Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Τέσσερα ποιήματα της Μαρίας Σαντά

ΔΟΞΑ ΕΝ ΥΨΙΣΤΟΙΣ

Στης νύχτας τη μεσουράνηση
ο Μορφέας διαφεντεύει τις ψυχές των ανθρώπων
στης φιλαυτίας τ’ ανέμισμα, στης ματαιοδοξίας το άπειρο.
Δύο πικραμένες Αυγές διερωτώνται  αν ο Ερκείος  Δίας 
θα παράσχει  την απόμακρη  ευτυχία τους.
Στις  μισοφώτιστες κάμαρες αγρεύει  ο Έρωτας
το νέκταρ του κόσμου.
Αμαχητί παραδίδονται των αφρόνων οι σκέψεις
στην τήρηση της αρμονίας του κόσμου.
Η Αληκτώ, η Τισιφόνη κι η Μέγαιρα 
θα ντυθούν του αιώνα τη λέπρα
και οι άνθρωποι τον πανικό της αρρώστιας
σε μια παράσταση τραγωδίας χωρίς intermedium.
Δειλά ο πιστός στη σιγαλιά 
θ’ αναπέμψει ικεσίες κι υμνωδίες ψαλμών
στη σκέπη του κόσμου.
Οι υβριστές στα οδοστρώματα, μ’ αναθέματα θα ωρύονται
Ελπίδα σωτηρίας δε διαφαίνεται
Μόνο ακολασία και σήψη.
Παρέκει ένας ναός θλίβεται στην υπερουσιότητά του.
Η Παναγιά η Δαμάστα θα συνεχίσει να δέχεται τους ευλαβείς και τους βλάσφημους, τους μετανοούντες και μη.
Οι περιοικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουν την ύπαρξή της.
Κι όμως! Την αγνοούν.
Φαρισαίοι και λαοπλάνοι θα δακρύσουν τη Παναγιά την Παρθένο
τη μητέρα των όλων, την ιερή την εικόνα
που αχνοφέγγει  στο σκότος της νύχτας μ’ ένα φως ιλαρό.
Η μικρότητά μου δεν αντέχει  τον πολυώνυμο έλεγχο
κι αποσύρομαι. Λογίζεται  των ανθρώπων η έπαρση 
να  τιμωρήσει, την Αειπάρθενο
τι τ’ ανεπίτρεπτα τους ελέγχει.
Ω, νύχτα! Αποκάλυψε σ’ όλους αυτούς την αλήθεια
και σε μένα  που αδημονώ κι αφουγκράζομαι.
Δέομαι σιωπηλά να τελεσφορήσουν τα άστρα
Να έρθει   της ψυχής μας η λύτρωση
η γαλήνη του κόσμου, η σωτηρία της γης.
Η νύχτα  αφήνει τα κρόσσια της
Οι δεήσεις μου αλλαξοδρόμησαν στο πρώτο φέγγος της μέρας.
Ξημέρωσε! Οι ουρανοί διηγούνται  δόξαν θεού
Ως εμεγαλύνθης επί τα έργα σου Κύριε
Δόξα εν υψίστοις!
Η αλήθεια σου άστραψε στου νου τα αμετακίνητα ρήματα.
Θα πορευθούμε κατά τους λόγους σου
κατά τα θέσφατα ρήματα που παρέδωσες.


ΑΓΑΠΗ ΑΕΝΑΗ

Αργά πολύ και αντίκρισα το φως το αληθινό.
Με μάτια δάκρυα γιομάτα
μία έκπαγλη λάμψη κι ένα ω! σκοτεινό.
Φως ιλαρόν, του έρωτα και της αγάπης.
Μάτια Ηνιόχεια, αστείρευτες Κασταλίες
με ποτίζετε μίσος γι’ αυτούς που φθονούν
τον καρπό μιας ζωής ανεπαίσθητης από πάθη.
- Έρωτα ανήκατε, προσκυνώ σε! -
Κλείνω τα ώτα να μην αφουγκραστώ
Σειρήνες και Χάρυβδες των καιρών.
Πύρρειος νίκη το μίσος μου για
το εύμορφο σώμα, την ψυχή σου την εύρωστη
- Πόθος αέναος, μίσος λατρείας! - Φιοριτούρα γλυκύτατη
Στο τέλος κομματιού prima vista.
Κι όλο χάνεται, σβήνει όσο η απόσταση μεγαλώνει
- Πότε θα ’ρθει η λύση του δράματος άραγε! -
Ματαιοπονώ. Γιγνώσκω καλά το τι μέλει γενέσθαι
Και το μάταια ολοφυρόμενο
σαν τα βλέφαρα ανθρώπου αλαφροΐσκιωτου
όντας έρμαιος μιας αδυσώπητης κατάρας
που συντροφεύει αενάως τα θύματα του Υιού της Venus.
Το φως της σελήνης, καντήλι πλέον νεκρό
στην απονιά ενός ήλιου που δεν εξαιρεί ούτε εμάς
Γέρνει στο πλάι μου ν’ αποκοιμηθεί η δόλια.
Αναλογιζόμενη την εξομολόγηση μιας αγάπης εφήμερης
που ο όρθρος τη διέλυσε και την έλυσε σε λατρεία.
Κοιμάται η σελήνη. Ενώ το εγώ
αδυνατώντας να απαγκιστρωθεί απ’ την επιρροή του
ακούει το παραμιλητό της το αχνό.
Ένα παραμιλητό αλλοπρόσαλλο
σαν ύμνος, από ψαλμό εκκλησίας ψυχής.
Λέξεις δειλές και συγχρόνως αλήθειες
Τιθασεύουν πνεύμα και ψυχή  τη δικιά μου.
Ράπισμα, τιμωρία για το σφάλμα μου μόνο αυτό
Σ’ αγαπάω, μ’ ακούς.  Σ’ αγαπάω!

ΠΑΙΔΩΝ ΕΞΗ 

Στο αμάλγαμα του χωροχρόνου προσδένω τις τύψεις
θησαυροί για τους είρηνες που δεν πάλεψαν την κρυπτεία
Των νέων που αρνήθηκαν των πατέρων τους κάλεσμα
και εκέντησαν τους λωτούς στης καρδιάς τους τα άδυτα.
Παιδιών που το δάκρυ τους τον Άδη πλημμύρισε
ενώ στον Αιγόκερω  διαλαλούσε η Πέμπτη η σάλπιξ
του ποιμνίου την αθωότητα, του αιώνιου θύτη!

Γλαυκίζουν τα οράματα μειρακίων στο δειλινό
ηλίου φαεινότερων πνευμάτων που βαδίζουν μονάχα.
Είδωλα πήλινα, αναλώσιμοι θεοί
που ορίζουν το χθες, το παρόν και το τίποτα
αρματηλάτες πηγάσων στο ζενίθ του Εκατομβαιώνος
καταρκυθμεύουν καρδιές για να τις δώσουν στο μένος
Του  ασκού του Αιόλου.

Στο Παλλάδιο στείλτε τους ηθικούς αυτουργούς
για το φόνο ιδεών κι αξιών των μεγίστων
παίζοντας κάπου στο βάθος του ναού της Γοργοεπήκοου
το φινάλε της σονάτας του Σεληνόφωτος.
Κριτής, δικαστής και παράλληλα ένορκος
ο εκπάγλου καλλονής σε ψυχή και σε πνεύμα
γεννηθείς εις Επτά Μπαλτάδες, αποβιώσας βόρεια του παραδείσου
ποιητής του Αιγαίου, Οδυσσεύς ο μέγας
ο μόνος πορθητής Καβαφικών Ιθακών αιωνίων
και της Εδέμ μυστικιστής στης Ελλάδας το κάλεσμα.

Νέε της χώρας μου, μην ακούς αοιδούς αλλοφρόνων
όμορος είσαι με της φύσης μου άγγιγμα.
Επαγρύπνα, μην ταυτίζεσαι με τους άσωτους της  αβελτηρίας.

Βέβαια. Τα πάντα είναι μια συνήθεια. Και σαν η συνήθεια κυριεύσει
Ιθάκες
Τα πάντα έσονται τέλος.
 
ΣΚΙΑΘΟΣ

Αποχωρώντας από εκεί, σκέφτηκα
πως η Θέτις  σε σένα άφησε την τελευταία της πνοή
θρηνώντας  του Αχιλλέα το θάνατο.
Ο Ζέφυρος την πήρε και τη διάχυσε σε όλο το νησί
να λάβει την αθανασία και το θείο νέκταρ.
Ω, εσύ! Γέννημα, θρέμμα Ελλάδος!
Σ’ εσέ η  δίψα  της Παρθένου έφυγε, πίνοντας οίνο ιερό
την ώρα που εδιώκετο ο Αμνός να οδηγηθεί στη σφαγή.
Αινώ την ωραιότητά σου που σαν ευπρόσωπος άνθρωπος
ευφραίνεις την όραση, σαν εύφωνος αοιδός τέρπεις την ακοή
ερούμενος άνθρωπος που εισδύει στην καρδιά, ωσάν τον Έρωτα.

Διακρίνοντάς σε ακόμη εις τον ορίζοντα, σκέφτηκα.
Πως δικαίως εκεί πρωτοϋψώθη το λάβαρο της αρχής και του τέλους.
Ελευθερία ή θάνατος.
Και από ποίμνιον, ο λαός των Ελλήνων
                                                                                       γίνεται ποίμνη.
Ο πολέμιος λαός Τιτάνας. Οίδα όμως, ότι στη μάχη ενίκησαν οι θεοί
Πολλάκις επλήχθης από  βόλια. Πολλάκις επανορθώθης. Για τη ζωή.
Ω, προσωποποίησης τριών αξιών.
Ελλάς σε κάθε μου βήμα.
Πορευόμενη στα ενδότερα, ανακαλύπτω την αγάπη.
Παραπαίοντας, αιθεροβάτης του  ουρανού σου, την ορθοδοξία αγγίζω.

Βρισκόμενη τώρα εδώ, αιχμάλωτη θλίψεως και του εαυτού μου,
                                                                               σκέφτομαι
Πως προσιόμενη στο χώρο σου, περιόρησις για κάθε τι διαχεόταν παντού.
Τώρα σκοτάδι
Με σένα αισθάνθηκα την αλήθεια των πάντων.
Τώρα ψέμα
Η ζωή μου ανακινήθηκε με τα πρώτα μου βήματα στους όμορφους     
                                                                                        βράχους σου.
Τώρα πλέον θάνατος.

Μαρία Θεοδ. Σαντά













Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου