Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Μια ιστορία του 2011 από τη Μαρούλλα Πανάγου


   Η κούραση της ατέλειωτης πτήσης επιτέλους πήρε τέλος και το ολοκαίνουργιο αεροδρόμιο της Λάρνακας με καλωσόρισε εγκάρδια. Όλα αγνώριστα, μοντέρνα και τίποτα δεν είχε να ζηλέψει από  το άλλο του «Τάμπο» του Γιοχάνεσμπουρκ, εκείνο  της Dubai, ή το «Ελευθέριος Βενιζέλος». Η καρδιά  γεμίζει από το κυπραίικο οξυγόνο σαν παίρνουμε τον δρόμο για την Πάφο και τα μάτια απολαμβάνουν  τις απέραντες πολύχρωμες πινελιές που απλόχερα η άνοιξη έχει σκορπίσει στους ολάνθιστους κάμπους . Μάγεμα η φύσις κι όνειρο, μουρμουρίζουν τα χείλη κι η ψυχή ξέχειλη από χαρά, δεν μπορεί να περιμένει την επομένη  Κυριακή του Πάσχα.
   Αν και πολλές φορές ο νόστος με είχε φέρει πίσω, πρώτη φορά τα κατάφερνα έπειτα από 37 ολόκληρα χρόνια ξενιτιάς να κάνω Πάσχα στο χωριό κι οι μνήμες να ζωντανεύουν στο τότε!  Το Πάσχα! Το πιο μεγάλο γεγονός στο χωριό ,όπου χαρές και πανηγύρια στην αυλή της εκκλησιάς τρεις ολόκληρες μέρες. Εκεί  νέοι και νέες να  περιπλέκονται ανάμεσα στα πασχαλινά αθώα παιχνίδια μαζί με τα όνειρα, τις ελπίδες, μα και την ευχή να επαληθεύσουν για  τον καλό ή την καλή τους. Και ν’ ανεβαίνουν  στα ουράνια της ευτυχίας αν είχαν ανταπόκριση ή στο ναδίρ της απελπισίας αν όχι. Όλα τόσο αθώα  και μόνο τα μάτια να μιλούν. Να λένε όσα τα χείλη δεν μπορούσαν. Μην λάχει και βγει τ’ όνομά σου. (καλύτερα το μάτι σου).
   Αυτό ακούγαμε συνέχεια από τις γονικές συμβουλές :
«Γιε μου να μην κοροϊδεύεις την τάδε. Αν την αγαπάς να πάμε να την ζητήσουμε» κι ασήμαντο  αν ο γιος ήταν μόνο 18. (Ή μικρός μικρός παντρέψου ...). Όσο για μας τα κορίτσια...Από το σπίτι σου μη βγεις και πρόσεχε μη σε ξεγελάσει κανένας. Στο τάδε σπίτι μην κιοτέψεις και πας, του δείνα μη μιλήσεις και να μην  πετάγεσαι  εκεί που δε σε σπέρνουν. Έστω κι αν η κουβέντα αφορούσε εσένα την ίδια, που στα δεκαεννιά σου καιρός να νοικοκυρευτείς.
   Κι ήταν η πρώτη φορά που εναντιώθηκα στην πατρική εξουσία όταν σώνει και καλά να δεχτώ το προξενιό κάποιου από παραχωριού, που δεν ζητούσε και πολλά για προίκα. Τον είχα δει δυο τρεις φορές που με γλυκοκοιτούσε  αλλά εγώ  γύρευα το βασιλόπουλο και αφού αυτός τολμούσε να ζητάει  προίκα ας πάει από κει  που ’ρθε.
   -Δεν τον εθέλω. Θα φύγω. Ο θείος είπε δεν έχει αντίρρηση να μου στείλει πρόσκληση κι εκεί δεν θέλουν προίκες είπα με  πείσμα.
   Οι γονείς μου που άλλες τρεις κόρες είχαν να σκεφθούν, ανακούφιση ένιωσαν από το βάρος της ευθύνης που θα ξαλάφρωνε κατά ένα μέρος. Ξαλαφρωμένη κι εγώ από την προσωρινή αναστολή, αφού  το βασιλόπουλο μου βρισκόταν εκεί που θα πήγαινα, μες στα παλάτια του θα μ’ έβαζε και μες στην αγκαλιά του.
   Πόσο αλλιώτικη η ξένη χώρα!  Προίκα δεν γύρευε το  βασιλόπουλό μου κι ενώσαμε τις φτώχειες μας  με ενέχυρο τα νιάτα  στη βιοπάλη και στην πάλη να πετύχεις. Εγώ να γράφω και να γράφω, στο ημερολόγιο των αναμνήσεων και στις γραμμές να κρύβω τ’ όνειρό μου να γράψω τούτο το μυθιστόρημα του μετανάστη. Όπου η καρδιά στο πέρασμα των χρόνων δεν ριζώνει και μένει  προσκολλημένη στο xθες να εξιδανικεύει την πατρίδα και μόνος πόθος ο γυρισμός.
   «Αλίμονο σε κείνον  που γνωρίζει δυο πατρίδες».

