Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Με τη φορεσιά του αγέρα


Πόσο μ’ αρέσει ν’ αλλάζω φορεσιά
για να κατέβω στ’ ακρογιάλι!
Σήμερα οι γλάροι ούρλιαζαν
σαν το τραγούδι του ναυαγίου
αποστήθισαν και τώρα δεν μπορούν
να αντέξουν στη στείρα σιωπή.

Ένα μεγάλο αλισβερίσι η θάλασσα
να περνά εμπρός σου, να σ’ αγγίζει   
με όλη της τη μεγαλοπρέπεια
και να σου αδειάζει τόνους απ’ αλάτι στα πόδια.

Να κοιτά πως μ’ ένα της αναφιλητό σου κλέβει
της μέρας το φιλί για να το κάνει πανί και φρέγανο τ’ αγέρα.
Κι εσύ μισεμένος στον πίσω κάμπο του ορίζοντα
να καραβοτσακίζεσαι μέσα στα
μπλε αλώνια της θάλασσας.

Τα γέλια του κόσμου ήταν κι αυτά εκεί
με μια αγκαλιά λουλούδια μαραμένα.
Με πρόσμεναν με υπομονή
και μ’ ένα τους πρόσχαρο και πεταχτό φιλί,
στου ονείρου εισέβαλαν τη γκρεμισμένη οροφή
εκεί που ο αγέρας έμπαζε και τσάκιζε
του νου τα ξερολίθια στα χαμένα.

Θα ήταν η πρώτη μου φορά,
που νότα συναπάντησα
να υποκλίνεται στο ρυθμό ενός ελκυστικού ταγκό
κι όλο το στίχο ικέτευσε, αποζητώντας τον
να του χαρίσει ένα χορό
ως την εσχατιά του κόσμου.
Γι αυτό η χαρά δεν έχει λογικό σαν νύχτα ντύνεται
στολίζεται και παίρνει το σεργιάνι.

Κάπου εδώ κάπου εκεί όλα συμβαίνουν γύρω μας.
Δεν πρέπει να υπομένουμε στου χρόνου τη σιωπή
τις μέρες του δεν κάνουμε όλες Σαρακοστή,
γιατί κι οι άγγελοι το πέταγμα βαρέθηκαν
κι έγιναν όρνεα πουλιά για να ριχτούνε στη στεριά.
Κάτι θα ξέρανε όσοι τα κόλλυβα έφτιαχναν γλυκά. 

Vicky Kostenas Lagdos, Dichterin
Zürich, 26. September 2011



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου