Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

Σε όσους αντίκρισαν το θαύμα


Ήθελες να γεμίσεις το λευκό χαρτί του χρόνου
με θαύματα που προσδιορίζουν
την υπόστασή σου.
Όλες τις συννεφιές να σκορπάς
με τις φράσεις του ονείρου,
από τις δεξαμενές του ήλιου αντλώντας
το φωτεινό υλικό,
τον πόθο της ανήσυχης γλώσσας,
στις θάλασσες να ταξιδεύεις
με λέξεις σαν καράβια λαμπερά.

«Που θα με πάτε εσείς ιέρειες του πάθους,
που ακριβώς θα στεγάσω την ψυχή μου,
της καρδιάς το άγριο κυνηγητό;», έλεγες.
Τα δάχτυλά σου ζωγραφίζουν στο χαρτί
την ευτυχία κι η ανάσα σου πιο ανάλαφρη
χαράζεται στους τόνους.
Τα φωνήεντα ηχούν όπως οι στάλες της βροχής.
Τα συναισθήματα κυματιστά επιστρέφουν,
πιάνονται στα βράχια του νοήματος
απεγνωσμένα.

Επειδή δε θα σου ταίριαζε το κλάμα,
προτιμάς να παίζεις με τις λέξεις,
να φτιάχνεις πύργους υψηλούς και αντικλείδια
για να μοιράζεσαι τον κρυφό κόσμο των ποιημάτων,
ν’ αφουγκράζεσαι τη χαρά της ζωής και της έκφρασης.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

2 σχόλια:

  1. Όπως έχω ξαναπεί, δε σταματάμε να φτιάχνουμε πύργους!
    Καλησπέρα ποιητή!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή