Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

Πέντε ποιήματα του Παύλου Πολυχρονάκη.



Το νεοκλασικό***

Μέγαρο νεοκλασικό ήτανε, μα, κουφάρι
ο χρόνος το κατάντησε το πατρικό μου σπίτι
πού 'ζησε πέντε γενεές και το’ χαμε καμάρι
και λέγαμε, καλύτερο δεν έχουν στον πλανήτη.

Πρόσφατα το πουλήσαμε οι πέντε κληρονόμοι
κι είπα να πάω να το δω, να τ’ αποχαιρετίσω
γιατί για το ξεπούλημα αντίθετη ‘χα γνώμη
και κείνο που αντίκρυσα, δεν θα το λησμονήσω:

Αράχνες, σκόρος και βρωμιά, μούχλα και υγρασία
στους τοίχους, τα κουφώματα, πάτωμα και ταβάνι
αλύπητη και βάρβαρη κάμαν λεηλασία
κι άθιχτο δεν αφήσανε ούτε και το χαβάνι*.

Μπροστά σ’ αυτό το θέαμα, τα μάτια πλημμυρήσαν,
ένιωθα πόνο στην καρδιά, δεν έβγαινε η πνοή μου
τα χείλη μου παγώσανε, τα πόδια παραλύσαν
και λίγο λίγο ήθελε να χάσω τη ζωή μου.

Όμως, πιστεύω, εκδίκηση δεν ήθελε να πάρει
γιατί το παρατήσαμε να το πεθάνει ο χρόνος
το όμορφο σπιτάκι μας, μα μου’στειλε χαμπάρι**,
πως σαν πεθάνει ότι αγαπάς, είναι βαρύς ο πόνος.


*το ορειχάλκινο γουδί
** μήνυμα
*** Το ποίημα είναι εμπνευσμένο, από ομώνυμο
βιωματικό πόνημα του Λευτέρη Καστρινάκη



ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΣΑΤΙΡΑ

ΧΡΥΣΕΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ

Στο τραπέζι για να φτάσει το ψωμί το βλογημένο,
με ιδρώτα και με αίμα πάντοτε είναι ποτισμένο
κι ο εργάτης το κερδίζει μοναχά απ’ τη δουλειά του
που πολλές φορές δεν φτάνει να τραφεί η φαμελιά του.
Μα για δείτε παρακάτω, κάποιοι, με τί 'κονομούνε
τόσον! άρτον που θ'αρκούσε οι φτωχοί όλοι  να τραφούνε:
Οι καλοί οι μπαλαδόροι, με τις εύστοχες κλωτσιές.
Οι καλοί οι μποξαδόροι, με τις φοβερές γροθιές.
Οι καλοί μπασκετμπολίστες, με ασίστ και καλαθιές.
Οι καλοί βολεϊμπολίστες, με "πλασέ" και  "καρφωτές".
Οι καλοί αετονύχες με τις έξυπνες κλεψιές.
Κι οι καλοί πολιτικάντες με τις όμορφες ψευτιές.



Η ΔΕ ΓΥΝΗ ΝΑ ΦΟΒΕΙΤΑΙ ΤΟΝ ΑΝΔΡΑ…

Νύφη, εσύ που τον γαμπρό στην στέψη σου πατάς
γιατί θαρρείς πως η πατιά θ’ αλλάξει κεκτημένα
του άντρα δικαιώματα, δεν ξέρεις τι ζητάς
αφού αυτά ανόητη είναι εκχωρημένα,

Εκ φύσεως και εκ Θεού στο ισχυρό το φύλλο
από της Εύας τον καιρό, και συ πρέπει να ξέρεις,
τον άντρα σου αν δεν υπακούς πάντα θα τρώεις ξύλο,
στην στέψη κι εκατό κλωτσιές αν θα του καταφέρεις…

Άσε, που υπάρχει κίνδυνος μόλις θα τον πατήσεις
ο αντρικός εγωισμός να προσβληθεί, τα μάλα!
και να το σκάσει σαν λαγός και συ να αλληλοΐσεις
σαν καταλάβεις δύστυχη,. πως έμεινες… μπουκάλα…



ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΓΑΠΗΣΕ…

Αυτός που δεν ταξίδεψε, στον Ήλιο, στο φεγγάρι,
με της αγάπης τα φτερά, χαρά δεν έχει πάρει.
Αυτός που δεν αγάπησε, άσημος ή φτασμένος,
πλούσιος, φτωχός, γέρος ή νιος, είναι δυστυχισμένος.
Αυτός που δεν αγάπησε, σιμά ‘ναι να πεθάνει
γιατί απ’ την «πηγή ζωής», σταλιά να πιεί, δεν φτάνει.
Αυτός που δεν αγάπησε, πάντα ‘χει συντροφιά του,
την θλίψη και τη μοναξιά και την κακομοιριά του.
Αυτός που δεν αγάπησε και άνδρας και γυναίκα
δεν έχει αγγίξει τη ζωή, ζωές κι αν ζήσει δέκα.
Αυτός που δεν αγάπησε, ακόμα κι αν ανήλθε
στα πιο ψιλότερα σκαλιά, δεν έζησε… δεν ήλθε!



ΓΑΪΔΑΡΟΣ ΗΤΑΝΕ;

Ο χιουμορίστας σαδιστής επείραξε τον Άρη,
τον αφελή, που κόντευε ο δόλιος να κρεπάρει.
Μια μέρα τον λυπήθηκε και του ‘πε πως πιστεύει
σ’ αυτό που λέν’ πως, «ο Θεός αν αγαπά παιδεύει…».
-         Κι εγώ να ξέρεις φίλε μου, πολύ σε αγαπάω
και μη σου κακοφαίνεται σαν το παρατραβάω
γιατί σε όλους ειν’ γνωστό πως όπου και να πάω
πάντα πειράζω όποιον βρω και γάϊδαρο εγώ σκάω!
-         Ναι, μα εμένα παλαβέ ποτέ δεν θα με σκάσεις
όσο κι αν το επιθυμείς, κι όσο κι αν κοπιάσεις,
είπε ο Άρης άγρια και τη γροθιά χτυπάει
σ’ ένα τραπέζι, δυνατά! και τον καρπό του σπάει. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου