Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Τρία ποιήματα και ένα απόσπασμα από μυθιστόρημα της Μαρούλλας Πανάγου

Βιογραφία της Μαρούλλας Πανάγου

Η ποιήτρια και συγγραφέας Μαρούλλα Πανάγου είναι Κύπρια και γεννημένη στην Περιστερώνα Πάφου το 1952.
Άρχισε να γράφει από τα δεκάξι της, πρώτα στην Κυπριακή διάλεκτο κι έπειτα στη Νέα Ελληνική.
Το 1974 τρεις μήνες πριν από το πραξικόπημα μετανάστευσε στη Νότιο Αφρική, όπου διαμένει μέχρι σήμερα και συνεχίζει ν’ ασχολείται με τη λογοτεχνία .
Είναι μέλος του Πνευματικού Πρακτορείου Γιοχάνεσμπουργκ και πριν λίγα χρόνια μέλος της Διεθνής Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών. (Δ.Ε.Ε.Λ ). Λόγω όμως προσωπικών λόγων αποσύρθηκε πριν λίγο καιρό. Μέχρι σήμερα έχει βραβευτεί συνολικά 26 φορές και φέτος με δυο διακρίσεις από το Πολιτιστικό Παρασκευαΐδιο Κέντρο στην Αθήνα. Η πρώτη για την τελευταία ποιητική συλλογή της: «Χθές -Σήμερα -Αύριο που κυκλοφόρησε το 2008 και η δεύτερη για το ποίημά της: «Φύσημ’ αέρα λευτεριάς ν’ αναστηθείς» για τον φετινό διαγωνισμό ποίησης για την Αμμόχωστο .
Έλαβε μέρος στο πρώτο Συνέδριο Αποδήμων Λογοτεχνών που πραγματοποιήθηκε στους Δελφούς τον Σεπτέμβριο του 1992 έπειτα από επίσημη πρόσκληση του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας.
Της απονεμήθηκε Τιμητικό Δίπλωμα από την ΔΕΕΛ, όπως και το μετάλλιο «Παρθενώνας» για την προσφορά της στα Ελληνικά γράμματα. Άρθρα και ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες. Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές και το πρώτο μυθιστόρημά της με τίτλο: «Το μενταγιόν της ευτυχίας». Έχει για έκδοση συλλογή παιδικών διηγημάτων όπως και συλλογή διηγημάτων για μεγάλους.



Μαύρη επέτειος πάλι κι ο χρόνος προσπερνά.
37 χρόνια η προσμονή ν’ αντικρίζει
την άδεια θέση στο τραπέζι μας.
Κι ακόμα η καμπάνα να μη θέλει να χτυπήσει χαρμόσυνα.
Περπατάμε πάλι και κοιτάμε
κι ο κόσμος πηγαινοέρχεται,
στην οδό Λήδρας.
Εκεί που αποθέσαμε άλλη μια φορά τις ελπίδες
των δυόμισι μας χρόνων
Να φύγει ο κακός δράκος του παραμυθιού
κι όλα να γίνουν σαν και πρώτα.
Μα ο ζωντανός εφιάλτης
άλλη μια φορά ανασκαλεύει τις στάχτες
της ναρκωμένης μας θύμησης,
που παρά τα «μη» και «δεν πρέπει» μας ξεφεύγει
κι αποκοιμιέται
κι ας είν’ γλυκός ο ύπνος της λησμονιάς.
Μες στο όνειρο να σε παίρνει εκεί.
Στο σπίτι το πατρογονικό.
Που σου ’καναν τη χάρη
να το κοιτάξεις από μακριά
Μα είν’ δικό σου τούτο το χώμα.
Το καταπατημένο σου το δίκιο.
Που πιάστηκε στον ύπνο.
Και που προστάζει τώρα τούτο
το κουρασμένο πρωτόπνι
να ξεπετάγεται απάνω.
Σαν το ταρακουνάει η ενοχή
του αξεπλήρωτου χρέους
που δεν πρέπει να ξεχνιέται.
Να μη λησμονάει τη χώρα μας.
Όλοι την ξέχασαν κι ο ξένος πόνος
δεν αγγίζει τις αδιάφορες καρδιές .
Μα η υπομονή εκεί! Δεν το κουνάει ρούπι.
Να διαμαρτύρεται ειρηνικά
για να ξυπνήσει τις κοιμισμένες συνειδήσεις.
Μήπως.....
Μήπως...
Μήπως ...
Κατά λάθος βρει μια τόση δα θέση
να προηγηθεί το αίτημα του δίκιου
στην παραφορτωμένη ατζέντα τους.



ΦΥΣΗΜ’ ΑΕΡΑ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ Ν’ ΑΝΑΣΤΗΘΕΙΣ

Αμμόχωστος.
Βασίλεψαν τα όνειρά σου Βασιλεύουσα
36 χρόνια τώρα, π’ όλα  μαρμάρωσαν.
Και καρτερούν και καρτερούν
Φύσημ’ αέρα λευτεριάς ,ν’ αναστηθούν.

Αμμόχωστος μου πικραμένη
μαρμάρωσαν τα όνειρά σου
κι είναι μαχαίρι στην πλευρά σου
Βασίλισσά μου προδομένη.
Και καρτερείς και καρτερείς σε κάγκελο υπομονής
φύσημα αέρα  λευτεριάς ν’ αναστηθείς να λυτρωθείς.

Πικρή σκλαβιά πικρό ποτήρι μες την καρδιά σου είν’ η χολή
Της λευτεριάς το πανηγύρι κι ανάσταση πότε θα ’ρθει;

Βαριά τ’ Αγαρηνού η αρβύλα Βασιλεύουσα
τα χρυσοπράσινα σου φύλλα αχ! φυλλορρόησαν
πέσανε καταπατημένα και σε αφήσανε ορφανή
και ψάχνει η μάνα το παιδί της κι ο αδελφός την αδελφή.

Πότε ο ήλιος θ’ ανατείλει  Αμμόχωστος ν’ αναστηθείς
να ’ρθει ξανά γέλιο στα χείλη κι απ’ τον σταυρό να λυτρωθείς;

Πότε στην αγκαλιά της μάνας Αμμόχωστος θε να χωστείς
και με στο μητρικό της χάδι γλυκά για να κανακευτείς.
Στεφάνι με  λεμονανθούς και μύρα  τότε στα πόδια σου θ’ αφήσω
και να ’ναι δάκρυα χαράς τη λευτεριά σου ν’ αντικρίσω.
Αμήν και πότε θε να’ ρθει φύσημ’ αέρα λευτεριάς ν’ αναστηθείς.



ΣΤΗ ΧΑΜΕΝΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΝΑ

Έπεσε με τιμή στο καθήκον
Η Αγγλίδα ηρωίδα
Συγχαρητήρια στον σύζυγο
και στους γονείς
κι όλοι να την θυμούνται
σαν άδραχνε τη ζωή,
που της την στέρησε
η αδέσποτη σφαίρα.

Ποιος όμως την κάλεσε
στην πρώτη γραμμή του μετώπου;
Σ’ ένα πόλεμο με δίχως νικητές;
Ποιος θα απολογηθεί σε κείνη
για το χαμό της;
Ποιος θ’ αναστήσει το χαμόγελο
της ηρωίδας που χάθηκε;
Οι βασιλείς που καλά κάθονται
στ’ ανάκτορά τους;
Ή οι πρόεδροι
που απλά αποφάσισαν;



Το μενταγιόν της ευτυχίας - Μαρούλλα Πανάγου

   -Φανή, μια ώρα σε φωνάζω, δεν μ’ ακούς; Ακούστηκε με μια επιφανειακή αυστηρότητα η βραχνή γεροντική φωνή, καθώς ανέβαινε με κόπο τα σκαλοπάτια η μαυροφορεμένη γριούλα. Κάθε σκαλοπάτι και γλάστρα. Βασιλικά, κατιφέδες, κολεοί που μπλέκονταν με τις πράσινες κληματσίδες κι έκαναν το ανέβασμα επικίνδυνο.
   Τα γέρικα πόδια με τα φαγωμένα γόνατα έτριζαν καθώς προχωρούσαν σιγά-σιγά για να μην σκουντουφλήσει κι είχαν μετά τρεχάματα. «Ο γέρος από πέσιμο ή από χέσιμο κινδυνεύει να πάει», ψιθύρισε η γιαγιά με φόβο κι έβαλε προσεκτικά το πόδι στο επόμενο σκαλοπάτι. Κι είχε αρκετούς λόγους να προσέχει γιατί δεν υπήρχε κανένας άλλος να φροντίζει, κούτσα-κούτσα τα ζωντανά όπως έκανε τώρα, για να βγάζει ένα μικρό εισόδημα που έφτανε όσο για να στέλνει το ορφανό στο σχολείο. Είχε κάνει αμέτρητες θυσίες για να αφήσει οτιδήποτε να εμποδίσει τη μοναδική εγγόνα που είχε να σπουδάσει. Η γιαγιά ποτέ δεν θα επέτρεπε κάτι τέτοιο. Απ’ το μυαλό της πέρασαν και πάλι τα λόγια του δασκάλου όταν της έλεγε τότε πριν πέντε χρόνια.
   -Είναι πανέξυπνη και να την χαίρεστε. Θα είναι αδικία, θεία Μαρία, να μην πάει στο γυμνάσιο. Αν την στείλεις σίγουρα θα γίνει μεγάλη επιστήμονας η μικρή.
   -Μα, κύριε δάσκαλε, που θα βρω εγώ τα λεφτά, χήρα γυναίκα. Δεν έχω βοήθεια από πουθενά. Ίσα που  βγάζω τα έξοδά μας με το κοπάδι.
Μα ο δάσκαλος επέμενε, η Φανή ήταν με διαφορά η καλύτερη μαθήτρια, θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του να τη βοηθήσει. Αν χρειαζόταν θα έφτανε ακόμα μέχρι και το Γραφείο Ευημερίας.
   -Θα κάνω αίτηση για να ’ρθουν να εξετάσουν την περίπτωσή της. Αν διαπιστώσουν πως χρειάζεστε βοήθεια τότε κάθε μήνα θα παίρνεις κάπου δυο λίρες επίδομα. Δεν είναι και πολλά, αλλά «απ’ το ολότελα καλή κι η Παναγιώταινα», που λένε. Με την εξυπνάδα που τη διακρίνει σίγουρα θα την πάρει την υποτροφία, είπε με σιγουριά, δεν θα την αδικήσουν.
   «Αδικία; Και γιατί να μην της κάνουν αδικία τούτη τη φορά δηλαδή; Ποιος γνοιάστηκε για μένα τόσα χρόνια;», διερωτήθηκε η γιαγιά δύσπιστα. Είδαν πολλά τα μάτια της στη ζωή της για να πιστεύει στα θαύματα. «Εγώ σ’ αυτόν τον κόσμο την αδικία την έζησα στο πετσί μου, κύριε δάσκαλε. Σ’ εμένα τέτοια πράγματα; Εγώ πια δεν ελπίζω σε τίποτα!», μονολογούσε κάθε που το θυμόταν.
   Πίστεψε όμως αργότερα, όταν η επιμονή του δασκάλου απέφερε καρπούς και αντί να πληρώνει δίδακτρα, της τα χάριζαν. Και όχι μόνο δεν πλήρωνε αλλά έπαιρνε κι από πάνω ένα χρηματικό βραβείο ως η καλύτερη μαθήτρια.
   Με αυτές τις σκέψεις άνοιξε την ξεβαμμένη πράσινη πόρτα του ανωγιού. Οι σκουριασμένοι μεντεσέδες έτριξαν ανατριχιαστικά. Η ματιά της έπεσε ανήσυχη στη μικρή που ακόμα κοιμόταν αμέριμνα. Ξαπλωμένη κάτω στα πόδια της η Χιόνα, η κάτασπρη γάτα τους, γουργούριζε και κοίταζε την γιαγιά με μισόκλειστα μάτια. Την είδε να ανακάθεται και να γλείφει με τη ροζ της γλωσσίτσα την πλούσια γούνα της. «Θα ’χουμε σύντομα ξένους», σκέφτηκε. Ήταν μια παλιά προκατάληψη απ’ τις πολλές που όριζαν τη ζωή των ανθρώπων σ’ αυτά τα μέρη.
   Η γιαγιά αναστέναξε βαθιά κι απόμεινε να καμαρώνει για λίγο  την εγγονή της. Ο λόγος που δεν τρελάθηκε ακόμα μετά από τόσες συμφορές που την βρήκαν ήταν η ύπαρξη τούτου του παιδιού.
   Συνήθιζε να κοιμάται στο διπλό κρεβάτι των γονιών της που δεν ήταν πια μαζί τους, με το μαξιλάρι αγκαλιά και τα πλούσια καστανόξανθα μαλλιά να της σκεπάζουν τις νεανικές της πλάτες. Ποιος ξέρει ποιους μυστικούς διαδρόμους επικοινωνίας είχε ανοίξει και διαδρομές για να επικοινωνεί με τους γονείς της που δεν ευτύχισε να δει σ’ αυτό τον κόσμο;
   -Φανή, ξύπνα παιδάκι μου, είπε σιγανά και σκουντώντας την απαλά της τράβηξε το σεντόνι. Η κοπέλα χαμογέλασε ελαφρά μες τον ύπνο της, σημάδι πως έβλεπε κάποιο ευχάριστο όνειρο.
   Η γιαγιά λυπόταν να την ξυπνήσει απάνω στο γλυκό στερνόπνι. Eίχαν όμως να κάνουν μπουγάδα και μετά να τρέξει στη στάνη. Tη σκούντηξε στην αρχή διστακτικά κι αργότερα φώναξε πιο δυνατά να την ξυπνήσει.
   -Άντε, υπναρού μου, πρέπει να σηκωθείς! Πρέπει να βιαστούμε, όσο κάθεται ο βοσκός τα γίδια ξεμακραίνουν, άντε κι ήλιος έχει ανέβει κιόλας ίσαμε δυο κονταριές, το νερό ζεστάθηκε.
   Η μικρή μισάνοιξε ναζιάρικα το ένα της μάτι.
   -Αχ, γιαγιάκα μου, τι ώρα είναι; Έριξε μια νυσταγμένη ματιά στο μικρό ρολογάκι της, δώρο απ’ την νονά για τα γενέθλιά της.
   -Γιαγιά...μα είναι μόλις έξη, μουρμούρισε. Άσε να κοιμηθώ λιγάκι ακόμα σήμερα που ’ναι Σαββάτο!
   Έκλεισε τα μάτια και χώθηκε πάλι στο όνειρο που άφησε στη μέση. Η γιαγιά όμως επέμενε.
   -Χριστός και Παναγιά, παιδάκι μου! Έχω αργήσει για τη βοσκή και τα ζωντανά θα ’χουν ρημάξει τώρα τη στάνη. Άντε, σηκώσου να σε χαρώ κι έχω και τ’ άρμεγμα ακόμα, είπε κι άνοιξε διάπλατα το παράθυρο. Ο ήλιος λαμπερός, έλουσε το δωμάτιο αναρριπίζοντας τις ακτίνες του στον καθρέφτη της ντουλάπας απέναντι. Το φως χύθηκε απαλό στο κρεβάτι αφού χάιδεψε στο πέρασμά του τα πέταλα της μπεκόνιας που βρισκόταν στο περβάζι.
   Η κοπέλα θαμπωμένη από τη ζεστή καλημέρα των ηλιαχτίδων, ανοιγόκλεισε τα γαλαζοπράσινα μάτια της με τις μεγάλες βλεφαρίδες, δυσανασχετώντας. Tέντωσε νωχελικά τα χέρια για να ξεμουδιάσει κι ύστερα μουρμούρισε  τεμπέλικα.
   -Γιαγιά, εσύ μπορείς να πας. Δεν είναι δα και η πρώτη φορά που θα κάνω μόνη την  μπουγάδα !
   -Το ξέρω, παιδάκι μου, μα είπα να σε βοηθήσω για να ’χεις κι εσύ ώρα να τελειώσεις εκείνο το βλογημένο το φουστάνι, δικαιολογήθηκε η γιαγιά.
   Η κοπέλα μουδιασμένη ακόμα απ’ του ύπνου τη νίλα χάιδεψε τη γάτα που, βλέποντας ξύπνια τώρα την κυρά της, σηκώθηκε με  μεγαλοπρέπεια βασίλισσας, και τρίφτηκε ναζλίδικα απάνω της.
   -Γιαγιά, ο γάμος είναι την άλλη Κυριακή κι απόμειναν μόνο τα συγυρίσματα. Έχω όλο τον καιρό μπροστά μου, μην ανησυχείς, την καθησύχασε.
   -Το ξέρω, πώς δεν το ξέρω, αλλά έχουμε και άλλες δουλειές να σε χαρώ, γκρίνιαξε η γιαγιά και μάζεψε τα ρούχα της μικρής από το πάτωμα.
Αν και γνώριζε πως η εγγονή της ήταν αρκετά άξια, πάντα ανησυχούσε και δεν σταματούσε λεπτό να τη συμβουλεύει και να τη νουθετεί. Κατά την γνώμη της, οι καλές κοπέλες έπρεπε να κοιτάζουν πρώτα τη δουλειά τους και να μην τεμπελιάζουν.
   Η κοπέλα είχε συνέλθει εντελώς, πετάχτηκε αποφασιστικά απ’ το κρεβάτι.
   -Άντε, γιαγιά μου, σηκώθηκα, είπε γλυκά κι αγκαλιάζοντάς την, της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο ρυτιδωμένο της μάγουλο που ξάφνιασε τη γιαγιούλα.
   -Ξέρεις πώς μου πηγαίνει γιαγιάκα μου; Κούκλα με κάνει, κούκλα σου λέω. Όταν με το καλό χορέψουμε στο γάμο ζεϊμπέκικο με τον Αντώνη, όλοι θα μας καμαρώνουν, είπε και πιάνοντας τα ζαρωμένα  της χέρια, της έδωσε ένα γύρο που  την έκανε  να ζαλιστεί.
   -Σιγά κορίτσι μου και θα με πλαντάξεις στο πάτωμα, έβαλε τις φωνές η γριά. Τώρα που το λες, δεν νομίζεις ότι έχεις μεγαλώσει πια για να είσαι όλη την ώρα με τον Αντώνη και να χορεύεις  μαζί του, κορίτσι πράμα;
   -Γιατί όχι, γιαγιάκα μου; Τον Αντώνη σαν αδελφό μου τον βλέπω, δεν κάνουμε τίποτα κακό. Ούτε και χορεύω με κανέναν άλλο, είπε κοιτάζοντάς την με βλέμμα γεμάτο ειλικρίνεια. Η γιαγιά δεν είχε λόγο να αμφιβάλλει πια, η ματιά της την καθησύχασε.
   Κι αλήθεια, μια αγνή αδελφική αγάπη έδενε τα δυο παιδιά, σχεδόν από τότε που ήρθαν στον κόσμο κι όλοι στο χωριό την αποδέχονταν σαν κάτι το φυσιολογικό. Όμως τώρα  που μεγάλωσαν είχε δίκιο ν’ ανησυχεί, τι άλλο όμως μπορούσε να κάνει;
   -Τότε εγώ να πηγαίνω κι εσύ με το νου σου, έτσι;
   -Αμάν, βρε γιαγιά, νισάφι πια! Δεν βαρέθηκες να κοπανάς τα ίδια και τα ίδια; Έγνοια σου, ξέρω τι κάνω. Μεγάλωσα, το είπες και μόνη σου, απάντησε με αυτοπεποίθηση  η κοπέλα.
   Η γιαγιά χαμογέλασε κάτω απ’ τα μουστάκια της ικανοποιημένη. Διαπίστωνε πως τα λόγια της δεν πήγαν του βρόντου. Κατέβηκε σιγά-σιγά τα σκαλοπάτια κι ύστερα έλυσε το γαϊδούρι που ήταν δεμένο στο ξεπόρτι και  κίνησε για τη στάνη.
   Η Φανή με μάγουλα κατακόκκινα σαν ρόδια ακόμα απ’ τον ύπνο, στάθηκε για λίγο μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο. Η ματιά της διέτρεξε γοργά όλη την έκταση που απλωνόταν μπροστά της κι ακούμπησε την κορυφή του βουνού που ορθωνόταν απέναντι στον ορίζοντα. Στα ριζά του, οι άνθρωποι φαίνονταν σαν μυρμήγκια που πάσκιζαν, μάταια πολλές φορές, για ένα κομμάτι ψωμί, για μια καλύτερη μέρα. Γι’ αυτό, όσο κι αν αγαπούσε το χωριό, δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της να σέρνεται στ’ αχνάρια της γιαγιάς μια ζωή χωρίς ελπίδα για κάτι καλύτερο. Βαρέθηκε τούτον τον τόπο μέχρι αηδίας, πολλές φορές η σκέψη της ταξίδευε σε τόπους μακρινούς, όμορφους, μακριά από τη μιζέρια και τα βάσανα του χωριού.
   Η γιαγιά της, καλή ώρα όπως και τώρα, μια ζωή πάλευε να τη στέλνει στο σχολείο κι αν δεν βοηθούσε κι η νονά, να της ράβει τις ποδιές και να πληρώνει το λεωφορείο τότε θα ήταν ακατόρθωτο.
   Ήταν σε κάτι τέτοιες στιγμές που οι προσδοκίες στην καρδιά της έστηναν χορό, λες και περίμενε τον λαμπροντυμένο γενναίο ιππότη, που θα την ανέβαζε πισωκάπουλα στο άσπρο του άλογο και θα την οδηγούσε σ’ ένα κόσμο αλλιώτικο, ονειρεμένο. Ο πόθος αυτός δεν ήταν φυσικά μια παρενέργεια της μεγαλομανίας της. Το κορίτσι είχε βαρεθεί, κουράστηκε να την κοιτάζουν αφ’ υψηλού τα φαντασμένα πλουσιοκόριτσα που ό,τι ζητούσαν το είχαν στη διάθεσή τους και που ποτέ τους δεν γνώρισαν τη φτώχεια και τη στέρηση, που ποτέ τους δεν έμαθαν τι θα πει στέρηση και ορφάνια. Εκείνες, στις οποίες οι μοίρες χαρίστηκαν, μούλιαζαν ευτυχισμένες στων γονιών τους το χάδι. Η Φανή όμως ζούσε την αδικία και τον πόνο κάθε στιγμή. Η ζωή την είχε διδάξει πως ό,τι ποθούσε έπρεπε να το κερδίσει με τον κόπο και την αξία της. Έτσι, ευχαριστούσε τον Θεό που της έδωσε σαν αντιστάθμισμα εξυπνάδα και οξυδέρκεια, ίσως για να απονέμει δικαιοσύνη. 
   Παρόλα όμως αυτά θα προτιμούσε να τους είχε μαζί της, αυτό δε θα το αντάλλαζε με τίποτα άλλο στον κόσμο.
   -Αν τους είχα! Σκέφτηκε κι έπιασε συχνά τον εαυτό της να ζηλεύει τα άλλα παιδιά που είχαν τους γονείς τους, ενώ εκείνη.... Ευτυχώς που είχε αντιστύλι τούτη δω τη γιαγιά και τη νονά της στις δύσκολες στιγμές της ζωής της. «Ψεύτρα! δεν έχεις και τον Αντώνη τον παιδικό σου φίλο που πάντα είναι κοντά σου; Που μεγαλώσατε μαζί;» Ξεπετάχτηκε μια μικρή φωνούλα μέσα της. Αυτή που πάντα άνοιγε μαζί της διάλογο όταν προβληματιζόταν για κάτι. «Εντάξει, αποκρίθηκε η φωνή της συνείδησής της, δεν λέω, είναι κι ο Αντώνης κι η Χρύσω της νονάς, μην τους ξεχνάμε αυτούς. Μα  είναι το ίδιο; Σε ρωτάω, είναι το ίδιο;» Κι αφημένη στις  σκέψεις της βάλθηκε να ατενίζει κάτω τον πλακόστρωτο δρόμο και την πολύβουη βρύση της γειτονιάς.
   Κοίταξε έπειτα δίπλα από το σπίτι τους, την αυλή  του Αντώνη. Ήταν συγυρισμένη, πεντακάθαρη αναμένοντας το γάμο της Χριστίνας όπου θα ήταν και η πρώτη κουμπάρα. Μ’ αυτή τη σκέψη έφυγε απ’ το παράθυρο και στήθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Κοίταξε για λίγο τον εαυτό της. Ψηλή, με κανονικές αναλογίες, πρόσωπο οβάλ, μύτη ίσια, κανονική, και με δυο τσίλικα πρασινογάλαζα μάτια από πάνω. Σήκωσε έπειτα τα ανακατεμένα απ’ τον ύπνο μαλλιά της κι άρχισε να σκέφτεται πώς θα τα έφτιαχνε για το γάμο.
   Θα ήταν ωραία αν έλεγε στην κομμώτρια να της τα πιάσει κότσο με μπούκλες, μα το χτένισμα κόστιζε πέντε ολόκληρα σελίνια κι η γιαγιά δεν τα είχε. Έτσι, θα τα έφτιαχνε μόνη της. Ακόμα κι ανάρριχτα να τα άφηνε, όμορφα θα ήταν. «Κι όταν θα χορέψουμε με τον Αντώνη το ζεϊμπέκικο, θα λικνίζονται λάγνα μέχρι τη μέση μου», έκανε δεύτερες σκέψεις. Έπρεπε όμως να βιαστεί για να τελειώσει γρήγορα τη μπουγάδα, να καθαρίσει και μετά να  πάει χωρίς άλλο στη νονά για το φόρεμά της.
   Ντύθηκε μάνι-μάνι, χτενίστηκε και έπιασε πίσω αλογοουρά τα μαλλιά της. Κίνησε αεράτη με πηδηχτό ανάλαφρο βήμα, κατέβηκε τις σκάλες σαν αγριοκάτσικο και βάζοντάς νερό σε μια πλαστική λεκάνη, πήγε κάτω απ’ τη συκιά όπου βρισκόταν η πέτρινη γούρνα για τη μπουγάδα και το πλύσιμο των πιάτων.
   Έπλυνε το πρόσωπό της, βούρτσισε τα δόντια της και χωρίς άλλο χασομέρι άνοιξε τις πόρτα για να δροσίσει το σπίτι. Ο Ιούνιος ήταν αρκετά ζεστός κι ο ήλιος που το κτυπούσε όλη μέρα ανελέητα, το έκανε ανυπόφορα ζεστό. Ήπιε στη συνέχεια το  κατσικίσιο γάλα που είχε ζεστάνει η  γιαγιά, ρίχνοντας κι ένα κομμάτι χαλούμι στη Χιόνα που δεν σταματούσε να νιαουρίζει και να τρίβεται στα πόδια της. Έπειτα, χωρίς άλλη χρονοτριβή, άρχισε να συγυρίζει.
   Αν και βαριόταν τις δουλειές τις έκανε για το χατίρι της γιαγιάς που όλο της κοπανούσε πως έπρεπε να μάθει νοικοκυριό. «Αλλιώς, πώς θα σε παντρέψω παιδάκι μου, την ρωτούσε». Φυσικά η παντρειά προς το παρόν ήταν το τελευταίο πράγμα που σκεφτόταν γιατί, έτσι όπως κατάντησαν τον γάμο και τον διέσερναν οι άνθρωποι μέσα στους ψυχρούς εμπορικούς τους υπολογισμούς και τα παζαρέματα, δεν την ενδιέφερε. Πώς μπορούσε άλλωστε η καρδιά της ν’ αγαπήσει έναν άνδρα που έπρεπε να τον αγοράσει παζαρεύοντας σαν να αγόραζε γουρούνι; Αυτά κονταροχτυπιούνταν με τη δική της αντίληψη και λογική. Ήταν όμως μια καθημερινή πρακτική για τα πλουσιοκόριτσα που όσο περισσότερη προίκα είχαν, τόσο πιο καλό γαμπρό εξασφάλιζαν. Η ίδια ορκιζόταν πεισματικά πως  ποτέ δεν θα παντρευόταν ένα παλικάρι που να μην τον ερωτευόταν πραγματικά.
   Όσο για το νοικοκυριό, αυτό το έκανε απλά και μόνο για να γλιτώνει  από τη γκρίνια της γιαγιάς. Κι αν καμιά φορά βιαζόταν για να ξεπαστρέψει όσο το δυνατό γρηγορότερα, η γιαγιά  την υποχρέωνε να τα ξανακάνει.
   Δεν της πήρε τώρα πολύ να τελειώσει, το σπίτι σε λίγο ήταν λαμπίκος. Οι ψάθινες καρέκλες ξεσκονισμένες, το τραπέζι στη μέση με το κεντητό τραπεζομάντιλο κι από πάνω ο γαλάζιος μουσαμάς ολοκάθαρος ενώ στην μέση η φρουτιέρα κοίταζε χαμογελαστή, στολισμένη με μήλα από το περιβολάκι τους. Τοποθέτησε έπειτα στις γωνιές του τραπεζιού τις τέσσερις κορνιζαρισμένες φωτογραφίες. Μια, η νυμφική των γονιών της, μια με τη γιαγιά και τον παππού, μια άλλη με τους συμμαθητές της όταν τους πήραν εκδρομή με το σχολείο, κι η άλλη παρμένη από ένα γάμο όπου χόρευαν με τον Αντώνη. Έκοψε στη συνέχεια βασιλικό και κατιφέδες για το βάζο, τα τοποθέτησε με μεράκι πάνω απ’ το τζάκι και σαν τέλειωσε, στάθηκε  μπροστά από την πόρτα για να τα καμαρώσει.
   Το σπίτι ήταν φτωχικό. Είχε όμως μια ζεστασιά που σε εντυπωσίαζε, όπως άλλωστε κι όλα τα παραδοσιακά πετρόχτιστα του χωριού. Στη μέση μια περίτεχνη πέτρινη καμάρα μ’ ένα σιδερένιο χαλκά να κρέμεται στη σύμβλιση στήριζε το δώμα. Το πάτωμά του πλακοστρωμένο, αντανακλούσε τη σεμνή ομορφιά της πέτρας κι ύστερα στη γωνιά το τζάκι, η τσιμινιά,* όπως είναι γνωστή στην τοπολαλιά με το καπνισμένο φρύδι που σκίαζε το πλουμιστό γύψινο ράφι. Ξεχωριστή θέση είχε η πισσωμένη νεροκολοκύθα που πάντα ήταν γεμάτη με σπιτίσιο σπιρτάτο κρασί. Δίπλα της, το μπρούτζινο γουδί και μερικές μπουκάλες από λάδι, ξίδι και ό,τι άλλο φανταστείς.
   Στην άλλη πλευρά ήταν το μεγάλο κρεβάτι της γιαγιάς με σιδερένια και μπρούτζινα κάγκελα κι από πάνω του, ριχτό το σκλουβέρι, ένα πελώριο κουκουλάρικο σεντόνι που δενόταν στη μέση με χονδρό στριφτό νήμα και έπεφτε κάτω σαν τέντα. Πιο πέρα βρισκόταν το σεντούκι που φύλαγε όλα τα σεντόνια και τα υφαντά χράμια, μαζί και τα παραδοσιακά ρούχα της η γιαγιά.
   Τα δικά της η Φανή τα κρεμούσε στη ντουλάπα πάνω στο ανώγι, το σπίτι που είχαν δώσει σαν προίκα στη μάνα της όταν την πάντρεψαν.
Από την άλλη πλευρά ήταν η βιτρίνα με ψιλό πλεκτό σύρμα που φύλαγαν τα φαγητά για να τα προφυλάγουν απ’ τις μύγες. Παντού επικρατούσε μια όμορφη αρμονία που την άφηνε απόλυτα ικανοποιημένη. Πήγε χωρίς έγνοιες στη μπουγάδα κι άρχισε να δουλεύει με όρεξη. Όσο για τη Χιόνα, χορτάτη τώρα, πήγε να κάνει τη βόλτα της, ν’ αρχίσει νταραβέρια με τις  άλλες  γάτες της γειτονιάς.
   Όταν τέλειωσε, πότισε τα λουλούδια κι ύστερα καταϊδρωμένη έκανε το μπάνιο της. Αισθάνθηκε αναζωογονημένη. Τοποθέτησε φραγή μπροστά απ’ τις ανοικτές πόρτες, δύο καρέκλες για να φυλάνε το σπίτι κι ελεύθερη πια, πήρε το δρόμο για τη νονά της κρατώντας το καλαθάκι με τα σύνεργα της ραπτικής για να τελειώσουν το περίφημο φόρεμα.
   Ο δρόμος ήταν έρημος αφού ο περισσότερος κόσμος την ώρα εκείνη καμάτευε στα χωράφια για τις σοδειές. Ετοιμαζόταν να κλείσει την ξύλινη πόρτα, όταν ένα ταξί που σταμάτησε λίγο πιο πέρα της κίνησε την περιέργεια. «Ποιος να ’τανε άραγε τέτοια ώρα»;

Μαρούλλα Πανάγου
Κίμπερλυ
Νότιος Αφρική

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου