Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Στη χαράδρα


   Ακούω βήματα βαριά, αργά και κουρασμένα. Μέσα στην πυκνή δίνη του σκοταδιού παράξενοι ήχοι στροβιλίζονται και περιμένω…με την ελπίδα ζωντανή. Κάνω φίλο την άγνωστη νύχτα νιώθοντας κάθε αθρόα εισβολή, ακόμη και την πιο ανεπαίσθητη κίνηση που με περικυκλώνει. Δε θέλω να είμαι το ανυπεράσπιστο και αθώο θύμα της στιγμής, το βουλιαγμένο στο μοναχικό πόνο του. Κι αντί να τυλιχθώ με την ομορφιά της φύσης, βρίσκομαι παγιδευμένος μέσα στους σκούρους και αιχμηρούς βράχους…τραυματισμένος, ανήμπορος να κινηθώ, έστω για ένα απειροελάχιστο λεπτό του χρόνου. Δεν έχω τίποτε άλλο να κάνω απ’ το να περιμένω της σωτηρίας μου το επιθυμητό άγγιγμα ή την εχθρική δολοπλοκία της μοίρας μου.
   Το καταπράσινο βουνό απλώνει την άγρια αγκαλιά του. Η τρομερή μορφή του υψώνεται πάνω απ’ τα όρια της ανθρώπινης αντοχής και καταβαραθρώνει την ελπίδα, τσακίζοντάς την στα αφιλόξενα τοπία. Τότε με πλημμυρίζει και πάλι ο ίδιος ήχος, ο παταγώδης και ανατριχιαστικός. Υπάρχω λοιπόν, πίσω από το φόβο που μου τυφλώνει την όραση και μου παραλύει το μυαλό. 
   Οι ώρες μου περνούν αργά, αλλά επίμονα στην κρύα μοναξιά της νύχτας. Αισθάνομαι τα δέντρα, καθώς είναι διασκορπισμένα στην πλαγιά, πως μπορούν να κρύβουν οποιοδήποτε εχθρό. Μα μέσα στον αφόρητο πόνο που διαπερνά ολόκληρο το σώμα μου και κυρίως μέσα στη θλιβερή απογοήτευση πως εδώ, σ’ αυτή την ερημιά κανείς δε θα μ’ αναζητήσει, εύχομαι να νιώσω τα γαμψά και σκληρά νύχια του αετού! Θα ήθελα να με αρπάξει ξαφνικά το αρχοντικό αυτό πουλί, να μ’ απελευθερώσει από τη φυλακή των βράχων και να με ταξιδέψει ψηλά στην κορυφή, απ’ όπου, σε μια εντελώς άτυχη στιγμή, γλίστρησα προς το δυσδιάκριτο κενό. Το μόνο που ποθώ είναι να λιγοστέψει ο πόνος με μια ευχάριστη σκέψη και να αισθανθώ καλύτερα, πιστεύοντας πως τώρα έφθασα να ζήσω στα πραγματικά όρια της ύπαρξης μου, κάτι που αγνοούσα ή απέφευγα μ’ επιμονή να νιώσω λόγω του αδύναμου χαρακτήρα μου. Ψάχνω ένα φωτισμένο άνοιγμα στον ουρανό και διαισθάνομαι έναν μακρινό αντίλαλο να πλησιάζει, σαν το βουητό ενός σμήνους μελισσών. Ακούω τους θορύβους της μηχανής του ελικοπτέρου, που με αναζητεί μέσα στο πυκνό σκοτάδι. Οι προβολείς του ανάμεσα από τις λογχοφόρες κορυφές των δέντρων παίζουν ένα ασταμάτητο παιχνίδι. Απρόβλεπτα εμφανίζονται σαν τις σκιές ενός φανταστικού κόσμου.
   Σκέφτομαι, ξεφεύγοντας από τις ψευδαισθήσεις, πως κανείς δε θα μπορούσε να υποψιαστεί, ούτε καν να υποθέσει πως ο πολύ συγκρατημένος φίλος τους, ο Ιεροκλής βρίσκεται παγιδευμένος στο βάθος μιας χαράδρας. Εκείνος που στις περισσότερες στιγμές της ζωής του έδειχνε τόσο αναποφάσιστος και δειλός στο ν’ αντιμετωπίσει και να δώσει λύση στα πιο εύκολα προβλήματα. Πως ήταν δυνατόν ο αιώνιος εραστής της πολύβουης πόλης, ο μεθυσμένος απ’ τους ηδονικούς φωτισμούς του ξημερώματος και τον νανουριστικό κυματισμό της θάλασσας, πήγε να χαθεί στα άγνωστα μονοπάτια του βουνού, απρόσκλητος ικέτης ενός ασύγκριτου θαύματος;
   Η απόδραση που πάντα ονειρευόμουν απ’ τον ασφυκτικό κλοιό της πόλης κι απ’ το μονότονο και πληκτικό πρόγραμμα μου, λίγο έλειψε να μου στοιχίσει τη ζωή. Ο πόθος ρίζωσε βαθιά στην ψυχή μου κι όλο με οδηγούσε μπροστά, για να ξεχάσω ό,τι πραγματικά με βασάνιζε. Ο κόσμος, στον οποίο ζούσα, μου φαινόταν λίγος και αναπάντεχα, όταν τα πράγματα πήγαιναν αρκετά καλά, ήρθε η ύπαρξή μου να με ταρακουνήσει και με τοπία θελκτικά μ’ έσπρωξε προς το γκρεμό…Θέλησα να επεκταθώ σ’ άλλες πιο όμορφες και ποιοτικές διαστάσεις, να δοκιμάσω πρωτόγνωρες εμπειρίες, μα τελικά όλες μου οι προσπάθειες συντέλεσαν στο να ενισχύω πάντοτε αυτόν το μοιραίο και ακατανίκητο κύκλο της ζωής. Όσο κι αν ήθελα να γεννηθεί το φως ενδόμυχα στις σκέψεις, ερχόταν να με ανταμείψει το αμείλιχτο σκοτάδι.
   Εδώ κάτω στην ερημιά, στη γαλήνη του φυσικού τοπίου, όπου κανένα ανθρώπινο γέλιο ή μελωδική φωνή δε δηλώνει παρουσία για να σε συνταράξει, αντιλαμβάνεσαι το αληθινό νόημα της ύπαρξης και της ανθρώπινης φύσης. Επιλέγεις μια μοναχική περιήγηση μέσα στη νύχτα, ψάχνοντας τα ίχνη του παρελθόντος, τα ίχνη της σιωπής που άφησε ο χρόνος και τότε…, σαν υπνοβάτης, με τεντωμένα χέρια μπροστά σκοντάφτεις στα πιο απλά και ασήμαντα θέματα, αγνοώντας τα μεγάλα και σημαντικά. Όταν αισθάνεσαι το αργό, βαρύ και αποκαμωμένο βήμα του θανάτου, η καρδιά σου πάει να σπάσει σε χίλια κομμάτια κι ένα απλό νεύμα ανθρώπου αρκεί να τη συνεφέρει αποτελεσματικά.
   «Όχι! Θα νιώσεις όπως ένιωσα εγώ, ανθρώπινο κουρέλι. Δεν καταλάβαινες πως έφτασες στη βεβήλωση των πάντων, υψώνοντας πάνω απ’ όλα τον εγωισμό σου! Έκανες ανθρώπους να υποφέρουν απ’ τα φοβερά ξεσπάσματά σου κι ό,τι πήγαινες ν’ αγγίξεις μολύνονταν με το μικρόβιο της δυστυχίας. Χώμα γίνονταν τα συναισθήματα των άλλων, που απορροφούσαν πάντα τη φιλοδοξία σου. Ήθελες να πραγματοποιήσεις με ανυπομονησία τα όνειρά σου, ν’ αναγνωριστείς γρήγορα από τους συνεργάτες σου ως ο καλύτερος και πιο αξιόλογος στη δουλειά σου. Μοιραία όμως έχασες την εκτίμηση των ανθρώπων, γιατί επένδυσες μόνο σε άψυχα πράγματα».
   «Όχι! Δεν πιστεύω πως αυτά που μου λες είναι αλήθεια, παρά μόνο μια παράφραση της αντικειμενικής αλήθειας. Κάθε άνθρωπος εισπράττει διαφορετικά την αποδοχή, όπως και την ευτυχία. Μπορεί τα όνειρα να είναι σαν τους κόκκους της άμμου που γλιστράνε παντού και γεμίζουν κάθε χώρο, κάθε έλλειμμα ηθικό ή πνευματικό για να νιώσεις γεμάτος. Ίσως να νοστιμίζουν τη ζωή, αλλά δεν περιλαμβάνουν και ολόκληρο το νόημα της ζωής. Μας κάνουν να κλείνουμε για λίγο τα μάτια, να αγνοούμε ηθελημένα κάποιες πτυχές της ιστορίας μας, για να προχωρούμε ανάλαφρα».
   «Κατέχεσαι, Θεέ μου, από μια μεγάλη απογοήτευση, η οποία θέτει την ύπαρξή σου σε άλλο προορισμό. Μια απλή εκδρομή φαντάζει μόνο σαν θνητή προσπάθεια ν’ ανακτήσεις τις χαμένες σου δυνάμεις και ν’ αναπτερωθείς πνευματικά και σωματικά. Άραγε, δεν μπορώ να καταλάβω, γιατί βάζεις σε τέτοιες δύσκολες ώρες αναπάντητα, ηθικά διλήμματα; Αυτό το κενό, αυτή η ακινησία σου, μεγεθύνει έναν ακατανόητο συμβολισμό· η χαράδρα μπορεί να συνδέεται τόσο ανώδυνα με την πτώση, το γκρέμισμα των παθών σου και την απελευθέρωση μιας κοιμισμένης συνείδησης; Εδώ και χρόνια, τι έκανες για να αποφύγεις αυτήν την απαράδεκτη κατρακύλα; Οι αντιστάσεις σου ήταν μόνο λίγες αραιοσπαρμένες ηλιακές αχτίνες στη μόνιμη συννεφιά, να το πω με ακρίβεια: παραμόρφωση του προσωπικού σου, οχυρωμένου χώρου».
   «Πήγες ν’ αναρριχηθείς πάνω στα βράχια, χωρίς να το καταλαβαίνεις συνειδητά  πως η προσπάθειά σου ήταν να ξεπεραστεί το κενό της ύπαρξης, το ξεβάλτωμα της αυστηρής, καθορισμένης οικογενειακής ζωής σου. Επιδίωκες να λυτρωθείς και να εξαγνιστείς μέσα απ’ το ενθουσιώδη αίσθημα του κινδύνου, που δεν είχες δοκιμάσει ακόμη, εκείνη την υπέροχη στιγμή όταν περνούσες χορευτής των βράχων και δε σε απασχολούσε το τεράστιο κενό που έχασκε κάτω απ’ τα πόδια σου σαν ανοιγμένο στόμα λύκου. Ακόμα όμως, αντηχεί το ουρλιαχτό του κινδύνου που σ’ απίθωσε ακέραιο πάνω σ’ αυτή τη φιλική γη κι έγινε απαλό στρώμα σου για μια σημαντική νύχτα ερωτημάτων».
   Η γυναίκα μου δε θα μιλούσε ποτέ με αυστηρά και σκληρά λόγια. Λέει η ανήσυχη συνείδησή μου ή αν προτιμάτε ο άλλος, ανεξερεύνητος εαυτός μου, πως πρέπει να παραδεχτώ ότι τίποτα δε συγκρίνεται με τη θαλπωρή του σπιτιού και τις γνώριμες φωνές της γυναίκας μου και των παιδιών μου. Συμφωνώ, έχει δίκιο! Τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τα χαρούμενα παιχνίδια των παιδιών και τις αταξίες τους. Κρύβουν επιδέξια κάτω απ’ το χαλί τα καθημερινά προβλήματα των ενηλίκων και αποκαλύπτουν μεγάλες αλήθειες. Η μοίρα, μου έδειξε μεγάλη καλοσύνη που δεν μ’ άφησε να τσακιστώ πάνω στους βράχους κι ένας συμπαθής Θεός στάθηκε δίπλα μου, κάτω στην απέραντη χαράδρα, για να μου  δώσει μία ευκαιρία ακόμη να κρίνω τις σημαντικές αποφάσεις μου και να σκεφτώ βαθιά και ουσιαστικά σχετικά με το μέλλον μου.
   Τα χέρια μου δεν υπακούουν στη θέλησή μου να κινηθούν. Τα πόδια μου, παγιδευμένα ανάμεσα στους βράχους, προσπαθούν να μετατοπιστούν σε μια θέση πιο βολική. Όμως, η παραμικρή κίνηση είναι επώδυνη για μένα κι εκείνο που μένει είναι η κοφτερή ματιά που χαϊδεύει με απογοήτευση κι ελπίδα όλες τις μακρινές επιφάνειες. Φτάνει μέχρι τις πλούσιες πηγές νερού κι αναφτερώνεται, πηγαίνοντας να λάμψει μες στης ζωής  τον ασταμάτητο ρυθμό. Υποπτεύομαι πως έχω σπάσει το ένα πόδι από την πτώση που μεσολάβησε κι όσο περνάει η ώρα, ο πόνος δυναμώνει, η καρδιά μου χτυπάει πιο γρήγορα και ακανόνιστα, σαν του τρομαγμένου ελαφιού που τρέχει να ξεφύγει απ’ τα κοφτερά δόντια ενός άγριου θηρίου. Η ψύχρα πέφτει γύρω μου και φαίνεται το τρομαχτικό, παγερό της πρόσωπο. Ίσως, έως ότου ξημερώσει δε θ’ αντέξει η καρδιά, δε θ’ αντέξει η ψυχή και το σώμα. Οι ήχοι· αυτές οι τελευταίες αισθητές πραγματικότητες, αλλοιώνονται λόγω της σωματικής αδυναμίας μου κι όποτε ακούγονται, γεμίζουν την κρύα νύχτα, προσφέροντας μια ψευδαίσθηση φιλικής συντροφιάς, μια θερμή ανθρώπινη ανάσα. Ένα γρύλισμα κάποιου ζώου του δάσους ή ένα σύρσιμο πάνω στις πέτρες και ανάμεσα στις φυλλωσιές των θάμνων εμπνέει μια μικρή σιγουριά. Ένα χαρακτηριστικό φτεροκόπημα σπάει το βαρύ κλίμα της μοναξιάς και πιστοποιεί τους δεσμούς μου με τη ζωή· εμφυσά την ελπίδα επιστροφής μου στον οικείο κόσμο.
   Πρόκειται για μια εναγώνια προσπάθεια να συγκεντρώσω όλες τις τελευταίες εντυπώσεις μου, πριν τη μεγάλη «φυγή». Ακούω τον ήχο του ορμητικού νερού που έρχεται απ’ το φαράγγι κι ακούω επίσης της μάνας μου την ανήσυχη φωνή: «Πρόσεξε, μην χτυπήσεις αγόρι μου!». Νιώθω το υγρό φιλί της γυναίκας μου στα χείλη μου και την καταπραϋντική κομπρέσα της αγάπης πάνω στο μέτωπό μου, που ψήνεται από υψηλό πυρετό. Τα γέλια των παιδιών προσπαθούν να διεισδύσουν για λίγο, να ξεσηκώσουν τις αναμνήσεις μιας ευτυχισμένης ζωής. Με περιτριγυρίζουν δείχνοντας τα παιχνίδια τους. Θα δω, δε θα δω αύριο τον πρωινό ήλιο, αμφιβάλλω ακόμη…
   Οι ήχοι όσο και αν ενισχύονται μέσα στο σκοτάδι, κάποιες φορές ξεγελούνε. Κλείνω τα μάτια μου στο σκληρό πεπρωμένο μου. Δεν αισθάνομαι πια τις ανθρώπινες φωνές, τα γαβγίσματα των σκυλιών, δεν μπορώ να δω τα ξαφνιασμένα πρόσωπα των κυνηγών που με βρίσκουν σχεδόν αναίσθητο. Μου ρίχνουν χαστούκια στα μάγουλα, προσπαθούν να με συνεφέρουν, αλλά έχω χάσει πάρα πολύ αίμα.
   «Πως βρέθηκε αυτός ο άνθρωπος εδώ πέρα;» λέει κάποιος έκπληκτος.
   Αυτό ήθελα να πω κι εγώ· «πως βρέθηκε άνθρωπος σ’ αυτή την ερημιά;». Μόνο θολά περιγράμματα ξεχωρίζω και σκιές ανθρώπων, σαν να βρίσκομαι μέσα σε όνειρο.
   «Ελάτε, βάλτε ένα χεράκι να τον μεταφέρουμε προσεχτικά. Πρέπει να προλάβουμε να τον τραβήξουμε από τη χαράδρα, πριν χάσει εντελώς τις αισθήσεις του!».
   Τα σκυλιά κουνούσαν χαρούμενα τις ουρές τους και μου έγλειφαν το πρόσωπο· ήταν πολύ φιλικά. Πρόλαβα ν’ ακούσω τη φωνή ενός από τους κυνηγούς, ο οποίος βρήκε την ταυτότητά μου και διάβαζε τα στοιχεία μου: «Ιεροκλής…».
   Ο ήλιος που ανέτειλε χάραξε μια μικρή πορεία πάνω στο σβησμένο, χλωμό πρόσωπό μου. Στα μάγουλα μου ξεπετάχτηκε μια απρόσμενη σπίθα ζωής, μια απερίγραπτη χαρά πως, ακόμη και στην πιο μακρινή ερημιά υπάρχουν άνθρωποι να σε γλιτώσουν απ’ το απαίσιο κενό της βασανισμένης ύπαρξης και να σε τραβήξουν για πάντα από τη χαράδρα των δυσάρεστων συναισθημάτων. Μα το σημαντικότερο ήταν, πως μετά απ’ όλη αυτή την περιπέτειά μου πήρα το δίδαγμά μου. Έδωσα υπόσχεση στον εαυτό μου να μην πληγώσω κανέναν άνθρωπο, ποτέ ξανά στη ζωή μου, όσο και εάν τύχει να έχω σοβαρούς λόγους για να το κάνω. Ένιωθα σαν να είχα βαφτιστεί από την αρχή μέσα σ’ εκείνη τη βαθιά, θλιβερή και σημαδιακή χαράδρα.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

 

**  Β΄ Μετάλλιο από την Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία "ΔΙΟΤΙΜΑ ΚΑΙ ΜΟΥΣΕΣ" το έτος 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου