Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος και η «κερένια κούκλα»


   «Κάθε μέρα γινόταν πιο αδύνατη, πιο μυτερή στο πρόσωπο». Μ’ αυτή τη φράση ξεκινά το πρώτο κεφάλαιο του μοναδικού μυθιστορήματός που έγραψε ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος. Και συνεχίζει στις επόμενες σειρές κάνοντας την περιγραφή της απόλυτης αδυναμίας μιας γυναίκας, η οποία αποτελεί ένα καθημερινό δείγμα μέσα από το πλήθος του απλού και βασανισμένου λαού στις αρχές του 20ου αιώνα. Αυτή η γυναίκα είναι η φυματική Βεργινία που με δυσκολία καταφέρνει ν’ ανέβει λίγα πέτρινα σκαλοπάτια χωρίς να σταματήσει για να πάρει κάποιες ανάσες.
   Η επιλογή του θέματος ήταν κιόλας πρωτοφανή και ξάφνιαζε τον γνώστη του λογοτεχνικού έργου του Χρηστομάνου, ειδικά εκείνου που είχε βυθιστεί στο ακόρεστο ονειροπόλημα του συγγραφέα, του χαμένου στην ομορφιά του κόσμου της Βασίλισσας Ελισάβετ της Αυστρίας, από την ιδανική μορφή της οποίας αντλούσε τον υπερβολικό έρωτά του για κείνη. Γοητεύτηκε από τον «αισθητισμό», όπως και αρκετοί άλλοι λογοτέχνες, και προχώρησε σύμφωνα με τα μηνύματα και τους σκοπούς αυτής της τάσης σε μια εκφραστική ελευθερία, ανακαλύπτοντας καινούργιους τρόπους γραφής. Στις αναζητήσεις του κυρίαρχο ρόλο έπαιξαν η ομορφιά και η ενασχόληση με το κυνήγι της λαμπερής λέξης, της παράξενης και απροσδόκητης φράσης, της αποτύπωσης των πιο ανοίκειων συναισθημάτων, πολλές φορές ακραίων που ταίριαζαν με τις γενικότερες ροπές των «αισθητών» προς τις ποικίλες απολαύσεις.
   Με την «κερένια κούκλα» ο Χρηστομάνος είχε μεταπηδήσει ήδη σ’ ένα στενάχωρο και ρεαλιστικό θέμα. Το συγκεκριμένο έργο του απηχεί την απαισιόδοξη στάση του συγγραφέα για τη ζωή, η οποία υφάνθηκε μέσα στο μελαγχολικό δίχτυ των φιλοσοφικών αντιλήψεων του Σοπενάουερ. Εκφράζει μια ενδογενής παθογένεια· την εσωστρέφεια και την μοναξιά, την έλλειψη αυτοπεποίθησης ενός ανθρώπου που ταλαιπωρείται από μία ασθένεια. Μετά από ένα σοβαρό ατύχημα της παιδικής ηλικίας, του προκλήθηκε ο γνωστός ραχιτισμός. Άρα πρέπει να υπολογίσουμε τα δεσμευτικά ψυχολογικά όρια της ιδιοσυγκρασίας του, που τον εμπόδιζαν να πετάξει ελεύθερος πάνω από την πόλη του, την Αθήνα. Το αληθινό και ανυπέρβλητο πέταγμά του είχε πραγματοποιηθεί πολύ πιο πριν· όταν έγραψε το περίφημο «Βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ» στην υπέροχη Αυστριακή πόλη, τη Βιέννη. Όμως αυτή η σωματική δυσμορφία τον οδήγησε σ’ επιτυχημένες προσπάθειες να δώσει με την τέχνη του στη ζωή ό,τι ακριβώς της έλειπε. Ξέφυγε από τους συνηθισμένους εκφραστικούς τρόπους και τα πολυδουλεμένα θέματα, ανανεώνοντας τον φθαρμένο κόσμο του δημιουργού με τα δικά του ιάματα, αυτά του ρομαντισμού και της ευαισθησίας. Η υιοθέτηση ενός μελαγχολικού τόνου επένδυε με μουσική τις φράσεις του, ενώ η επιλογή σπάνιων οπτικών εντυπώσεων έφτανε στα άκρα του μελοδραματισμού τις περιγραφόμενες καταστάσεις και τα συναισθήματα των προσώπων. Σ’ αυτούς τους «συναισθηματικούς γλυκασμούς» και στο «σκηνοθετημένα μελοδραματικό πολλών σκηνών» αναφέρονται αντίστοιχα ο Απόστολος Σαχίνης στο «Νεοελληνικό Μυθιστόρημα», Εκδόσεις Γαλαξία και ο Αντρέας Καραντώνης στη «Νεοελληνική Λογοτεχνία / Φυσιογνωμίες Α», Εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα. Πάντως, όσο και αν προσπαθήσει κάποιος να θεωρήσει ως σημαντικές ατέλειες μερικά συμπτώματα της γραφής κάθε «αισθητή», πρέπει να λάβει ιδιαίτερα υπόψη την απελευθέρωση της έκφρασης που συντελέστηκε μέσω αυτών, κυρίως των πιο μετριοπαθών που δεν έφτασαν στα άκρα των απολαύσεων, της λαγνείας και του εκκεντρισμού τύπου Oscar Wild. Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος κράτησε μια κριτική στάση απέναντι στην ομορφιά και δούλεψε την έκφραση σε άγνωστα μέχρι τότε μονοπάτια για τον Ελληνικό δημιουργικό χώρο.
   «Όσοι δεν είδατε γυναίκα μαραμένη πως ξανανθίζει μες του αγαπημένου αγοριού την αγκαλιά, πως ροδίζουν τα μάγουλά της και φλογοκαίν τα χείλη της και τα μάτια της πετούνε σπίθες, θυμηθήτε τουλάχιστον τα μαραμένα τριαντάφυλλα στο νερό: πως σηκώνουν τ’ ανθόφυλλά τους και ξαναπαίρνουνε δροσιά και χρώμα και χύνουν καινούργιο μύρο σα να ξεσκούν εκείνη τη στιγμή!». Σε τέτοιες όμορφες περιγραφές αποκαλύπτεται ένας μεγάλος ποιητής που αναδεύει τ’ όνειρο μες στην ψυχή του, για να απλώσει το ποτάμι της έμπνευσής του μ’ ελπίδα πάνω στα μυθιστορηματικά του πρόσωπα, στον ίσκιο της ανθρωπιάς, ν’ αφουγκραστεί τις προσδοκίες τους, ώστε ν’ αντικρίσουν τη ζωή με θάρρος, παρόλη την κακοπάθειά τους και την σκληρή τους μοίρα.
   «Ο Υμηττός, σαν κανένας υπναράς τρελλός (που ’χει τον ύπνο του για τρέλλα), πλαγιασμένος με τις πλάτες γυριστές, με μίαν ατέλειωτη γαλήνη γαλάζια κ’ ησκιερή στο ξάπλωμά του». Ο Υμηττός παρουσιάζεται στα μάτια του παρατηρητή με ανάλογες ανθρώπινες ιδιότητες, ενώ στις προηγούμενες γραμμές γίνεται αναφορά στον βράχο του Φιλοπάππου, δηλαδή στο χώρο και στο γύρω τοπίο όπου θα κινηθεί η δράση, η πλοκή του μυθιστορήματος και θ’ αναπτυχθεί το ανθρώπινο δράμα στο κρεβάτι της δυστυχίας μέσα στην κατοικία των απλών βιοπαλαιστών.
   Η ζωή πλέκει έναν ανυπόφορο και βασανιστικό κλοιό για τον ξυλογλύπτη Νίκο, λόγω της φοβερής αρρώστιας της γυναίκας του Βεργινίας. Φέρνει ακόμη μια πρόσκαιρη, μα έντονη χαρά στο αντίκρισμα της νιότης και του έρωτα στο πρόσωπο της οικιακής βοηθού Λιόλιας. Χειμαρρώδη συναισθήματα γεννιούνται στην καρδιά του Νίκου και τον κάνουν να ξεφύγει για λίγο από τη δυστυχία. Ώρες ευτυχίας τον καθησυχάζουν, τον τραβούν απρόσμενα από τον βούρκο της ανησυχίας, της στεναχώριας, της ταραχώδης σκέψης και της φριχτής παράδοσης στη μοίρα του. Του φέρνουν κοντά ένα σύντομο παράδεισο, όπου μέσα του πλέκονται οι μεγαλύτερες και πιο σπουδαίες σκηνές του μυθιστορήματος. Το βαρύ κλίμα υποχωρεί για να κυριαρχήσει η ξεγνοιασιά και το αβίαστο κέφι, που τους προσφέρει το πλήθος των μασκαράδων της αποκριάς και που θα παρασύρει τους δύο ερωτευμένους στη βίωση ευχάριστων αισθημάτων.
   Στο πέμπτο κεφάλαιο που έχει τον τίτλο «Ο κάμπος με τα λουλούδια» δίνεται η θαυμάσια περιγραφή της άνοιξης στο αθηναϊκό τοπίο, στον καταπράσινο κάμπο της Καλλιθέας. Προετοιμάζονται κατάλληλα οι ψυχές των ερωτευμένων, ώστε να νιώσουν το ερωτικό πάθος να φουντώνει, ζητώντας διέξοδο στο σωματικό σμίξιμο. «Κόβε λουλούδια, κοριτσάκι, κόκκινα λουλούδια σαν το αίμα των παρθένων και σα χείλια που ματώνουν τα φιλιά! Μάζευε κίτρινα άστρα σαν τ’ ουρανού, γιατί σε λίγο η ψυχή σου θα γίνει ουρανός κι αυτά θα τη φωτίσουνε!».
   Παραθέτω δύο ακόμη χαρακτηριστικά αποσπάσματα: «Αχ! μυγδαλιές! γιατί να φανερωθήτε μπρος στα μάτια του κοριτσιού ενώ έτρεχε να ξεφύγη μακριά από τ’ αγόρι! Και γιατί να μην τα κλείση τα μάτια της η κόρη, μόνο ν’ αφήση να τηνέ σύρη το γλυκό σας φέγγος κάτω απ’ τ’ ουρανού σας το λουλουδένιο μεθύσι.
   Και παραμέρισε τα βάτα η Λιόλια και πήγε κάτω απ’ τις μυγδαλιές και ξέχασε όλα γύρω της: τον κάμπο με τα λουλούδια και τις μέλισσες που ηθέλανε να την τσιμπήσουν και τις πεταλούδες που την πείραζαν και το Νίκο που την είχε φιλήσει και ξεφώνιζε από λαχτάρα για τους ανθούς τους άσπρους».
   «Και βούϊζαν οι μέλισσες πεσμένες απάνω στα ανθισμένα χιόνια σα να ’ταν τα δέντρα όλα μαζί μια θεόρατη κυψέλη. Κ’ έσμιγαν οι μυγδαλιές τ’ ανθόφυλλά τους, τα διάφανα σαν από μετάξι, τόσο κοντά το ’να μες τ’ άλλο που έκαναν έναν πηχτόν τοίχο πιο αδιαπέραστο κι απ’ των φρουρίων την πέτρα για την ευδαιμονία των ανθρώπων, και το μύρο των ανθών είχε μεθύσει τον αέρα και τον κρατούσε σε μια νάρκη, ασάλευτο, σαν κάποιο χαμόγελο απάνω στο λαχταριστό στόμα μιας παρθένας κοιμισμένης».
   Το τέλος όμως της ιστορίας προμηνύεται σκληρό και πικρό για τους νέους που άγγιξαν κάποτε την ευτυχία. Ακολουθούν πολλά δυσάρεστα γεγονότα που αποδεικνύουν το αποτρόπαιο πρόσωπο της μοίρας: η Βεργινία πεθαίνει και το νέο ζευγάρι που παντρεύεται φέρνει στον κόσμο ένα ατροφικό κορίτσι, που μοιάζει σαν «κερένια κούκλα». Κι εκείνο έχει την ίδια κατάληξη. Ο Νίκος μαχαιρώνεται από έναν αντίζηλό του και ξεψυχάει. Η αλυσίδα αυτών των οδυνηρών συμβάντων αφήνει εμβρόντητο τον αναγνώστη, ο οποίος είχε εθιστεί κατά τη διάρκεια της αφήγησης σε λεπτούς αισθησιασμούς και σε υμνωδίες της ομορφιάς και του έρωτα. Αυτό που δεν περιμένει κανείς είναι το τόσο τραγικό τέλος του μυθιστορήματος, αλλά η συγκεκριμένη λύση που επιλέγεται είναι η πιο ταιριαστή στην ψυχή και στη φιλοσοφική θεώρηση του συγγραφέα.
   Συμπερασματικά, δεν πρέπει να επικεντρωθούμε σε κάποιες ακραίες δραματοποιήσεις αλλά περισσότερο να αισθανθούμε και να βυθιστούμε στις προθέσεις και στον λόγο ενός εξαίρετου «αισθητή», που όταν μιλάει για την ευτυχία του ανθρώπου, φτάνει σε αριστουργηματικές ποιητικές στιγμές. Μόνο και μόνο το γεγονός ότι επέλεξε να γράψει για τους καθημερινούς και άσημους ανθρώπους, γι’ αυτούς που δεν κυλάει ούτε ίχνος γαλάζιου αίματος στις φλέβες του, τον καταξίωσε στη συνείδηση αναγνωστών και λογοτεχνών. Κανείς Έλληνας «αισθητής» δεν τόλμησε να διαλέξει ανάλογο θέμα και όλοι πραγμάτωναν τις πνευματικές τους συλλήψεις μέσα σε θολά και αξεδιάλυτα νοήματα. Τον σκοπό της ομορφιάς εξάγνιζε η εξωτερική μορφή του δημιουργήματος, το περίβλημά του, γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο εκείνοι δε θέλανε να «σπαταλήσουν» το χρόνο τους, για ν’ αγγίξουν τις «μικρές» ανησυχίες του καθημερινού, αλλά γι’ αυτούς απρόσιτου και απογυμνωμένου ανθρώπου.


**  Σημαντικές πληροφορίες αντλήθηκαν από το σύγγραμμα: «Η Γλώσσα της Κριτικής / Αισθητισμός» του R. V. Johnson, σε μετάφραση Ελένης Μοσχονά, Εκδοτική Ερμής Ε. Π. Ε. Α΄ ανατύπωση (Σεπτέμβριος 1984).

Λάσκαρης Π. Ζαράρης
Νέα Αγχίαλος Μαγνησίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου