Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2015

Πέντε σατιρικά ποιήματα του Παύλου Πολυχρονάκη.

ΦΤΩΧΟΓΕΙΤΟΝΙΑ

Του Μπιρμπίλη το φαράσι,
του Μικέλη το σφυρί,
μια στη φέξη, μια στη χάση
στο τραπέζι το τυρί.

Σουβατζής ο Μαστραχάλιας
παλιατζής ο Ντιγριντής,
ο στηθόδεσμος της Βάλιας
αργολάβος και καντής.

Σπιρτοκούτια τα σπιτάκια,
που και που ένα γιασεμί
δέκα σε δυο καμαράκια
μετρημένο το ψωμί…

Μεροδούλι – μεροφάι
η ζωή μας προσπερνά
και μας σέρνει και μας πάει
σε αξιοθρήνητα στερνά. 


ΦΕΛΛΟΙ ΚΑΙ ΚΑΙΡΟΣΚΟΠΟΙ

Σαν κολιτσίδες
σ’όλους κολλούν,
ψευτοατσίδες
που προκαλούν.

Όπου φυσάει,
(έξις κακή)
και κονομάει...
αυτοί εκεί!

Αλλάζουν χρώμα
στο «πι» και «φι»
πίστη και κόμμα
μα και γραφή.

Παίρνουν και τάζουν
χωρίς ντροπή,
γελούν – σφαδάζουν...
σαν αστραπή.

Τέτοιους ανθρώπους
θα βρεις πολλούς:
Τους καιροσκόπους
και τους φελλούς.

Που μας πηδάνε
και παν ψηλά,
μας κυβερνάνε
και τρων’ καλά.

Μας κάνουν όλους
πολύ φτωχούς,
μας δίνουν ρόλους...
πολύ ρηχούς...

Δεν είναι κρίμα,
(χωρίς νταβά...)
αυτοί στο χρήμα
κι εμείς ντορβά;


 ΓΕΡΟΝΤΟΕΡΩΤΑΣ

Σαν σε βρει γεροντοέρως,
δεν του λες πως είσαι γέρος
γιατί από την ανοία
έχεις χάσει τα ηνία
του μυαλού σου, και πιστεύεις
πως μπορείς να βαρβατεύεις
με τα δάχτυλα, τη γλώσσα
και με φάρμακα καμπόσα,
όπως είναι: Το βιάγκρα,
κάποιας γύφτισσας η χάντρα,
το Λεβίτρα, οι Ενέσεις…
και ξεχνάς προϋποθέσεις:
Να μην έχεις την καρδιά σου.
Σάκχαρο και τα νεφρά σου.
Πλούσια τα ρευματικά σου
και τα γαστρεντερικά σου.
Πανταχού… τα αρθριτικά σου
και τα ορθοπεδικά σου.
Ψόφια τα υδραυλικά σου…
Στείρα τα ορμονικά σου.
Ορυχείο το αλάτι*.
Πρόβλημα με τον προστάτη,
το συκώτι, τα πνευμόνια.
Τα ασήκωτα τα χρόνια.
Την ακράτεια λυμάτων
(ούρων και περιττωμάτων).
Να μην έχεις λαθρακιάσει**
Να ‘χεις εξ ιδίων στάση…
και όχι κίνηση με… τρία…
με το «Πι» και βακτηρία.

* Πλούσια άλατα στις αρθρώσεις
** Οστεοπόρωση


ΤΑ ΠΑΡΑΣΙΤΑ

Σιόγαμπρος, κούκος και κισσός, να ζούνε δεν το αξίζουν
γιατί την ζήση όλη τους, σε άλλους την στηρίζουν.
Ο κούκος που τα τέκνα του άλλο πουλί του βγάζει.
Το «σκατοδέντρι» ο κισσός, που πάντα αγκαλιάζει
άλλο δεντρό, το απομυζά και τρέφεται από κείνο.
Και ο φουκαράς ο σιόγαμπρος που πίνει το κινίνο
μέρα και νύχτα, ολιχρονίς, διότι συμφορά του,
του ‘χουνε το κρεβάτι του, δίπλα στην πεθερά του. 


Εις ΘΕΟΚΟΥΦΟΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΧΕΤΑΙ

Κουφάλογο ήσουν άτυχε σε όλη τη ζωή σου
μα έλεγες οξύτατη πως ειν’ η ακοή σου.
Και μια φορά που εκδρομή πήγες εις το Παρίσι
και στη «Νορτ Νταμ»* ευρέθηκες, λέν’ είχες απορήσει,
οι βροντερές καμπάνες της γιατί δεν εκτυπούσαν,
ενώ την ίδια τη στιγμή στην διαπασών ηχούσαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου