Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Η θάλασσα που μας ενώνει

   Το παιδί κοιτούσε κατάματα στον ήλιο. Σαν να μη συμπαθούσε και πολύ το αεράκι που του ανακάτευε τα μαλλιά και έσμιγε τα φρύδια. Έβρεχε τα πόδια του στα γαλανά νερά, έπλεε στην αθώα παιδική ευτυχία. Η ατμόσφαιρα ήταν τόσο καθαρή μετά τη χθεσινή νεροποντή, τα βουνά της Εύβοιας απέναντι ξεχώριζαν. Αμόλυντος και ο χώρος της ψυχής που δεν είχε αντικρίσει πίκρα ακόμα. Το βλέμμα του πάλευε μες στη διαύγεια των κορυφογραμμών σαν να ήθελε να παρομοιάσει κάτι απ’ το δικό του κόσμο.
   Άρχισε να πετάει τις στρογγυλές πετρούλες χοροπηδώντας από ανεμελιά κι εκείνες από το βάρος τους βυθίζονταν με υπόκωφη μαεστρία. Οι κύκλοι της ζωής ενώνονταν κι αυτός ο τόσο μαγευτικός ήχος, η γοητεία της θάλασσας μετατρεπόταν σε μια πνιγερή διαμαρτυρία.
   «Όχι πια, όχι άλλο πια…!», μια φωνή διαπεραστική τάραξε την ησυχία.
   Το παιδάκι στρέφεται ξαφνιασμένο. Οι πέτρες κυλάνε στη μαύρη ηφαιστειακή άμμο, καθώς λυγίζουν οι καρποί από τον τρόμο.
   «Σου λέω τώρα αμέσως να σταματήσεις να πυροβολείς αθώους. Αν θες, καλύτερα σημάδεψέ με κατευθείαν στην καρδιά, μα όχι εκεί πια…όχι εκεί…».
   Μόνο που δεν έβαλε τα κλάματα! Δεν είχε αντιληφθεί τόση ώρα τον παρατηρητή. Φοβερή η όψη του, τρομερή. Έμοιαζε σαν κάτι δέντρα ξεριζωμένα, ψηλός μα λυγισμένος από τους καιρούς με το κατάμαυρο πανωφόρι και τα φθαρμένα ρούχα. Τι να εννοούσε άραγε; Ήθελε να ξεφύγει απ’ αυτή την άβολη κατάσταση, να τρέξει στην τρυφερή αγκαλιά της μάνας του.
   «Όχι, μην χτυπάτε άλλο, βάρβαροι, απολίτιστοι!».
   Τι να θυμότανε ο γέροντας; Καθόταν στο παγκάκι και χειρονομούσε έξαλλος από μια ακαθόριστη αιτία. Μες στα μάτια του δεν ξεκαθάριζες συγκεκριμένη κατεύθυνση. Το βλέμμα του ήταν πιο παιδικό και αφηρημένο απ’ του παιδιού και παθιασμένο συγχρόνως. Δεν απευθυνόταν καν στο παιδί, ούτε αντίκριζε τα βουνά της Εύβοιας, αλλά κάτι κρυμμένο στις μνήμες του που τον ωθούσε σ’ αυτή τη συμπεριφορά. Πλήρης αντίθεση τα κάτασπρα μαλλιά μες στο χακί δίκοχο με το εθνόσημο κι η άσπρη βαρύνουσα γενειάδα εξέπεμπε σεβασμό στο μικρό παιδί και ταυτόχρονα κάτι σοφό και παράλογο. Φοβήθηκε να τον πλησιάσει. Είχε γκρεμιστεί η παιδική γαλήνη και τώρα που ο δεκάχρονος κοιτούσε το ατάραχο νερό, καθρεφτιζόταν μες στο πρόσωπό του η μορφή του γέρου πάνω στο παγκάκι θυμωμένη.
   Είχε το παρελθόν γυρίσματα, αλλά και το μέλλον αντάμωνε το παρόν. Ο ηλικιωμένος απομακρύνθηκε κουτσαίνοντας, αφού ξεθύμανε η οργή του. Ο μικρός λυπήθηκε την τύχη του, για το βάρος που βαστούσε στις σκυμμένες πλάτες του, για την πίκρα που αντλούσε απ’ την ψυχή. Τα δόντια του έτριζαν σε κάθε σιγοψιθύρισμα του ανέμου, σε κάθε σύρσιμο στην άμμο.
   Χρόνια και χρόνια τον ανέλυε στη σκέψη του, ώσπου μια μέρα δεν άντεξε και ρώτησε τη μάνα του:
   «Γιατί, όταν ρίχνω βότσαλα στη θάλασσα, ακούω πυροβολισμούς και φωνές χτυπημένων ανθρώπων;».
   Τότε ήρθε η απάντηση από τον κόσμο των ενηλίκων:
   «Συνάντησες τον γέροντα, έτσι δεν είναι; Κάποτε θα τον συναντούσες. Βλέπει τόσο μακριά, γιατί οι δυνατές ψυχές δεν περιορίζονται στο τώρα. Ο ήλιος δεν ανατέλλει στην Εύβοια, αλλά σε μια αλησμόνητη πόλη της Κύπρου, την Αμμόχωστο. Στα ρημαγμένα σπίτια, στον πόθο των ανθρώπων για τη γη τους! Αυτή η αιώνια αγάπη του πικραμένου πολεμιστή…».

Λάσκαρης Π. Ζαράρης


***   Διήγημα δημοσιευμένο στα λογοτεχνικά περιοδικά: «Πνευματική Ζωή», «Μουσών Μέλαθρον» και στην εφημερίδα: «Κυπριακός Ελληνισμός»                 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου