Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

ΠΡΟΔΡΟΜΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΓΙΑ ΔΙΑΛΕΞΗ ΤΟΥ Δρ. ΑΝΔΡΕΑ ΛΙΤΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ.

ΠΡΟΔΡΟΜΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ


ΣΤΙΣ 11 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2013 ΚΑΙ ΩΡΑ 8 μμ,

ΣΤΟ ΒΑΦΟΠΟΥΛΕΙΟ
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ

ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Ο ΙΑΤΡΟΣ
Δρ ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΛΙΤΟΣ

ΘΑ ΔΩΣΕΙ ΔΙΑΛΕΞΗ ΜΕ ΘΕΜΑ:

«Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ ΗΤΑΝ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ;».
 
Ανδρέας Γ. Λίτος
Ιατρός - Ποιητής

Έναρξη μαθημάτων για την περίοδο 2013-2014 από τον Φιλοπρόοδο Σύλλογο Νέας Αγχιάλου.


  1. ΑΕΡΟΒΙΚΗ: Πρώτη συνάντηση Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου ώρα 18.00 στο «ΒΑΡΝΑΛΕΙΟ» 2Ο Δημοτικό Σχολείο. Τηλέφωνα: 6977727304 - 2428078436
  2. ΒΟΛΛΕΥ: Πρώτη συνάντηση Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου ώρα 18.30 στο δημοτικό Αμφιθέατρο Τηλέφωνα: 6979997826 – 2428077716
  3. ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ: Πρώτη συνάντηση Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου ώρα 18.30 στο δημοτικό Αμφιθέατρο. Τηλέφωνα: 6983632418 – 2428078470
  4. ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΠΑΙΔΙΩΝ: Έναρξη μαθημάτων Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου. Τηλέφωνα: 6980982189 – 6982757549
  5. ΕΝΟΡΓΑΝΗ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗ: Πρώτη συνάντηση Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου ώρα 18.30 στο δημοτικό Αμφιθέατρο. Τηλέφωνα: 6983632418 – 2428078470
  6. ΖΟΥΜΠΑ: Πρώτη συνάντηση Σάββατο 28  Σεπτεμβρίου ώρα 18.30 στο «ΣΤΕΚΙ ΔΗΜΟΤΩΝ» - Αίθουσα μπαλέτου. Τηλέφωνα: 6972486260 – 2421053861
  7. ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΥΣ: Πρώτη συνάντηση Δευτέρα 30  Σεπτεμβρίου ώρα 18.00 στο Δημαρχείο. Τηλέφωνα: 6907377702
  8. ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΓΙΑ ΜΙΚΡΟΥΣ: Πρώτη συνάντηση Δευτέρα 30  Σεπτεμβρίου ώρα 18.00 στο Δημαρχείο Τηλέφωνα: 6907377702
  9. ΜΟΝΤΕΡΝΟΣ ΧΟΡΟΣ: Πρώτη συνάντηση Πέμπτη 26  Σεπτεμβρίου ώρα 18.30 στο δημοτικό Αμφιθέατρο. Έναρξη μαθημάτων 3 Οκτωβρίου. Τηλέφωνα: 6972245141 – 2428079948
  10. ΜΠΑΛΕΤΟ: Πρώτη συνάντηση Πέμπτη 26  Σεπτεμβρίου ώρα 18.30 στο δημοτικό Αμφιθέατρο. Έναρξη μαθημάτων 3 Οκτωβρίου. Τηλέφωνα: 6972245141 – 2428079948
  11. ΜΠΑΣΚΕΤ: Πρώτη συνάντηση Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου ώρα 18.30 στο δημοτικό Αμφιθέατρο. Τηλέφωνα: 6973978065 – 2428077943
  12. ΠΙΛΑΤΕΣ: Πρώτη συνάντηση Παρασκευή 27  Σεπτεμβρίου ώρα 18.00 στο «ΣΤΕΚΙ ΔΗΜΟΤΩΝ» - Αίθουσα μπαλέτου. Τηλέφωνα: 6978539330 – 2422025503
  13. ΡΑΠΤΙΚΗ: Πρώτη συνάντηση Τετάρτη 25  Σεπτεμβρίου ώρα 18.30 στο Δημαρχείο. Τηλέφωνα: 69077638547 – 2428076660 - 2421023544
  14. ΡΥΘΜΙΚΗ: Πρώτη συνάντηση Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου ώρα 17.30 στο «ΒΑΡΝΑΛΕΙΟ» 2Ο Δημοτικό Σχολείο. Τηλέφωνα: 6977727304 – 2428078436
  15. ΧΟΡΟΙ LATIN: Πρώτη συνάντηση Δευτέρα 30  Σεπτεμβρίου ώρα 18.00 στο «ΣΤΕΚΙ ΔΗΜΟΤΩΝ» - Αίθουσα μπαλέτου. Τηλέφωνα: 6972843685 – 2421040715
  16. ΨΗΦΙΔΩΤΟ: Πρώτη συνάντηση Δευτέρα 30  Σεπτεμβρίου ώρα 18.00 στο Δημαρχείο. Τηλέφωνα: 6907377702

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΤΕΛΕΤΗΣ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΒΡΑΒΕΙΩΝ 3ου ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΖΩΟΦΙΛΙΑΣ.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ του Ντίνου Χριστιανόπουλου από τον Κωνσταντίνο Παρδάλη.

ΤΕΛΟΣ

Τώρα που  βρήκα πια μιαν αγκαλιά,
καλύτερη κι απ
  ότι  λαχταρούσα,
τώρα πού  μου ’ρθαν  όλα όπως  τα ’θελα
κι αρχίζω να βολεύομαι μες στην κρυφή χαρά μου,
νιώθω πως κάτι μέσα μου σαπίζει.
      
Το ποίημα αποτελείται από πέντε στίχους γραμμένους από δέκα έως και δεκαπέντε συλλαβές.
Ποίημα γραμμένο χωρίς μετρική και σε λόγο πεζό, λόγος ο οποίος συμβάλλει με τον τρόπο του στη μουσικότητα και την υποβλητικότητα των συναισθημάτων του κειμένου, έχοντας ως απώτερο στόχο μια εικόνα συναισθηματικής και στιχουργικής προσήλωσης του κοινού στο κείμενο.
Τεχνική απόλυτα προσωπική, πρωτότυπη και ιδιαίτερη.


Τώρα που  βρήκα πια μιαν αγκαλιά
      
Έντονος ψυχισμός στη συνείδηση όλων των ακροατών ή αναγνωστών.
Καθαρή προσωπική αναφορά, αποτέλεσμα προσωπικής και καμιά φορά οδυνηρής αναζήτησης με όφελος την  προσωπική κατάκτηση.

Γράφοντας με τον τρόπο αυτό ο δημιουργός δημιουργεί μια νέα μνημοτεχνική στο σύνολο του κειμένου στο οποίο εντάσσεται το παρελθόν και το παρόν και ταυτοχρόνως τα τοπία της φαντασίας ως αντανακλάσεις ή προεκτάσεις του χαρακτήρα του ίδιου του δημιουργού.

Αγκαλιά, λέξη ζεστή, ίσως μεγάλη, ίσως μικρή.
Τόπος εναπόθεσης μητρικών ή ερωτικών ή ακόμη και τόπος μοναδικός και άβατος, των πιο γλυκών και αθώων συναισθημάτων μας.
Τόπος οικείος, τόπος μόνο δικός μας.
Ο τόπος μας, το καταφύγιο μας.
Ένα καταφύγιο που μπορούμε να κλάψουμε, να γελάσουμε, να ακουμπήσουμε το κεφάλι μας, να νοιώσουμε ασφάλεια ή και να κοιμηθούμε, ξέροντας ότι αυτή η ζεστή αγκαλιά δεν θα μας προδώσει ποτέ.

Προφανώς ο ποιητής αναφέρεται σε ερωτική αγκαλιά και όχι οποιαδήποτε άλλη, διότι χρησιμοποιούνται οι λέξεις «τώρα που  βρήκα πια» δηλώνοντας ευθαρσώς ότι την αγκαλιά αυτή την αναζητούσε στο παρελθόν και τώρα την βρήκε.



καλύτερη κι απ  ότι  λαχταρούσα


Ποίημα που σφύζει από ρυθμική ελευθερία εντός ολιγοσύλλαβων και άνισων στίχων οι οποίοι «εξαναγκάζουν» τον ποιητή να μορφοποιήσει την εικόνα της φαντασίας και της σκέψεως του και να τις αναπαραστήσει εντός διαστήματος ελαχίστου χρόνου.

Χρησιμοποιούνται όσες λέξεις και συλλαβές απαιτούνται οι οποίες συνδέονται αμέσως με τις εικόνες δημιουργώντας μια αρμονική σύζευξη και κατάσταση και απολυτρωμένες πλέον από τα δεσμά του μέτρου, επιφέρουν την αναγκαία απόδοση των σκέψεων και συναισθημάτων του ποιητού, ακόμα και ως απρόοπτα αποτελέσματα λυρικής αρμονίας.

Αγκαλιά καλύτερη απ’ αυτήν που λαχταρούσε.
Ρήμα επιθυμίας «λαχταρούσε», ίσως προσδοκούσε, σημασία έχει ότι αυτή την αγκαλιά την περίμενε.
Ίσως περίμενε χειρότερη, πάντως αυτή που βρήκε ήταν ότι καλύτερο θα μπορούσε να υπάρξει.
Ποίημα που αποπνέει κλίμα απαισιοδοξίας, μα κάποιας μικρής ελπίδος μ’ έναν ελαφρώς, ερωτικό αρωματισμένο αέρα. 

Έντονο κλίμα με γραφή βαθυστόχαστη, ελεγχόμενη υπερβολή ή ευτράπελη ειρωνεία, μαζί με λεπτό σκώμμα μέσα από τα οποία προβάλλει γνήσια η καθαρή ή αλγεινή αλήθεια.


τώρα πού  μου ’ρθαν  όλα όπως  τα ’θελα


Η εξαναγκασμένη φαντασία του ποιητού καταπατά τους νόμους της «συνέχειας» και της «λογικής», η γλώσσα κυριολεκτικώς «φουχτιάζεται» και οι φράσεις  συνταιριάζονται γοργότατα, η σκέψη αφυπνίζεται και άγει βιαίως το υποσυνείδητο προκειμένου να εξωθηθεί και να κατακλύσει μαζί με το συνειδητό, δηλαδή το «ποιητικό». Έτσι λοιπόν η συνέργια του συναισθήματος, του εγκεφάλου, της συνειδήσεως, του ασυνειδήτου, το λογικόν, το παράλογον, η σοφία, η μόρφωση και η «παραφροσύνη» του ποιητού τον οδηγούν στν δημιουργία ενός έργου απαράμιλλου κάλλους. Καταστάσεις τις οποίες ο ποιητής γίνεται ο εαυτός του και το ατομικόν ασυνείδητον γίνεται συλλογικό και κεντρίζει το δικό μας ατομικό και συλλογικό επίσης ασυνείδητο.


Τώρα  ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, και η ελπίδα γίνεται πραγματικότητα, τώρα έγιναν όλα όπως τα φαντάστηκε και όπως τα ήθελε και όπως τα ονειρεύτηκε.


κι αρχίζω να βολεύομαι μες στην κρυφή χαρά μου

Κι άρχισε να βολεύεται να νοιώθει χαρούμενος ή και ασφαλής ή και ευτυχισμένος.
Ποίηση με καινούργιους τρόπους έκφρασης αφήνει στον νου το περιθώριο για προσωπικά πετάγματα, ξετυλίγοντας τα συναισθήματα και κάνει τη φαντασία να καλπάζει, και αγωνιά και τρομάζει και εξαντλείται και δυναμώνει και μισεί και αγαπά και χαίρεται.
Και ύστερα λυπάται ξανά κι αποθαρρύνεται και συμπάσχει.

Έργο το οποίο κατορθώνει να συνταιριάζει την καλλιτεχνική εύρεση με την ηθική ιδέα.


Μέσα στο ποίημα του  Χριστιανόπουλου μπορεί να διακρίνει κανείς το παρελθόν κάτω απ’ τη σκιά ενός απειλητικού παρόντος και ενός δυσοίωνου μέλλοντος.

Δημιούργημα με μεγάλο ποιητικό εκτόπισμα.
Ο ποιητής αναμετριέται με τον εαυτό του και προσπαθεί να αποσυνδέσει εντελώς της διαπιστώσεις με τις αξιολογικές κρίσεις.
Ποίημα ίσως μελαγχολικό, αλλά αν πάμε από τη μελαγχολία στη φαντασία, τότε δημιουργούμε την ποιητική του νου.
         

«Μες στην κρυφή χαρά μου».

Λέξεις τοποθετημένες αρχιτεκτονικά οι οποίες δηλώνουν μυστικότητα για το γεγονός της αναζήτησης ή της έλευσης της αγκαλιάς.
Προσμονή και λύτρωση για κάτι που περίμενε χρόνια και χρόνια, για κάτι που με την πραγματοποίηση του «θα βολευόταν» ή θα ησύχαζε. Κρυφά όμως, χωρίς εξωτερικεύσεις.

Το ποίημα κρύβει στα βάθη του μια θεατρική δομή που του προσδίδει αυθεντικό και διακριτό προσωπικό  χαρακτήρα, αποκαλύπτοντας το κάτι βαθύτερο.

Συσσωμάτωση εκφραστικών δυνάμεων και ουσιαστικής εσωτερικότητας μάς συνεπαίρνει στην ατμόσφαιρα της, όπως το μπορούνε κάποια φυσικά αναπάντεχα φαινόμενα ή κάποια γεγονότα, όπου η ηθική ή η ψυχική και η αισθητική συμμετοχή μας είναι τόση, που η καρδιά ανατείνεται ή λυγίζει ολόκληρη από τον φόρτο μεγάλης και απροσδόκητης ποιητικής επιρροής. Γιατί στο ποίημα υπάρχει ένας διακριτός παλμός, ένα στιγμιαίο βύθισμα στον πυρήνα.

νιώθω πως κάτι μέσα μου σαπίζει.


Είναι υπερβολή του ποιητή; Ασφαλώς και όχι.


Ποίημα με μεγάλη λυρική τόλμη, αποκαλύπτοντας στο έπακρο το βαθύτερο, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα μια μάχη με την ψυχή του, υπερνικώντας τη μακροχρόνια μάχη με τη ζωή, αποφεύγοντας τις προχειρότητες και  ψάχνει τα μεγάλα πηγαίνοντας μέχρι τα άκρα που  τα υπερβαίνει.

Μοναξιά που σε κυκλώνει ασφυκτικά υφαίνει το σάβανο της νοσταλγίας σε σημείο παθολογικό, αναπολώντας την προηγούμενη κατάσταση του παρελθόντος ή τη λάθος απόφαση, πιθανόν και τη λάθος προσμονή.

Όποιον όμως δρόμο και να θελήσει ν’ ακολουθήσει ο αναγνώστης, θ’ αναγκαστεί να ξαποστάσει κάμποσες φορές στις στιγμές εκείνες που ο δημιουργός του ποιήματος γίνεται άγγελος προσωπικών μηνυμάτων, που με σαφή τρόπο απευθύνεται προς όλους εμάς τους εισβολείς.

Ποίημα εξαιρετικής φαντασίας, πάθους και προβληματισμού, με μια σκαλωσιά αισθησιακής πλοκής και ποιητικής φροντίδας σε ολόκληρο το έργο, με διάσπαρτα ψήγματα ακατέργαστης συγκινησιακής παρόρμησης.

Διαβάζοντας αυτό το ποίημα θα δεις ότι υπάρχει μέσα του ένα σύννεφο που ταξιδεύει.
Αν κοιτάξουμε λίγο πιο βαθιά θα δούμε μέσα και τον εαυτό μας γιατί όταν κοιτάμε αυτό το ποίημα, γινόμαστε αυτόματα μέρος των παραστάσεων που προσλαμβάνουμε, κομμάτι του εαυτού μας. Το μυαλό μας είναι εδώ.

Το ποίημα διαλεγμένο για την ιδιαιτερότητα του και τη διακριτική υποβολή του μηνύματος σε γλώσσα κατανοητή.
Σε μια εποχή που οι αναγκαιότητες σκίασαν τις προτεραιότητες, είναι αναγκαίο να υπάρχουν  ποιητές σαν τον Χριστιανόπουλο, άλλωστε:


«Η τέχνη είναι μια τακτοποιημένη μέθη».
«Κάθε τέχνη όπου δεν συμμετέχει η φαντασία είναι αφόρητη».

Ευγένιος Ντελακρουά


Η προσέγγιση της αλήθειας μέσω της άρσης της λήθης στα πρότυπα του πλατωνικού κόσμου των ιδεών, για εμάς, αναδεικνύει την παραδοχή ότι όλα είναι δονήσεις.
Δονήσεις του σώματος, δονήσεις της ψυχής, ακόμη και δονήσεις του νου.


Κωνσταντίνος Παρδάλης

ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ του Δημήτρη Π. Κρανιώτη από την Κατερίνα Βεργετάκη.

«Επανάληψη»

Συνάντησα
στη μέση του δρόμου
ένα παλιό μου λάθος
και το προσπέρασα.
Βιάστηκα
να επαναλάβω
τον εαυτό μου.

(Από την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Π. Κρανιώτη «Πήλινα πρόσωπα», 1992).


Ποίηση είναι ότι γεμίζει την ψυχή κι αδειάζει το μυαλό!

Έτσι είναι η Ποίηση του Δημήτρη Π. Κρανιώτη! Γεμίζει την ψυχή του αναγνώστη με συναισθήματα... και αδειάζει το μυαλό του, από τα προβλήματα και τις έννοιες της καθημερινότητας... Σαν δροσερό αεράκι, καταφέρνει να εισβάλει στο “είναι” μας και να μας παρασύρει στους δικούς του δρόμους!


Επανάληψη

“Επανάληψη”, είναι ο τίτλος του ποιήματος που θ’ αναλύσουμε. Μια μόνο λέξη! Σύντομος τίτλος όπως είναι και το ποίημα, αφού αποτελείται από μόλις επτά στίχους. Παρ’ όλη τη συντομία του βέβαια, είναι ένα ποίημα περιεκτικό σε νόημα και με τον δικό του μοναδικό τρόπο, ο ποιητής, μας φέρνει αντιμέτωπους με τους εαυτούς μας. Ο λόγος; Με μια πρώτη ανάγνωση του ποιήματος, διαπιστώνουμε ότι κάποιες φορές θα χρειαστεί να έρθουμε αντιμέτωποι με τον εαυτό μας, προκειμένου ν’ αντιμετωπίσουμε τα λάθη μας. Ο λόγος του ποιητή, απλός και κατανοητός γι’ αυτό και περιεκτικός. Πρόκειται για ποίημα που δεν υπόκειται στους κανόνες της μετρικής, ελεύθερο και χωρίς ομοιοκαταληξία, αφήνει στον αναγνώστη όμως τα συναισθήματα και τροφή για σκέψη κι εσωτερικό διάλογο. 
                 
Επειδή, το ποίημα δεν χωρίζεται σε στροφές, θα το χωρίσουμε όπως εύστοχα το έχει χωρίσει και ο ποιητής με την τελεία στον τέταρτο στίχο του. Έτσι λοιπόν, στους τέσσερις πρώτους στίχους του ποιήματος, ο ποιητής γράφει:

Συνάντησα
στη μέση του δρόμου
ένα παλιό μου λάθος
και το προσπέρασα.

Τα λάθη λοιπόν γυρίζουν, επιστρέφουν πάντα! Τα συναντούμε οπουδήποτε, ακόμα και στον δρόμο! Τα λάθη μας, έχουν πολλές μορφές. Άλλοτε, έχουν τη μορφή κάποιου ανθρώπου, στον οποίο συμπεριφερθήκαμε λανθασμένα, άλλοτε, έχουν τη μορφή μιας κατάστασης, στην οποία αντιδράσαμε λανθασμένα, άλλοτε, τη μορφή μιας λανθασμένης απόφασης. Όπως και να ’χει όμως, τα λάθη επιστρέφουν πάντα για να μας θυμίζουν τα λάθη μας και το παρελθόν μας. “Στη μέση του δρόμου” λοιπόν, το συνάντησε ο ποιητής τούτο το λάθος του παρελθόντος. Άρα, τι να εννοεί στη μέση του δρόμου; Ίσως κυριολεκτικά, εκεί που βάδιζε να συνάντησε το λάθος με την ανθρώπινη μορφή που προανέφερα. Ίσως πάλι, μεταφορικά, στη μέση του δρόμου της ζωής του, να  συνάντησε το λάθος του παρελθόντος ίσως και με μιαν άλλη μορφή.  Όπως και να ’χει όμως, το σίγουρο είναι πως το αναγνώρισε. Κι αλίμονο αν δεν αναγνωρίζαμε όλοι τα λάθη μας! Έτσι λοιπόν, ο ποιητής, συνάντησε ένα παλιό του λάθος και τι έκανε; Το προσπέρασε. Πόσοι δεν κάνουμε το ίδιο; Είναι προτιμότερη η φυγή μπροστά στην ατίμωση ή έτσι νομίζουμε. Προσπερνάμε το λάθος μας, αντί να σταθούμε απέναντί του και να το αντιμετωπίσουμε. Το προσπερνάμε, ίσως γιατί και τότε το αντιληφθήκαμε και πονέσαμε και στη θέα του λάθους μας, θυμηθήκαμε ξανά εκείνο το συναίσθημα. Έτσι, για μια ακόμη φορά προτιμήσαμε να το βάλουμε στα πόδια, να το ξεχάσουμε  ίσως πάλι για λίγο καιρό, μέχρι να επιστρέψει ξανά. Υπάρχει και το ενδεχόμενο, να σκεφτήκαμε ότι ίσως και να μην επιστρέψει ξανά το ίδιο λάθος και να έχουμε πλέον απαλλαγεί από αυτό οριστικά. Υπάρχει κι αυτή η πιθανότητα, όμως η ζωή μας, είναι κύκλος και γυρίζει... και το ίδιο λάθος, θα βρεθεί ξανά στη μέση του δρόμου για ν’ ανακόψει την πορεία μας. 
                        
Ας δούμε όμως τι συμβαίνει στην συνέχεια. Καταφέρνει ο ποιητής να μας δώσει μιαν απάντηση στα ερωτηματικά που έχουν γεννηθεί; Στους επόμενους τρεις στίχους, ο ποιητής γράφει:
   
Βιάστηκα
να επαναλάβω
τον εαυτό μου. 

Γι’ αυτή την επανάληψη μάς μιλά λοιπόν, ο ποιητής! Η επανάληψη του ίδιου λάθους! Η επανάληψη του λάθους να προσπερνούμε τα λάθη μας! Το γεγονός ότι με την επανάληψη των ίδιων λαθών, δεν μάθαμε! Η επανάληψη λένε, είναι μητέρα πάσης μάθησης! Έτσι κι ο ποιητής, έμαθε μέσα απ’ αυτή την διαδικασία το λάθος του. Έμαθε ότι το λάθος, ήταν η προσπέραση του ίδιου του λάθους... μιας διαδικασίας επαναλαμβανόμενης για τον ίδιο, αφού με πολύ όμορφο αλληγορικό τρόπο μάς λέει ότι “βιάστηκα να επαναλάβω τον εαυτό μου”. Φυσικά, είναι μια διαδικασία που συμβαίνει σε όλους τους ανθρώπους όμως, πόσοι από μας έχουμε τη δύναμη και το σθένος να τ’ αντιμετωπίσουμε, να ζητήσουμε συγχώρεση για το σφάλμα μας... άλλωστε, είμαστε άνθρωποι κι όχι θεοί. Το λάθος είναι καταχωρημένο στο DNA μας, όπως επίσης και η βούληση, η νόηση, και η κρίση και μπορούμε όλοι, με τον τρόπο του ο κάθε άνθρωπος, να διορθώσουμε τα λάθη του παρελθόντος, να μάθουμε από αυτά, να γίνουμε σοφότεροι και συνεπώς καλύτεροι στο μέλλον. Να βλέπουμε τα λάθη μας ως ευκαιρία για βελτίωση κι όχι ως αποτυχημένες προσπάθειες. Να μάθουμε να μην επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη... άλλωστε και την πρώτη φορά που τα κάναμε, κάτι μας δίδαξαν κι όλο και κάποιο σημάδι μάς άφησαν για να μπορούμε να τ’ αναγνωρίζουμε όταν τα συναντούμε και να τα προσπερνούμε. Έτσι λοιπόν, ο ποιητής με τον μοναδικής απλότητας λόγο του, μας έδωσε τις πολυπόθητες απαντήσεις στα ερωτηματικά που μας γέννησε η πρώτη θεματική στροφή. Κατάφερε λοιπόν, ο ποιητής τον στόχο του! Κατάφερε να μας υποβάλλει σε μια διαδικασία σύσκεψης με τον εαυτό μας, σ’ έναν εσωτερικό διάλογο ίσως και μια διαμάχη με το “εγώ” μας, προκειμένου να κερδίσει η γνώση. Κι η γνώση έρχεται με την εμπειρία κι η εμπειρία έρχεται με τα λάθη και τα λάθη είναι ανθρώπινα, αρκεί να έχουμε το θάρρος να παραδεχόμαστε πρωτίστως στον εαυτό μας, το γεγονός ότι έχουμε σφάλει! 
                    
Σύντομο ποίημα, όμως πόσα νοήματα κατάφερε εντέχνως να κρύψει ο ποιητής πίσω από την απλότητα των λέξεων που χρησιμοποίησε; Σύντομο, λιτό και κατανοητό κι όμως συνάμα βαθυστόχαστο, αφού υποβάλλει τον αναγνώστη σε μια εσωτερική ενδοσκόπηση, καθώς επίσης και σε μια προσωπική αναδρομή, ίσως για την επίτευξη της συμφιλίωσης της συνείδησης με την ψυχή. Μια συμφιλίωση αναγκαία και πολυπόθητη για τις ψυχές όλων μας.
                    
Η ποίηση του Δημήτρη Π. Κρανιώτη κατάφερε να γεμίσει την ψυχή μας με συναισθήματα. Συναισθήματα διάφορα... ξεκινώντας απ’ την πίκρα και τον πόνο για το λάθος μας, μέχρι την αγαλλίαση της ψυχής για την συνειδητοποίησή του και συνεπώς για την συγχώρεση. Οδηγηθήκαμε σε δρόμους και σοκάκια της ψυχής και του νου, ευαίσθητα... κι όμως άγγιξαν απαλά οι λέξεις του, το πληγωμένο από τα λάθη του “εγώ” μας.  

Η Ποίηση, γίνεται γιατρικό...
κι είναι φορές που θεραπεύει κι επουλώνει τραύματα...
τραύματα που δεν αιμορραγούν...
τραύματα της ψυχής...
και τον πόνο τούτο, μόνο η Ποίηση σιγάζει!

Ανάλυση ποιήματος:  Κατερίνα Βεργετάκη

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΛΑΣΚΑΡΗ Π. ΖΑΡΑΡΗ ΣΤΗΝ ΤΖΕΝΗ ΚΟΥΚΙΔΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: "Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ".

(Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΙΣ 12 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2013 ΣΤΟΝ ΕΞΗΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟ:

1) Καταλαβαίνω ότι οι ιστορίες της συλλογής δημιουργήθηκαν περιστασιακά και αυτόνομα ενώ ενώθηκαν αργότερα όλες μαζί σε τούτο το βιβλίο. Ή κάνω λάθος; Πώς δημιουργήθηκε η συλλογή;

   Όλες οι ιστορίες αποτελούν μια προσπάθεια δημιουργικής γραφής μ’ επίκεντρο την αναβίωση διάφορων περιπετειών απ’ τα πιο επώδυνα κεφάλαια της ιστορίας της Ελλάδας. Ξεκίνησα με την πίστη πως το ιστορικό παρελθόν ανασαίνει πάντα μέσα στο παρόν, για να μας συγκινήσει, να μας κάνει να νιώσουμε περήφανοι, αλλά και να μας προβληματίσει στις περιπτώσεις που τα γεγονότα δεν εξελίχτηκαν ευνοϊκά όσον αφορά τον Ελληνισμό. Με το πέρασμα των χρόνων διαγράφεται μια κοινή πορεία ανθρώπων-πρωταγωνιστών σε συνάφεια με την πατρίδα τους, που φαντάζει σαν μια προσωποποιημένη εικόνα γυναίκας κουρελιασμένης, μπαρουτοκαπνισμένης, χτυπημένης από μύρια δεινά, πεσμένης κάτω στο χώμα και ανήμπορης να στηριχτεί στα σακατεμένα πόδια της. Διαδρομές του χθες που γίνονται επίκαιρες και μας βοηθούν να διαφυλάξουμε πάση θυσία όσα πρέπει να σωθούν και να καταστούν κτήμα Ελλήνων ες αεί.
   Εκτός από τη σκέψη που κινητοποιούσε τη μνήμη για πρωτόγνωρα ταξίδια μέσα στους δαιδάλους της ιστορίας και σε τόπους όπου κάποτε γιγαντώθηκε ο Ελληνισμός, η ανακάλυψη των παλιών, απλών, αγνών, εργατικών και με μεγάλα ψυχικά αποθέματα ανθρώπων του παρελθόντος, εξασκούσε μια ιδιαίτερη γοητεία σε μένα, ώστε να επιδίδομαι απερίσπαστος στη συγγραφή αυτών των πεζογραφημάτων.
   Η πρόσκληση ήταν και θα συνεχίζει να είναι μια τριμηνιαία εφημερίδα τοπικού, λαογραφικού περιεχομένου «Νέα Αγχίαλος», όπου μέσα στις σελίδες της προβάλλονται οι φωνές εκείνες που αναθερμαίνουν την παράδοση και συντελούν στον σχηματισμό της ιστορικής συνείδησης. Έτσι λοιπόν, αφού υπήρχε το έντυπο που διψούσε για πνευματική «αιμοδοσία», δεν σταμάτησα ν’ αντλώ έμπνευση από ανθρώπους και τόπους που δεν γνώρισα ποτέ. Θα μπορούσαν να είναι παρόμοιοι άνθρωποι στη συμπεριφορά τους με τον παππού και τη γιαγιά μου, με φανερά δράματα αλλά και με πολλές κρυμμένες αλήθειες, που τη νύχτα τις ώρες του ύπνου δραπετεύουν και γίνονται άλλοτε όνειρα άλλοτε εφιάλτες. Κατασταλάζουν μέσα στις εμπειρίες και συχνά αυλακώνουν τα πρόσωπα με την πίκρα, μέχρι που τα δάκρυα γίνονται ασυγκράτητοι χείμαρροι. Πλησιάζουν τον δικό μας χρόνο που δεν ζήσαμε ακόμη δυστυχίες και πολέμους -πέρα βέβαια από την πρόσφατη οικονομική κρίση που αντιμετωπίζουμε- οριοθετώντας μια θάλασσα, την «Θάλασσα που μας ενώνει», που βρέχει με την αλμύρα της μαγευτικούς όρμους, φιλόξενα παράλια, νησάκια απομονωμένα, επικίνδυνα σημεία -όπου οι ναυτικοί προσεύχονταν όταν περνούσαν με τα καράβια- και αρκετά άλλα μέρη που κάποτε είχαν συνδεθεί με την πρόοδο του Έλληνα και από τότε που τον χάσανε, δυστυχήσανε. Πατρίδες που μπορεί να άλλαξαν χέρια, όμως δεν έπαψαν να ζουν συνεχώς μες στην ψυχή μας και να μας μεθάνε με τις αναμνήσεις μιας ποιοτικής ζωής.  


2) Οι μνήμες τούτες είναι τραυματικές και αφορούν αδικίες και απώλειες σχετικά με καίρια σημεία της ελληνικής ιστορίας. Ποια ήταν η πηγή της έμπνευσής σας; Μήπως έχετε στο οικογενειακό σας περιβάλλον ανθρώπους που έζησαν ή βρέθηκαν πολύ κοντά σε κάποια τέτοια κρίσιμη περίοδο;

   Μ’ έκαιγε εδώ και χρόνια η επιθυμία να ταξιδέψω στους όμορφους τόπους όπου έζησαν οι πρόγονοί μου, εκεί που απολάμβαναν τα πλούσια αγαθά που τους πρόσφερε η φύση και η εργασία τους. Ζούσαν κυρίως απ’ τη θάλασσα, τις αλυκές και τα αμπέλια στα δυτικά παράλια του Εύξεινου Πόντου, σε μια αυτόνομη επαρχία στη Νότια Βουλγαρία υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την Ανατολική Ρωμυλία. Μέσα στα όρια αυτής της επαρχίας υπήρξε μία ακμάζουσα πόλη, η Αγχίαλος, με αμιγή ελληνικό πληθυσμό. 
   Όταν ζεις σ’ ένα ανάλογο περιβάλλον, σε μια σύγχρονη κωμόπολη η οποία ιδρύθηκε απ’ τους πρόσφυγες της Αγχιάλου της Ανατολικής Ρωμυλίας, άμεση συνέπεια είναι να εμποτιστεί κάθε κύτταρό σου με τον πόνο και την τραγωδία του «ξεριζωμού», ιδίως αν αναλογιστεί κανείς ότι τα πρώτα χρόνια που οι πρόσφυγες είχαν ν’ αντιμετωπίσουν αμέτρητα στοιχειά της φύσης -απέραντα έλη, η ελονοσία αποδεκάτιζε τον κόσμο- και να εξημερώσουν έναν άγριο τόπο, κάθε δραστηριότητά τους, κάθε αντικείμενο τούς θύμιζε τη γενέτειρά τους, εκείνη την αγαπημένη πόλη, στους δρόμους της οποίας έπαιξαν όταν ήταν παιδιά, έζησαν τα πρώτα καρδιοχτύπια και τους μεγάλους τους έρωτες, ενώ έτυχαν μια υψηλού επιπέδου εκπαίδευση στα υπάρχοντα αξιόλογα σχολεία και στα διδασκαλεία.   
   Βέβαια, δεν περιορίστηκα μονάχα στην πατρίδα των προγόνων μου, μα άφησα τη φαντασία να περιπλανηθεί παντού ελεύθερη, ενώ κατέφυγα σε πολλά ιστορικά βιβλία, όπου θα μπορούσα ν’ αντλήσω πληροφορίες, για να ολοκληρωθεί μ’ επιτυχία η προσπάθειά μου. Μίλησα για την Κύπρο που κατέλαβε ένας Οθωμανός Σουλτάνος ο Σελίμ ο Β΄ το 1570, λόγω του μεγάλου πάθους του για το κρασί. Μίλησα για την εισβολή των Τούρκων και για κάποιους Ελλαδίτες στρατιώτες που μάχονταν με ελλιπή στρατιωτικά μέσα και ενώ συνέβη να στριμώξουν αρκετά τον εχθρό, κάποιοι πολιτικοί και στρατιωτικοί κύκλοι της Αθήνας στέλνανε αδικαιολόγητα εντολή να εγκαταλείψουν όλοι τις θέσεις τους. Μίλησα για έναν προδότη στους κόλπους της Φιλικής Εταιρείας, αλλά και για τον ρομαντικό φιλέλληνα ποιητή Λόρδο Βύρωνα που τη μέρα των γενεθλίων του έγραφε ένα υπέροχο ποίημα για την Ελλάδα. Με αφορμή την ομιλία ενός Υπουργού σ’ ένα χωριό της Ηπείρου, προσπάθησα να ξεσκεπάσω πολλές αδυναμίες του πολιτικού μας συστήματος, μιας και η «χρεοκοπία» είναι μία λέξη που ακούγεται συχνά στην Ελλάδα και είχε γράψει σχετικά για το πώς μπορούμε να την αποφύγουμε, έναν αιώνα πριν στην εφημερίδα «Ακρόπολις», ο μεγάλος Σκιαθίτης κοσμοκαλόγερος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Έστρεψα το ενδιαφέρον μου γενικά σε όσους σπάσανε τα «τείχη» της πεπερασμένης ανθρώπινης φύσης και της αδυναμίας τους, χωρίς να τους ενδιαφέρει το «ταπεινό σαρκίο τους».  
   Άραγε, πού βρήκαν εκείνοι τη δύναμη και φτάσανε να γίνουνε ήρωες; Ενώ εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες, αδυνατώντας να εγκαταλείψουμε τον ασφαλή ευδαιμονισμό μας, «ρίχνουμε τις ασπίδες» με την πρώτη δυσκολία και πίεση.


3) Επίσης, παρατηρώ ότι στους ήρωές σας συναντάμε τόσο αντρικές όσο και γυναικείες φυσιογνωμίες -και παιδιά-, σε αντίθεση με το σύνηθες που είναι να γράφει κανείς για χαρακτήρες του ίδιου φύλου, ίσως επειδή είναι πιο εύκολο. Πώς καταφέρνετε να αφουγκραστείτε την ψυχολογία της γυναικείας προσωπικότητας;

   Στο πεζογράφημα που δανείζει τον τίτλο του σε ολόκληρη τη συλλογή, πρωταγωνιστεί ένα δεκάχρονο παιδί που κάθε φορά που ρίχνει βότσαλα στη θάλασσα, ακούει πυροβολισμούς και φωνές χτυπημένων ανθρώπων. Ίσως, αυτό που επισημαίνετε στην ερώτηση ως σύνηθες, να λειτουργεί προσωπικά ως αποτρεπτικός παράγοντας και η ενασχόληση με το «άγνωστο» γυναικείο φύλο να ενέχει μεγαλύτερη πρόκληση, κάτι που οφείλω να ανακαλύψω μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Πιθανόν να μην γνωρίζω πολλά απ’ την ψυχοσύνθεση και τη συμπεριφορά της γυναίκας. Και δεν ξέρω κατά πόσο κατάφερα να γίνω αληθινός στις περιγραφές κάθε ιστορίας. Έπρεπε ν’ αναφερθώ σε κάποια γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία της Ελλάδας, αλλά πρώτα να επιλέξω τους κατάλληλους αφηγητές, εκείνους που θα μετέφεραν τα λόγια του συγγραφέα με πιο άμεσο, ζωντανό και ίσως πιο κομψό και στρωτό τρόπο. Αποτελούσε σίγουρα μια δοκιμή κι ένα προσωπικό στοίχημα.
   Η αλήθεια είναι πως άνθρωποι και των δύο φύλων, ακόμη και τα μικρά παιδιά, σε δύσκολες καταστάσεις παρουσιάζουν μια εντελώς διαφορετική συμπεριφορά απ’ ό,τι σε συνηθισμένες, καθημερινές και ομαλές συνθήκες. Επίσης, επειδή τα γεγονότα τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα, απαιτούν απ’ τους εμπλεκόμενους άμεσες αποφάσεις και δράσεις. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης μπαίνει ως προτεραιότητα, ενώ ο φόβος και η απειλή άλλους τούς οδηγεί στην αδράνεια, άλλους τους ισχυροποιεί, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες που προηγουμένως δεν θα το διανοούνταν καν. Η ψυχολογία της γυναίκας –πιστεύω- μπορεί να ερμηνευτεί κατά κάποιον τρόπο από δυο σημαντικούς παραμέτρους: τον έρωτά της προς τον σύντροφο-άντρα, την αγάπη και τη στοργή προς το παιδί της-ανυπεράσπιστο πλάσμα. Όταν νιώσει πως κινδυνεύουν οι συγκεκριμένοι αποδέκτες της αγάπης της, τότε έρχεται προ των ευθυνών της. Αυτό κυρίως είναι κληρονομημένο Θείο δώρο, εφόσον εκείνη αποτελεί μήτρα της ζωής.
   Για παράδειγμα στο πεζογράφημα με τίτλο: «Ένα κλωνί βασιλικό», η ηρωίδα Χαρίκλεια από τα Σώκια της Σμύρνης ριψοκινδυνεύει επανειλημμένα προκειμένου να προστατέψει τη μητέρα της και τον ανήλικο αδελφό της. Δεν είναι όμως λίγες οι φορές που η αγάπη της γυναίκας μετατρέπεται σε ακόρεστο μίσος προς τον άντρα της που της στέρησε τα παιδιά της, θυσιάζοντάς τα για τα ιδανικά της πατρίδας, όπως ακριβώς περιγράφω στο πεζογράφημα με τίτλο: «Τα θλιμμένα βράχια».
   Παράλληλα, η επιλογή της γυναίκας-αφηγήτριας καθόρισε και το στυλ γραφής που έπρεπε να υποταχτεί στις επιθυμίες, στις ανάγκες και στην προσωπικότητα της ηρωίδας. Η κλασική αφηγηματική γραφή που μου άρεσε πάντοτε να χρησιμοποιώ στον πεζό λόγο, έβρισκε τώρα πρόσφορο έδαφος και έδενε κατάλληλα στην πλοκή.        


4) Θα λέγατε ότι έχετε μια ιδιαίτερη σχέση αγάπης για τη λαογραφία και την ιστορία του τόπου μας;

   Σας απάντησα και σε προηγούμενη ερώτησή σας ότι οι πρόγονοί μου εγκατέλειψαν την πόλη τους και εγκαταστάθηκαν στα παράλια του Παγασητικού κόλπου στο Νομό Μαγνησίας, μετά το θλιβερό ολοκαύτωμα που έγινε το έτος 1906, και αυτό σαν γεγονός και μόνο μπορεί ν’ αποτελέσει ισχυρή εσώτερη ανάγκη για τους μεταγενέστερους και χρυσή ευκαιρία για μια διερεύνηση όσον αφορά τον λαογραφικό μας πλούτο και την ιστορία μας. Αλλά εκτός απ’ αυτό το χαρακτηριστικό, έχω την πεποίθηση στην άμεση ωφελιμότητα μιας ανάλογης ενασχόλησης, καθώς αξίες που έχουν ξεχαστεί με τον σύγχρονο τρόπο ζωής και κριθεί ως «παλιομοδίτικες», αναδεικνύονται μέσα στην επώδυνη μοίρα της Ελλάδας, η οποία τις περισσότερες φορές εξωθεί τους πρωταγωνιστές των κειμένων σε αλλεπάλληλες προσωπικές νίκες μέχρι που να εκπλήσσονται απ’ τον εαυτό τους. Ανάλογα στοιχεία επισημαίνει ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης σε κριτική που έκανε για το βιβλίο μου και δημοσιεύτηκε στο τεύχος 210 του λογοτεχνικού περιοδικού «Πνευματική Ζωή»: «Οι ήρωες του βιβλίου αντανακλούν σε μας το πείσμα και τη θέλησή τους και μέσω της τελικής επιτυχίας τους διδάσκουν την αρετή της υπομονής». 


5) Κάποια από αυτά τα πεζογραφήματα έχουν αποσπάσει βραβεία και διακρίσεις. Πόσο σημαντικό είναι να ανταμείβεται ηθικά ο συγγραφέας για το έργο του;

   Είναι πολύ σημαντικό ο συγγραφέας στα πρώτα βήματά του να τύχει κάποιων διακρίσεων. Κατά γενική ομολογία, οι περισσότεροι φορείς απ’ όσους προκηρύσσουν λογοτεχνικούς διαγωνισμούς έχουν κύρος και στις κριτικές επιτροπές τοποθετούνται αξιόλογοι λογοτέχνες που διαθέτουν και σωστή κρίση αλλά και υπευθυνότητα. Αυτές οι βραβεύσεις κάνουν και τον συγγραφέα -που γενικά ως καλλιτέχνης αγαπά τη δόξα παρά το χρήμα- να προχωρά πιο σίγουρα στον δρόμο του. Τον βοηθούν να τολμά κι ας μην έχει την ανάλογη εμπειρία να καταπιαστεί με δύσκολα θέματα, παραμερίζοντας παράλληλα την απειλή και την αρνητική επιρροή μιας ενδεχόμενης μη θετικής κριτικής.


6) Στο τελευταίο πεζογράφημα ο ήρωας "κουβεντιάζει" με τον συγγραφέα κι εκείνος σκέφτεται ότι "αν τον αφήσω ελεύθερο, ίσως με οδηγήσει εκεί, που δε θα μπορούσα από μόνος μου να φανταστώ". Συμβαίνει αυτό με τους ήρωες και τους συγγραφείς;

   Θεωρώ πως δεν αποτελεί μια ιδιόμορφη και εκκεντρική διατύπωση και ίσως βρεθούν μερικοί αναγνώστες να το πουν αυτό. Στο πεζογράφημα με τίτλο: «Ο ήρωας νικά» γίνεται κυρίως η υπεράσπιση του σύντομου πεζογραφήματος (διηγήματος). Άλλωστε, ο ήρωας εναντιώνεται στις προθέσεις του συγγραφέα να τον τοποθετήσει σε μια συγκεκριμένη ιστορία και νιώθει πολύ άβολα επιθυμώντας την έξοδό του από εκεί. Σε κάθε πεζογράφημα πρέπει να υπάρχει μια χαλαρή σχέση ανάμεσα στον ήρωα και τον συγγραφέα. Όταν μιλά ο συγγραφέας πρέπει να βρίσκεται κρυμμένος πίσω από ένα παραβάν και όσο λιγότερο μιλά τόσο καλύτερα για τον αναγνώστη. Αν αφεθεί ο ήρωας ελεύθερος από κάθε συγγραφική καθοδήγηση, το κείμενο αρχίζει ν’ αποκτά τις αληθινές του διαστάσεις σε μορφή και περιεχόμενο, ενώ ο συγγραφέας βρίσκει πάντοτε λύσεις για οποιοδήποτε πρόβλημα προκύπτει στην πλοκή και στην εξέλιξη της ιστορίας.


7) Ποια είναι η σχέση σας με τους ήρωες των βιβλίων σας;

   Οι ήρωες είναι οι φίλοι μου με τους οποίους θα περάσω τις πιο ευχάριστες ώρες μου. Θα πληροφορηθώ άγνωστες πτυχές της ζωής τους καθώς θα τους παρατηρώ να παλεύουν για να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους, να συγκινούνται από τη μεταβλητότητα της ζωής τους και να έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους, τις περισσότερες φορές για ασήμαντα πράγματα, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τα αδύνατα σημεία τους και τα πάθη τους. Άλλες φορές, το φιλότιμο τούς οδηγεί σε αξιόλογες πράξεις παρόλο που φροντίζω να τους δυσκολεύω πάντα μέσα στην πλοκή. Τελικά, έρχεται η στιγμή που θα μου ανοίξουν την καρδιά τους, θα μου μιλήσουν για τους κρυφούς έρωτές τους και θα μου εξομολογηθούν τα ένοχα μυστικά τους.
   Αφού θα έχουν υποστεί όλη αυτή την ταλαιπωρία από μένα, θα δηλώσουν με βεβαιότητα και έμφαση: «Μπορεί ο συγγραφέας να μας δυσκόλεψε στην αρχή, μα άξιζε τον κόπο!».

Απόσπασμα από το καινούργιο παιδικό βιβλίο του Λάσκαρη Π. Ζαράρη: «Τα μυστικά της Θεόπετρας».


   Όταν αντίκρισαν δεξιά τους δύο στενούς μα ψηλούς βράχους, σκέφτηκαν να καλυφθούν πίσω τους και από εκεί να παρατηρούν με την ησυχία τους το ρέμα. Άκουγαν τα πλατσουρίσματα και έβλεπαν τα ταραγμένα νερά να σχηματίζουν πίδακες αφρού και αναρωτήθηκαν τι είδους κήτος ήταν εκείνο που κολυμπούσε αμέριμνο μέσα στη σπηλιά. Ώσπου φάνηκαν δύο τεράστια πόδια που σηκώνονταν ψηλά, έπεφταν με ορμή στην επιφάνεια του νερού και ύστερα βυθίζονταν μέσα αναταράσσοντας τις κροκάλες, την άμμο και τα δύστυχα μικροσκοπικά πλάσματα. Κατόπιν το «τέρας» γονάτισε στον πάτο του ρέματος φανερώνοντας το κορμί του πάνω από τη μέση σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια! Οι πλάτες του έμοιαζαν με ένα πλατύ δρόμο που τελειωμό δεν είχε κι οι ώμοι του ήταν σαν δύο τετράγωνοι βράχοι που πέσανε από τον ουρανό, φλεγόμενοι μετεωρίτες. Όταν σήκωνε τα χέρια του ψηλά, λυγίζοντας τους αγκώνες για να περάσει τη βούρτσα στην πλάτη του, άγγιζε την οροφή της σπηλιάς. Έτσι λοιπόν εξηγούνταν και ο ήχος που ταίριαζε με το ρυθμικό τρόχισμα.
   Ο γίγαντας πλενόταν και διασκέδαζε πολύ, κουνώντας πέρα-δώθε, αριστερά-δεξιά το κεφάλι του, και το πρόσωπό του ήταν ολόμαυρο και σκοτεινό από το παχύ τρίχωμα που ξεκινούσε ψηλά από τα φρύδια και έφτανε μέχρι το πηγούνι. Δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις πάνω του μάτια, μύτη, χείλια, στόμα κι αυτιά! Η βούρτσα του έμοιαζε με ένα μακρύ καμάκι ψαρέματος και στην άκρη του ήταν προσαρμοσμένο σε πλατιά επιφάνεια ξύλου το δέρμα ενός σκαντζόχοιρου. Με αυτή λοιπόν τη βούρτσα ο προϊστορικός άνθρωπος καθάριζε το δέρμα του και το ευχαριστιόνταν.
   Στην άκρη της όχθης υπήρχε μπηγμένος στο χώμα ένας μεγάλος δαυλός· χοντρό κούτσουρο δρυ το οποίο έκαιγε ασταμάτητα και σκορπούσε στο γύρω χώρο άπλετο φως. Έτσι όλες οι διαστάσεις τού γίγαντα έγιναν εύκολα διακριτές, αλλά η κάπνα που έβγαζε το ξύλο ντουμάνιαζε σιγά-σιγά και έπνιγε τον μικρό Στραβοπόδη που ήθελε καθαρό αέρα για ν’ αναπνεύσει. Τότε έβηξε κοφτά δυο-τρεις φορές και ο Πυργένης δεν κατάφερε να τον συγκρατήσει. Αμέσως σταμάτησε ο ήχος του τροχίσματος και μία φωνή σαν ρόγχος και σαν γδούπος ταυτόχρονα ακούστηκε, χωρίς να καταλάβει κανείς από τους φίλους μας τι ακριβώς σήμαινε αυτός. Τελικά έβγαλαν το συμπέρασμα πως ο γίγαντας πλατάγιζε τη γλώσσα του μέσα στο στόμα του και τότε οι νυχτερίδες φτερούγιζαν φοβισμένες και τσίριζαν χωρίς σταματημό. Και ξανά ακούστηκε ο ίδιος κρότος, ποιο δυνατά αυτή τη φορά.
   Σε λίγο φάνηκε μια σκιά που έκανε τους φίλους μας να παγώσουν στις θέσεις τους. Μια μακρουλή μουσούδα ενός ζώου έσκυψε πάνω από τα κεφάλια τους και τους μύριζε, ενώ τα δόντια  του ήτανε σαν πριόνια. Η τρίχα του ήταν γκρι και έμοιαζε με λύκο, αλλά όμως ήταν ένα εξημερωμένο σκυλί που έβγαζε τη γλώσσα του και έγλυφε φιλικά τα κεφάλια των επισκεπτών.
   «Μπλιάχ!» φώναξε αηδιασμένος ο Στραβοπόδης, σκουπίζοντας με το χέρι του το πρόσωπό του από τα σάλια του ζώου και είπε στον άρχοντα Πυργένη:
   «Λες να ξέσκισε προηγουμένως κάποιο ψοφίμι και μετά να ήρθε να μας κάνει γλύκες το τέρας;».
   Ο Πυργένης δεν συγκρατήθηκε και παρόλο την αγωνία του γέλασε. Ο σκύλος φαινόταν πως έπαιζε και δεν είχε σκοπό να επιτεθεί και να αγριέψει στους φίλους μας. Τότε ακούστηκε και ένας τρίτος θόρυβος από το ρέμα που έκανε σαν χύτρα μαγειρέματος που σφυρίζει και ο σκύλος έστρεψε την προσοχή του προς το γιγάντιο αφεντικό του, το οποίο τώρα βρισκόταν φαρδύ-πλατύ ξαπλωμένο στην άκρη της όχθης και χτένιζε τα μαλλιά του. Κρατούσε στα χέρια του μία κοκάλινη χτένα που είχε φτιάξει από το σαγόνι ενός άγριου ζώου, πιθανόν από έναν παχύμαλλο ρινόκερο, και χτένιζε τα μαλλιά του με μεγάλη προσπάθεια. Οι τρίχες του ήταν πλεγμένες μεταξύ τους, σχεδόν κολλημένες, και έκανε νόημα στους επισκέπτες να τον πλησιάσουν και να του δώσουν ένα χέρι βοήθειας.
   Τότε ο Στραβοπόδης και ο Πυργένης, με δόντια που κροτάλιζαν και πόδια που έτρεμαν, προχώρησαν προς το μέρος του προϊστορικού γίγαντα, ο οποίος είχε τοποθετήσει την παλάμη του κάτω στο χώμα ανοιχτή. Τους είπε ν’ ανέβουν εκεί κι εκείνοι υπάκουσαν στην εντολή του και ο καθένας τους καβάλησε από ένα χοντρό δάχτυλο του χεριού του, την ώρα που εκείνος διασκέδαζε και σήκωνε ψηλά το χέρι του μέχρι ν’ αγγίξει το κεφάλι του. Ο Πυργένης είπε δυσαρεστημένος στον Στραβοπόδη:
   «Κατάλαβες τι μας θέλει το θηρίο; Θέλει να του βγάλουμε τις ψείρες απ’ τα μαλλιά!».
   Πάντως οι ψείρες του γίγαντα δεν ήταν ασήμαντες σε μέγεθος· έμοιαζαν με μακρουλά μαύρα σκαθάρια που είχαν ποδαράκια σαν βεντούζες. Ο Πυργένης είχε τη φοβερή ιδέα να της ξεκοιλιάζει με το μαχαίρι του! Τον μιμήθηκε και ο Στραβοπόδης που έβγαλε μία οστέινη βελόνα υφαντικής και την κάρφωνε στις πλάτες των απαίσιων ζωυφίων! Και οι δυο τους δώσανε πραγματική μάχη με τη μυρωδιά των μαλλιών του γίγαντα, με τις ψείρες που δεν έλεγαν να εγκαταλείψουν εκείνον τον εύφορο τόπο, ο οποίος είχε ασπρίσει από τα αμέτρητα αυγά, που είχαν αποθέσει εκείνες εδώ και χίλια ίσως χρόνια. Η προσπάθειά τους όμως τελείωσε μ’ επιτυχία κι έπεσαν ξεροί από την κούραση. Ο Πυργένης που έκοβε το μάτι του υπολόγισε στο περίπου πως τα μαλλιά του τεράστιου ανθρώπου έφταναν τα τριάντα μέτρα μήκος!
   Ο γίγαντας με τον ίδιο τρόπο που ανέβασε τους φίλους μας στο κεφάλι του, τους κατέβασε κάτω στο έδαφος της σπηλιάς. Έδειχνε ανακουφισμένος και σίγουρα θα γλίτωνε το ξύσιμο για πολλές μέρες ακόμη. Βγήκε από το ρέμα και σηκώθηκε όρθιος πατώντας στις τεράστιες πατούσες του. Τα νερά που έσταζαν από το σώμα του, έκαναν μούσκεμα τους ταξιδιώτες λες και είχε πιάσει μία δυνατή καταιγίδα.
   Αυτός ο αφύσικος άνθρωπος δεν πρέπει να γνώριζε την ομιλία κι έτσι προσπαθούσε να επικοινωνήσει με κραυγές και νοήματα. Έσκυψε κάνοντας μια υπόκλιση κι έφερε το δεξί του χέρι με την παλάμη του πάνω στο στήθος, στο μέρος της καρδιάς, θέλοντας να τους δείξει πως τους ευχαριστούσε πολύ. Ύστερα κάθισε σταυροπόδι κάτω στο χώμα και άρχισε να χαϊδεύει τη ράχη, τη μουσούδα και τ’ αυτιά του πιστού του σκύλου, ενώ έριχνε εξεταστικές ματιές στον Πυργένη και τον Στραβοπόδη που κάθονταν δίπλα του και έμοιαζαν σαν μικροσκοπικά μυρμήγκια!

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Η ταυτότητα του ποιητή

 

Όνομά μου· η πίστη για το αύριο,
δαχτυλικά μου αποτυπώματα η φύση.
Αιώνιο κρασί αντλώ από τα βάθη της,
γελαστό πουλί στις φυλλωσιές
της αβεβαιότητας σκιρτάω.

Ήρθε τώρα η ομίχλη και μ’ αντάμωσε
σε ξένα σταυροδρόμια, χωρίς κουπί στο πέλαγος,
χωρίς πυξίδα. Κι όμως ήταν από πάντα
αυτή η ντροπή στη σκέψη
που άφηνε τα όνειρα ξεσκέπαστα
και το σκοτάδι χωρίς ελπίδα.
Ο ύπνος είχε κάτι το θλιμμένο,
λίγο από αγγέλους που χάσανε τον παράδεισο
και τρέμουνε στον ξύπνιο τους
μη δούνε εκείνο τον ιδανικό τόπο,
όπου ζήσανε κάποτε.
Φοβόσουν το ξεπέταγμα διστακτικό πουλί,
με την ορμή της ξεγνοιασιάς και της αιώνιας
χαράς δε γίνεται μόνο σου να τραγουδήσεις…

Αυτή είναι η ταυτότητά σου!
Έχει ξεβάψει η φωτογραφία σου,
μοιάζει με απρόσωπη νεφέλη,
τόσα χρόνια βαφτισμένος μες στον ήλιο…
αυτή είναι η ταυτότητά σου· ο στίχος.
Μαζί του νιώθεις πως σιωπάς,
αλλά ταυτόχρονα μιλάς με χίλιες γλώσσες.
Πολύφωνη συμφωνία της ζωής
στ’ ακύμαντα ακρογιάλια, όταν ο πάταγος ενός
βράχου που άφησε απ’ τα νύχια του το ανέφικτο,
δεν ακούστηκε με την ίδια ένταση σ’ όλο τον κόσμο.

Πώς να μιλήσεις και τι να πεις,
αν τα λόγια σου δεν πέφτουν στην καρδιά,
μόνο σα βεγγαλικά φωτίζουν για μια στιγμή
και ύστερα χάνονται στο υπόστρωμα.
Είναι σα να μην υπήρξαν ποτέ άνθρωποι
για να υπάρχουν κι αυτά
να σε καταλαβαίνουν!

Προσκυνώ τα αγαθά της φύσης, χωρίς αυτά δε ζω,
είναι πιασμένες μαργαρίτες στο λιβάδι της ψυχής.
Στο άπειρο απλώνονται τα ονειρόφυλλα
που απορροφάνε τη σιωπή
και το προαίσθημα ανόθευτα.

Τι σ’ εμποδίζει τόσα χρόνια και δεν μπορείς
να τιναχτείς σαν ονειρόπετρα
από το χέρι του Θεού
σε πιο ψηλές ατμόσφαιρες;
…Οι αλήθειες, γιατί τις κρατώ φυλακισμένες;

Φοβάμαι μη διασκεδάσουν με τα λάθη μου,
έτσι ελεύθερες και αμείλιχτες
-αυτές που έβγαλαν τα μάτια στο σκοτάδι
κι από τον ύπνο τα καλύτερα όνειρα-
μην τυχόν μ’ εκδικηθούν οδυνηρά
για την ουσία της εμφάνισής τους.

Ποθούσα να γίνονται οι καθημερινές μας σκάλες,
για ν’ αγγίζουμε πιο συχνά τα φτερά των ονείρων
και να νιώθουμε επίμονα τον ίλιγγο του ταξιδιού.

19/2/2008

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

**  Από την ποιητική συλλογή «Παράθυρο στα όνειρα», ιδιωτική έκδοση, 2010.