Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

Η εμφάνιση μιας σπάνιας ασθένειας

   Στη γερασμένη αυτή πόλη η ζωή κυλούσε ήρεμα. Τα κτίρια υψώνονταν επιβλητικά πάνω απ’ τα κεφάλια των περαστικών στους δρόμους και τις πλατείες, σαν να ψιθύριζαν ιστορίες και μύθους παλιούς. Ένδοξες ημέρες και φιλότιμοι αγώνες σημάδεψαν τους κατοίκους στην ψυχή, στη μνήμη και στο πρόσωπο. Λέω γερασμένη, γιατί η πλειοψηφία της αποτελείται από εκείνα τα σκελετωμένα, καμπουριασμένα γεροντάκια, με τα ισχυρά όμως νεύρα στις αρθρώσεις και το αίμα που παφλάζει με δύναμη στις φλέβες. Από τους νέους κανείς δεν ακούει τις κουβέντες τους, τις θεωρούν κουραστικές. Τι έγιναν οι άνθρωποι με μεγάλα οράματα και  ακραία ηθική;
   Ο γιατρός, που με παρακολουθούσε τακτικά, είχε μείνει έκπληκτος μπροστά στα αποτελέσματα των εξετάσεων: αιματολογικές, έλεγχος ορμονών, γενετικού υλικού και αξονικές τομογραφίες. Το μυοσκελετικό μου σύστημα είχε σταματήσει να εξελίσσεται χωρίς γενικότερες επιπλοκές. Το D.N.A. για κάποιο ανεξήγητο λόγο είχε τεμπελιάσει, μα ο δείκτης νοημοσύνης θα με κατέτασσε στους ιδιοφυείς. Το πλούσιο μαύρο μαλλί εξέπεμπε νεότητα και ακμή, ενώ στα μάτια μου το απαλό φως της γαλήνης σκοτείνιαζε υπό τον τρόμο των τελευταίων κοινωνικών εξελίξεων. Το όνομά μου είναι «Αχρονολόγητος» και ζω στη «Γεροντούπολη». Αθλητικός και γυμνασμένος, όμως τώρα τελευταία προσβεβλημένος από ένα παράξενο μικρόβιο, ιό άγνωστης προέλευσης, ο οποίος δεν αναφέρεται σε κανένα λεξικό ιατρικής ορολογίας.
   Θα σας μιλήσω ειλικρινά και τίμια, χωρίς το φόβο να εκτεθώ απ’ όσα θα πω, γιατί δεν εξαρτάται η εξέλιξή μου -κοινωνική και οικονομική- από άλλους ανθρώπους. Η βιολογική μου ηλικία καθορίζεται στην έβδομη δεκαετία της ζωής μου. Η διανοητική μου ανάπτυξη χαρακτηρίζει άνθρωπο στο ζενίθ της πνευματικής δημιουργίας, σαράντα ετών και κάτι. Η εξωτερική μου εμφάνιση -απουσία ενοχλητικών περιορισμών: πτώσης μαλλιών, άσπρων τριχών, ρυτίδων και αγκυλώσεων στις αρθρώσεις- πρέπει να βρίσκεται στα δώδεκα έτη. Εδώ και πενηνταοχτώ χρόνια λοιπόν λες και πάγωσε ο χρόνος πάνω μου, διατρέχω την ίδια ηλικία, έχοντας μόνιμα την ίδια οπτική του βλέμματος, ανέγγιχτος απ’ τη φθορά, αιώνιο παιδί.
   Στο πνευματικό πεδίο έχω προχωρήσει πολύ, εφόσον μπορώ να έχω τη συνολική εικόνα μισού αιώνα και πλέον στη σκέψη ενός μικρού παιδιού. Η διόγκωση του εσωτερικού και της λογικής μ’ έχει βγάλει από τις ρίζες της ευτυχίας, εφόσον είμαι αναγκασμένος ν’ αποτελώ τη γέφυρα και των δύο γενιών σ’ αυτή την πόλη, την ασφυκτικά γεμάτη με ιστορία.  
   Ποιος μου κληρονόμησε αυτό το βαρύ και βασανιστικό μικρόβιο, να βλέπω τα πάντα χωρίς διαθλάσεις και παραμορφώσεις;
   «Η περίπτωσή σου λέγεται «σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής παιδοπάθειας», μια σπάνια ασθένεια που βρίσκει ένα άτομο στο δισεκατομμύριο του πληθυσμού, μου είπε ο γιατρός με τόνο σοβαρό. Σημαίνει πως κανείς δεν μπορεί να σε πάρει στα σοβαρά, λόγω της φαινομενικής σου ηλικίας, μα και όσοι σε γνωρίζουν, σε αντιμετωπίζουν με λύπηση και οίκτο. Οι μνήμες σου τυχαίνει να είναι τόσο ζωντανές και να μην ξεχνάς ποτέ γεγονότα σημαντικά, που καθόρισαν τις τύχες του κόσμου και του έθνους. Είσαι, λοιπόν ο τέλειος «φιλόπατρις». Μέσα από τις συγκρίσεις των περιστάσεων είναι δύσκολο να κρυφτεί για σένα το ψέμα, η αλήθεια αποκαλύπτεται με μία γρήγορη σοφή ματιά».
   «Αλλά αυτή η σπάνια ασθένεια, εφόσον με κρατάει συνεχώς παιδί, θα μπορούσε να με κάνει και αιώνιο; Μου έλαχε η ευτυχία ή η κατάρα να μη γερνάω ποτέ;».
   «Η επιστήμη δεν έχει προχωρήσει αρκετά, ώστε οι έρευνες μας να οδηγούν σε βεβαιότητες σχετικά με τη βιωσιμότητα της περίπτωσης. Σε συμβουλεύω να φύγεις μακριά από γνωστούς τόπους και ανθρώπους, ξεφεύγοντας από το βάρος της παράδοσης, ν’ ανακαλύψεις εκ νέου τον εαυτό σου μέσα σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες».
   Έτσι, κατέφυγα σε μία πόλη άγνωστη, τεράστια και υπερσύγχρονη, μακριά απ’ το βάρος της μητρικής μου πόλης, που μου πλάκωνε την ψυχή με τα κάστρα και τους μύθους της. Εκεί, όλοι μοιάζουν να έχασαν τον προορισμό τους και καθόλου δεν τους απασχολούν θέματα ιστορικά. Μονάχα ενδιαφέρονται για την καλοζωία, τις ηδονές, είναι αδρανείς πνευματικά. Περνώ τελείως απαρατήρητος. Ποιος θα μπορούσε να ξέρει ότι τα παιδιά μου είναι μεγαλύτερα από μένα, λόγω άγχους και φόβου ζωής; Παιδιά  που δε διαδηλώνουν ήσυχα, αλλά εκρήγνυνται σαν βεγγαλικά και καταστρέφουν ό,τι βρουν στο πέρασμά τους. Πολιτικοί που συνεισφέρουν μόνο στην πείνα του λαού και στο βόλεμα των «ημετέρων».
   Τι γίνεται, όταν η μοίρα σου το έγραψε να ζεις αιώνια; Η ματιά αλλάζει, γίνεται πιο αυστηρή, πιο ειρωνική και απαξιωτική. Νιώθεις ένοχος, που δεν έκανες αυτό που έπρεπε. Οι παραλείψεις διαμόρφωσαν το τέλμα μας.
   Τι έμεινε λοιπόν ακόμη για να το υπερασπιστούμε; Τα ιδανικά είναι οι φλόγες του λαού, οι χτισμένες ελπίδες στο κάστρο της μοιρολατρίας. Εκείνα μάς κάνουν να ξεφεύγουμε από τα καθιερωμένα. Μήπως μας έδωσαν τέτοιες κατευθύνσεις στις ζωές μας, ώστε να πιστεύουμε πως αυτό που ποθούμε είναι και δική μας επιλογή;
   Μ’ αυτές τις σκέψεις απασχολημένος, βρήκα στο δρόμο μου ένα στρατηγό. Τα μάτια του άστραφταν σαν ριπές πολυβόλου. Μια ουλή στο πρόσωπο, τού σημάδεψε την ομορφιά, μα και την ψυχή με οδυνηρές ενθυμήσεις. Δεν του περνάει από το μυαλό, να νιώσει υπεύθυνος για τον χαμό αθώων στρατιωτών. Απευθύνει μόνο ένα βαθύ «κατηγορώ», δείχνοντας προς δυσμάς τη «Γεροντούπολη» και τους καλοζωισμένους κατοίκους της με τα μπαστουνάκια και τα ματογυάλια, που συνήθως γίνονται μέλη της Βουλής και ξέρουν πολύ καλά να ρητορεύουν.
   Μου λέει με σιγουριά: «Αυτοί παίρνουν τις αποφάσεις. Εμείς απλά εκτελούμε. Αυτοί είναι που δεν πρέπει να κοιμούνται ήσυχοι τα βράδια. Μας είπανε το παραμύθι πως έτσι πρέπει να γίνει για το κοινό καλό, να το πιστέψουμε και να ριχτούμε στη μάχη με αυταπάρνηση. Κι έτσι ακριβώς δημιουργήθηκαν οι ήρωες, επειδή επέδειξαν μεγάλες αρετές και ξεπέρασαν αντικειμενικά ανυπέρβλητες καταστάσεις. Κανείς δεν  αναρωτήθηκε, πως ο πραγματικός πόλεμος γίνεται μπροστά μας, μέσα σ’ αυτό το πλήθος που αγωνιά να καλύψει τις ανάγκες του, υλικές και πνευματικές».
   Συμφώνησα με τις απόψεις του στρατηγού, που ήταν ασυνήθιστες για έναν στρατιωτικό και του εξήγησα:
   «Σήμερα δεν ξέρουμε ποιος συγκεκριμένα είναι ο εχθρός μας, κανένα στρατηγικό σχέδιο δεν κρίνεται κατάλληλο ν’ αντιμετωπίσει την απειλή, γιατί ο πόλεμος είναι ριζωμένος βαθιά στα πάθη και τα οικονομικά συμφέροντα των ανθρώπων. Καταλαμβάνει τις ψυχές μας και σχεδόν ανεπαίσθητα και ύπουλα μας κατατρώγει, χωρίς πρώιμα σημάδια του χαμένου εδάφους και της ευτυχίας».
   Μόλις πρόσεξα την κατακόκκινη μύτη του, κατάλαβα πως σε κάποια τσέπη του -στολισμένου με άστρα και σπαθιά- σακακιού έκρυβε ένα μπουκάλι ούζο.
   Σε μια απ’ τις πολλές πλατείες -εκείνες με τ’ αγάλματα, τις προτομές ηρώων να θυμίζουν εποχές αγώνων, ελευθερίας, θυσιών, παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές- ένα καλοστεκούμενο γεροντάκι, γραβατωμένο, με αρόζιαστα χέρια από την καλοπέραση, παρατηρεί τους περαστικούς. Το βλέμμα του είναι σοβαρό και φιλοπερίεργο, ντυμένος στην τρίχα κι επίσημα περνάει τις ώρες του συντροφιά με το κομπολόι του.
   «Μικρέ, πιο κάτω μια παρέα παιδιών παίζει μπάλα. Τους λείπει ο τερματοφύλακας!», μου είπε όλο πονηριά.
   Άντε να του εξηγήσεις, πως δεν προτιμώ να παίζω με τα παιδιά, αλλά με τους μεγάλους. Ύστερα, με τόσους μετανάστες γύρω μου, απεριποίητους και φοβερούς στην όψη, με πιάνει ανατριχίλα.
   «Όχι, θέλω να συζητήσουμε οι δυο μας!», του πέταξα με αυθάδεια.
   «Μα, τι να πούμε παιδί μου;», παραξενεύτηκε.
   «Πολλά και διάφορα… για την κατάντια των καιρών, για τους πολιτικούς που διαφθείρονται, την εξουσία που δε συμβαδίζει με την ισονομία και τη δικαιοσύνη, για τη δημοκρατία που κατάντησε επιλεκτική, αλλά και να πούμε πως πρέπει να δώσουμε βοήθεια στους φτωχούς, στα παιδιά που πεινάνε κάθε μέρα στις χώρες του τρίτου κόσμου από την έλλειψη ουσιωδών αγαθών».
   Ο ηλικιωμένος ανασκίρτησε από τη θέση του ξαφνιασμένος. Το κομπολόι γλίστρησε από τα χέρια του, πέφτοντας κάτω στο παγκάκι.
   «Μα εσύ δεν είσαι ένα συνηθισμένο παιδί, είσαι το παιδί θαύμα! Να σου συστηθώ, είμαι ο κύριος «Παλαιογένης», απόγονος της γνωστής οικογένειας των πολιτικών που ρυθμίζουν την τύχη του τόπου».
   «Η ισόβια νομή των προνομίων, χάριν του ονόματος… Είσαστε ευχαριστημένος με τον απολογισμό του έργου σας;».
   «Ασφαλώς! Δεν υποχώρησα ως Υπουργός στις πιέσεις διάφορων κλάδων των εργαζομένων. Έμεινα πιστός στις αλλαγές που μεθόδευα με γνώμονα το κοινό καλό, την ανύψωση της οικονομίας και την ευημερία των αριθμών».
   «Στη δυστυχία των λαών… φυσικά συντελέσατε κι εσείς. Είσαστε υπόλογοι, γιατί μοιράσατε την εξουσία σε δύο παρατάξεις, με την αναβίωση μικροπολιτικών συμφερόντων και την πόλωση των ψηφοφόρων σας, με ταξίματα αξιωμάτων και θέσεων στον κρατικό μηχανισμό. Ο ίδιος πάντα απαίσιος ανεξάντλητος κύκλος!».
   «Εσείς, τα παιδιά, αν αναλαμβάνατε τη διοίκηση του κράτους, τι θα κάνατε; Πως θα ελέγχατε αυτή τη νεανική ορμή σας μέσα σε μια κοινωνία, που πρέπει να λειτουργήσει με νόμους;».
   «Μπορεί ο θυμός μας να παρασέρνει τα πάντα σαν κύμα, μα το ένστικτό μας δεν μάς γελά ποτέ. Ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε, γιατί η ψυχή μας είναι αγνή και δε δέχεται συμβιβασμούς και υποχωρήσεις. Αισθανόμαστε πως επιβουλεύεστε το γέλιο μας, το κλέβετε τόσο ύπουλα, σκορπώντας συνεχώς απογοητεύσεις. Μερικοί από σάς θέλουν να εγκαταστήσουν το παγκόσμιο χωριό, πιστεύοντας έτσι πως θα μας ελέγχουν περισσότερο. Τρέφονται με ουτοπίες, δε γινόμαστε όργανα κανενός!».
   Άφησα τον πρώην Υπουργό μονάχο του, να βρίζει τη μοίρα του που έτυχα στο δρόμο του και συνέχισα την περιπλάνησή μου σ’ αυτή την «Καινούργια πόλη», όπως λένε πολλοί, όταν την πρωτογνωρίσουν. Διαπίστωσα πως πέρα από τη γυαλιστερή της επιφάνεια -τους μεγάλους αυτοκινητόδρομους, την πληθώρα των ανθρώπινων τύπων, που είναι ικανοί για τα καλύτερα και τα χειρότερα, το θόρυβο του πλούτου- τρέφεται στο μεγαλύτερο ποσοστό από τα λάθη της «Παλιάς πόλης».
   Πέρασαν πολλά χρόνια μετά την πρώτη γνωριμία με τον στρατηγό, ώσπου όταν ήρθε η στιγμή να τον ξαναδώ ως ομοίωμα εκείνου -του αγέρωχου τύπου με τις πρωτότυπες ιδέες- μπρούτζινο άγαλμα πλέον σε μια πλατεία, αναρωτήθηκα ποια είναι η μοίρα των ηρώων στη σημερινή ατομιστική και χωρίς οράματα εποχή.
   Είχε τα κακά του χάλια, σκονισμένος δεν ήταν ικανός να προσελκύσει το παραμικρό συμπονετικό βλέμμα των περαστικών, παρά τα αδρά χαρακτηριστικά που κατάφερε ν’ αποτυπώσει στο υλικό του ο δημιουργός. Κι ας είχε κάποτε πολεμήσει με ψυχή για κάποια ιδανικά, για μια ποθητή ελευθερία, τέλος πάντων δική του ή ξένη.
   Μια ηλικιωμένη γυναίκα προσπαθούσε να καθαρίσει τον γύρω χώρο του αγάλματος απ’ τα φύλλα των δέντρων και τις κουτσουλιές των πουλιών. Κατόπιν, δοκίμασε και τα κατάφερε ν’ ανέβει στο βάθρο, κρατώντας ένα σφουγγάρι κι από εκεί αναρριχώμενη πάνω στο άλογο του αναβάτη πολεμιστή, να του καθαρίσει όλη τη μπρούτζινη επιφάνεια, απ’ τα πόδια μέχρι το κεφάλι. Ύστερα, περνώντας μ’ επιμονή μπροστά από τον καβαλάρη και με τεντωμένο το χέρι της, θέλησε να φτάσει το υψωμένο σπαθί για να το γυαλίσει. Μα γλίστρησε και πριν προλάβει να πέσει κάτω και να τσακιστεί, πιάστηκε από την άκρη του κι έμεινε εκεί να αιωρείται για ώρα. Την άκουσα να φωνάζει «Ελευθερία ή Θάνατος!». Αυτή η πράξη της ήταν ισότιμη μ’ εκείνη της γυναίκας που, αψηφώντας τους κινδύνους, μετέφερε στρατιωτικό υλικό και τροφή στα βουνά του αλβανικού   μετώπου.
   Κάποιοι ανόητοι είχαν κάνει κύκλο, διασκεδάζοντας με το θέαμα, χωρίς να κουνιούνται καθόλου από τη θέση τους, απολαμβάνοντας το «μαρτύριο» της καθαρίστριας. Τότε, τους ξεσήκωσα βίαια, να βάλουν ένα χέρι κι αυτοί, να σώσουμε την «ηρωική» γιαγιά. Όταν την κατεβάσαμε, ο φόβος άρχισε να υποχωρεί από το πρόσωπό της. Όλοι όμως οι πολίτες, στο τέλος ένιωσαν εντελώς αδύναμοι μπροστά στην υπεράνθρωπη και παράλογη δύναμη της γιαγιάς και σιχάθηκαν τον εαυτό τους για τη δική τους απάθεια και την έλλειψη ηθικού σθένους. Αυτοί που ξεχώρισαν με την ευρύτητα πνεύματος, είπαν πως αυτή η γιαγιά είναι η προσωποποίηση της «Ελλάδας» που προσπαθεί ακόμη και την τελευταία στιγμή να κρατηθεί ζωντανή από τους ήρωές της και ν’ αντιδράσει στους Ευρωπαίους δυνάστες που της πίνουν το αίμα.
   Ο μικρός ένιωσε πως είχε μιλήσει πολύ γι’ αυτόν τον κόσμο και πως θα έπρεπε να κυλιστεί στο πράσινο ενός πάρκου ή μιας εξοχής. Για όσα είπε, τον οδήγησε η ανάγκη και ο πόθος να γυρίσει στην παιδική ηλικία χωρίς ν’ αντικρίζει πλέον το πονεμένο χαμόγελο εκείνων των χρόνων και τα τραύματα που άφησαν στην εύπλαστη ψυχή οι καταπιέσεις των μεγάλων. Αν ήταν κι εκείνος ένας φυσιολογικός γεράκος, απόμαχος της ζωής που αναπολεί περιόδους ακμής, τι θα έλεγε καθισμένος στην πολυθρόνα του; Λυπήθηκε τον γόνο, τον ξεπεσμένο πολιτικό που είχε έρθει από μακριά, για να εξυπηρετήσει ξένα συμφέροντα. Λυπήθηκε αυτούς που υποχρέωσαν και οδήγησαν με τις αποφάσεις τους και εντελώς ανεύθυνα τον πλούσιο, πνευματικά και οικονομικά, ελληνικό λαό σε μόνιμη φτώχεια. Ο «Παλαιογένης» είχε στριμωχτεί αρκετά, ντροπιασμένος από ένα παιδί που δεν είδαν τα μάτια του πολλά, και έξυνε από αμηχανία το «σοφό» του γένι. Θυμάστε, τι πήγε να πάθει η γιαγιά, προκειμένου να  μας κάνει να δούμε πιο καθαρά και σε βάθος όλο το μεγαλείο των ηρώων που λησμονήσαμε.
   Τα παιδιά βλέπουν με τα μάτια της ψυχής το παρελθόν και το μέλλον. Δεν σκέφτονται να κάνουν οικονομία δυνάμεων για τα δύσκολα γηρατειά και δίνουν ό,τι έχουν και δεν έχουν. Ίσως, όλοι έχουν τις καλές προθέσεις, μα στο τέλος πάντα κάτι πάει στραβά. Για να πούμε ότι συντελέστηκε κάτι μεγάλο, πρέπει να περάσουν αιώνες, η ανθρωπότητα είναι διστακτική σε αλλαγές. Ας στρέψουμε τώρα, γέροι και νέοι, τα βλέμματα σ’ αυτό το φοβερό που πλησιάζει και το ανεχόμαστε τόσο αδικαιολόγητα. Ας δούμε πάλι τι αφήσαμε πίσω μας και να το ανασκευάσουμε με κόπους και θυσίες, ήσυχοι με τη συνείδησή μας. Κανείς δε θα πει στο εξής: «Κοιτάξτε με τι αμεριμνησία παίζουν, χωρίς να διαισθάνονται τι τους περιμένει!».
   Κάθε παιδί είναι ένας μικρός ήλιος, που φωτίζει τα λάθη της παλιάς γενιάς, τα πάθη τους, τη φυγή από την πραγματικότητα. Είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας, η οποία στέκεται καλύτερα στα πόδια της, όσο περισσότερο το παιδί συμμετέχει ενεργά στο πλάσιμό της. Με μια μόνο λέξη, παιδί σημαίνει «ατέλειωτη επανάσταση»!

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου