Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Δύο ποιήματα από τον Νίκο Κυριακίδη

ΓΙΟΣ ΝΑΥΤΙΚΟΥ

 

 

Τελευταία φορά μπροστά στο φιλιστρίνι
μετά, η ομολογία.
Ο χρόνος πυκνώνει, ακουμπάει στην αρχή το σώμα
Μετά, βυθίζεται μέσα του
Του δίνει μνήμη.
Δεν υπάρχει σκιά ο ήλιος γυμνός και μόνος
Κύτταρα που προσπαθούν να υπάρξουν πάλι,
στόματα με θυμό, χωρίς συγκεκριμένο θέμα στα λόγια.
Ανατριχίλα!
Μπορεί και αναγούλα-ανάλογα τα κέφια του μάγειρα.
Ο χρόνος σαν εμάς είναι ναυλωμένος
Δεν φαίνεται κάπου στεριά
Ο χρόνος κι αυτός είναι σκλάβος εδώ.
Τα μάτια θυμούνται
τα βήματα θυμούνται
το πλήρωμα έχει ξεχάσει
δεν πρέπει να θυμάται.
Το βαπόρι περπατάει στο νερό,
με τα πόδια του να πλατσουρίζουν
σαν μικρού παιδιού στις διακοπές.
Μικρή ζωή!
Πιο πολύ ζωή
έχουν τ’ απόβλητα του βαποριού.
Θυμίζουν ανθρώπους πάνω...



Ο ΔΙΚΟΣ ΤΟΥΣ ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ

 

 

Είχα βγει εθιμοτυπικά,
γιόρταζα.
Είχα έναν συμπαίχτη δίπλα μου σχεδόν εθιμοτυπικά, δεν ήθελε πάλι Εξάρχεια
Στην Αιόλου, στην Αγία Ειρήνη –σ’ ένα με φλώρους, αν θυμάμαι καλά.
Πριν τρεις μέρες θυμόμουν τις τρύπες:
Στα πουλόβερ, στα όνειρα, στην ηδονή
Αυθημερόν –μέρα βόλτας-σκεφτόμουν την ταχυκαρδία
‘’πανικού θα ’ναι πάλι, πρέπει να το συνηθίσω... χρόνια τώρα η ίδια κουταμάρα’’
Εργάσιμη, δούλευα την επόμενη
‘’πόσο θα ’θελα ν’ αρρωστήσω, να μην πάω’’.
Σαν τότε στο σχολείο
Ήθελα να κοιμάμαι απ’ το πρωί μέχρι το μεσημέρι
Ανέβαζα τον πυρετό , όποτε ήθελα σχεδόν.
‘’Άσχημη που είναι η ζωή μαθές’’-τα δικά μας κακοπαιγμένα φανάρια.
Ούτε ένα κλάμα αληθινό,
ούτε ένα παραμύθι πειστικό,
ούτε μια γκομενοδουλειά για να μη με κοροϊδεύω.
Ένα καλό με την αντικοινωνικότητά μου,
είναι που δεν βλέπομαι  πια με κανένα.
Στις γιορτές μου δεν με παίρνει κανένας, κάτι χτυπημένοι και μια-δυο γκόμενες
πολύ αρχαίες (δεν ευτύχησαν φαίνεται στην πορεία):
‘’Να τα πούμε καμιά μέρα’’
Εμείς οι συμπαίχτες της ελεγχόμενης τρέλας σαν βγαίνουμε,
πάμε νωρίς για ύπνο και Σάββατο να ’ναι.
Αυτή το ξεκίνησε -μάλλον εγώ της το εξέπνευσα
Κι ας βγαίνω μόνος μέχρι πολύ αργά που και που.
Είχε πια κάτι θορύβους..... ασθενοφόρα, μπάτσικα ;
Πηγαίνοντας για τ’ αυτοκίνητο
κάποιοι τρέχαν- μάλλον όχι για κάπου, μπάτσους δεν είδαμε εκεί.
Μην υπερβάλουμε στις απαιτήσεις.... πρώτες στιγμές είναι, σαν πριν πέσεις.
Μπροστά θα πέσεις, αλλά κινείσαι χορευτικά προς τα πίσω
Τα ξέρω εγώ αυτά, της φυσικής.
‘’Και του χρόνου! Σ’ ευχαριστώ για το κέρασμα’’
‘’Ποιο κέρασμα, εγώ σ’ ευχαριστώ’’
Μας κόψαν τη ζωή :
Λίγο πιο φανερά αυτή τη φορά.
Ζωή για το γέρο είναι να ’χει στοκ φάρμακα στο συρτάρι
Για την όμορφη να μην είναι σίγουρη ποιόν θέλει  (κυρίως τον προηγούμενο ωραιοποιημένο)
-και για τον όμορφο φαντάζομαι-
Για το παιδί να είναι χωρίς πρόγραμμα με φίλους
Για μένα θα ’ταν μια ώρα διαφοράς:
Να ’βγαινα λέει απ το πετσί μου και ν’ αποχτούσε η μούρη μου γωνίες
Και να φώναζα αυτά που με πνίγαν
Και να έσφαζα αυτούς που με αποπατήσαν
Και να μιλούσα πιο λίγο, γιατί κάποια θα με κοίταζε ανεξαρτήτως.
Και να μην είχα τόση αηδία στο στόμα
Και εφιάλτες  και τις κωλοαρρυθμίες
Να μπορούσα να περπατάω, χωρίς να φοβάμαι
Να ’μουνα πιο αξιοπρεπής, ναι κι αυτό.
Να μην είχα καμιά παραγωγικότητα,
πλήν της διάχυσης στον κωλο-άλλον, που κρύβεται.
Είχε μάνα πλύστρα ο δολοφόνος....
κι εγώ,
είχα τη γιορτή μου -άσε μη μιλήσω για τη μάνα μου.
Και μιαν απέραντη αίσθηση ακινησίας
Που πήγαν τα μποφόρ; Αύριο θα ’μαι εκεί,
δουλεύω εκεί δίπλα.
Θα φεύγω κλεφτά απ’ τη δουλειά, θα πάω να δω, θα φάω όσα τοξικά αντέξω
Αν είμαι τυχερός για γέρος και με τσάντα, θα φάω και καμιά στη πλάτη.
Με κοροϊδεύετε;
Και η κηδεία θα γίνει σπίτι μου δίπλα;
Στο τραμ στα νεκροταφεία θα σκοτώσουν κι άλλα παιδιά άραγε;
Αφού ο πατέρας μου θα πεθάνει ενάμιση χρόνο αργότερα
Κι εγώ δεν ξέρω ακριβώς.
Σάπια σειρά, όλα μυρίζουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου