Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

"Η Σαλευόμενη αγάπη", ένα αφήγημα της Εύας Λόλιου.

   Με έπαιρνε η μάνα βιαστικά να πάμε να δούμε τον πατέρα όταν έπιανε λιμάνι. Σαν έδενε τον κάραβο, θεριό ανήμερο στο άγριο μανιασμένο υδάτινο δάσος, έβλεπα με λύπη τον σκελετό του μέσα από τα ταλαιπωρημένα ξύλα. Η μάνα έπεφτε στην αγκαλιά του ήρωά της. Ανέβαινα πάνω του θέλοντας να τον καβαλικέψω, φορώντας το καπέλο του καπετάνιου. Χάιδευα τη σκληρή ράχη του, να τον μαλακώσω, να τον φιλιώσω. 
   Ύστερα ήθελα να μου μιλήσει. Θαλασσομέδων, μα τόσο αποξενωμένος. Σκληρή σιδερένια η ζωή του, χτυπημένη από το υγρό μαστίγιο του έρωτα του, την κρυσταλλένια του. Τους πιάνανε τα γέλια σαν με βλέπανε σκαρφαλωμένο στο πιο ψηλό κατάρτι του φίλου μου. Εκεί μού ψιθύριζε στο αυτί τις περιπέτειες του, καθώς ήταν ταπεινότερος του Ποσειδώνα. Με μια αστραπή, λουόμενη στον καθρέπτη της θάλασσας, μας υπενθύμιζε τη δύναμη του. Σύμμαχος των έντεκα και θανάσιμος εχθρός του Αι Νικόλα.
    Οι λίγες ημέρες δε χόρταιναν τα κενά της ψυχής μας, οι αγκαλιές αρώματα που σβήναν γρήγορα από το πετσί της καρδιάς. Βιαστικές οι ώρες μ' έκαναν να κλαίω τις νύχτες, να σκέφτομαι τον Αι Νικόλα, τον πατέρα και τα ανοιχτά πανιά στα κατάρτια. Ποιόν Πόντο θα έπρεπε πάλι να περάσουν, ποια σκόπελο να αποφύγουν, σε ποιον Θεό να προσευχηθούν;
   Σαν θαύμα κάθε φορά που μάζευαν τα σχοινιά για το καινούργιο ταξίδι τους, η θάλασσα να μαρμαίρει, να μας δίνει καλούς οιωνούς για παρηγοριά. Η μητέρα φορούσε το καπέλο του καπετάνιου στη ζωή μας έως ότου να γυρίσει ο αγαπητός της θαλασσοπόρος. 

Εύα Λόλιου
Βόλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου