Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

Φανταστική μονομαχία στο δάσος

   Μα η μοίρα μας έσπρωξε εκεί που ποτέ δε θα τολμούσαμε να φτάσουμε μόνοι μας· σε μια παράξενη χώρα. Ένας αντίλαλος μας έκανε να συνέλθουμε απ’ την ερωτική απομόνωση. Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε από πού ερχόταν αυτή η απόκοσμη φωνή, μόνο ένα σύννεφο διακρινόταν και μια ζεστή ανάσα μας τύλιγε. Φάνηκαν τ’ άστρα σαν τα μοναδικά παράθυρα του ουρανού.
   -Αγαπημένα μου παιδιά, ακούστε με προσεχτικά. Είμαι το ξωτικό «Σοφούλης». Καλωσήρθατε στο μονοπάτι της φαντασίας. Εδώ θα παρακολουθήσετε ένα ωραίο θέαμα και θα πάρετε κουράγιο.
   Αν και ήταν ξωτικό, μου έδωσε μια ευχάριστη εντύπωση. Η ομιλία του σε ηρεμούσε παρά σε φόβιζε. Χωθήκαμε σ’ ένα μεγάλο και σκοτεινό πέρασμα, όπου τα δέντρα αγκαλιάζονταν μεταξύ τους και τα φύλλα τους έκρυβαν τον ουρανό. Φτάσαμε σ’ ένα χώρο που έμοιαζε με γήπεδο. Ο «Σοφούλης» μας έδειξε ένα γεροδεμένο νεαρό που φορούσε φουστανέλα και τσαρούχια. Το βλέμμα του ήταν άγριο από τους πολέμους. Το μουστάκι του γύριζε στις άκρες προς τα πάνω.
   -Ήταν πάρα πολλά χρόνια πριν αξιωματικός του ελληνικού στρατού και πολεμούσε στη Μακεδονία, μας εξήγησε ο «Σοφούλης».
   Αναγνώρισα το μεγάλο μέτωπο και την ουλή στο αριστερό του μάγουλο· λεπτομέρειες που ταίριαζαν με την περιγραφή, την οποία μου είχε κάνει ο μπάρμπα-Γιάννης για εκείνον. Τον είχε γνωρίσει όταν ήταν ακόμη μικρό παιδί κι από τότε δεν ξέχασε ποτέ τη χαρακτηριστική μορφή του.
   -Αυτός ο πολεμιστής είναι ο προπάππος μου, φώναξα ενθουσιασμένος στα παιδιά.
   Απέναντι, μέσα από ένα πλάγιο μονοπάτι φάνηκε καβάλα σ’ ένα μαύρο άλογο ένας μαύρος Ιππότης. Τα παιδιά ξαφνιάστηκαν. Πάνω απ’ την πανοπλία του φορούσε ένα πορφυρό ύφασμα. Το πρόσωπό του ήταν καλυμμένο με την περικεφαλαία, αλλά στην ασπίδα του ξεχώριζε το οικόσημό του· μια ξεριζωμένη  βελανιδιά. Φώναξα στα παιδιά πως ήταν σίγουρα ο Ιβανόης, ο αγαπημένος μου Ιππότης. Κρατούσε το κοντάρι έτοιμο, σε θέση μάχης. Μόλις τον είδε ο προπάππος μου, έβγαλε το ένδοξο ξίφος του που γυάλιζε, περιποιημένο και κοφτερό, σαν καινούργιο. Πλησίασε θαρραλέα τον Ιππότη και του έδειξε το σταυρό που φορούσε στο λαιμό. Είχαν μια διαφωνία για τα δίκαια που πολέμησε ο καθένας.
   -Εσύ, του λέει ο προπάππος μου, ήρθες για να διεκδικήσεις το αξίωμά σου δίπλα στο βασιλιά Ριχάρδο το Λεοντόκαρδο, που ο αδελφός του σφετερίστηκε το θρόνο του, ενώ λείπατε Σταυροφόροι πολλά χρόνια στους Αγίους Τόπους.
   -Εσύ, είπε ο μαύρος Ιππότης, ήρθες για να πάρεις πίσω τ’ αγαπημένα σου χωριά στα σύνορα, που σου κλέψανε μέσα απ’ τα χέρια οι εχθροί της Μακεδονίας σου.
   Ο «Σοφούλης» έριξε ένα νόμισμα στον αέρα. Κοίταξε τον προπάππο μου και είπε: «Εσύ στην Ανατολή». Κοίταξε τον Ιβανόη και είπε: «Εσύ στη Δύση». Ύστερα άνοιξε
την παλάμη του και είδε πως ο προπάππος μου έπρεπε να πάρει θέση εκεί που ανατέλλει ο ήλιος και ο Ιβανόης εκεί που δύει. Το νικητή θα στεφάνωνε η βασίλισσα της Ομορφιάς και της Αγάπης. Αφού όμως δεν υπήρχε άλλη γυναίκα και οι δύο αντίπαλοι δέχτηκαν τη Μυρτώ με ικανοποίηση. Ο Ιππότης είπε: «Μοιάζει με τη λαίδη Ροβένα». Ο προπάππος μου απάντησε ενθουσιασμένος: «Είναι όμορφη σαν τη Μακεδονία, με τα ψηλά βουνά της και τις δαντελωτές ακτές της! Είναι η γυναίκα του δισέγγονού μου και δε σου τη χαρίζω».
   Αυτά ήταν και τα τελευταία λόγια τους.
   -Παιδιά, φώναξα, κραυγάστε και ενθαρρύνετε το Μακεδονομάχο.
   -Μια στιγμή, με διέκοψε ο «Σοφούλης». Που είναι το στεφάνι του νικητή;
   Αμέσως κατέβασα απ’ το κεφάλι μου το στεφάνι του γάμου και τράβηξα την κορδέλα που το ένωνε μ’ εκείνο της Μυρτώς. Ήλπιζα πως θα γυρνούσε πάλι σε μένα, εφόσον η Μυρτώ θα στεφάνωνε νικητή το γενναίο Μακεδονομάχο μου.
   Το άλογο του προπάππου μου δεν ήταν μαύρο. Ήταν καφέ και είχε μυώδη πόδια κι ένα τεράστιο κεφάλι σαν το Βουκεφάλα του Μέγα Αλέξανδρου. Όπως ήταν φυσικό, έτσι που δεν προστατευόταν από πανοπλία, πληγώθηκε πολύ εύκολα στα πλευρά από το κοντάρι του Ιβανόη. Συνέχιζε όμως, με όλες του τις δυνάμεις, ν’ αγωνίζεται με πάθος αποφεύγοντας τα θανατηφόρα χτυπήματα του εχθρού.
   Ο Ιβανόης πλησίασε το Μακεδονομάχο και αντήχησε η δυνατή φωνή του:
   -Αν κερδίσω, παίρνω πάλι τη θέση μου στο βασίλειο του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου και η Μυρτώ γίνεται γυναίκα μου.
   -Αν χάσεις όμως, απάντησε ο προπάππος μου, θέλω αυτό το κακόμοιρο χωριό, το Προσφυγικό ν’ αποκτήσει τη φήμη που του πρέπει. Θέλω να προσευχηθείς εσύ και ο λαός σου για την πρόοδό του. Πολύς κόσμος θα το επισκέπτεται, για να μάθει λεπτομέρειες απ’ την ιστορική μας μάχη. Όπου χυθεί το αίμα μας, ας φυτρώσει σαν τεράστιο δέντρο η ευτυχία. Όποιος έρχεται, λοιπόν, μαζί με την οικογένειά του να εγκατασταθεί εδώ, στον καθαρό αέρα της φύσης, θα γεύεται την ευτυχία αυτός και τα παιδιά του. Γι’ αυτό ακριβώς προσεύχομαι και πολεμάω τώρα· για την ευτυχία του χωριού μου. Παρακάλεσε κι εσύ να είναι ευλογημένο για πάντα. Κι εγώ θα προσευχηθώ για την ευτυχία του δικού σου χωριού, εκεί στην Αγγλία, αν το έχει η μοίρα μου να ηττηθώ και τότε το Προσφυγικό θα σβήσει απ’ το χάρτη της Ελλάδας.
   Όλοι μας επιθυμούσαμε πολύ να μεγαλώσει το χωριό μας και να γίνει μια κωμόπολη που οι κάτοικοί της θα σέβονται τα δάση. Θέλαμε να λειτουργήσει γυμνάσιο και λύκειο στο Προσφυγικό, να χτιστεί μια μεγάλη εκκλησία, όπου εκεί θα μπορούσα να κάνω έναν αληθινό, ενήλικο γάμο με τη Μυρτώ, με πολλούς καλεσμένους, μπομπονιέρες, εντυπωσιακούς πολυέλαιους, εικόνες αγίων και πραγματικό παπά. Δε θα ξεχάσω τον «Πυγολαμπίδα» που θα ψέλνει την ώρα του μυστηρίου σαν άγγελος με τη γλυκιά του φωνή.
   Ο μαύρος Ιππότης δέχτηκε όσα ζήτησε απ’ αυτόν ο προπάππος μου:
   -Θα εκτελέσω πιστά τις υποχρεώσεις μου για το χωριό σου, αν ηττηθώ.
   Ο προπάππος μου ύψωσε το ξίφος του, έκανε τον σταυρό του και φώναξε: «για την πίστη μας την ιερή και την πατρίδα». Το άλογό του δεν ένιωθε την πληγή που αιμορραγούσε. Μανιασμένο σήκωνε σκόνη με τις οπλές του καθώς επιτίθονταν στον αντίπαλο. Έκανε μερικές στροφές προς τα πίσω, έπαιρνε πάλι φόρα και ορμούσε. Ο προπάππος μου έδωσε ένα δυνατό χτύπημα στην περικεφαλαία του Ιβανόη. Τον έριξε από το άλογο κι εκείνος στριφογύρισε στο χώμα, πριν ακινητοποιηθεί. Ο Μακεδονομάχος τράβηξε την περικεφαλαία του και αποκάλυψε το πρόσωπό του. Του είπε:
   -Ξεθωριασμένος είσαι του λόγου σου. Σαν όλους τους νερόβραστους, τους Βόρειους. Όμως αξίζεις συγχαρητήρια για την αντοχή σου.
   Λες και τον πείραξαν αυτά τα λόγια, από καθαρό εγωισμό τίναξε ξαφνικά με μια κλωτσιά πίσω τον προπάππο μου, ο οποίος στέκονταν από πάνω του. Σηκώθηκε και τον προκάλεσε να παλέψουν πεζοί διώχνοντας μακριά τα άλογα. Το άλογο του προπάππου μου ήρθε δίπλα μου και ρουθούνιζε πληγωμένο. Ο Στέλιος ήξερε από γιατροσόφια και είπε πως το άλογο σε λίγες μέρες θα «πετάει». Τον αποστόμωσε ο «Πυγολαμπίδας»:
   -Σε λίγη ώρα το άλογο θα έχει εξαφανιστεί, όπως και ο προπάππος του Αλέξη. Ακόμη δεν κατάλαβες πως όλα αυτά που βλέπουμε είναι μέσα στη φαντασία μας;
   -Και βέβαια το κατάλαβα, αλλά συνεπαρμένος από το θέαμα ξεχάστηκα και πίστεψα πως είναι αληθινά.
   Ο ευγενής Ιβανόης δυσκολευόταν πολύ απ’ την άρτια τεχνική του προπάππου μου στο χειρισμό του σπαθιού.
   -Θα ήταν τιμή μου να έχω έναν τόσο ικανό σταυροφόρο σαν και σένα, είπε εντυπωσιασμένος ο Ιβανόης στο Μακεδονομάχο μου.
   -Θα ήθελα κι εγώ να έχω μαζί μου στα βουνά της Μακεδονίας έναν τόσο δυνατό μαχητή για τις στρατιωτικές μου επιχειρήσεις.
   Στο τέλος ο προπάππος μου επικράτησε ρίχνοντας κάτω τον Ιππότη που σφάδαζε από τον πόνο. Το σπαθί είχε κάνει τη δουλειά του. Διαπέρασε ένα σημείο της μεταλλικής πανοπλίας απ’ όπου ξεπηδούσε το αίμα.
   Ο προπάππος μου φαίνεται πως τον λυπήθηκε και του είπε:
   -Γενναίε πολεμιστή, δε σου αξίζει να πεθάνεις, αν και είναι τιμή του να πεθαίνει κάποιος που πολεμά με αυτοθυσία. Δε θα σ’ εγκαταλείψω στην ερημιά. Θα σε πάρω σπίτι μου. Ξέρω από βότανα και θεραπείες για κάθε πληγή και θα σε φροντίσω. Μπορεί να διδαχτεί πολλά ο ένας απ’ τον άλλο. Θα γνωρίσεις όλο το γενεαλογικό μου δέντρο. Και όταν με το καλό ανακτήσεις τις δυνάμεις σου, θα σε στείλω στην αγαπημένη σου λαίδη Ροβένα και στο Βασιλιά σου το Ριχάρδο το Λεοντόκαρδο, στη χώρα σου την Αγγλία, να πεις σε όλους πόσο γενναία πολεμάμε εμείς οι Έλληνες, οι Μακεδόνες. Θα εξιστορήσεις τα κατορθώματά μας που έγιναν εφτά αιώνες αργότερα από τις Σταυροφορίες σας. Κυρίως μην ξεχάσεις να δώσεις τα χαιρετίσματα μου. Πες τους πως τα στέλνει το πιο άξιο παλικάρι του σκληροτράχηλου Μακεδονομάχου Παύλου Μελά.
   Ο προπάππος μου γονάτισε μπροστά στη Μυρτώ και δέχτηκε απ’ τα χέρια της το στεφάνι από χαμομήλια. Ο πληγωμένος Ιππότης δύσκολα στεκόταν όρθιος. Κοιτούσε παραπονιάρικα τη Μυρτώ. Μάλλον κατηγορούσε τη μοίρα του για την κοπέλα που έχασε, γι’ αυτό το υπέροχο άνθος της ομορφιάς. Θα ήθελε πολύ να την πάρει μαζί του στην Αγγλία και έμοιαζε περισσότερο η Μυρτώ στο πρόσωπο για βόρεια, παρά για μεσογειακή. Ο προπάππος μου -όπως όφειλε- επέστρεψε το στεφάνι μου, μ’ αγκάλιασε, με φίλησε και ύστερα ανέβασε με προσοχή τον μαύρο Ιππότη στο άλογό του και αναχωρήσανε με κατεύθυνση το χωριό μας.
   Η φωνή του ξωτικού «Σοφούλη» ακούστηκε πάλι και διέκοψε την αφοσίωσή μας στο θέαμα:
   «Θα σας εξηγήσω κάτι σημαντικό για την ηλικία σας· πρέπει να κοιτάξετε βαθιά μέσα σας. Τα όνειρα πολλές φορές μπερδεύουν, γίνονται οι κεραυνοί και οι αστραπές του ανέφελου ουρανού. Συγκλονίζουν, μα συχνά βασίζονται στην ψεύτικη εικόνα του εαυτού μας. Όταν καταφέρει κάποιος να φτάσει στο τέρμα αυτού του φανταστικού μονοπατιού, έχει ωριμάσει και μπορεί ν’ αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη δυσκολία που του παρουσιάζεται. Έχει κάνει πολύ πιο όμορφη τη ζωή του γιατί πολέμησε για κάποιο ιδανικό».
   Επιτέλους άρχισε να εισχωρεί το φως των αστεριών και καταλαβαίναμε πως φτάσαμε στο τέρμα του περάσματος. Τα δέντρα τώρα δεν έπλεκαν τα φύλλα μεταξύ τους, καμάρωναν την κορμοστασιά τους προς τον ουρανό. Μήπως είχαμε κοιμηθεί και έπρεπε να ξυπνήσουμε; Αν η ζωή μας ήταν μόνο ένα παραμύθι, γιατί έπρεπε να το απαρνηθούμε; Το ξωτικό πίστευε πως ανταποκρίθηκε όσο έπρεπε στις επιθυμίες των παιδιών.
   -Πιστεύω πως διασκεδάσατε αρκετά, παιδιά μου, είπε γελώντας δυνατά και σε λίγη ώρα χάθηκε μακριά.
   Βγήκαμε ξανά στο δάσος και ανασάναμε βαθιά τον καθαρό αέρα. Οι αναμνήσεις του φανταστικού κόσμου μας απασχολούσαν ακόμη. Ακούσαμε τις φωνές του μπάρμπα-Γιάννη και της μητέρας μου που μας αναζητούσαν από το πρωί, τρομαγμένοι με τη σκέψη ότι βρισκόμασταν σε κίνδυνο.
   -Να! Εκεί πέρα! Βρέθηκε το παράνομο ζευγαράκι! Να, πίσω τους έρχονται ο Στέλιος και ο «Πυγολαμπίδας».
   -Κυρία Σεβαστή, ο Αλέξης μου τραβούσε τα μαλλιά. Χάλασαν τα ωραία μου κοτσιδάκια, είπε η Μυρτώ.
   -Αλέξη, πειραχτήρι δεν είπαμε να προσέχεις τα κορίτσια;
   Όλοι μας τρέξαμε στον μπάρμπα-Γιάννη να του πούμε τα νέα.
   -Υπάρχει ένα ξωτικό στο δάσος, τον πληροφορήσαμε με μία φωνή.
   -Τον λένε Σοφούλη και μας ταξίδεψε στο μονοπάτι του, συμπλήρωσε η Μυρτώ. 
   -Είδαμε τον προπάππο του Αλέξη να μονομαχεί μ’ έναν μαύρο Ιππότη, τον Ιβανόη, είπε ο Στέλιος και ο «Πυγολαμπίδας».
   Ο μπάρμπα-Γιάννης έσμιξε τα φρύδια του:
   -Μάλλον παιδιά μου έχετε πολύ αναπτυγμένη φαντασία ή θέλετε να με κοροϊδέψετε για να διασκεδάσετε!
   Ο μπάρμπα-Γιάννης μιλούσε αυστηρά, δικαιολογούσε όμως πάντα τα παιδιά, έστω και αν έλεγαν ακατανόητα πράγματα. Υποστήριξε πως «καμιά φορά τα παιδιά βλέπουν πράγματα φανταστικά, επειδή θέλουν να τα δουν. Αρνιούνται τ’ αληθινά, γιατί δεν έχουν τη δύναμη και τη σκληρότητα των μεγάλων να τα δεχτούν στις ευαίσθητες καρδιές τους».



Βιογραφικό Σημείωμα

   Ονομάζομαι Ζαράρης (επώνυμο) Λάσκαρης (όνομα) του Παναγιώτη. Γεννήθηκα στο Βόλο το 1969 και κατοικώ μόνιμα στη Νέα Αγχίαλο Μαγνησίας. Το επάγγελμά μου είναι Εξωτερικός Φρουρός Καταστημάτων Κράτησης (Φυλακές) και είμαι πατέρας δύο ανήλικων παιδιών.
   Τα πρώτα βήματά μου στην περιπέτεια της γραφής ξεκίνησαν με την ποίηση. Έχω γράψει πάνω από 250 ποιήματα και από το  2008 επιδίδομαι ταυτόχρονα και στη συγγραφή διηγημάτων. Επίσης, το 2010 ολοκλήρωσα δύο μικρά παιδικά-εφηβικά μυθιστορήματα.
   Είμαι τακτικό μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος και της Διασπορικής λογοτεχνικής Στοάς, ενεργό μέλος του Ελληνικού Πολιτιστικού Ομίλου Κυπρίων της Αθήνας και της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης για τον Πολιτισμό «Αργοναύτες». Από την άνοιξη του 2008 δημοσιεύω ποιήματα και διηγήματά μου στην εφημερίδα «Νέα Αγχίαλος» και στο περιοδικό «Πνευματική Ζωή». Το τελευταίο διάστημα δημοσιεύω επιπλέον στην εφημερίδα «Κυπριακός Ελληνισμός» και στα περιοδικά «Μουσών Μέλαθρον» και «Δευκαλίων ο Θεσσαλός». Τα τέσσερα τελευταία χρόνια πήρα μέρος σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και εκδηλώσεις και έλαβα τιμητικές διακρίσεις, επαίνους και βραβεία.

Τιμητικές Διακρίσεις -Έπαινοι -Βραβεία:
   - 2008 Α΄ έπαινο στο διήγημα : «Μια γυναίκα, μια Πατρίδα, μια Κληρονομιά» από την Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος.
   - 2009 έπαινο στους ΚΔ΄ Πανελλήνιους Δελφικούς Αγώνες Ποίησης για το ποίημα: «Η κραυγή ενός μικρού παιδιού» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.
   - 3ο βραβείο στα ποιήματα: «Διδάγματα του βυθού» και «Για τον αγρότη» από το «Ωδείο Φουντούλη» στο Βόλο.
   - 2010 τιμητική διάκριση στο ποίημα: «Ο κόσμος των άστρων» από την Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος. 
   - 3ο βραβείο για το διήγημα : «Λουλούδι ευωδιαστό στον κήπο της Μεσογείου» από τον Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων της Αθήνας.
   - έπαινο στο διήγημα: «Μια σημαντική αποστολή» από την Εταιρεία Τεχνών, Επιστήμης και Πολιτισμού Κερατσινίου. 
   - έπαινο στους ΚΕ΄ Πανελλήνιους Δελφικούς Αγώνες Ποίησης για το ποίημα: «Στην κοιλάδα των ωραίων αγαλμάτων» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.
   - τιμητική διάκριση στο ποίημα : «Η γύρη του πονεμένου πρόσφυγα» (με θέμα την Προσφυγιά) από το Δήμο Χορτιάτη. 
   - έπαινο στο διήγημα: «Κάτω από τον ήλιο» από την Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Διοτίμα και Μούσες» στο Βόλο. 
   - πρώτο βραβείο μικρής ποιητικής συλλογής με τίτλο: «Δέκα σκάλες προς τον ουρανό» από τον Διεθνή Πολιτιστικό Οργανισμό: «Το Καφενείο των Ιδεών» που εδρεύει στη Σαλαμίνα. 
   - 3ο βραβείο στο ποίημα: «Αυτογνωσία» από το Ωδείο Φουντούλη στο Βόλο. 
   - 2ο βραβείο στο λαογραφικό διήγημα: «Το αλμυρότερο δάκρυ» και έπαινο στο ποίημα: «Ήθελα να πω δυο λέξεις» από το πολιτιστικό περιοδικό «Δευκαλίων ο Θεσσαλός». 
   - 2011 2ο βραβείο στη νουβέλα: «Η άγνωστη ιστορία του Στέλιου Ιγνατιάδη» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.
   - Α΄ μετάλλιο σε επιστολή αγάπης από την Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Διοτίμα και Μούσες» στο Βόλο.
   - Δίπλωμα πρόκρισης στους ΚΣΤ΄ Πανελλήνιους Δελφικούς Αγώνες Ποίησης για το ποίημα: «Στην καταδικασμένη πόλη» από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.   
   - Τον μοναδικό έπαινο στο πεζογράφημα (παιδικό μυθιστόρημα): «Το νησί και το αθάνατο νερό» από τον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός».

Έργα-συμμετοχές:
   - Τον Απρίλιο του 2010 κυκλοφόρησε η πρώτη μου προσωπική ποιητική συλλογή με τίτλο: «Παράθυρο στα όνειρα» (αυτοέκδοση), η οποία έλαβε το Νοέμβρη του 2010 βραβείο στο διαγωνισμό βιβλίου που διοργάνωσε «Το Καφενείο των Ιδεών».            
   - Το 2009 συμμετείχα στην ανθολογία «Ποίηση και Ζωγραφική», η οποία εκδόθηκε από την «Υδρόγειο» και τη Μη Κυβερνητική Οργάνωση για τον Πολιτισμό «Αργοναύτες», με το ποίημά μου: «Η όραση των αγαθών».
   - Το 2011 συμμετείχα στη συλλογή «Επιστολή Αγάπης», η οποία εκδόθηκε από την Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Διοτίμα και Μούσες».


Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου