Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Η γύρη του πονεμένου πρόσφυγα



                  Καλούσαμε πολλές φορές πρόσωπα πολυαγαπημένα
                  κι η μνήμη μας ζούσε μες στη γεωγραφία της ψυχής.
                  Ήταν η μνήμη της απόφασης, των χωριστών μας δρόμων.

                  Μου μίλησε το πέλαγος, μου μίλησε η τρικυμία.
                  Ο ήχος του πόνου πλατύς, αχόρταγος, βουβός,
                  οξύς, μεταλλικός. Αγέραστος ακόνιζε
                  τα άγια χώματά μας που άλλοι τώρα πατούσανε.
                  Μονάχοι απομείναμε στο χρόνο
                  να ξεδιπλώνουμε τόπους ματωμένους
                  κι αγάπες που χάσαμε χωρίς επιστροφή.
                
                  Με μια χούφτα θαλασσινό νερό
                  από τη Μαύρη Θάλασσα
                  μπορώ να ξεχάσω πιο εύκολα.
                  Μ’ ένα δέντρο σκιερό από την παλιά αυλή μου
                  πιο εύκολα μεταγγίζω με καημό τη γαλήνη
                  στην καινούργια ζωή μου.

                  Έρχεται μια γερόντισσα σκυφτή και λεπτοκαμωμένη,
                  φέρνει την ταραχή του κόσμου που βυθίστηκε,
                  ακούγεται το σάλπισμα της μνήμης.
                  Φορούσε το μαντήλι της πληγής, τα μάτια της υγρά
                  για τα κορίτσια που έχασε, για την ομορφιά της
                  που μάδησε στην ξενιτιά κι όμως το χέρι της χώρεσε
                  άπειρη καλοσύνη, δεν ήθελε το παιδί της να δακρύσει
                  από το κυνηγητό του χάρου.
                  Εκείνο τη ρωτούσε συχνά με αγωνία:
                  «Που θα ριζώσουμε αγνή και σοφή γιαγιά,
                  σε ποια χώρα θα θεριέψει η γενιά μας;»
                  «Εκεί που σύννεφο δε θα σκεπάζει τα όνειρά μας,
                  όπου το αίμα μας θα έχει γίνει ένα βιβλίο ιστορίας
                  και οι επόμενες γενιές θα μαθαίνουν με περηφάνια
                  τι ομορφιά είχαν οι τόποι που αφήσαμε».

                  Καθάριζε ο πόνος με τα ενθύμια·
                  παραδινόταν μια φωτογραφία, ένα ρούχο, ένα κόσμημα
                  από πατέρα και μάνα σε γιο και κόρη,
                  από κόρη και γιο σε εγγόνια και ξανά απ’ την αρχή.
                  Πάντα διψούσαμε για τον φιλήσυχο άνθρωπο του Πόντου,
                  τον δουλεμένο, με τη σπίθα στην καρδιά.
                  Πολλές ζωές ανεγέρθηκαν από το μηδέν,
                  ίσως η απελπισία της χαμένης γης να έδωσε
                  το έναυσμα κι έσπασαν τα όρια του ανθρώπου,
                  με δύναμη αξεπέραστη γκρεμίζοντας τον παλιό καημό.

                  Η γύρη του πονεμένου πρόσφυγα δεν περιορίζεται,
                  φεύγει μακριά, πηγαίνει σαν τον άνεμο
                  πάνω στα λουλούδια της αγνής φιλίας και της συντροφικότητας.
                  Ανοίγαμε το χάρτη της υφηλίου. Δε βλέπαμε χώρες,
                  μόνο άπειρα ονόματα, φίλους παντού σκορπισμένους
                  που μίλησαν με την ψυχή τους στα παιδικά μας χρόνια κι αργότερα.
                  Μίλησαν για μένα και για σένα που έχασες κάποιον δικό σου,
                  άλλοτε με παράπονο, με όλες τις λεπτομέρειες
                  που κάνουν τη ζωή μας πιο όμορφη: ένα χαμόγελο,
                  ένα χτύπημα στην πλάτη.
                  Ήμασταν για χρόνια οι κατατρεγμένοι άνθρωποι,
                  οι θλιμμένοι, αν μπορείς να ονομάσεις θλίψη την αναγέννηση
                  που έβγαλε εργάτες στα χωράφια την αυγή,
                  αγρότες με ψυχή και τεχνίτες άξιους.

                  Ξέρει καλά το χώμα τη μυρωδιά του ιδρώτα μας,
                  ξέρει από οδηγούς της μοίρας στα μονοπάτια της γνώσης,
                  από επιστήμονες αξεπέραστους. Γνωρίζει απ’ όσους
                  οργώσανε με γράμματα τον τόπο
                  και οι ρίζες τους ήταν τα στέρεα πατήματά μας.
                  Άνθισαν πάμπολλες φράσεις παρήγορες
                  για την πίκρα του ξεριζωμού,
                  γίνανε δέντρα βαθύσκιωτα για τις δύσκολες ώρες
                  της μικρής Ελλάδας.

                  Λάσκαρης Π. Ζαράρης


                  ***   Τιμητική διάκριση από το Δήμο Χορτιάτη το έτος 2010 σε
                  διαγωνισμό με θέμα: «Η Προσφυγιά».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου