστολές, είναι η φιλοσοφία του «ελεύθερου πνεύματος» της αγοράς. Πλησιάζει η εποχή της πιστωτικής κάρτας, που η γενικευμένη χρήση της δίνει μεγαλύτερη «ελευθερία» κινήσεων στην αγορά και βαθιές ανάσες στους καταναλωτές. Οι τράπεζες και τα δάνεια όμως, γίνονται σήμερα τα απειλητικά θηρία, που παραμονεύουν σαν δήμιοι να πάρουν το κεφάλι των πολιτών, όσων αδυνατούν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους!!! Έννοιες που δε θα τις αγγίξω! Άλλωστε όλοι γνωρίζουμε τη δυσμενή επίδραση του δανεισμού στις προσωπικές ζωές μας, ασχέτως της σιωπής μας.
   «Περικοπή»· μια λέξη που έχει πλέον αποτυπωθεί στο μυαλό του Έλληνα μετά την πρόσκαιρη εποχή του πλούτου και της ευμάρειας. Πώς να κλείσεις τις «οικονομικές τρύπες» του οικογενειακού προϋπολογισμού; Η ανεργία μαστίζει κάθε διαμέρισμα της Ελληνικής επικράτειας· πάντοτε ήταν μια ανοιχτή πληγή που αιμορραγούσε, φτάνοντας στις μέρες σε ποσοστά τρομακτικά.  Δεν έχω σκοπό ούτε να αναλύσω, ούτε να δικαιολογήσω, μόνο να αποτυπώσω τις σκέψεις μου. Βλέπεις μια Ελλάδα αβοήθητη, ούτε εσωτερικά δεν έχει τη δύναμη να σταθεί στο περήφανο ανάστημα της που έδειχνε να έχει άλλοτε. Μια Ελλάδα, όπως εγώ τη ζω και τη βιώνω καθημερινά, που βουλιάζει μέσα στο «εγώ» της και τους μύθους της, ένα καράβι ακυβέρνητο. 
   Πριν λίγες μέρες βρέθηκα στο νοσοκομείο της πόλης μου. Γίνονται συζητήσεις, διαβουλεύσεις, συναντήσεις, διαμαρτυρίες για το κλείσιμο του και δεν είναι το μοναδικό νοσοκομείο περιφέρειας που ίσως «πέσει» στα δίκτυα της «αναγκαίας», για άλλους, περικοπής!  
   Έγινα αυτόπτης μάρτυρας περιστατικού, στην παιδιατρική κλινική, όπου αδερφή - νοσοκόμα, μόλις τελείωσε η θερμομέτρηση του μικρού παιδιού, να ζητά το θερμόμετρο για άλλο παιδάκι, γιατί δεν υπήρχε άλλο! Σε τέτοιο σημείο έχει φτάσει η έλλειψη απαραίτητων υλικών, που όποιος τύχει να επισκεφτεί ένα οποιοδήποτε νοσοκομείο της Ελλάδας, να διαπιστώνει μετά λύπης του πως αυτή τη στιγμή ζει σε άλλη χώρα, ή μάλλον σε μία χώρα – φάντασμα! Πώς να κρατήσεις μια κλινική σε λειτουργία, χωρίς τα στοιχειώδη; Από την άλλη όμως, προκειμένου να αποφύγουμε όλοι μας την χιλιομετρική ταλαιπωρία σε άλλο περιφερειακό νοσοκομείο, υπομένουμε τις ελλείψεις. Υπομένουμε την έλλειψη προσωπικού, υπομένουμε την ανεργία, υπομένουμε τις περικοπές, υπομένουμε όσα μας επιβάλλουν παρά τη θέληση μας.
   Άραγε θα ξυπνήσουμε ποτέ από το λήθαργο; Άραγε θα βρούμε δύναμη να αποτινάξουμε από πάνω μας τη σκόνη;

Εύη Γκάλαβου
Κοζάνη

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

Ένα χρονογράφημα από την Εύη Γκάλαβου με τίτλο: "Κοριτσάκι και πάλι!"

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
της Εύης Γκάλαβου

«Κοριτσάκι και πάλι!»


    Επέστρεφα με γυναικεία τσάντα γεμάτη απορίες και σκέψεις για την ύπαρξη των αγαθών και τη χρησιμότητά τους. Σκόνταψα σε χαλίκια, αναρωτήθηκα πως βρέθηκαν μικρά χαλίκια σε τούτη την κατ’ άλλα καθαρή πόλη μου. Μόνο τότε σήκωσα το κεφάλι μου που στηρίζονταν στον κομψό μου λαιμό πάνω σε δυο ημίγυμνους ώμους, ενόψει καλοκαιριού. 
    Ένα πάρκο! Ένα πάρκο τόσο κοντά στη γειτονιά μου, πως δεν το είχα προσέξει τόσο καιρό!  Ήταν άδειο, κανένα παιδί δε χαίρονταν όσα με ανοικτή αγκαλιά, σου πρόσφερε στα πόδια σου. Καλοκαιρινό δειλινό, αεράκι να σου μιλά γλυκά μέσα απ’ τα ψηλά δέντρα που το χρωματίζουν.  
    Δύο τραμπάλες, ένα γύρω-γύρω, μια μεγάλη τσουλήθρα, πράσινο και χώμα. Εκεί που το μάτι συνηθίζει στο χώμα, έρχεται το πράσινο να σου θυμίσει πως είναι να πατάς σε χόρτο, ξυπόλητη. Έριξα μια γρήγορη ματιά γύρω μου. Κανείς, δεν υπήρχε ψυχή! Έβγαλα με μια κίνηση τα πέδιλά μου από τα πόδια μου και περπάτησα ξυπόλητη, αγνοώντας τους κινδύνους που μπορεί να κρύβει ένα φαινομενικά αθώο γρασίδι σε πάρκο, στην Ελλάδα. Ένιωσα ξανά παιδί, κοριτσάκι μικρό που έπαιζε στο χωριό του με τα χώματα και παίζαμε κρυφτό, τζαμί, μήλα και τόσα άλλα. 
    Εδώ;  Εδώ.. τίποτα, άδειο! Ανέβηκα με μεγάλη ευκολία στην κούνια και ταλαντεύτηκα όπως άλλοτε. Δεν ήταν δύσκολο, μια απόφαση είναι, απλώς ανεβαίνεις και δίνεις ώθηση με τα πόδια και ξαφνικά αισθάνεσαι πως μπορείς να φτάσεις τα σύννεφα που ταξιδεύουν εκεί ψηλά, αγνοώντας την ύπαρξή σου εκεί κάτω στη Γη. 
    Βλέπω μια παρέα μικρών αγοριών να φτάνουν τρέχοντας προς το πάρκο. Το διασχίζουν σαν κομήτες με σταθερή ταχύτητα. Μέσα στην παραζάλη του παιχνιδιού τους με είδαν, γέλασαν τα χείλη τους, με κορόιδεψαν με το βλέμμα τους και χάθηκαν μέσα στην τσιμεντούπολη, αφήνοντάς με πάλι μόνη στο ήσυχο πάρκο. Αναρωτήθηκα, γιατί ετούτος ο θησαυρός να μένει κρυμμένος και γιατί τα παιδιά να μην είναι εκείνη την ώρα εκεί, να τον χαίρονται. Ν’ ακούγονται κελαριστές φωνές και χάχανα ευτυχίας, γκρίνιες απογοήτευσης μέσα από το κρυφτό, έστω φωνές διαμαρτυρίας από τα "μήλα", γιατί η αντίπαλη ομάδα προηγείται μ’ έναν πόντο. 
    Πού βρίσκονται τα παιδιά τώρα; Να είναι άραγε φυλακισμένα σε εικονικούς κόσμους, να παίζουν σ’ άλλες γειτονιές, να βολτάρουν σε εμπορικούς δρόμους, κρατώντας χέρι-χέρι τους μεγάλους ή απλώς να μην τους έδειξε ποτέ κανείς το πάρκο; Να αγνοούν την ύπαρξή του και το μεγαλείο του; 
    Την επόμενη φορά θα παίξω και με τα χώματα, όπως τότε…