Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

"Ο κάβουρας", ένα πεζογράφημα της Εύας Λόλιου, με στοιχεία παραμυθιού.






   Δραπέτης της θαλασσεύουσας πολιτείας ο καινούργιος μου φίλος. Ναυάγησε απ' το σκοτάδι του βυθού και τώρα ψάχνει ένα οστρακένιο σπίτι να στραφταλίζει στην ακτογραμμή του Αι Γιάννη.
Αγνάντευα της Ανατολής τα χρώματα, ξαπλωμένη στα σκιρτήματα της θάλασσας πλέκοντας με τα ακροδάχτυλα μου πλεξούδες στον ήλιο, όταν άκουσα το ψιθύρισμα του αχνό, ίσα που έσπασε τη σιωπή της στιγμής. Με καλημέρισε και στάθηκε να ξεκουράσει τα δέκα πόδια του, στραβωμένα ως ήταν απ' τους αμμόλοφους που διένυσε. Με κοιτούσε σιωπηλός και διέκρινα μια λύπη στα δυο του μάτια που ανεβοκατέβαζε θαρρείς από ντροπή και αμηχανία ταυτόχρονα.
   - Γαλάζια η θάλασσα, του είπα, πιο γαλάζια δε μπορεί να γίνει.
   -  Έρχεται μαύρη απ΄ το Αιγαίο, ίσα που θα προλάβω να βρω ένα μπρούτζινο κέλυφος να κρυφτώ, μου αποκρίθηκε, κάνοντας κάποια βήματα πίσω, στριμωγμένος από μια καχυποψία του δευτερολέπτου. 
   Σάμπως κατάλαβε πως λατρεύω τα καβούρια και φοβήθηκε μη βρεθεί στα αναμμένα κάρβουνα να χοροπηδά. Ένιωσα ένα σφίξιμο στο στομάχι μου, όχι από πείνα αλλά από ενοχή για τα καβούρια που χόρτασα την προηγούμενη στο θαλασσί τραπέζι του Κυρ Βαγγέλη. Τότε του πρότεινα να τον βοηθήσω, να τον φιλοξενήσω στο δικό μου εξοχικό μέχρι να περάσει η καταιγίδα.
   Αρνήθηκε ευγενικά δείχνοντας μου το γυμνό στομάχι του.
   - Μόνο μια χάρη θα ήθελα, να μαζέψεις κάποια φύκια να ντύσω τούτο το μαλακό στομάχι μέχρι να βρω κάποιο άδειο όστρακο, μου είπε, και στα μάτια του καρφώθηκαν δακρυσμένα μαργαριτάρια.
    Ανέβηκα στο βουνό γυρνώντας πίσω με ένα ροζ μπουκέτο αγριολούλουδα. Αφού τα βάφτισα στο γαλάζιο θαλάσσιες ανεμώνες, σκέπασα τον μικρό ερημίτη. Πριν ο ήλιος κρύψει το βασίλειο του πίσω από τα μαύρα καράβια που πλησίαζαν, με χαιρέτησε κινώντας ικανοποιημένος τους μίσχους του.


Εύα Λόλιου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου