Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Αποτελέσματα Διεθνή Λογοτεχνικού Διαγωνισμού με θέμα: "Μάρμαρα του Παρθενώνα, η Ιστορία μιας κλοπής ή Η κλοπή της Ιστορίας"

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ “ΝΟΣΤΟΣ”
υπό την αιγίδα
ΤΗΣ ΠΡΕΣΒΕΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ
ΣΕ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ
ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΤΗΣ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗΣ,
ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΤΩΝ ΠΕΝΤΕ ΗΠΕΙΡΩΝ,
την ΔΙΑΣΠΟΡΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΣΤΟΑ,
το Κέντρο Ελληνικών και Βυζαντινών Σπουδών “Φώτιος Μαλλέρος”, του πανεπιστημίου της Χιλής
ΑΝΑΚΟΙΝΩΝΟΥΝ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
 ΤΟΥ  ΤΡΙΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
Με χαρά λάβαμε τις συμμετοχές για τον  διεθνή λογοτεχνικό διαγωνισμό που προκήρυξαν και οργάνωσαν για τρίτη φορά,  η Ελληνική Πολιτιστική Οργάνωση Νόστος και η Ένωση Λογοτεχνών της Αργεντινής, υπό την αιγίδα της Πρεσβείας της Ελλάδας στην Αργεντινή και την Εθνική Γερουσία της Αργεντινής και σε συνεργασία με αξιόλογους φορείς.    Στο διαγωνισμό συμμετείχαν πάνω από 350 έργα, διηγήματα και ποιήματα στην ελληνική, ισπανική και  αγγλική γλώσσα από Ελλάδα, Αργεντινή, Χιλή, Ουρουγουάη, Κύπρο, Ιταλία, Πολωνία, Γαλλία, Κύπρο, Μαλαισία, Περού, Αίγυπτο, Αμερική, Μεξικό και Ισπανία.
Τα βραβεία απονέμονται, σε βάση την απόφαση της κριτικής επιτροπής, ( Δ. Σ. Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών και συγγραφέων των Πέντε Ηπείρων (Βάιος Φασούλας, Ελευθερία Μπέλμπα, Χριστίνα Τσαρδίκου), Διασπορική Λογοτεχνική Στοά (Ι. Γαριβάλδης), Ένωση Λογοτεχνών της Αργεντινής (Αντόνιο Λας Ερας ) και Δ.Σ. Ελληνικής Οργάνωσης Νόστος της Αργεντινής), ως εξής:
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ
1 BΡABEIO
(Βαθμολογία Άριστα 10/10)
«ΚΑΡΥΑΤΙΔΑ»
(ΜΑΡΙΝΑ KOMNΗNOΥ)
ΒΑΓΙΑ ΚΑΠΝΙΑ
(
GREECE)
2 -ΒΡΑΒΕΙΟ
βαθμολογία 10/10
«ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ» (ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΒΑΛΛΙΑΝΟΥ) ΣΟΝΙΑ ΖΑΧΑΡΑΤΟΥ (GREECE)
«ΜΑΡΜΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ» (Η ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΗ ΕΡΙΝΥΑ) ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΝΕΥΡΟΚΟΠΛΗ(
GREECE)
3-ΒΡΑΒΕΙΟ
βαθμολογία 10/10
«Ο ΙΕΡΟΣ ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΚΑΡΥΑΤΙΔΩΝ»(Χαρά και Ζωή) Παρασκευή Κωστόπετρου και Βικτωρία Μακρή(
Greece)
«ΕΝ ΟΥΡΑΝΟΙΣ ΤΗ ΞΑΝΘΗ ΜΕΡΑ» (Τόμας Μπρους, έβδομος κόμης του Ελγιν) Δημήτρης Δεσποτάκης (
Greece)
4-ΒΡΑΒΕΙΟ
βαθμολογία 10/10
«ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΘΑ ΣΑΣ ΠΩ…..ΓΙΑ ΤΑ ΚΛΕΜΜΕΝΑ ΓΛΥΠΤΑ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ»(Ονειροπαρμένος) Γεώργιος Παύλου Γιακουμινάκης (Greece)
5-ΒΡΑΒΕΙΟ
βαθμολογία 10/10
«ΚΛΕΙΣΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ-ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΜΟΥ» (εύχαρις) Καλφάκης Δημήτριος (
ARGENTINA)
6-ΒΡΑΒΕΙΟ
βαθμολογία 10/10
«ΜΑΡΜΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ» (Χρήστος Αθανασίου) Χρήστος Μαραγκός(
GREECE)
7-ΒΡΑΒΕΙΟ
βαθμολογία 10/10
«ΕΧΕΙΣ ΘΕΣΗ» (Πολύτροπος) Δήμητρα Καμαρίου (
GREECE)
Διακριτικοί Έπαινοι
βαθμολογία 9/10
«ΩΔΗ ΣΤΟ ΒΡΑΧΟ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ» (Καλλίστη) Ευαγγελία-Αγγελική Πεχλιβανίδου (
GREECE)
«ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΗΣ ΘΕΑΣ» (Νίκος Κ.) Γεωργεδάκη Αντωνία (
GREECE)
«ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΔΥΟ ΑΙΩΝΩΝ» (Μιχάλης Θαλοροδόπουλος) Ιωάννης Γεωργικόπουλος (
FRANCE)
Έπαινοι  (θα εκδοθούν στην ανθολογία βραβευμένων έργων)
βαθμολογία 9/9
«ΚΑΤΑΚΡΑΥΓΗ» (Λέξις) Βαγγέλης Κυριακός (Greece)
«Ο ΠΟΝΟΚΕΦΑΛΟΣ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ» (Ζακυνθηνός) Αριστοτέλης Γ. Σακελλαρίου (
MALAYSIA)
«ΤΑ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΑ ΜΝΗΜΕΙΑ» (Γεράσιμος Μηλιαρέσης) Γιώργος Κιβωτός(
USA)
«ΤΟ ΟΡΑΜΑ»(Γιάννης Κόντης) Βασίλης Σεβδάλης(
GREECE)
«ΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ…» (Καλοκαίρι) Χότζας Δημήτριος(
GREECE)
«Ο ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ» (Αλφα) Αλεξάνδρα Γούτα(
GREECE)
«ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟΤΗΣ ΑΝΕΜΩΝΑΣ» (Διονύσιος Θερειανός) Παναγιώτης Ζιωτόπουλος(
GREECE)
«Ο ΘΑΥΜΑΤΟΠΟΙΟΣ»(Τάνταλος) Ελσα Κορνέτη(
GREECE)
«ΜΑΡΜΑΡΑ ΤΟΥ…» (Μαρί Γεωργίου) Οδυσσεία Φίσκυλη (
GREECE)
«ΟΠΟΥ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΛΑΕΙ ΑΠΟ ΜΟΝΗ ΤΗΣ» Ελευθερία Ταξιδιού) Κωνσταντίνα Τυροβολά(
GREECE)
«ΜΑΡΜΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ» (Αθηνά, φοιτήτρια) Γεωργία Κρητικού-Κωσταγιάννη(
GREECE)
«Η ΚΥΡΑ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ» (Ιωνα) Ιωάννης Απέργης(
GREECE)
«ΜΑΡΜΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ…» (Γιάννης Σκιάς) Ιωάννης Δημητρίου(
GREECE)
«ΕΠΙΣΤΟΛΗ»(Ιλιάς) Λιλιανό Δρίτσα-Τσιουλακη(
GREECE)
«Ο ΒΡΑΧΟΣ» (Ιδαιον) Στυλιανός Βισκαδουράκης(
GREECE)
«ΔΡΑΚΟΝΙΚΟΛΗΣ»(Δρακονικολής) Νικόλαος Κουραβάνας(
GREECE)
«ΠΡΟΓΟΝΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ(Επιούσιος)Χρήστος Μαυρίκιος(
GREECE)
«Η ΚΛΟΠΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ» (Κάρολος) Σταύρος Καρακωνσταντακης(
CYPRUS)
«ΜΑΡΜΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ…(Δίων) Κώστα Πουλακα(
CYPRUS)
«ΜΑΡΜΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ…(Καλλιστώ Ελληνίς) Δέσποινα Δημότση(
GREECE)
Ειδικό βραβείο (ανήλικες)
1-«ΜΙΑ ΑΣΥΛΛΗΠΤΗ ΚΛΟΠΗ» (Δικαιοκρίτος) Μανώλης Δικαιάκος (GREECE)
2-«ΜΑΡΜΑΡΟΣΚΟΝΗ» (Αλέξης Μάρκου) Ανδρέας Χωράκης(
GREECE)
3-«ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ» (Δαρθείος Νίκος) Νικόλαος Ξιφαράς(
GREECE)

(Πηγή: Διασπορική Λογοτεχνική Στοά)

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Η γύρη του πονεμένου πρόσφυγα



                  Καλούσαμε πολλές φορές πρόσωπα πολυαγαπημένα
                  κι η μνήμη μας ζούσε μες στη γεωγραφία της ψυχής.
                  Ήταν η μνήμη της απόφασης, των χωριστών μας δρόμων.

                  Μου μίλησε το πέλαγος, μου μίλησε η τρικυμία.
                  Ο ήχος του πόνου πλατύς, αχόρταγος, βουβός,
                  οξύς, μεταλλικός. Αγέραστος ακόνιζε
                  τα άγια χώματά μας που άλλοι τώρα πατούσανε.
                  Μονάχοι απομείναμε στο χρόνο
                  να ξεδιπλώνουμε τόπους ματωμένους
                  κι αγάπες που χάσαμε χωρίς επιστροφή.
                
                  Με μια χούφτα θαλασσινό νερό
                  από τη Μαύρη Θάλασσα
                  μπορώ να ξεχάσω πιο εύκολα.
                  Μ’ ένα δέντρο σκιερό από την παλιά αυλή μου
                  πιο εύκολα μεταγγίζω με καημό τη γαλήνη
                  στην καινούργια ζωή μου.

                  Έρχεται μια γερόντισσα σκυφτή και λεπτοκαμωμένη,
                  φέρνει την ταραχή του κόσμου που βυθίστηκε,
                  ακούγεται το σάλπισμα της μνήμης.
                  Φορούσε το μαντήλι της πληγής, τα μάτια της υγρά
                  για τα κορίτσια που έχασε, για την ομορφιά της
                  που μάδησε στην ξενιτιά κι όμως το χέρι της χώρεσε
                  άπειρη καλοσύνη, δεν ήθελε το παιδί της να δακρύσει
                  από το κυνηγητό του χάρου.
                  Εκείνο τη ρωτούσε συχνά με αγωνία:
                  «Που θα ριζώσουμε αγνή και σοφή γιαγιά,
                  σε ποια χώρα θα θεριέψει η γενιά μας;»
                  «Εκεί που σύννεφο δε θα σκεπάζει τα όνειρά μας,
                  όπου το αίμα μας θα έχει γίνει ένα βιβλίο ιστορίας
                  και οι επόμενες γενιές θα μαθαίνουν με περηφάνια
                  τι ομορφιά είχαν οι τόποι που αφήσαμε».

                  Καθάριζε ο πόνος με τα ενθύμια·
                  παραδινόταν μια φωτογραφία, ένα ρούχο, ένα κόσμημα
                  από πατέρα και μάνα σε γιο και κόρη,
                  από κόρη και γιο σε εγγόνια και ξανά απ’ την αρχή.
                  Πάντα διψούσαμε για τον φιλήσυχο άνθρωπο του Πόντου,
                  τον δουλεμένο, με τη σπίθα στην καρδιά.
                  Πολλές ζωές ανεγέρθηκαν από το μηδέν,
                  ίσως η απελπισία της χαμένης γης να έδωσε
                  το έναυσμα κι έσπασαν τα όρια του ανθρώπου,
                  με δύναμη αξεπέραστη γκρεμίζοντας τον παλιό καημό.

                  Η γύρη του πονεμένου πρόσφυγα δεν περιορίζεται,
                  φεύγει μακριά, πηγαίνει σαν τον άνεμο
                  πάνω στα λουλούδια της αγνής φιλίας και της συντροφικότητας.
                  Ανοίγαμε το χάρτη της υφηλίου. Δε βλέπαμε χώρες,
                  μόνο άπειρα ονόματα, φίλους παντού σκορπισμένους
                  που μίλησαν με την ψυχή τους στα παιδικά μας χρόνια κι αργότερα.
                  Μίλησαν για μένα και για σένα που έχασες κάποιον δικό σου,
                  άλλοτε με παράπονο, με όλες τις λεπτομέρειες
                  που κάνουν τη ζωή μας πιο όμορφη: ένα χαμόγελο,
                  ένα χτύπημα στην πλάτη.
                  Ήμασταν για χρόνια οι κατατρεγμένοι άνθρωποι,
                  οι θλιμμένοι, αν μπορείς να ονομάσεις θλίψη την αναγέννηση
                  που έβγαλε εργάτες στα χωράφια την αυγή,
                  αγρότες με ψυχή και τεχνίτες άξιους.

                  Ξέρει καλά το χώμα τη μυρωδιά του ιδρώτα μας,
                  ξέρει από οδηγούς της μοίρας στα μονοπάτια της γνώσης,
                  από επιστήμονες αξεπέραστους. Γνωρίζει απ’ όσους
                  οργώσανε με γράμματα τον τόπο
                  και οι ρίζες τους ήταν τα στέρεα πατήματά μας.
                  Άνθισαν πάμπολλες φράσεις παρήγορες
                  για την πίκρα του ξεριζωμού,
                  γίνανε δέντρα βαθύσκιωτα για τις δύσκολες ώρες
                  της μικρής Ελλάδας.

                  Λάσκαρης Π. Ζαράρης


                  ***   Τιμητική διάκριση από το Δήμο Χορτιάτη το έτος 2010 σε
                  διαγωνισμό με θέμα: «Η Προσφυγιά».

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Στην κοιλάδα των ωραίων αγαλμάτων

             Στην κοιλάδα των ωραίων αγαλμάτων
             ο γλύπτης Πραξιτέλης σκεφτικός
             από την απειλή της καταιγίδας που πλησίαζε,
             άκουγε μες στο ψιθύρισμα του ανέμου
             τα λόγια της όμορφης μούσας Ερατώς:
             -Τόσα χρόνια ξεχασμένος στην κοιλάδα
             με τη σμίλη σου και το μάρμαρο το ελληνικό,
             γέροντα με τα ταλαιπωρημένα δάχτυλά σου,
             πως θέλεις να γεμίσεις το περίγραμμά μου;
             -Πρώτα η Αρετή στην ευθεία κορμοστασιά σου
             και μετά στο γέλιο σου το χάραγμα της σοφίας.
             Έπειτα τα μαύρα μαλλιά σου που λυτά 
             αφήνονται σαν τους κυματισμούς της θάλασσας.
             -Έβαλες όλη σου την ψυχή για να στερεώσεις
             πάνω στη μορφή μου τον ιδανικό έρωτα,
             τις απαλές καμπύλες και το δισταγμό
             της απόρριψης. Μια μεγάλη καρδιά φύτεψες
             στο στέρνο μου. Για λίγο κούνησα τα βλέφαρα
             και τα χείλια μου· σημάδι πως ζωντάνευα.
             Μην απογοητεύεσαι που δεν κατάφερες
             ν’ αποτυπώσεις ποτέ τα δάκρυά μου.
             Έπρεπε να με δεις με τις υλικές μου διαστάσεις,
             δημιουργέ μου, να λυπηθείς για την ομορφιά
             που χάνεται, για την ασχήμια που ανταμείβεται
             σ’ ένα κόσμο σκληρό, βιαστικό, ξεψυχισμένο.
             Προσπαθώντας να σκαλίσεις τη συμπαγή
             μου επιφάνεια…μάτωσες και μία στάλα
             έπεσε στο πόδι μου. Ήταν και δικό μου αίμα.
             Βρέξε, Θεέ μου, σε παρακαλώ να ξεπλύνεις
             την ανθρώπινη πλευρά μου!

             Λάσκαρης Π. Ζαράρης


             ***   Έπαινος από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών
             στους ΚΕ΄ Δελφικούς Αγώνες Ποίησης το έτος 2010.                                   

Ο κόσμος των άστρων

                  Τα άστρα ξάπλωσαν στο μαύρο ουράνιο χαλί,
                  κοιτούσαν το ολόγιομο φεγγάρι και συζητούσαν.
                  Το μικρό άστρο είπε: «Όταν για πρώτη φορά ο άνθρωπος
                  περπάτησε στη σελήνη, ήσουνα σχεδόν τριάντα χρονών.
                  Στο μέτωπό σου ξεχνιότανε ο ήλιος κι οι μέρες έρχονταν
                  με τα γελαστά τους πρόσωπα να σε φιλήσουν-
                  οι ερωμένες κάποτε της νιότης σου».
                  Το  μεγάλο άστρο απάντησε: «Τώρα, μετά σαράντα χρόνια
                  κοιτάω χαμηλά για να παίρνω δύναμη,
                  νιώθω τη λάμψη των ψυχών στα γερασμένα χέρια μου
                  κι η ομορφιά του σύμπαντος με προστατεύει!».

                  -Άχ! Άστρα, άνθρωποι και χρόνος…
                  Ποιος άραγε διεκδικεί την ανεξαρτησία του στο σύμπαν,
                  ποιος είναι το μόνο σώμα που φωτίζει και τ’ άλλα γύρω
                  που χλομιάζουν σαν ετερόφωτες υπάρξεις;
                  -Ο Έσπερος, ο προάγγελος της νύχτας
                  είναι που σβήνει κάθε άσχημη στιγμή, αλλά φανερώνει
                  και ό,τι ξεχάστηκε από χρόνια, την αληθινή ζωή.
                  -Αγνοείς πως τ’ αστέρια ζουν εκατομμύρια χρόνια!
                  -Και οι ψυχές των ανθρώπων τόσο περίπου!
                  -Βλέπεις εκείνον τον άνθρωπο κάτω στη γη
                  που μας παρακολουθεί με το τηλεσκόπιο;
                  -Ναι, πρέπει να τα είδε και να τ’ άκουσε όλα.
                  -Αλλά δεν ξέρει, πως σε λίγα γήινα χρόνια θα πετάξει
                  και θα γίνει κι αυτός φως μες στις παλάμες τ’ ουρανού.

                  Ο άνθρωπος όμως, που δεν καταλάβαινε πολλά
                  από τη γλώσσα τ’ ουρανού, έβλεπε συνέχεια
                  άγνωστες λέξεις-ανεξερεύνητους γαλαξίες
                  και ήταν για εκείνον τ’ άστρα το χαμόγελο της αιωνιότητας
                  και ήταν η προσέγγιση του διαστήματος
                  η ελπίδα της ένωσης με τον δημιουργό.

                  Λάσκαρης Π. Ζαράρης


                  ***  Τιμητική διάκριση από την Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος
                  το έτος 2010.

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Μία σημαντική αποστολή


   Πέρασαν τρεις εβδομάδες από το ανεπάντεχο γεγονός κι ο γάτος Αριστείδης πηγαινοερχόταν περίλυπος στη γειτονιά, με το χοντρό κεφάλι του σκυμμένο και τα μεγάλα μακριά μουστάκια κρεμασμένα προς τα κάτω. Είδε και απόειδε, σχεδόν είχε φτάσει στα πρόθυρα μελαγχολίας ο παχουλός κοκκινοτρίχης και για πολλοστή φορά αναρριχήθηκε στο μισάνοιχτο παράθυρο της τουαλέτας και ύστερα πέρασε στον κυρίως χώρο του σπιτιού.
   Στο σαλόνι η τηλεόραση τρεμόπαιζε μ’ έναν ενοχλητικό ψίθυρο, λες και θρηνούσε για την απουσία των ιδιοκτητών. Στο μικρό τραπεζάκι, στη βάση του φωτιστικού στεκόταν μια μεγάλη οικογενειακή φωτογραφία. Τα πρόσωπα χαρούμενα σε μια φευγαλέα αποτύπωση. Ο Αριστείδης κουλουριασμένος στα πόδια του μικρότερου της οικογένειας. Τότε ακριβώς ακούστηκε ένα μεγάλο, μακρόσυρτο και παραπονιάρικο «νιάου…ου!» που δόνησε την ατμόσφαιρα διαπερνώντας τους τοίχους του σπιτιού πέρα απ’ τα στενά όρια της γειτονιάς, αντηχώντας πάνω στις κορυφογραμμές των βουνών. Η εξοχή, η υποψία μιας άγριας ζωής και ελκυστικής ελευθερίας τον συντάραζε στις ήσυχες οικογενειακές νύχτες του καναπέ. Ήταν ένα όνειρο σωσίβιο στην καθημερινή ζωή ενός συνηθισμένου γάτου που επιθυμούσε κάποια περιπέτεια μακριά από τη δική του εστία.
   Όμως ήρθε το γεγονός της ξαφνικής εξαφάνισης του κυρίου Μιχάλη, της κυρίας Κατερίνας, του μικρού Νίκου, της μικρής Χριστίνας και ο χρόνος έδειξε τα απειλητικά του δόντια. Η αρμονία και η ασφάλεια καταρρίπτεται μέσα σ’ ένα απερίγραπτο γιατί…; ΓΙΑΤΙ! Ο γάτος Αριστείδης είχε μείνει μονάχος και ελεύθερος να κάνει οποιαδήποτε αταξία στο σπίτι χωρίς να τον μαλώσει κανείς! Μα ό,τι είχε ονειρευτεί έγινε ένας εφιάλτης. Σαν να του έδιναν ζωή εκείνα τα αδιάκοπα κυνηγητά και η στριγκιά και μανιασμένη φωνή του κυρίου Μιχάλη να κατευθύνεται παντού:
   «Αριστείδη, παλιόγατε πάλι άφησες τις τρίχες σου πάνω στον καναπέ. Απείθαρχε, ζημιάρη, ακατάστατε».
   Όταν ανακάλυπτε ότι οι τρίχες δεν ήταν δικές μου, αλλά της κατά τ’ άλλα γλυκομίλητης γυναίκας του, η οποία είχε την συνήθεια να λαγοκοιμάται μπροστά στην τηλεόραση, έπαιρνε τα λόγια του πίσω και χάιδευε ηδονικά, με αργές κινήσεις το παχύ τρίχωμά μου. Για να τον ευχαριστήσω του έφερνα τις παντόφλες. Σ’ αυτό το σπίτι όλοι με αγαπούσαν, παρόλο που αρκετές φορές τους εκνεύριζα με τα καμώματά μου… Ακόμη και όταν έσχιζα με τα άγρια νύχια μου τα τετράδια των παιδιών και πάλευα στην αυλή με την καλαμένια σκούπα της κυρίας Κατερίνας, δυσκολεύοντας την καθαριότητα του σπιτιού. Γι’ αυτό το λόγο ακριβώς δε σταματούν τα δάκρυά μου και δεν μπορώ ν’ αποδεχτώ την απουσία τους. Να φύγουν όλοι και να μην επιστρέψουν μετά από τόσο καιρό, χωρίς να με πάρουν μαζί τους!! Πως βάσταξε η καρδιά τους να μ’ αφήσουν πίσω, εκτός…αν έφυγαν από μία τόσο επείγουσα ανάγκη ή κάποια απειλή που δεν μπορώ να φανταστώ κι έτσι δεν ήταν δυνατόν να χρονοτριβήσουν άλλο. Ή ίσως εκεί που θα πήγαιναν η παρουσία μου θα κρινόταν τόσο ενοχλητική ή θα απαγορευόταν.
   Αλλά το δικό μου μερίδιο ευθύνης δεν είναι καθόλου μικρό, γιατί δύο μέρες είχα να φανώ, πριν βρω το σπίτι άδειο από ανθρώπους. Μπορεί και να με αναζήτησαν με αγωνία, αλλά εγώ ο ακατάσχετος ερωτύλος, ο αλήτης πήρα τους δρόμους της γειτονιάς και δεν άφηνα αναξιοποίητο το λάγνο κάλεσμα oποιασδήποτε θηλυκιάς. Και να σκεφτεί κανείς πως κάποτε με κέντριζαν μόνο οι παχιές και χνουδωτές γατούλες, κατά προτίμηση Περσικές. Κάποτε όμως, την πάτησα για χρόνια με μια Αμερικάνα που έφερε μαζί του ένα φιλικό ζευγάρι του κυρίου Μιχάλη από τη Μινεσότα των Η.Π.Α. Μια ναζιάρα μα κομψή γατούλα που φρόντιζε τη δίαιτά της, ενώ το χειμώνα φορούσε γύρω στο  λαιμό της ένα κόκκινο φουλάρι με χαρακτηριστικό κουδουνάκι. Ως γνωστόν στη γατογειτονιά το κόκκινο με ανάβει και χαλαρώνει τις αντιστάσεις μου.
   Τότε σκέφτηκα τον Λυκούργο, τον αξεπέραστο ρήτορα της γειτονιάς. Είχε την συνήθεια να λέει πάντοτε τη γνώμη του ανοιχτά, χωρίς να φοβάται αν θα δυσαρεστήσει το κοινό. Ανακατευόταν σε κάθε πρόβλημα μικρό ή μεγάλο των ζώων. Πονόψυχος, εύστοχος στις παρατηρήσεις του και ευλύγιστος στη σκέψη, σεβαστός σ’ όλο το Ζωοβασίλειο γι’ αυτόν το λόγο, πρόσφατα εκλεγμένος  Πρόεδρος του τοπικού συλλόγου αποκατάστασης ορφανών και λοιπών κατατρεγμένων (αδέσποτων κλπ.). Σταχτής και μικρόσωμος, μ’ ένα βλέμμα που μόνο γάτου δεν έμοιαζε, γιατί η σοφία είχε υπερκαλύψει τον παρορμητισμό της φύσης του, επιδεικνύοντας ένα διδασκαλισμό ιδιαίτερο, εξίσου ασύμβατο, αχώνευτο και φτιαχτό για τον μικρό χώρο των ζώων.
   Έτσι έσπευσα να του εκφράσω τον πόνο μου, ελπίζοντας σε μια φαεινή ιδέα που θα του ερχόταν, μήπως και βρω κάποια άκρη στο μυστήριο. Είχε τη συνήθεια να μιμείται τις εκφράσεις και τις χειρονομίες των ανθρώπων με τη βαριά και αργή του ομιλία, πιστεύοντας ότι μ’ αυτό τον τρόπο θα γινόταν πιο κατανοητός. Όσοι τον γνώριζαν για πρώτη φορά, έλεγαν πως τους θύμιζε μια κωμική φιγούρα από παιδικές σειρές ή ένα τροχονόμο σε δρόμο χωρίς κυκλοφοριακή συμφόρηση.
   -Σε βλέπω εδώ και καιρό να τριγυρνάς μονάχος σου. Σ’ έδιωξαν απ’ το σπίτι οι δικοί σου;
   -Όχι, δεν τριγυρνάω άσκοπα. Απλά εξαφανίστηκαν οι δικοί μου και δεν ξέρω που να πάω…Λυκούργε δεν αντέχω άλλο τη μοναξιά. Θέλω να βρω τους ανθρώπους μου. Εσείς και το συμβούλιο σας μπορείτε να με βοηθήσετε.
   -Καλά, πότε έγινε αυτό;
   -Μακάρι να ήξερα. Περίοδος γονιμότητας  βλέπεις κι έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά.
   -Τι λες βρε αδελφέ μου. Σαν πολύ δραστήριο σε κόβω. Νομίζω πως κάπως αδυνάτισες κιόλας!
   -Ναι, στεναχώρια και πάλι στεναχώρια. Δε μου κατεβαίνει μπουκιά. Προσφέρω σε άλλους όλα μου τα ψαροκόκαλα.
   -Σοβαρή η κατάσταση. Αλήθεια έχεις πρόβλημα! Πότε τους είδες τελευταία φορά;
   -Πριν τρεις βδομάδες. Θα ήταν απόγευμα, γιατί τα παιδιά ήταν κλεισμένα στα δωμάτιά τους και διάβαζαν ενώ ο κύριος Μιχάλης έτρωγε στην κουζίνα. Συνήθως επέστρεφε αργά το απόγευμα απ’ τη δουλειά του.
   -Θα συγκαλέσω συμβούλιο. Δεν μπορεί, κάποιος μάρτυρας θα υπάρχει. Όλα τα ζώα αύριο το πρωί θα συγκεντρωθούμε κάτω από τον πλάτανο της πλατείας για να εξετάσουμε το θέμα σου. Το μόνο που θέλω από σένα είναι να περάσεις απ’ τον Στάθη τον φωνακλά, το Καναδέζικο λυκόσκυλο να του πεις να βγάλει ανακοίνωση σε όλα τα ζώα.
   Η συγκέντρωση ήταν έτοιμη να ξεκινήσει και ο Λυκούργος είχε ανέβει πάνω στο βήμα του· το πλατύσκαλο του μνημείου των πεσόντων του χωριού και άρχισε το λόγο του με στόμφο και χαρακτηριστική ρητορεία:
   «Μετά από επίκληση βοηθείας του προσφιλούς μας Αριστείδη -ο οποίος από ένα ανεξιχνίαστο λόγο έχασε τους δικούς του ανθρώπους και τους αναζητεί εναγωνίως-πήρα την άμεση απόφαση να συγκαλέσω έκτακτο συμβούλιο όπως συμπαρασταθούμε και συνεισφέρουμε τα μέγιστα στον απαρηγόρητο φίλο μας. Τα πράγματα έγιναν όπως μου τα αφηγήθηκε ο φίλος μας. Έτσι ακριβώς…….Και θέλω όλοι να παρουσιάσετε τις προτάσεις σας, τυχόν παρατηρήσεις σας, κάποιο σχέδιο ίσως και ό,τι άλλο έγινε αντιληπτό σε σας τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα».
   Ο ηλικιωμένος ψαρής, ο γερο-Σαμψών που είχε παροπλιστεί μετά από εύφημο παρελθόν και νικητήριους αγώνες σε ιπποδρομίες, έλαβε το λόγο. Πάνω στην ουρά του καθόταν ανενόχλητος και με καμάρι ένας σπίνος. Εκτελούσε χρέη υποβολέα των λεγομένων του Προέδρου, γιατί λόγω βαρηκοΐας και απόστασης το άλογο δεν έπιανε με την πρώτη τα λόγια. Μια μικρή υποψία πως το πιστόλι της εκκίνησης των αγώνων με τον καιρό του προξένησε αυτή τη μικρή βλάβη.
   «Νομίζω, πως κάτι ξέρω γι’ αυτό που έγινε. Εκείνη την ώρα μ’ ενοχλούσαν οι μύγες και τις έδιωχνα. Έτσι που είχα χάσει την ησυχία μου, είδα, γιατί όπως ξέρετε η όρασή μου είναι ακόμη δυνατή… Είδα τον κύριο Μιχάλη αλαφιασμένο και την κυρία Κατερίνα να μπαίνουν σ’ ένα όχημα που είχε πάνω στην οροφή ένα φως που αναβόσβηνε, φάρο που το λένε, και να εξαφανίζονται. Πάντως απ’ τις κινήσεις τους κατάλαβα ότι ήταν ταραγμένοι. Διέκρινα την πράσινη ρόμπα της κυρίας Κατερίνας. Τίποτα άλλο!».
   Ο Ευτύχης όμως, το πρόβατο σαν κάτι να πήρε τ’ αυτί του:
   «Είχα ξεφύγει απ’ το κοπάδι και είπα να κάνω μια βόλτα στο χωριό, να ξεχάσω κάπως την απεραντοσύνη του βουνού. Σ’ εκείνη τη γειτονιά ακριβώς που λέτε έγινε χαλασμός Κυρίου, μεγάλη φασαρία, φωνές και ταραχή κόσμου. Πολλοί άνθρωποι μαζεμένοι και κάτω στο δρόμο βρισκόταν ένα αγόρι χτυπημένο, με το πόδι ματωμένο, δίπλα του ένα ποδήλατο πεσμένο. Φαίνεται, πως έτσι που ήταν κατηφορικός ο δρόμος και δεν έπιασαν τα φρένα του ποδηλάτου, το παιδί προσέκρουσε στη γωνία του πεζοδρομίου και ανατράπηκε, πέφτοντας ευτυχώς στο πλάι με το σώμα, χωρίς καθόλου να χτυπηθεί στο κεφάλι. Δεν πληροφορήθηκα για περισσότερα, γιατί με πρόγκιξαν κάποιοι από το πλήθος και αναγκάστηκα να φύγω».
   Ο Αριστείδης τινάχτηκε από τη θέση του, φωνάζοντας:
   -Αυτός είναι ο Νίκος! Το καημένο το παιδί, πάντα άτακτο μα καλός και περιποιητικός μαζί μου. Υπέκλεπτε την καλύτερη τροφή απ’ το μεσημεριανό τραπέζι και την έδινε σε μένα. Άλλες φορές, κρυφά μου πετούσε κάτω απ’ το τραπέζι ολόκληρες μαρίδες κι εγώ τις κατάπινα με μια χαψιά.
   -Έλα, μην κάνεις έτσι, παρενέβηκε το παγώνι του κήπου τεντώνοντας τα φτερά του. Το παιδί θα είναι καλύτερα. Πρέπει να οργανώσουμε ένα ταξίδι με προορισμό ένα μέρος όπου κυκλοφορούν άνθρωποι με άσπρες μπλούζες κι άλλοι που περιμένουν στην ουρά, και αυτό λέγεται νοσοκομείο. Μίλησε και ο ζαρωμένος, το κακομούτσουνο μπουλντόγκ με την τρομαχτική φωνή του.
   -Αυτό που ήρθε και πήρε το παιδί, ήταν ένα ασθενοφόρο. Αριστείδη βάζω στοίχημα πως το αμάξι του κυρίου σου βρίσκεται ακόμη στο υπόστεγο.
   -Έχεις δίκιο. Όλα ανέγγιχτα, εκεί που βρίσκονταν πάντα.
   Τότε πετάχτηκε ο ασπροφτέρουγος, το ταχυδρομικό περιστέρι που δεν του ξεφεύγει τίποτα, σαν από μηχανής Θεός:
   -Εγώ θα σας πω προς τα που κατευθύνθηκε το ασθενοφόρο. Πήρα αυτό το φωτεινό σημάδι από πίσω, από αέρος ήθελα να πω. Και προς μεγάλη μου έκπληξη διαπίστωσα πως σταμάτησε εκεί, όπου επιθυμούσα να μείνω για πάντα, σ’ ένα τέτοιο ακριβώς μέρος! Όπου μπορείς να συναναστρέφεσαι άφοβα κάθε είδους πτηνό. Αφθονούν τα πανύψηλα δέντρα με τις πυκνές φυλλωσιές. Εξασφαλισμένη στέγη και φαγητό άφθονο, ψωμάκι προσφορά ευεργετική ασθενών και συνοδών.
   Τη συγκέντρωση έκλεισε ο Λυκούργος:
   «Πολύτιμη η συνεισφορά σου γοργοφτέρουγε …συγγνώμη ασπροφτέρουγε ήθελα να πω…στην εφαρμογή του σχεδίου μας. Λέω σε όλους σας να ετοιμαστείτε για ένα μεγάλο ταξίδι. Γερό-Σαμψών κρατάνε τα κότσια σου ακόμη; Ετοιμάστε τα εφόδιά σας σήμερα και αύριο πριν το χάραμα ξεκινάμε. Κάποιος να πάρει πρόβλεψη για τον καιρό από τους θαλασσινούς φίλους μας, τους γλάρους. Καλό θα ήταν όμως, ούτως ή άλλως να έχουμε μαζί μας ομπρέλες και ψάθινα καπέλα και μπόλικο νερό».

Λάσκαρης Π. Ζαράρης


***  Έπαινος από την Εταιρεία Τεχνών, Επιστήμης & Πολιτισμού Κερατσινίου το έτος 2010.

Για τον αγρότη

 

Εσύ με το ψάθινο καπέλο
και το πρόσωπο που λάμπει,
με τη λαχτάρα του καρπού.
Σκυμμένος μες στην ταπεινότητα του μόχθου
με το τσαπί σαν προσευχή
στη γη που περιμένει ένα χάδι.

Το αμπέλι παρακαλούσε για στοργή
η ελιά για το πιο περίτεχνο κλάδεμα.

Επίγεια συμφωνία με τον άνεμο, τον ήλιο, τη βροχή,
στοιχειό κι εσύ της φύσης
με τις παλάμες τις σκασμένες από φτώχεια
τις τραχιές, τις ξεραμένες από στερήσεις
κι όμως στην πολλή αγάπη βαπτισμένες
σαν τη γη την αδούλωτη.

Εύφορο το χωράφι που πλάθεται με όνειρα
με δύναμη αφοσιωμένη στις κρυφές
ομιλίες των δέντρων, των πουλιών.
                 
Όλα τ’ ακούει η ψυχή η φωτισμένη.
Το χαμόγελο της γης της ποτισμένης
θέλει το δέντρο για ν’ αναπτυχθεί,
τ’ αμπέλι για να ροδίσει τον οίνο
των αμάραντων καρδιών.

Αγρότης συνειδητοποιημένος
έτσι αγνός, γαληνεμένος
να ’σαι εσύ ο τρύγος της πιο ώριμης ζωής,
να ’σαι το δίδαγμα της αντοχής στη φύση.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης


***  Γ΄ βραβείο από το Ωδείο Φουντούλη το έτος 2009             
                 

Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

Λουλούδι ευωδιαστό στον κήπο της Μεσογείου


   Υπάρχουν λουλούδια που μυρίζουν υπέροχα, λουλούδια που ακόμη και ξεχασμένα βαθιά στο παρελθόν δε σταματούν να μας συγκινούν, τη στιγμή που τα ανασύρουμε από τον χαμένο κήπο. Μοσχοβολούν το ίδιο ευχάριστα, όπως την πρώτη φορά που τα συναντήσαμε στο όμορφο ταξίδι μας. Ίσως αντανακλούν και τα δικά μας χρώματα, έστω και αν δεθήκαμε μαζί τους πρόσκαιρα.
   Ήταν και πάντοτε θα είναι ένα λουλούδι εύοσμο και εντυπωσιακό, στα χρώματα του ήλιου και της θάλασσας, στις λεπτές αποχρώσεις των πόθων μας, λουλούδι μακρινό, νησί κρυμμένο σε μια γωνιά της Μεσογείου, ακοίμητο μες στον απέραντο κήπο του Ελληνισμού. Πολλοί το ζήλεψαν για την τόση ομορφιά του, για τα συγκεντρωμένα πλούτη της γης και του ουρανού. Μα ήρθε ο ξεριζωμός και πια δε φυτρώνει η ευτυχία σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη του νησιού. Κι όταν καμιά φορά φυτρώνει, μαραίνεται σιγά-σιγά, δυστυχεί και τελικά ξεραίνεται, γιατί όσο και αν είναι ο σπόρος της αντοχής  δυνατός, η πίκρα των ανθρώπων που άφησαν τα  σπίτια τους κι έχασαν τους δικούς τους, τους πνίγει όπως τα αγριόχορτα. Δεν μπορεί να ευδοκιμήσει μέσα σ’ ένα ποτάμι από δάκρυα.
   Θα σας διηγηθώ μια πλευρά αυτής της μεγάλης ιστορίας, μια μικρότερη ιστορία μέσα στη μεγάλη, την τραγική. Ο Νίκος ήταν μελαχρινός, ψηλός αξιωματικός της ΕΛ.ΔΥ.Κ., ψυχωμένος, με δυνατή χαρακτηριστική φωνή που έδειχνε άνθρωπο μ’ επιβολή και ισχυρή θέληση. Η Μυρτώ μια δεκαοχτάχρονη λεπτή κοπέλα, εύθραυστο πλάσμα με λεβέντικη όμως κορμοστασιά, με γαλανά μάτια και χρυσαφένια μαλλιά που στο συναπάντημα του ανέμου ταξίδευαν πέρα-δώθε, ίδιες πρωινές ηλιαχτίδες. Το χαμόγελό της ήταν η άνοιξη στα αυστηρά μάτια του αξιωματικού, η αγκαλιά της Μεσογείου ολόκληρη. Γνωρίζονται και ερωτεύονται παράφορα σ’ ένα ανήσυχο πολιτικό κλίμα, πριν την εισβολή του Αττίλα το 1974. Μα ο έρωτας τους έμεινε ανευόδωτος και σύντομος για το νεαρό ζευγάρι. Τότε, γίνονταν προσπάθειες για την ένωση με τη μητέρα Πατρίδα. Ο λοχαγός εντελώς αναπάντεχα και αναίτια αποχωρεί από το νησί, λίγο καιρό μετά την εισβολή και η ποθητή ένωση δεν επιτεύχθηκε ποτέ.
   Ο Νίκος επέστρεφε μετά από λίγους μήνες και έβλεπε πάλι το σύνορο, την πράσινη γραμμή που είχε οριοθετηθεί με την επίβλεψη των κυανόκρανων του Ο.Η.Ε. και τον χώριζε από την αγαπημένη του. Δεν μπορούσε να πλησιάσει το σπίτι της, γιατί αυτό ήταν πλέον από τη μαύρη πλευρά, την κατακτημένη. Πού να βρίσκεται τώρα το άνθος της ψυχής του; Δυστυχισμένο, σε μια γωνιά κρυμμένο, φοβισμένο ή άνοιξε τις ευωδιές του σ’ άλλους κήπους πιο φιλικούς στα όνειρα των ανθρώπων και στις ελπίδες τους; Έτρεξε ασθμαίνοντας, ανέβηκε σε ταράτσες κοντινών σπιτιών μήπως και δει δειλά το λουλούδι του να σκιρτάει, να φαίνεται στο παράθυρο το πρόσωπό της φωτισμένο, παρόλη την πίκρα  του καταπατημένου τόπου και να τον καλεί με το μοσχοβόλημα του σε μια καινούργια συνάντηση, εξίσου γεμάτη προσδοκία όπως οι προηγούμενες.
   Μάταια όμως. Ίσα με την άκρη του ματιού μπόρεσε να διακρίνει μια επισήμανση παρουσίας κι αυτή μόνο εχθρική. Ο κυματισμός της τουρκικής σημαίας με το μισοφέγγαρο του πλήγωνε την καρδιά, του ξερίζωνε το ζεστό κορμί της αγάπης του  μέσα απ’ τα σπλάχνα του. Τριγύρω υπήρχαν μισογκρεμισμένα κτίρια από τις αεροπορικές επιθέσεις. Μίσησε εκείνη τη στιγμή όσο τίποτε άλλο…Έπρεπε να ρωτήσει, να μάθει, κανείς δεν ήξερε τι απέγινε η μικρή, η εύπλαστη  Μυρτώ που την λύγιζε το φύσημα του ανέμου. Έτρεμε στην ιδέα ότι μπορεί να αιχμαλωτίστηκε, έτρεμε στην ιδέα του τελειωτικού αποχωρισμού. Όμως πίστευε βαθιά, ότι ο Θεός είναι ελεήμονας για τα τόσο γοητευτικά πλάσματα και δύσκολα θα άφηνε ένα πανέμορφο λουλούδι σε χέρια βέβηλων. Την αναζήτησε σε κάθε πιθαμή του ελεύθερου τμήματος της Λευκωσίας. Μα πουθενά! Ώσπου έμαθε από κάποιον που γνώριζε, τι ακριβώς έγινε. Η Μυρτώ έφυγε με τους γονείς της για την Αγγλία. Ο Νίκος από την μια ανάσανε, χάρηκε που γλίτωσε από το χαμό, από την άλλη λυπήθηκε και ένιωσε προδομένος που δεν περίμενε εκείνη, έστω λίγο καιρό να τον ξαναδεί κι ύστερα, εφόσον τελικά το αποφάσιζε να φύγει, να τον αποχαιρετούσε τελειωτικά.
   Ο Νίκος εξηντάχρονος και γκριζομάλλης πλέον καθόταν και ρουφούσε άπληστα τον καφέ του, σ’ ένα ξενοδοχείο της Αγίας Νάπας, παρατηρώντας με βουλιμία και ενθουσιασμό τα κοκκινισμένα απ’ τον ήλιο σώματα των τουριστριών. Άχ και να είχε τα άλκιμα νιάτα του! Η σημερινή νεολαία με τα ακατανόητα σύμβολα σχεδιασμένα πάνω τους, μοντέρνα τατουάζ, δίνει μια πίκρα στον κόσμο των παλιών, σ’ αυτούς που πολέμησαν για ιδανικά, με σύμβολα: «Το δ’ ελεύθερον το εύψυχον», «Εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης». Ειρωνεύονται το δικό μας κόσμο και σηκώνουν αδιάφοροι τις σημαίες της ηδονής, ενώ λίγο πιο πέρα απόλαμβάνει τον ήλιο χαρούμενο το τέρας της ξενικής κατοχής.
   Εκείνη τη στιγμή, μια φωνή σαν σιγοψιχάλισμα, σαν απαλή βροχή διέκοψε τις σκέψεις του. Πίσω από τις πλάτες του ερχόταν ένα ειρηνικό σάλπισμα, κλείσιμο του ματιού στον κόσμο των μαγευτικών σειρήνων που σε πλανεύουν με μία μελιστάλαχτη φωνή. Η ίδια φωνή πάντοτε που οριοθετούσε τα όνειρά του, φλοίσβος που κάποτε έψελνε τον ύμνο του έρωτα στις ζεστές καρδιές. Τότε στράφηκε και αναγνώρισε  εκείνη τη γυναίκα, που μιλούσε στο τηλέφωνο ζωντανά και παθιασμένα: «Το σπίτι είναι δικό μας και θα μείνει για πάντα!». Η ίδια απαίτηση εδώ και χρόνια τώρα για τις χαμένες εστίες και τους συγγενείς. Το τηλέφωνο γλίστρησε απ’ τα χέρια της. Οι ρυτίδες της συμπαθητικές, γλυκιές τις έδιναν μια πρόσθετη γοητεία. Τα μάτια της πιο δυνατά και σίγουρα τώρα, έμοιαζαν να επιθυμούν το αγκυροβόλιο της όψιμης ζωής. Τα βλέμματα διασταυρώθηκαν, έμειναν μετέωρα για ένα, μπορεί και δύο λεπτά και πάνω τους πέρασαν κινηματογραφικά τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια· τα πρώτα ραντεβού στη Λήδρας, οι περίπατοι στον κήπο της πόλης, οι εκδρομές στην «Πέτρα του Ρωμιού», αλλά και οι ταραγμένες μέρες, η μόνιμη απειλή του Αττίλα, οι προδοσίες και τα παράπονα. Με έκπληξη αναγνώρισε ο ένας τον άλλον και αγκαλιάστηκαν με ενθουσιασμό.
   Υπήρξε διεκδικούμενη  ανέκαθεν από πολλούς μνηστήρες, «το μήλον της έριδος», περιζήτητη λόγω οικονομικών σπουδών σε κολέγια της Αγγλίας και επίτευξης διδακτορικού διπλώματος στην Αμερική.
   -Για χρόνια ένιωθα απογοήτευση που δεν τελεσφόρησε η σχέση μας. Δεν άφηνα κανέναν να μ’ αγγίξει με τον τρόπο που μ’ άγγιξες εσύ.
   -Δε θέλησες, όμως να με παντρευτείς, να φέρουμε καρπούς, παιδιά.
   -…Το αντίθετο μάλιστα. Αν μου το πρότεινες, δε θα έφερνα αντίρρηση!
   -Μα…δεν έλαβες το γράμμα μου;
   -Όχι, δεν ήρθε κάποιο γράμμα.
   -Έτσι εξηγείται πως δεν καθυστέρησες να φύγεις μακριά. Θα νιώθεις σίγουρα και προδομένη. Σου έγραψα πως θα φύγω για τη μητέρα Πατρίδα και πως θα γυρνούσα πίσω μετά από λίγους μήνες να σε παντρευτώ.
   -Κάτω απ’ την πίεση των γεγονότων εγκαταλείψαμε το νησί. Οι γονείς μου πίστευαν ότι μετά την εισβολή των Τούρκων θα πάγωνε κάθε ανάπτυξη στον τόπο. Δεν ήθελαν να αντιμετωπίσω ένα μέλλον ζοφερό, υποταγμένο στην αβέβαιη μοίρα, ανίκανο να προωθήσει τα όνειρά μου. Και αποφάσισαν το καλύτερο για το παιδί τους, αφού βέβαια προετοίμασαν το έδαφος. Κάθε αποκοπή από το γενέθλιο τόπο πονάει, έστω και αν οδηγεί στη λύτρωση από το κακό. Δεν είχα τη διεύθυνσή σου, ούτε το τηλέφωνο. Έλπιζα πως κάποτε η μοίρα θα κανόνιζε αυτό το ραντεβού κι όπως έγινε! Νίκο, σκέφτομαι να γυρίσω πίσω οριστικά. Άλλαξε το νησί, έγιναν σημαντικά έργα, μπήκαμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι γονείς μου δε ζουν πια, έκανα ένα γάμο, χώρισα σύντομα, δεν προλάβαμε να κάνουμε παιδιά. Εσύ; Θα έχεις φτάσει στη σύνταξη τώρα.
   -Μυρτώ, δεν παντρεύτηκα ποτέ, κάτι ισχυρό με κρατούσε τόσα χρόνια. Το λουλούδι της Μεσογείου δεν μ’ άφηνε ήσυχο, η μυρωδιά του έφτανε μέχρι το Βόλο. Δεν πήρα σύνταξη απ’ το στρατό, γιατί εκείνη τη μέρα που έφυγα και σου το έγραψα αναλυτικά, είχα ήδη παραιτηθεί από το στράτευμα.
   -Μα πώς, εγώ νόμιζα ότι ήσουν πλασμένος γι’ αυτό το επάγγελμα, ο τέλειος άνθρωπος.
   -Δεν ξέρω, πες το ευσυνειδησία, πες το βλακεία αρνήθηκα να εκτελέσω τις διαταγές της κυβέρνησης των στρατιωτικών από την Αθήνα. Μας έλεγαν οι ανώτεροι πως ο σκοπός μας εδώ ήταν καθαρά αμυντικός και έπρεπε να εμποδίσουμε τα χειρότερα, την προέλαση των Τούρκων πέρα απ’ το τείχος, στο νότιο κομμάτι της Λευκωσίας, ενώ ταυτόχρονα να προστατεύουμε τους αμάχους και να περιθάλπουμε τους τραυματίες. Εγώ επέμενα με μία ομάδα πιστών στρατιωτών, όταν η δύναμη μας κατέλαβε το στρατόπεδο της ΤΟΥΡ.ΔΥ.Κ. στο Κιόνελι, να προχωρήσουμε κι άλλο, να σπρώξουμε τους εισβολείς στα παράλια και στο καλό από κει που ήρθαν! Αυτοί πρόσταξαν να υποχωρήσουμε, γιατί θα ανάβαμε κι άλλες φωτιές  μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Κατά τη διάρκεια της νυχτερινής επίθεσης, φτάσαμε στην αντιαρματική τάφρο των εχθρών και παραμείναμε εκεί ενώ δεχόμασταν διάσπαρτα πυρά από πυροβόλα όπλα. Για τους περισσότερους ήταν καθαρή τρέλα να προωθηθούμε κι άλλο. Με το πρώτο φως της ημέρας θα γινόμασταν εύκολος στόχος των αεροπλάνων, ελλείψει μάλιστα δικής μας αντιαεροπορικής κάλυψης. Αυτή η τρέλα ήταν ένα πάθος που με διακατείχε, μια τυφλή αγάπη που μ’ έκανε να αψηφώ κάθε κίνδυνο και λογική εκτίμηση των πραγμάτων. Η μοναδική εικόνα που έβλεπα μπροστά μου ήταν η αποχώρηση των Τούρκων, η απελευθέρωση του νησιού. Είπαν πως η πολιτική θα φέρει ειρηνική λύση και πως με τη βοήθεια των διεθνών πιέσεων οι Τούρκοι θα εγκατέλειπαν τα προσωρινώς κατεχόμενα μέρη. Λες και εκείνοι μέχρι τώρα είχαν υπολογίσει καθόλου τα διατάγματα και τις διεθνείς συνθήκες! Με κατηγόρησαν φιλοπόλεμο «γεράκι» και επικίνδυνο λόγω υπερβάλλοντος ζήλου, για την ηρεμία της δύναμης στην Κύπρο. Ξεχνάν πως μας έστειλαν όλους κι όλους πεντακόσιους άνδρες πεζικού, νέους, αξιωματικούς και οπλίτες και μας έριξαν στο έλεος του Θεού. Μ’ ένα τυφέκιο μόνο στο χέρι, χωρίς την παραμικρή υποστήριξη αρμάτων, πυροβολικού και μηχανοκίνητων μέσων. Ωφέλιμη η βοήθεια της Εθνικής Φρουράς, μα δεν μπορούσε να φέρει καταπληκτικά αποτελέσματα, καθ’ ότι νεοσύστατος στρατιωτικός μηχανισμός του έλειπαν οι εμπειρίες από μεγάλους πολέμους. Δεν άντεχα να μένω αμέτοχος, δε μ’ άφηνε ο πόνος να μην αντιδράσω, ένιωθα προδομένος και προτίμησα να κλωτσήσω την επαγγελματική μου σταδιοδρομία και να παραιτηθώ.
   -Σκέψου, πως είχα την εντύπωση ότι λιποτάκτησες, πως υπαναχώρησες από τους φλογερούς σου πόθους και τα πιστεύω σου για την εθνική ενότητα και ομοψυχία, για την κοινή μας μοίρα. Ποτέ δεν ξέχασα τον στίχο που μου έλεγες συνέχεια, με πολύ αγάπη για μένα και το νησί: «λουλούδι ευωδιαστό στον κήπο της Μεσογείου». Θεώρησα δειλία και αδύνατο ψυχισμό την αποχώρησή σου, αλλά τελικά δεν ήταν παρά μία πράξη ανδρείας από έναν άνθρωπο που σέβεται τον εαυτό του. Ο έρωτας μου δεν έσβησε για σένα, με ακολουθούσε σε κάθε βήμα μου και ονειρευόμουν τη στιγμή που θα ενώναμε κάποτε τις τύχες μας.
   -Μόλις έλαβες το παλιό γράμμα που σου έστειλα.
   -Ναι, μετά από τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια. Ισχύει ακόμη η πρόταση που θα άλλαζε τις ζωές μας;
   Ισχύει πάντοτε. Θα ήταν τρομερό στο τέλος να συμβιβαστούμε μ’ έναν έρωτα που δεν κατόρθωσε να γίνει μόνιμος δεσμός, για χάρη των ισχυρών της γης, με μια χωρισμένη πόλη, γιατί και τα δύο φιλικά μέρη δε γνώριζαν τις πραγματικές τους δυνατότητες. Κουβαλούσαν μεγάλη ψυχή στο ματωμένο τόπο, άνδρας και γυναίκα τους χώριζε μια θάλασσα από πάντα, μια θάλασσα ήταν όλη τους η επιθυμία να γίνουν ένα, αλλά κάτι πήγε στραβά στο τέλος. Οι ιστορίες γράφονται ερήμην των λαών και οι πόλεμοι γίνονται αίμα των αδικημένων και των προδομένων. Αν τα κράτη είχαν ένα μικρό ίχνος συνείδησης και τάσσονταν στο καλό, όπως έκανε ένας απλός Ελλαδίτης  λοχαγός, χωρίς διαπλοκές και συμφέροντα, για χάρη μιας ιδέας ή ενός λυτρωμού, ενός έρωτα για μια Κυπριοπούλα, το έμψυχο δυναμικό που θα έστελναν στον κίνδυνο, θα γινόταν ένα απέραντο λιβάδι με λουλούδια μοσχοβολιστά.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης


***  Γ΄ βραβείο από τον Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων της Αθήνας το έτος
2010

H όραση των αγαθών

    

                  Έβλεπε μέσα από δυο σταγόνες βροχής
                  κι έπλαθε χρώματα πρωτόγνωρα
                  μέσα από την υγρή θολότητα της μέρας.
                  Μονολογούσε: «Δε θα σ’ αφήσω να σε καταπιεί
                  αυτό το απαίσιο κλουβί η μοναξιά».
                  «Δε θα σ’ αφήσω προπάντων να κοιτάς
                  τα σύννεφα και να ματώνεις».
                  Ξέρεις από τις παρακάμψεις που δημιουργεί η σκέψη
                  και δεν αφήνει την ψυχή σαν πάγος να ραγίσει,
                  ξέρεις από συναισθήματα βελόνες
                  που διαπερνούν το εφήμερο και το αιώνιο
                  μα για να βουρκώσεις…
                  υπάρχουν πιο σοβαροί λόγοι.
                  Για να χάσεις τη δεξιοτεχνία σου στη ζωή
                  πρέπει να δεις τον ήλιο να χάνεται
                  και να μην επιστρέφει ποτέ,
                  τον ουρανό να βάφεται στο χρώμα της αγωνίας
                  και τις λέξεις να χτυπούν με ορμή στο πρόσωπό σου.
                  Τα κομμάτια που έγινες για χάρη των συνανθρώπων
                  ας είναι ατελείωτη ευλογία και προσευχή
                  και η προδοσία από αυτούς που εμπιστεύτηκες
                  μια παραποιημένη ανάμνηση.
                  Μόνο η βροχή ξέρει να καθαρίζει καλά
                  τα όνειρά σου και να βλέπεις τόσο μακριά…
                  ώστε η μικροψυχία των ανθρώπων να σου φαίνεται
                  ένα μικρό αγριόχορτο
                  στο χωράφι του σύμπαντος.

                  Λάσκαρης Π. Ζαράρης


                  ***  Συμμετοχή στην ανθολογία «Ποίηση και Ζωγραφική», η οποία εκδό-
                  θηκε από την «Υδρόγειο» και τη Μη Κυβερνητική Οργάνωση για τον
                  Πολιτισμό «Αργοναύτες» το Νοέμβριο του 2009.

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

Διδάγματα του βυθού

                


                  Έβγαλα ένα ρητό απ’ τα μαλλιά σου,
                  μπερδεμένο κύμα που γλίστρησες
                  από την ταραγμένη θάλασσα
                  «να ’σαι πάντα ο εαυτός σου».

                  Εκατοντάδες φύκια τύλιξαν το πρόσωπό σου
                  με τόση μανία που χάθηκες στη μαγεία
                  του βυθού και δεν πρόλαβες να ξεδιαλύνεις
                  τα αιώνια μυστικά σου,
                  «να ’σαι ο εαυτός σου ό,τι κι αν περάσεις».

                  Ένας δρόμος ταχύτατος το οξυγόνο σου
                  κράτησες μες στα βράγχια σου
                  ό,τι πιο εντυπωσιακό
                  σου είχε δώσει μέχρι τώρα η ζωή.
                  Μια βουτιά…κάτω από την επιφάνεια
                  των σκέψεων, μια βουτιά σ’ αλλιώτικο κόσμο
                  πλασμένο με ταξίδια και όνειρα καταγάλανα.

                  Άντεξες την άνωση των πάντων,
                  σ’ ενθάρρυνε η ομορφιά της μνήμης.
                  Μια επίστρωση από χρυσά δευτερόλεπτα,
                  υποθαλάσσια πρωτόγνωρα χρώματα,
                  διαφανή έδωσαν στα περασμένα σου
                  απελευθερωτικά αποτυπώματα.
                  «Να ’σαι ο εαυτός σου ό,τι κι αν κάνεις,
                  να βοηθάς τους πονεμένους
                  και να φιλάς σταυρό στ’ όνομα της αγάπης».

                  Μπλέχτηκες στα δίχτυα του ψαρά των θησαυρών,
                  δε θα μπορούσες περισσότερο στη θάλασσα,
                  σε τράβηξαν ως την ακρογιαλιά
                  στα βράχια που κούρνιαζαν οι γλάροι.
                  Είχες έναν αστερία στα μαλλιά-πολύπλευρη
                  αγάπη και ένα δελφίνι πληγωμένο στα χέρια σου
                  που ξάπλωσες στην άμμο και του έδωσες
                  καυτό φιλί ζωής.

                  Ύστερα άρχισε το τραγούδισμα
                  του απελευθερωμένου πόνου,
                  αξέχαστη η ανάσα σου που γιάτρεψε πληγές.

                  Έσχιζε εκείνο τα τεράστια κύματα
                  κι όλο χανόταν από τη στεριά,
                  παιδί της θάλασσας για πάντα.

                  Λάσκαρης Π. Ζαράρης


                  ***  Γ΄ βραβείο από το Ωδείο Φουντούλη το έτος 2009. Συμπεριλήφθηκε
                  το 2010 στην ποιητική συλλογή: «Παράθυρο στα όνειρα».