Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Ένα διήγημα από τον Κυριάκο Χαλκόπουλο

  
Η προσευχή
 
   Μιλούσαμε για τη Θρησκεία και είχαν ακουστεί αρκετές απόψεις. Όλοι έμοιαζαν να συμφωνούν πως συνήθως κανείς την αρνούταν στην αρχή της ζωής του, με αφορμές που παρουσιάζονταν τότε ως έντονες και απαρέγκλιτες, αλλά στη συνέχεια δεν αποκλειόταν και να ακυρωθούν ως πλανεμένες. Έτσι αρκετοί από τη συντροφιά είχαν μέσα τους, όπως δήλωναν, κάποιο θρησκευτικό συναίσθημα, παρόλο που οι περισσότεροι αρνούνταν την επιρροή της κρατούσας, οργανωμένης εκκλησίας.
   Ήταν ήδη αργά και η συζήτηση φαινόταν πως θα έσβηνε, για να αντικατασταθεί ίσως από ακόμα μια παρτίδα χαρτιά, όταν κάποιος φίλος του οικοδεσπότη μας που εγώ δεν τον ήξερα, ένας απόφοιτος της Θεολογικής σχολής που περίμενε τον διορισμό του, άρχισε να μιλάει.
   «Εγώ, το ξέρετε καλά, πως σπούδασα αυτό το αντικείμενο. Και παρόλο που στη Θεολογική σχολή της πόλης μας δεν είναι ασυνήθιστο να καταλήγει ένα ετερόκλητο και αμφίβολης πίστης πλήθος, λόγω της ιδιαίτερα χαμηλής βαθμολογίας που απαιτείται στις εξετάσεις για να εισαχθεί κανείς σε αυτήν, από την πλευρά μου είχα μέσα μου πίστη. Ήταν μάλιστα αυτή, τολμώ να πω, μια αγνή πίστη, δυνατή και ριζωμένη βαθιά μέσα μου. Τώρα αναμένω τον διορισμό μου ως Θεολόγου σε κάποιο Γυμνάσιο και πρέπει να σας πω ότι η θέση μου είναι εξαιρετικά δύσκολη, για πολλούς λόγους ίσως -ποιος δε θυμάται τις ειρωνείες με τις οποίες αναφέρονταν τα παιδιά στους δασκάλους αυτού του αντικειμένου; - αλλά κυριότερα διότι πλέον δεν έχω μέσα μου άλλο την παλιά μου ευσέβεια και τη θρησκευτική πίστη. Και θα ήθελα να σας διηγηθώ πώς μου συνέβη αυτή η αλλαγή, διότι έμελλε να περάσω όλες μου τις σπουδές ακόμα αναγνωρίζοντας τον εαυτό μου ως έναν Χριστιανό και όμως λίγες εβδομάδες μετά τη λήξη τους να μου συμβεί κάτι που κλόνισε τρομακτικά τις πεποιθήσεις μου και που τελικά προκάλεσε τη βύθιση των παλιών μου αντιλήψεων.
   Αυτό που μου συνέβη, εξάλλου, δεν ήταν κάτι που αφορούσε άμεσα εμένα. Δε θα πρέπει να υποψιαστεί κανείς πως, όπως κάποιος έφηβος, κλονίστηκα και εγώ από την απλή λύπη ή το πένθος για κάποια προσωπική κακοτυχία. Όχι. Παρόλο που τέτοιες βίωσα και εγώ, και τις έβλεπα και στην οικογένειά μου αλλά και γύρω μου, δε θα στέκονταν ποτέ αρκετές για να αλλάξουν τις κρίσεις μου για την ύπαρξη ενός προστάτη Θεού. Κάτι άλλο ήταν αυτό που επέδρασε σαν τρικυμία πάνω μου, και τελικά ναυάγησα σε ένα άγονο νησί της πιο ανηλεούς απιστίας σε κάθε είδους ανώτερη δύναμη.
   Οι σπουδές μου είχαν ολοκληρωθεί και τώρα όφειλα να φύγω στο στρατό, για να εκτελέσω αυτό το άνοστο και βαρετό καθήκον. Την ίδια τη θητεία δε τη φοβόμουν, και αυτό παρόλο που όπως όλοι έτσι κι εγώ είχα ακούσει ιστορίες για νέους που κυριολεκτικά καταποντίστηκαν στο στρατό και μερικοί μάλιστα έφτασαν ακόμα και στην αυτοκτονία. Ωστόσο εκτιμούσα πως τίποτε τέτοιο δεν αφορούσε εμένα, ήμουν άλλωστε ένα φυσιολογικά κοινωνικό άτομο και δε θα συναντούσα τον κίνδυνο της περιθωριοποίησης που τον αναγνώριζα ως το πρώτο βήμα στο Γολγοθά τέτοιων λυπητερών περιπτώσεων.
   Η τύχη θέλησε να υπηρετήσω αρχικά σε μία εξαιρετικά ακριτική περιοχή, στο Βορρά. Το κρύο, η όχι ικανοποιητική θέρμανση ακόμα και μέσα στους κοιτώνες, η αναπόφευκτα δυσάρεστη γειτνίαση με ανθρώπους που υπό άλλες συνθήκες θα τους απέφευγα μ’ επιμονή, συντέλεσαν να μου δημιουργηθεί, δίχως να το επιδιώκω, δίχως σχεδόν να το αντιληφθώ, κάποια πρώιμη τάση για θλίψη. Βέβαια δε θα πρέπει να νομίσετε ότι ήμουν ένας από εκείνους που υπέκυψαν σε κάτι τέτοιο. Αντίθετα μόλις την αναγνώρισα αμέσως έκανα ό,τι μπορούσα για να μεταβάλω τις σκέψεις μου. Σε αυτό με βοήθησαν κάποια άτομα που γνώρισα εκεί και με τα οποία μπορούσα να συνομιλήσω, αν και βέβαια τα ενδιαφέροντά μας διέφεραν.
   Ένα βράδυ ήμουν στη σκοπιά, ψηλά, σ’ ένα λόφο. Παγιδευμένος από το κρύο -χιόνιζε εκείνη τη βραδιά- δεν είχα κάτι άλλο να κάνω παρά μόνο να τρίβω ξανά και ξανά τα ρούχα μου, σε μία προσπάθεια να αισθανθώ έστω και λίγη ζεστασιά, έστω και αν ήταν μόνο μία πλάνη υποκινούμενη από την ίδια την ελπίδα που κινούσε τα χέρια μου πάνω στο βαρύ μου παλτό.
   Και παρόλο που δεν ήταν η πρώτη μου φορά στη σκοπιά, παρόλο που επίσης το κρύο δε θα πρέπει να διέφερε από άλλες νύκτες και παρά το γεγονός, τέλος, πως είχα ήδη κάνει κάποια βήματα για να απωθήσω τη λύπη που με είχε τρομάξει πριν από μερικές ημέρες, ένοιωθα κάτι το λιγάκι απροσδιόριστο εκείνο το βράδυ. Ακόμα δε νομίζω ότι είμαι σε θέση να το περιγράψω. Ήταν ίσως περισσότερο κάποια αδημονία, αλλά όχι αληθινά για την επιστροφή στον κοιτώνα, που ήταν προαποφασισμένη και ο χρόνος που κυλούσε μ’ έσπρωχνε όλο και περισσότερο προς τα εκεί, σαν να είχα ήδη αρχίσει να κατηφορίζω προς τα κτίρια του στρατοπέδου. Ήταν μια άλλου είδους αδημονία, ναι, αλλά για ποιο αντικείμενο;
   Θυμάμαι ότι αναρωτήθηκα αν μου έλειπε η πόλη μου, η οικογένειά μου, οι φίλοι μου. Ήταν αυτό αναμφίβολο, όμως μου φάνηκε ελάχιστα ικανοποιητική η αναγωγή του παράδοξου και αδιευκρίνιστου συναισθήματός μου σε αυτές τις ελλείψεις.
   Τελικά σκέφτηκα, κάτι που ίσως να μην το πίστευα ολότελα, αλλά το πίστευα σε αρκετό βαθμό ώστε να πραγματοποιήσω αυτή τη σκέψη πως ίσως να ήταν θρησκευτική η αιτία της γέννησης αυτής μου της αίσθησης. Ίσως ο δημιουργός Θεός να απαιτούσε από εμένα εκείνη την ώρα κάποια συνομιλία, ή έστω αυτό που γίνεται αντιληπτό ως συνομιλία μαζί του, δηλαδή την προσευχή και την παρατήρηση της επίδρασής της, σαν να είχε προκύψει αυτή η επίδραση από μια βούληση του ίδιου του Θεού. Έτσι μου ήρθε η σκέψη να προσευχηθώ, φωναχτά καθώς ήμουν μόνος μου.
   Επέλεξα μια προσευχή όμως ασυνήθιστη, και όχι εκείνες που σίγουρα εκατοντάδες φορές στο μέλλον θα δίδασκα στους μαθητές μου στο σχολείο. Αυτή ήταν μία που μου είχε προκαλέσει ίσως αμυδρή εντύπωση όταν συνέβη να την αποστηθίσω στα φοιτητικά μου έτη, τώρα όμως μου φαινόταν εξαιρετικά βαθιά ως προς το νόημά της. Άνοιξα το στόμα μου και άρχισα να προφέρω τις λέξεις, ήταν σύντομη και ήταν σαν να διαχεόταν στον παγωμένο αέρα μαζί με την ανάσα μου. Είχα προφέρει τα λόγια με σταθερή φωνή, ελάχιστα δυνατά, αλλά ούτε και από μέσα μου.
   Πρέπει να είχε περάσει ένα πεντάλεπτο όταν άρχισα ν’ ακούω βήματα. Η ώρα είχε κυλήσει τόσο γρήγορα! Τώρα έφτανε αναντίρρητα ο αντικαταστάτης μου και ήδη ονειρευόμουν τη μεγαλύτερη θερμοκρασία στον κοιτώνα και το βούλιαγμα του σώματός μου κάτω από τις κουβέρτες του κρεβατιού μου! Και γι’ αυτό ήμουν χαμογελαστός όταν είδα τον άλλο στρατιώτη, και διατήρησα το χαμόγελο παρόλο που αναγνώρισα το πρόσωπό του.
   Ήταν ένας παράξενος νεαρός που ήδη αρκετοί τον μέμφονταν για τη σιωπή του, αλλά και μια στιγμή οδυνηρής για εκείνον συναισθηματικής φόρτισης όταν άρχισε να ουρλιάζει σε απάντηση κάποιων κακόβουλων σχολίων μιας ομάδας άλλων συναδέλφων μας. Εγώ κρατούσα τις αποστάσεις μου από αυτόν, και στην πραγματικότητα δεν ένοιωθα κάτι για εκείνον, ήταν απλώς ένα παράδειγμα προς αποφυγή για εμένα και τίποτα περισσότερο.
   Είχα περάσει λίγη ώρα, σε έναν ύπνο δίχως όνειρα, πίσω στον κοιτώνα, όταν ένοιωσα ένα χέρι να ανεβοκατεβαίνει πάνω στον ώμο μου και άνοιξα τα μάτια μου. Ήμουν λιγάκι ζαλισμένος και έκανα τη σκέψη ότι αληθινά θα πρέπει να είχα σφάλει και να είχα κοιμηθεί για μισή μέρα, και όχι μόνο για μία ώρα το πολύ, παρόλο που ένοιωθα ακόμα εξασθενημένος. Έκανα αυτή τη σκέψη διότι ο κοιτώνας ήταν κατάφωτος και οι στρατιώτες αντί να είναι στα κρεβάτια τους ήταν σχεδόν όλοι όρθιοι και συζητούσαν, παράγοντας ένα διαρκές βουητό από το οποίο δεν μπορούσα να συνάγω τίποτα. Ωστόσο εκείνος που με είχε ξυπνήσει με κοιτούσε σοβαρά στα μάτια και ήταν προφανές πως τώρα θα μου εξηγούσε τι γινόταν αυτή την αλλόκοτη ώρα.
   Δεν μπορώ να θυμηθώ τι εντύπωση μου έκαναν τα πρώτα του λόγια. Το νόημά τους σίγουρα ήταν κάτι έντονο, αλλά λησμονήθηκε η ακριβής αίσθησή μου γι’ αυτά αργότερα. Αυτό που μου είχε επισημανθεί ήταν πως ένας στρατιώτης, εκείνος που με αντικατέστησε στη σκοπιά, είχε αυτοπυροβοληθεί στο κεφάλι και ήταν νεκρός.
   Στο μυαλό μου πέρασε το πρόσωπο εκείνου του κακόμοιρου ανθρώπου, στην τελευταία φορά που τον είχα δει, την τελευταία που τον είδε οποιοσδήποτε μάλλον όσο ακόμα ήταν εν ζωή. Και όμως μου έμοιαζε τόσο εύθυμος τότε!
   Αλλά δεν πρόλαβα να οργανώσω περισσότερο αυτές μου τις σκέψεις, διότι παρευθύς παρατηρήθηκε μεγάλη κινητικότητα στην άκρη του κοιτώνα, που ήταν ακριβώς απέναντι μου και σύντομα πολλά σώματα παραμέρισαν και φάνηκε εκεί ένας αξιωματικός. Είχε έρθει για να κάνει την επίσημη ανακοίνωση για το θάνατο του στρατιώτη.
   Ακόμα και σήμερα, ακόμα κι αυτή τη στιγμή, το σκέφτομαι αυτό· ο αξιωματικός θα μπορούσε κάλλιστα να είχε περιοριστεί να ανακοινώσει το φρικτό νέο. Αυτό θα ήταν επόμενο. Γιατί να θελήσει, αντίθετα, να δώσει κάποια εξήγηση σε απλούς στρατιώτες γι’ αυτό; Βέβαια έχω σκεφτεί άπειρες φορές πως και αυτή του η παράδοξη θέληση οφειλόταν σε κάποιον υπολογισμό του, κατά τον οποίο το συμβάν θα μας τάραζε λιγότερο αν παρουσιαζόταν κάποιο πειστήριο για μια προφανή ψυχική ανισορροπία του νεκρού συναδέλφου μας. Γι’ αυτό και πρέπει να αποφάσισε να μας διαβάσει ένα γράμμα που είχε αφήσει πίσω του εκείνος και που φαινόταν πως το είχε γράψει μέσα στο σκοτάδι, σαν τα τελευταία του λόγια πριν την πράξη του εκμηδενισμού του.
   Το γράμμα ήταν σύντομο. Διακατεχόταν από ένα έντονο θρησκευτικό συναίσθημα, αλλά το ήξερα ήδη πως αυτός ο κακόμοιρος πίστευε στο Θεό, κάτι που δε μου είχε προκαλέσει καμία απολύτως αίσθηση, ακόμα και όταν έμαθα ότι αφαίρεσε τη ζωή του. Η αναφορά που έκανε στο γράμμα ήταν στην παιδική του ζωή, στον πατέρα του που συνήθιζε να του μιλάει για το Θεό, να του διαβάζει προσευχές, να πηγαίνει μαζί του στην Εκκλησία. Ήταν ένας σκληρός πατέρας όμως, που πολλές φορές τον είχε ταπεινώσει. Ωστόσο καταφύγιό του στάθηκε αυτή η πίστη, που παρόλο αφ’ ενός τη μισούσε σ’ ένα βαθμό λόγω της αντιπάθειάς του για τον πατέρα του, τελικά την είχε ασπασθεί ως κάτι αρκετά ανεξάρτητο από εκείνον.
   Είχε, έτσι, μελετήσει στα επόμενα έτη αρκετά θρησκευτικά βιβλία και κυρίως του άρεσαν τα βυζαντινά προσευχητάρια, διότι εκεί ανακάλυπτε σπάνιους και ενδιαφέροντες για εκείνον ύμνους, ψαλμωδίες και απλές προσευχές.
   Δεν ήθελε στη συνέχεια του γράμματος να καταστήσει σαφές πώς κατέληξε σ’ αυτή του την απόφαση ή στη δημιουργία μιας τέτοιας ιδιαίτερης εντύπωσης, αλλά επιθυμούσε να διευκρινίσει πως μία από αυτές τις συλλογές λόγων του Κλήρου την είχε επισημάνει ως κάποια που θα ήθελε να ακουστεί λίγο πριν πεθάνει. Πίστευε, μάλιστα, αφήνοντας και αυτό το σημείο σκοτεινό στο γράμμα του πως αν ακουγόταν λίγο πριν πεθάνει τότε θα κέρδιζε αναμφίβολα την αιώνια ζωή. Και την είχε ακούσει εκείνο το βράδυ, σαν να την έψελνε το ίδιο το πυκνό σκότος, φεύγοντας από τον κοιτώνα, ταπεινωμένος από τις μομφές των εχθρών του! Σε αυτό το σημείο έκλεισα τα μάτια μου, μαντεύοντας τη συνέχεια.
   Θέλω να σας πω, φίλοι μου ότι δεν ήταν τόσο η ίδια η ανήκουστη και τρομακτική σύμπτωση η δική μου παράδοξη επιθυμία να ψάλω εκείνη την προσευχή ν’ ανταποκριθεί σε μία τρελή πίστη εκείνου του δύστυχου ανθρώπου. Η σύμπτωση μια προσευχή χαμένη στα παλιά βιβλία, που μόνο κάποιος θεολόγος ή κάποιος παθολογικά ένθεος θα την ανακάλυπτε να συμπέσει να είναι γνωστή και στους δυο μας. Η ακόμα πιο επιβλητική σύμπτωση ν’ ακουστεί από εμένα ενώ εκείνος ήταν κοντά.
   Όχι, όλα αυτά θα μπορούσα να τα ξεπεράσω, αποδίδοντάς τα σε κάποια αλλόκοτη, αλλά τελικά ασήμαντη συγκυρία. Αλλά αυτό που τελικά με συγκλόνισε, και έκανε ένα δάκρυ να κυλήσει από τα μάτια μου, σα να συντρόφευε τον αξιωματικό που είχε κάνει μεταβολή και τα σώματα των στρατιωτών για άλλη μια φορά πύκνωναν πίσω του, ήταν η σκέψη, η απλή σκέψη, πως εγώ ετοιμαζόμουν να διδάξω την πίστη στο Θεό σε μικρά παιδιά, σε μαθητές του Γυμνασίου, ενώ είχα μέσα μου μια τέτοια ανάμνηση τρομερή για τον αφανισμό ενός ανθρώπου που ήρθε, ή έστω επισπεύτηκε, από τα ίδια μου τα άδολα λόγια που απεύθυνα σε μια Θεότητα. Και μου φάνηκε όλο αυτό φοβερό, σαν να ήταν ένα αστείο σε βάρος μου από κάποιον δαίμονα. Και νομίζω ότι η πρώτη μου αντίδραση, για μια στιγμή, ήταν ακριβώς εκεί να το υπάγω, αλλά είδα μπροστά μου τη θλιβερή προοπτική της ενασχόλησης με τους δαίμονες και τρόμαξα από το ζοφερό μέλλον που θα είχα με κάτι τέτοιο.
   Και όμως, ήμουν Θεολόγος, δε θα έπρεπε να αναλάβω ένα τέτοιο έργο, ως ένας στρατιώτης του Θεού; Και, ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι καθόλου δεν ήθελα κάτι τέτοιο και η πίστη μου ήταν ρηχή, ενταγμένη στη θέλησή μου για διαιώνιση της ευκολίας της ζωής που ως τότε είχα. Καταλαβαίνετε; Ήταν η συναίσθηση της αληθινής ζωής της πίστης, μιας ζωής άγριας, δύσκολης, εντατικής, που θα έπρεπε να ακολουθήσω, μετατρέποντας τελικά τον εαυτό μου σε κάποιο μοναχό ίσως, σε κάποιον ερημίτη. Και αυτό δεν το ήθελα, γι’ αυτό και δάκρυσα. Και, καθώς το δάκρυ έπεφτε στο σεντόνι μου, η απόφασή μου να μη διδάξω ποτέ ήταν ειλημμένη. Ακολούθησε, τις επόμενες μέρες, και η αποδόμηση της πίστης μου».

Κυριάκος Χαλκόπουλος
Θεσσαλονίκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου