Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

"Παραλήρημα-Βίοι Παράλληλοι IV" από τον Γιώργο Η. Παγωνάκη




… ο Ηρόστρατος, με τον πυρπολισμό του στην Αλικαρνασσό, αποτελεί το έμβλημα, όποιου αποζητά την υστεροφημία, στο πέρας της συνέχειας της ύπαρξης… Εν τούτοις, ο Ηρόστρατος εκπροσωπεί το ματαιόπονο της αμφιβολίας για την ίδια την παρουσία του ανθρώπου, που θέλει όπως και δήποτε, τα χνάρια του να μείνουν αναλλοίωτα στην αμμουδιά της Ιστορίας. Άλλωστε και αυτή είναι η χάρη της διαφορετικότητας, καθενός ειλικρινούς ανθρώπου: η περιστασιακή λήθη δίνει άλλο τόνο μαγείας στην ύπαρξη, που πλέον δεν υφίσταται… η διαρκής μνημόνευση κουράζει ακόμα και το περιεχόμενο του ίδιου του υποκειμένου ή και αντικειμένου, για το οποίο ο λόγος κάθε φορά.

Αυτός στάθηκε και ο λόγος του πρωταγωνιστή –στην παρακάτω ιστορία – να αποσυρθεί από το καινοφανές της διάρκειας της παρουσίας του, μέσα στην κοινωνία, την οποία συν-αποτελούσε μαζί με άλλα δέκα άτομα (άντρες και γυναίκες) σε κάποιο χωριουδάκι, κάποια χιλιόμετρα μακριά από την κωμόπολη της Θήλης…
Τσοπάνης στον τρόπο ζωής και την κουλτούρα του, αν μπορούμε να καλουπώσουμε τον χαρακτήρα του κάθε τσοπάνη, ο Μοδρός είχε γαλουχηθεί σε μία στάση κοντύτερα στην απομόνωση, παρά στην επικοινωνία με τους συντοπίτες του. Το κουσούρι του αυτό, όπως θα το αποκαλούσαν συχνά οι γείτονες, του έδινε δύναμη, με το να απομονώνει κατά καιρούς τα υπόλοιπα από την προσωπική του κατάσταση και τις ανάγκες του. Όλα και όλα τα πρόβατά του αριθμούσαν κοντά στα δεκαπέντε και μαζί με αυτόν, η οικογένειά του έφτανε στα δεκαέξι κορμιά… Από δεκαπέντε χρονών (σημαδιακό για κάποιους προκατελειμένους), επιβίωνε με τις δικές του δυνάμεις, έχοντας πλήρως συμβιβαστεί με την ιδέα του μοναχικού-ανεξάρτητου ατόμου, όπου μόνη συμπαράσταση και απάγκιο θα μπορούσε να βρει αποκλειστικά και μόνο στο σύνολο των ζώων, που μετακινούνταν μαζί του καθημερινά, κάθε εβδομάδα και μήνα.


Η τροφή του εξαρτιόταν από την προχωρημένη ηλικία κάποιων από τα πρόβατα, η πόση του από το στάσιμο νερό της βροχής, το γάλα από τις θηλές τους και τέλος, η αμαρτία του από τις κρυστάλλινες σταγόνες, που μάτωναν τα κακοποιημένα πεύκα από τους ρητινοπαραγωγούς. Απλότητα, μα με πολύπλοκη αθωότητα και προσοχή. Όταν κάτι από τα παραπάνω δεν κατόρθωνε να τον ικανοποιήσει, έπρεπε να δείξει κατανόηση και ανοχή· η ζωή του, έμαθε τον Μοδρό να αντέχει στην έλλειψη, παραπάνω και από τα ζωντανά του, άλλο ένα παράδειγμα όπου ο άνθρωπος κατείχε τα πρωτεία της ύπαρξης, με τη συνδρομή της φυσικής υπεροχής, όχι όμως ως αποτέλεσμα κοινωνικού προϊόντος μιας εκπολιτισμένης κοινωνίας…


Αυτή η κατάσταση τον συντρόφευε αναντίρρητα, για επιπλέον σαράντα χρόνια, από την στιγμή που έμεινε μόνος από συγγενικά  πρόσωπα και σχέσεις, που να του παρέχουν την ασφάλεια μιας οικογενειακής θαλπωρής και συμπαράστασης… Ήταν τώρα κοντά στα εξήντα στρογγυλεμένα χρόνια πεζοπορίας, μέσα από μονοπάτια, χαράδρες, ποτάμια, οροσειρές και κοιλάδες, αυτός και τα δεκαπέντε τετράποδά του. Το μεγάλο παράπονο και στεναχώρια του ήταν το αμφίβολο της τύχης τους, σε περίπτωση που ο ίδιος πάθαινε κάτι και απομακρύνονταν από την αγέλη του. 


Και η ιστορία πάντοτες επιβεβαιώνει τέτοιου είδους αναπόφευκτα και ο γέρος τσοπάνης δεν άργησε να φτάσει σε σημείο, που τα πόδια του πάθανε κρύο και ο βηματισμός του, πλέον, είχε καταντήσει κουραστικός σε κάθε δεκαπέντε βήματα. Κάπου εκεί, στα χρονικά μέσα του χειμώνα, τότε που τα ζωντανά μπιχλιμπίδια της φύσης χουζούρευαν ή είχαν πέσει σε βαθύ λήθαργο, το μοιραίο επικείμενο έκανε την εμφάνισή του με έναν αποκαρδιωτικό γδούπο, ανάμεσα από μερικές υφέρπουσες συστάδες από αγκάθια. Ο γέροντας από το νεανικό αυτό πέσιμο έσπασε την μουσούδα του και τσάκισε και τα δυο του πόδια. Τα ζώα σταμάτησαν το δρομολόγιό τους και αδιάφορα, με μια δολοφονική συνήθεια, άρχισαν να μασάνε τα ίδια τα αγκάθια, που στάθηκαν οι θύτες και οι δήμιοι για το τέλος της μακρόπνοης ζωής του ηλικιωμένου κουρασμένου.


Γέρασαν σε βάρος του, ακόμα τρία χρόνια, με την τακτική που ο ίδιος τους είχε μάθει… τον κατασπάραζαν, αν και φυτοφάγα, κατά τη διάρκεια των τριών χειμώνων που μεσολάβησαν, μέχρι και αυτά να αποσυντεθούν πλάι στον μπρούμυτα ξαπλωμένο σκελετό του…
Δεν τον αποχωρίστηκαν ούτε ένα λεπτό και στάθηκαν αρκετές φορές ως προασπιστές της σωρού του…  

Γιώργος Η. Παγωνάκης                  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου