Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

Ένα ποίημα της Vicky Kostenas Lagdos

Οπώραι φθίνουσαι

Όλβιοι καιροί!
Ο Σεπτέμβρης συμμαζεύει την ομορφιά μαζί με τα φύλλα.
Φυλλορροούν οι λεύκες υπό την επήρεια ενός τρέμουλου αέρινου,
όταν δεν αποδέχονται την υποταγή στους νόμους φυσικής εναρμόνισης.
Εντελώς φευγαλέα πέρασες από της ματιάς την άκρη
και  φυγάδεψες άλλο ένα καλοκαίρι
μέσα στα μεθυσμένα μεσoνύχτια μου.

Πόση συγκίνηση νιώθεις σαν σου φεύγουν οι μήνες απ’ τα χέρια
κι  ας τις κρατάς σφιχτά κι επίμονα κι αρνείσαι πίσω να τις δώσεις!
Γλυκές αναμνήσεις προσπέρασες βιαστικά
με όνειρα και με βότσαλα χωρίς μια συγνώμη στην άλια θάλασσα,
που σ΄ αγκάλιασε, σε δέχτηκε για να την κατακτήσεις.
Ως κι αυτή πλέον ξέμεινε από κύματα και τώρα πλέει
σε πελάγη νηνεμίας  τον πόνο της ν΄ αστοχαστεί.
Ένα κομμάτι απ’ το μπλε της πήρε η Χίμαιρα να ράψει πανωφόρι.
Να το φοράει, όταν ο αγέρας θα σφυρίζει σε κάθε κραυγή ναυαγού.
Μα όσοι δίψασαν, θα βγουν πάνω σε μιαν άλλη σχεδία ερατεινή
για να μπαρκάρουν τα όνειρα στην πηγή με το κρυστάλλινο νερό.
Όταν ο χειμώνας θα υποδυθεί το ρόλο το λευκό
και τις καρδιές θα παγώσει, εμείς θα εναγωνιούμε ελπίζοντας
σε μιαν άλλη ανανεωμένη αναλαμπή.

Όταν ο σπίνος κι ο ερωδιός θ’ αποδράσουν
για το ξεχειμαδιό στις στάνες του κάτω Νείλου,
τότε κι εσύ θα ενδυθείς τον μανδύα της αλήθειας
ν’ αστράψεις από γοητεία.
Μα σαν ξυπνήσει  της θάλασσας  η επάρατη επιθυμία
να θαλασσώνει όνειρα πάλι ξανά θα γαλαζώσουν οι  ελπίδες
για το αύριο, που θα ’ρθει να υποδυθεί την ύπαρξη μιας αλήθειας.
Εγώ κι εσύ μαζί και χώρια απ’ τον ουρανό,
που βαρέθηκε να μετράει τ’ αστέρια του
και τώρα τα ’φησε ασύδοτα να θρηνούν τον πόνο τους.
Μην απορείς, που τα  όνειρα είναι άνεμοι
κι όλο μας φεύγουν κι έρχονται πάλι ξανά πίσω.
Στης λεύκας να μπουν αποζητούν μέσα το κορμί
να δώσουν νάμα και ζωή πριν σε μια ανεπάντεχη στροφή
τον μίτο της ζωής μια αστραπή, τα κόψει κι αρρωστήσω.

Είναι κι αυτό το όνειρο μέγας μπελάς και ζάλη!
Πρόσεξε μήπως, τα μάτια που κάποτε θωρούσες,
μην αστοχήσουν ν΄ ατενίζουν το γιαλό.
Άναψε απόψε η πυγολαμπίδα το φως της να σου ρίξει.
Για να μεσουρανήσεις μεσάνυχτα στους εφτά
συμπαντικούς απόμακρους ουρανούς το θησαυρό.
Κι αν σ΄ αποχτήσει η λησμονιά για να σε ταξιδέψει,
η έμμετρη μούσα θα κρατά τα μάτια σου ορθά να σε μαγέψει.
Ν’ αποστηθίζεις τα όνειρα μαζί συνάμα στίχους
για να σου φέγγουν στο διάβα της ζωής μ΄ ευήκοους
κι αρχαιοπρεπείς μείλιχους μύθους.

Απόψε θέλω να κλείσω τα παραθυρόφυλλα πριν το φως της σελήνης
στο δώμα μου εισβάλει και τα ταγμένα όνειρα στο αέτωμα
του Δαφνηφόρου Απόλλωνα αδιάφορα αναβάλει.
Τις λέξεις θέλω να κρατήσω μακριά από μια επερχόμενη νεροποντή.
Όσες απ’ αυτές μύθους έπλεξαν για να σ’ αποπλανέψουν.
Βρυχάται η θάλασσα μες τη νεφελόπαρτη νυχτιά,
σέρνοντας κύματα αφρωτά ως τα απόκρημνα βραχοβούνια.
Βαρέθηκε να πνέει τα λοίσθια κι αυτή στον πάτο του βυθού.
Ποιος ξέρει, αν αύριο τα πολυποίκιλτα κοράλλια ξυπνήσουν θύμησες
για να προϋπαντήσουν το θρόισμα ενός άλλου μυστικού;

Vicky Kostenas Lagdos
Dichterin
Zürich, 4. September 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου