Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

Σαν παραμύθι


 
   Κάποτε ζούσε ένας νάνος που είχε όμορφα όνειρα. Με τα όνειρα κατάφερνε να ξεπερνάει κάθε δυσκολία. Αντιμετώπιζε γενναία τον δυνατό άνεμο που φυσούσε και πήγαινε να τον παρασύρει, βιδώνοντας τα πόδια του στη γη. Με τη σκέψη του καλούσε ένα αόρατο πέπλο σαν ομπρέλα που τον προφύλαγε κι έτσι η βροχή δεν μπορούσε να μουσκέψει τα μικροσκοπικά ρούχα του. Κολυμπούσε μέσα σ’ ένα ορμητικό ποτάμι, όπου οι πέστροφες τον βοηθούσαν να περάσει στην αντίπερα όχθη. Ύστερα, αφού σταθεροποιούσε το βάρος του στη γη, φόρτωνε στην πλάτη του ξύλα, τα οποία είχε κόψει από το δάσος ο φίλος του ο σκίουρος. Τα πήγαινε στα σπίτια των φτωχών ανθρώπων που τα είχαν ανάγκη για να ζεσταθούν.
   Δεν άντεχε καθόλου στη θέα ενός λυπημένου ανθρώπου και έτρεχε να του συμπαρασταθεί μ’ ένα γλυκό χαμόγελο, μ’ ένα θερμό λόγο της καρδιάς, ενώ έσπερνε με τη φλόγα της ψυχής του άφθονες ελπίδες ώστε να εξαφανιστεί η απελπισία, σαν ατμός…
   Επειδή εξαπλώθηκε η φήμη του και κάποιοι γίγαντες άρχισαν να τον ζηλεύουν και να επιθυμούν το κακό του, ήρθε να τον προειδοποιήσει ένα ταξιδιάρικο πουλί:
   «Πήγαινε κρύψου… έρχονται εκείνοι με τα ρόπαλά τους να σε εξοντώσουν!».
   Ο νάνος όμως γέλασε και απάντησε: «Δεν τους φοβάμαι, καλώς να ορίσουν!» και συνέχισε: «Λέω να τους περιμένω εδώ κάτω απ’ αυτό το δέντρο! Αν έχεις μάθει κάποιον καινούργιο σκοπό, θα ήθελα να μου τον τραγουδήσεις».
   Το πουλί έξυσε τη φτερούγα του αμήχανα προσπαθώντας να κατατάξει τον νάνο σε κάποια συγκεκριμένη κατηγορία κι όλο βασάνιζε το μυαλό του χωρίς να καταλήγει σε λογικά συμπεράσματα.
   Τότε αποφάσισε να μιλήσει σαν ποιητής:
   «Κοίταξε αγαπητέ μου, δεν θα σου τραγουδήσω αλλά θα σου αποκαλύψω κάτι με λόγια…».
   «Δηλαδή;» είπε απορημένος ο νάνος.
   «Θα σου εξηγήσω… Έκανα την ψυχανάλυσή σου και πιστεύω πως μάταια προσπαθείς να με πείσεις πως είσαι ένας νάνος! Στις χώρες που ταξίδεψα, είδα ανθρώπους που δεν ξεπερνούσαν το μπόι μου και όμως εκείνοι μεγάλωσαν ξαφνικά μπροστά στα μάτια μου και ξέρεις φίλε μου, πώς;».
   «Πώς αλήθεια;» ρώτησε ο νάνος.
   «Με το κλάμα».
   «Ναι, με το κλάμα».
   «Με την αγάπη».
   «Ναι, με την αγάπη».
   «Με την ελπίδα».
   «Ναι, με την ελπίδα».
   «Μα γιατί επαναλαμβάνεις συνεχώς τα λόγια μου;» είπε εκνευρισμένο το πουλί.
   «Για να τα καταγράψω στη μνήμη μου!» απάντησε ο νάνος.
   «Με την προσφορά» συνέχισε το πουλί.
   «Ναι, με την προσφορά».
   «Με τη γιατρειά κάθε ανθρώπου που υποφέρει ψυχικά και σωματικά».
   «Ναι, κυρίως αυτό!».
   «Με το όνειρο που ακόμη και αν όνειρο μείνει, θα έχει απλώσει τα κλαδιά του σαν τεράστιο δέντρο μες στο αίμα όλων των ανθρώπων, θα έχει δώσει τους νόστιμους καρπούς του μες στο νου όλων των ανθρώπων και μέσα στο καταπράσινο λιβάδι της καρδιάς τους, θα έχουν βοσκήσει τα αγνά συναισθήματα σαν άσπρα προβατάκια. Τα παιδιά θα πίνουν αχόρταγα το γάλα τους και θα μάθουν να λένε: «Συγγνώμη», «Σ’ ευχαριστώ» και «Υπάρχω μέσα από σένα φίλε μου!»».
   «Μου περιγράφεις μια αγγελική και ιδανική πολιτεία και γι’ αυτό εξωπραγματική!» συμπέρανε ο νάνος.
   «Γιατί διαμαρτύρεσαι; Εσύ φτιάχνεις την πολιτεία, ο καθένας με τη συμπεριφορά του μόνος του πρώτα και με όλους τους άλλους μετά. Για να καταλάβεις καλύτερα τι εννοώ, τώρα κιόλας θα πετάξω στον τόπο όπου ζουν οι γίγαντες και θα τους ψιθυρίσω στ’ αυτί μεγάλες αλήθειες για τη φιλοδοξία και τον εγωισμό κι ελπίζω πως τα λόγια μου θα τους κάνουν να εγκαταλείψουν τον ψεύτικο θρόνο τους!».

09/10/2013

Λάσκαρης Π. Ζαράρης  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου