Κυριακή 12 Μαΐου 2013

"Όρφνη" του Παναγιώτη Ξενάκη.

                                     

viglapublications@yahoo.gr
Από το λογοτεχνικό – δημοσιογραφικό βιβλίο: «Δίδυμοι Πύργοι – Ήμουν κι εγώ εκεί!»
           (Απόσπασμα από τη σκηνή όπου ο ήρωας βλέπει μπροστά του τον Θάνατο)


...Που είναι το υπόλοιπο πρόσωπο σου;;.. Πω-π-πως είσ’ έτσι; Με τι μοιάζεις;..
...γιατί δε μιλάς;.. πες κάτι...γιατί μόνο με κοιτάζεις;..
                                            γιατί δεν έχεις βλέφαρα και κόρες;..
σαν πελώρια, μαύρα μαργαριτάρια είναι...
                                               δυο σκοτεινές, αορίζοντες θάλασσες
μελανό ροδόβαμμα και μπλάβοι αντήλιοι σε νεφέλες,
                           φέγγουν στα κρύσταλλα των πνιγηρών πελάγων
άγριοι άνεμοι σαν γοερές οιμωγές πνιγμένων,
    σηκώνουν ερεβεννά κύματα που φαρφουρίζουν και χάνονται
κρύο, βροχή κι αέρηδες και βύθη που ξερνιούνται
                                                  και χωνεύονται
        σκούρα βραχώδη περιγιάλια βαθύχροου κάλλους
                    μ’ έναν σαπρό κονιορτό στην ακροθαλασσιά
                                             και μαβιά αρμυρίκια
                     κρωγμοί κουρούνας και σκελετωμένων γλάρων
   που αναφτερουγιάζουν και πετούν
Σκοτερός μόλος και μουράγιο με καΐκια φορτωμένα
                                                                που κουνιούνται
                                     και οι πρυμάτσες τους έτοιμες να σπάσουν
τα νερά σκάνε μανιασμένα, υψώνονται θεόρατα
                                     και ραπίζουν την προβλήτα
ανάμεσα σ’ αφρούς, πέτρες, φύκια ξερά και σταγόνων νέφη,    
           δάδες δοξασμών και θρήνων
                                    προσδοκούν τη μυσταγωγία του τέλους
                          στα φρύδια των μελάγχροων γιαλών
    στέκονται ανήμποροι οι πρωτόμπαρκοι θαλασσοπόροι    
           μπροστά στον ολοφυρμό της υπέρτατης στιγμής,
  με τις κακουχίες πίσω τους να τους ρίχνουν στο κατάστρωμα    
                και το γλιτωμό μακρόθεν
     χολεριασμένο να χτυπιέται
                                              μες στη ραγδαία νεροποντή φωτίζονται
     τα έντρομα πρόσωπα τους, καθώς κοιτάζουν
        την πυρπολημένη τριήρη της Ζωής που φλέγεται
Τρίτωνες κρατώντας τρίαινες
                        αναγγέλλουν με το κέρας τους
   το σαλπάρισμα στο ειδυλλιακό μελάνωμα της σωτηρίας
                    από το άραχλο παρόν και το μπουγάζι του φόβου
Εδώ που βρίσκουν το κύρος της δικαίωσης οι Κασσάνδρες
   και πάντα νύκτωρ,
            στέκομαι μετέωρος στο λεπτό και ξεφτισμένο γνέμα
              μιας μαύρης ελπίδας
καθώς το άγριο ημίφως του σύθαμπου χάνεται στην όρφνη
            και οι Άρπυιες οργιάζουν,
          σάπια ρίγη με διατρέχουν νοιώθοντας την υγρασία
   και την αλμύρα σου απέθαντε
…Μου δείχνεις τους ωκεανούς του σκότους,
        ωστόσο είμαι σίγουρος πως κρύβουν φως πιο πέρα
                                                                ...πολύ φως...

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΤΙΛΗ.

"Ατολμίες" από την Εύη Γκάλαβου.


- Για συνέχισε, είπες.
- Ο ουρανός ήταν γκρίζος, ψιχάλιζε,
χωρίς αστραπές, χωρίς κεραυνούς.
Η σελήνη σε μιαν άκρη αλλά πάντα
ολόγιομη στον καμβά του ουρανού.
...
Δεν είχε νυχτώσει.
Κοίταξα το ρολόι μου,
οι δείκτες χάλασαν,
με ρώτησαν που να σταθούν.
"Δηλώνω αγνοούμενη" είπα
και συνέχισα το όνειρο μου.

«ΞΥΛΙΝΑ ΣΚΑΛΙΣΜΕΝΑ ΛΟΓΙΑ» από τον Νίκο Κυριακίδη

Μου φάνηκε σα νύχτα
Μάλλον ήταν αργά απόγευμα
Είναι που νυχτώνει πάντα νωρίς.
Πλαστικά ποτήρια, με καπάκια, με καλαμάκια
Οι ερεθισμοί να κρώζουν (ακολουθεί άρλεκιν)
… με την ανατριχίλα στην πλάτη,
την υπόκωφη απουσία στο βλέμμα,
μια αίσθηση σχάσης που τελικά έσκασε …(τέλος).
«Μικρά παιδιά, σου λέει ο άλλος»
Μπαλαμουτιάζονται λυσσασμένα με χέρια και γλώσσες.
Η πρώτη πολυκατοικία κλειστή
Η τέταρτη, ανοιχτή
Κάτω στο κλιμακοστάσιο
Οι καφέδες στα σκαλιά.

Έπειτα ήρθε κάποιος με κάτασπρα ρούχα.
Έπαιζε μουσική στο σύμπαν
Αυτή με το «εκκλησιαστικό όργανο»,
ειδικά για τη στιγμή.
Πίσω του, ορδές οδοκαθαριστών
Φώτιζε εκτυφλωτικά
Σαν ήλιος
Σα χαστούκι
Σα σάβανο.
Τους έλιωσε κι αυτούς στις σκάλες.
Δεν μπήκε καν στην πολυκατοικία,
Απ’ έξω το ’κανε
Έγειρε λίγο το κεφάλι προς τα κάτω
σημαδεύοντας τα υπόγεια.

«Δεν είμαι καλά
Στιγμές-στιγμές σκέφτομαι
Πως το κεφάλι μου κρατιέται από μια πέτσα.
Πεινάω και χρωστάω
Ερεθίζομαι και δεν φαίνεται
Τσαντίζομαι χαμογελώντας
Μπερδεύω τα φάρμακα
-Των οκτώ, μετά πάλι κατά τις δώδεκα,
πάντως πριν κοιμηθώ-
Αλλάζω κόμματα και γούστα
Κάνω τον κοινωνικό κατάμονος
Διαβάζω πολύ, μέχρι τη σελίδα είκοσι,
το πολύ.
Δεν είναι βέβαια γιατρέ, ασυνήθιστα αυτά τα πράγματα».

Δεν έμεινε κανένα σκουπίδι στο δρόμο
Οι νεκροί εξωτερικού χώρου, εξαϋλώθηκαν.
Οι εσωτερικοί νεκροί το ίδιο,
εξόν τα ρούχα τους που μείναν.
Στα παντελόνια αυτά, ολόκληρα και μισά εισιτήρια,
κινητά, κέρματα, άλλες αηδίες…

«Πείνα γιατρέ,
στο στομάχι
τα μάτια
τα χέρια
τα σκέλια.
Κι αντανακλάσεις γιατρέ,
στα πλακάκια
τις μπλούζες
την άσφαλτο
τα μάτια
τα λεωφορεία.
Όνειρα;
Ό,τι σας λέω συνέχεια
Ό,τι σας είπα την τελευταία φορά:
Είμαι λέει σε κάτι σαν εκδρομή, μετοίκηση...
Αλλού.
Σε μέρη που γίνεται χάδι το αίμα
Και περιμένω στον άδειο δρόμο».

«ΜΙΑ ΦΛΕΒΑ ΑΓΑΠΗΣ» από τη Μαρία Κολοβού- Ρουμελιώτη.


Μια φλέβα αγάπης χίμηξε μες την καρδιά μου μπήκε
κι όλος ο πόνος της ζωής, εγίνηκε χαρά,
Δροσιά Μαγιού στο στήθος μου άφησε η ανεμώνη
κρίνο λευκό στα χείλη μου, η Αγάπη να μεθά.

Ξεθύμανε η θλίψη μου στον ίσκιο του κορμιού της
κι όσες νυχτιές αλήτευα στης σήψης τα σκαλιά,
Άτι γοργό ο λογισμός με πήγαινε κοντά της,
εκεί που πρωτοαντάμωσαν της νιότης τα κορμιά.

Αγρίμι που ημέρωσε μες των ματιών τη λάμψη,
με εγκράτεια ανείπωτη και μουσική λαλιά
Χάδια ανθισμένα στο κορμί γείραν στα δυο της χέρια,
σαν τη ψυχή πλησίασαν της απιστίας θεριά.

Τραγούδια  γίναν οι καημοί και τα παλιά μας λάθη
ομπρέλα σε ανεμόβροχα που την ψυχή φρουρούν
Εβρήκαμε τη γιατρειά μες της μετάνοιας τον χάρτη,
με ένα επιμύθιο σύνθημα γι’ αυτούς που αιμορραγούν.

Αχ, να ’χε σύνεργα  η καρδιά τις πίκρες να γλυκαίνει
και να φλοισβίζει η ψυχή μετά την ταραχή!...
Απάγκιο να βρει ο λογισμός στης λογικής τα δίχτυα,
μες των αγγέλων τα φτερά, να γιάνει η πληγή!...
                                       
Οι στίχοι γράφτηκαν 24 Απριλίου 2012 κι ανήκουν στην Aνέκδοτη Ποιητική Συλλογή:
«H ΜΕΛΩΔΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ».

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Η Χρυσούλα Μαστοροδήμου έγραψε για το βιβλίο του Λάσκαρη Π. Ζαράρη "Η θάλασσα που μας ενώνει".

 
Στη νέα αυτή συλλογή διηγημάτων ο βραβευμένος πολλάκις ποιητής και συγγραφέας αναδεικνύει άλλη μια φορά το συγγραφικό του ταλέντο και το υψηλό επίπεδο γραφής του οδηγώντας μας πίσω σε χρόνους μακρινούς, αναδιπλώνοντας και ξαναφέρνοντας στη μνήμη μας γεγονότα, μυρωδιές, αρώματα από χαμένες πατρίδες. Τα πάθη και οι ιστορίες των ανθρώπων που δεν αλλάζουν με το πέρασμα των χρόνων, απλώς τα ονόματα και οι χρονολογίες διαφέρουν, οι ξεριζωμοί, ο πόνος, οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες περιγράφονται ρεαλιστικά και αποτυπώνονται αβίαστα από τον συγγραφέα. Κάθε ιστορία μια διαδρομή στο χτες αλλά παράλληλα τόσο επίκαιρη όσο ποτέ:

"Όνειρα και ελπίδες, έρωτες ανεκπλήρωτοι, λύπη κι οργή, πίκρα και πόνος, όλα ας ριζώσουνε εδώ στην καινούρια πατρίδα!".
 
(Πηγή:

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Κριτική αποτίμηση από τον Γιώργο Πολ. Παπαδάκη για το βιβλίο του Λάσκαρη Ζαράρη «Η θάλασσα που μας ενώνει» (Δημοσιεύτηκε στη σελ. 256 του τεύχους 210 του λογοτεχνικού περιοδικού «Πνευματική Ζωή», Μάης – Ιούνης 2013).


Ο Λάσκαρης Ζαράρης του Παναγιώτη γεννήθηκε στο Βόλο το 1969 και κατοικεί μόνιμα στη Νέα Αγχίαλο Βόλου. Τα πρώτα βήματά του στην περιπέτεια της γραφής ξεκίνησαν με την ποίηση. Έχει γράψει πάνω από 300 ποιήματα και από το  2008 επιδίδεται ταυτόχρονα και στη συγγραφή διηγημάτων. Επίσης, το 2010 ολοκλήρωσε δύο μικρά παιδικά μυθιστορήματα. Έχει βραβευτεί σε πολλούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.

Το νέο του βιβλίο «Η θάλασσα που μας ενώνει» είναι μία συλλογή διηγημάτων με ηθογραφικό, λαογραφικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Οι ήρωες του βιβλίου αντανακλούν σε μας το πείσμα και τη θέλησή τους και μέσω της τελικής επιτυχίας τους διδάσκουν την αρετή της υπομονής.

Όλα τα αφηγήματα ακολουθούν την κλασική αφηγηματική γραμμή, ενώ η γλώσσα του συγγραφέα που άλλοτε γράφει σε πρώτο και άλλοτε σε τρίτο ενικό είναι στρωτή κι ευχάριστη στην ανάγνωση.

«…Το παιδί κοιτούσε κατάματα στον ήλιο. Σα να μη συμπαθούσε και πολύ το αεράκι που του ανακάτευε τα μαλλιά και κάπως έσμιγε τα φρύδια. Έβρεχε τα πόδια του στα γαλανά νερά, έπλεε στην αθώα παιδική ευτυχία. Η ατμόσφαιρα ήταν τόσο καθαρή μετά τη χθεσινή νεροποντή, τα βουνά της Εύβοιας απέναντι ξεχώριζαν. Αμόλυντος και ο χώρος της ψυχής που δεν είχε αντικρίσει πίκρα ακόμα. Το βλέμμα του πάλευε μες στη διαύγεια των κορυφογραμμών σα να ήθελε να παρομοιάσει κάτι απ’ το δικό του κόσμο…».

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΠΑΤΣΙΚΑΝΗ: "ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ ΕΔΩΣΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ" ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΒΕΡΓΙΝΑ".

Αφοί Ασημακόπουλοι  Ο. Ε.                       

Φειδίου14-16, Αθήνα 10678

Τηλ. 38 33 725 - 38 30 663

Fax: 38 47 090


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Νίκος Μπατσικανής
«Τη Γλώσσα μού έδωσαν Ελληνική»
 
ΙΣΤΟΡΙΑ - ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ – ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
ΑΛΛΑΓΕΣ – ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ – ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΣΕ ΞΕΝΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ

 



                        Μελέτη                    
                                   
                         Αριστείο Δοκιμίου Ε.Π.Ο.Κ.                            

Bεργίνα, 2013  
ISBN: 978-960-9523-45-5
Σχήμα: 14 Χ 21
                               Σελίδες: 145                                                                      
Τιμή: 10,00 euro                      
    
  
                           
Ύμνος στην Ελληνική, την αρχαιότερη, σε χρήση,
και μεγαλύτερη, σε έκταση, Γλώσσα τού Κόσμου,
κι εργαλείο γνώσης - μάθησης.
Ένα βιβλίο απαραίτητο σε όλους.

Διάθεση:
Εκδόσεις «Βεργίνα»: Φειδίου 14-16, Αθήνα, και σε όλα τα βιβλιοπωλεία.

Δυνατότητα αποστολής με αντικαταβολή:
Τ/φ: 6974647947, Ηλεκτρονική Διεύθυνση: batsikanisnikos@gmail.com

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

«ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ» από τον Νίκο Κυριακίδη.


«Αύριο θα κόψουμε
Κάτι λουλούδια.
Αύριο θα ψάλουμε
Κάτι τραγούδια,
Εις την πολύανθη
Πρωτομαγιά».

Διονύσιος Σολωμός


Όσοι αρνήθηκαν τον πατέρα και τη μητέρα τους,
πράττοντας αλλιώτικα
Αυτοί που δεν πρόσεξαν την ασφάλεια των παιδιών τους,
ανεξαρτήτως εάν είχαν
Όσοι ξέρουν τη φλέβα που ενώνει τη σόλα με το πεζοδρόμιο,
χωρίς καμιά εξοχή να παρεμβάλλεται ακάλεστη
Αυτοί που δεν πίστεψαν πως υπάρχουν «ελάχιστοι» αδελφοί μας...
βλέποντας το Μέγιστο στα νύχια της οδύνης,
κολλημένο σαν βρώμα
Όσων τα γήπεδα της ηδονής ήταν κυρίως υπαίθρια
-με το μάτι να παραφυλάει στην τσίτα-
μη και μπει ο ευνούχος κανόνας
με τους υστερικούς του δολοφόνους
Τα παιδιά που παραμυθιάζονται -πιο πολύ- εκείνα τα δευτερόλεπτα,
πριν ξανακάνουν με λύσσα όσα ξορκίζουν
Όσοι όταν γερνούν
σιωπηλά αποσύρονται
και διώχνουνε με πείσμα
την πορνεία της αδράνειας
Όσοι λαθεύουν γιατί δεν ησυχάζουν
Όσοι μένουν άγνωστοι γιατί δεν ακκίζονται
Όσοι αγαπούν την ταχυπαλμία κι ας είναι η τελευταία
Αυτοί που θυμώνουν εύκολα
που ξεχνούν εύκολα
αλλά ξαναθυμώνουν οριστικά
Οι κακοί γείτονες
-από τότε που αυτοκτόνησαν οι αυλές-
που παραμυθιαστήκανε εκτός των εργατικών πολυκατοικιών,
με τα πρωινά ξυπνήματα, τις φωνές των ερώτων,
τις φωνές των «οικονομικών προβλημάτων»
Οι θαμώνες των προποτζίδικων
που μιλούν πολύ, ιδιαίτερα όταν δεν ξέρουν τίποτε
Οι αληθινοί αρχιεπίσκοποι των θρησκευόμενων:
Γριές κατσιασμένες και αγράμματες
που επέβαλαν τη φιλενάδα τους την Παναγία
στους μετα-ιουδαίους ινστρούχτορες,
που εννοούν, χωρίς φόβο κι εμετικό αυτοοίκτο, το
«Κουράστηκα,
πάω να βρω τον Πλάστη μου».

είναι «Πρωτομαγιά».

«ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΩΠΗ» από τον Νίκο Κυριακίδη.

Ο έρωτας των φτωχών ανθρώπων,
πόσο πολύ μου θυμίζει παιχνίδι πανηγυργιώτικο
σε χέρια μιας γελαστής φάτσας.
Τα τραγούδια των φτωχών ανθρώπων,
πόσο πολύ μου θυμίζουν την αγκαλιά μιας μάνας
μετά τον ξαφνικό ερχομό.
Το πένθος των φτωχών ανθρώπων,
πόσο πολύ μου θυμίζει πεταμένες σκληρές φλέβες
σ’ έναν κρεάτινο χώρο.

Μια υγρή αγάπη
Με αίματα στα χέρια.
Ένα μουρμούρισμα της τάβλας
Με την απουσία εκείνης.
Μια εκταφή
Γιορτή μιας κοντής μαυρισμένης γριάς
Που γίνηκε ψηλή, ξανθιά, ανοιχτοντυμένη.

«ΜΟΙΡΕΣ ΚΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ» από τη Μαρία Κολοβού - Ρουμελιώτη.


Κρατούσαν στα χέρια τους τα δώρα της ζωής:
Ωκεανούς δακρύων. Μια  στάλα γέλιο.
Ένα τρύπιο ασκί με αγέρα. Ένα καράβι πόνο. 
Ένα ποτήρι πάθος κι ένα ρόδο τρυφερό
κομμένο απ’ την αγκαλιά της μάνας.
Τ’ ακούμπησαν σ’ ένα πεσκίρι μπαλωμένο
μαζί με οιμωγές ανδρείων πολεμιστών
κι έγραψαν με ανεξίτηλο μελάνι
την ιστορία  των θνητών.
Το προσκλητήριο για το βραδινό δείπνο
ήταν  κρυπτογραφία.
Αδιόρατη απ’ τα μάτια των ανθρώπων.
Ατραπός  δύσβατος σε βάλτους αγκάθινους!...
Γέμισαν στάμνες με ηδύποτο ακριτόμυθο,
μπόλικη τρέλα και φειδωλή λογική
και κάλεσαν τον Καθένα να γευματίσει 
σε ξέστρωτο τραπέζι δίνοντας του μαγιά
για την ανάπλαση της προζύμης.
Έπειτα,  έριξαν πίσω τους αστερόσκονη
να βλέπουν και να ακολουθούν τα βήματα
όσοι με ατέρμονο πάθος τις επιζητούν!...
Κι οι άνθρωποι.
Έπιασαν τα βιολιά και τα νταούλια
ξεχνώντας πάνω στη γλύκα του γλεντιού
πως είναι κοινή η Μοίρα των θνητών
κι όσο κι αν αντιμάχονται τον Βάρβαρο Χάροντα,
ποτέ τους δεν θα τον δαμάσουν!...
Πως μόνο το δικό τους επιτάφιο μπορούν να στολίσουν
μ’ Αγάπης άνθη, να ευωδιάζει η σέρα της γης.

(Το ποίημα ανήκει στην ανέκδοτη ποιητική συλλογή: «ΑΔΥΤΟΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ» και γράφτηκε στις 12 Ιουλίου 2012).

"ΜΕ ΦΟΝΤΟ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ" από την Άννα Ιωαννίδου.


Γεννήθηκα ένα πρωί του Οκτώβρη στην αγκαλιά σου,
σ’ αυτήν που αιώνες τώρα
φώλιασαν της γης οι απόκληροι και οι ξεριζωμένοι.

Θεσσαλονίκη, μάνα κι αδελφή,
σύντροφος στο ταξίδι της ζωής.
Η αύρα του Θερμαϊκού,
δροσιά στο πρόσωπό μου.
Μ’ ανάθρεψε ο πολιτισμός κι η ιστορία σου.
Στις βυζαντινές εκκλησιές
ικέτεψα για τ’ άγγιγμα του Θεού.
Στους δρόμους, στα στενά και στις πλατείες
αφουγκράστηκα τον παλμό σου.

Θεσσαλονίκη, σμιλευμένη με ομορφιά κι απλότητα.
Πολύτιμο κομμάτι της καρδιάς.
Το μυαλό μου κατακλύζουν
μνήμες με γέλια παιδικά,
όνειρα φοιτητικά,
νοσταλγία και χρώματα.
Μυστικές συνταγές  στις γειτονιές,
γεύσεις κι ευωδιές φερμένες απ’ την Ανατολή.

Θεσσαλονίκη, ζωντανή, πολύβουη,
πληθωρική κόρη του Βορρά.
Πλατεία Αριστοτέλους.
Χειμωνιάτικα πρωινά με ζεστό καφέ
κι απέναντι στο κάδρο ο Λευκός Πύργος.
Μέρες καλοκαιριού
κι εγώ ν’ αφήνομαι στο χάδι του ήλιου
κάπου στη Νέα Κρήνη
συντροφιά με τις κραυγές των γλάρων,
χαμένη στην αλμύρα της θάλασσας.
Ασημένια βράδια τ’ Αυγούστου
λουσμένα μ’ ερωτευμένα φεγγάρια.
Ατέλειωτες περιπλανήσεις στα κάστρα της Άνω Πόλης
κι έπειτα μοναδικές, ανέμελες στιγμές στη νέα παραλία.
Εφηβικές παρέες κάτω απ’ τις φωτισμένες ομπρέλες.

Θεσσαλονίκη, πόλη μαγική.
Κάθε γωνιά και μια ιστορία γλυκόπικρη.
Λέξεις, σκέψεις κι ιδέες
π’ αρμενίζουν στα νερά του Θερμαϊκού.
Προσδοκίες κι ελπίδες
που γεννήθηκαν στα σοκάκια
κι ύστερα γλίστρησαν στις λεωφόρους.

Θεσσαλονίκη, κοσμοπολίτισσα.
Η θύμησή σου σαγηνεύει το νου.
Στο κατώφλι σου σμίγει η Ανατολή με την Δύση,
η παράδοση με την πρωτοπορία,
το πνεύμα με την ύλη.
Ένα περίτεχνο μωσαϊκό η μορφή σου.
Ψηφίδες θεάτρου και μουσικής.
Το όνομά σου ανεξίτηλο στις σελίδες του χρόνου.
Έγινες τραγούδι, πίνακας, ποίημα.

Τα χρόνια περνούν.
Ήμουνα σπόρος
κι έγινα δέντρο.
Ρίζωσα βαθιά στο χώμα.
Βλάστησα στις αποχρώσεις τ’ ουρανού και της θάλασσας.
Τα βράδια συνεχίζω ακόμη να ψάχνω
για κρυμμένους θησαυρούς σε μια πόλη – έκπληξη
ανάμεσα σε ρωμαϊκά και βυζαντινά μνημεία,
σε πολυκατοικίες κι αρχοντικά.

Θεσσαλονίκη, πατρίδα αγαπημένη
με κρατάς αιχμάλωτη στην αγκαλιά σου.
Μια εθελουσία «γλυκιά» αιχμαλωσία,
χωρίς όρους και συμβιβασμούς.

Το ποίημα δημοσιεύτηκε στον ποιητικό τιμητικό τόμο για την Θεσσαλονίκη, εκδ. I WRITE (2013).