   Το αυτοκίνητο καταπίνει τα χιλιόμετρα που με φέρνει όλο και πιο κοντά στο αγαπημένο μου  χωριό που σχεδόν τίποτα πια δεν το θυμίζει. Καινουργιόκτιστα τα σπίτια, αλλαγμένος  τούτος ο κόσμος της εξέλιξης μα ακόμα εγκάρδιος και φιλόξενος όπως τότε με το ζεστό σπιτικό ψωμί απ’ τη γειτόνισσα. (αν και τώρα υπάρχουν μόνο τ’ αγοραστά), εκτός από τις φλαούνες του Πάσχα και σ’ όποιο σπίτι κι αν πας πρέπει να τις δοκιμάσεις κι ανάθεμα τη χοληστερόλη. Όμως η  εξέλιξη  δεν χαρίζεται σε κανένα  με τα κορίτσια και τ’ αγόρια να έχουνε δεσμούς που δικαιώνει τα παιδιά μου σε κάθε λογομαχία.
   «Μα που ζείτε μαμά, μπαμπά, ο κόσμος άλλαξε, ξυπνάτε!»
   Κι εγώ ν’ αναστενάζω σαν βλέπω το δίκιο τους άσχετα αν δεν συμφωνώ. Είμαι ακόμα της παλιάς σχολής που δεν υπήρχαν κινητά και υπολογιστές. Απα πα ...δεν ξέρω να τα δουλεύω. Σαν τα sms, το facebook και emails, μου ήταν άγνωστα, πιο εύκολο το παλιό τηλέφωνο και το ταχυδρομείο, αν και παραδεχόμουν ότι πράγματι πιο εύκολα όλα τούτα τα καινούργια κι αποφάσισα γιατί όχι «γηράσκω αεί διδασκόμενος», όταν τα παιδιά, μου χάρισαν το λάπτοπ για τα γενέθλιά μου και τότε  αντικατέστησε το ημερολόγιο στο βάθος του συρταριού και το  μυθιστόρημα μου άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά. Τελειωμένο τώρα και τυπωμένο στη βαλίτσα να περιμένει ανυπόμονα την πρώτη συνάντηση με τον εκδότη για να δει το φως.

   Μεγάλη Κυριακή του Πάσχα, μεσημέρι και πόση απογοήτευση! Τίποτα δεν υπήρχε πια  από τα παλιά έθιμα. Ούτε λαμπρατζιά* (Μεγάλη φωτιά που ανάβεται τη λαμπρή για να καίνε τον Ιούδα μετά την ανάσταση), ούτε παιχνίδια ούτε διασκεδάσεις. Νομίζεις  πως το χωριό ερήμωσε κι εγώ όλο να ρωτάω:
   -Μα που πήγαν όλοι; Γιατί δεν κάνουν τίποτα; Κανένα θεατρικό (όπως την τελευταία χρονιά πριν φύγω που παίξαμε την έξοδο του Μεσολογγίου κι απαγγέλλαμε ποιήματα μαζί και μερικά δικά μου) κι ο κόσμος είχε πλημμυρίσει την αυλή της εκκλησιάς με τα κεράσματα να δίνουν και να παίρνουν. «ΓΙΑΤΙ;» ρωτάω κι όλοι ρίχνουν την ευθύνη στον κοινοτάρχη που λέει ότι αιτία  είναι η κρίση και δεν υπάρχουν τα ψιλά.
   -Μα τότε δεν περιμέναμε τον κοινοτάρχη, μόνοι τα οργανώναμε, προβάλλω τις αντιρρήσεις  μου και ελπίζω μέχρι του χρόνου ν’ αφήσω πίσω μου την ξενιτιά για καλά και  το Πάσχα να ξαναγίνει και πάλι σαν τον παλιό καλό καιρό. Όλοι μας να βάλουμε το λιθαράκι μας για να κτιστεί το κάστρο  που θα  κρατάει τη νεολαία στις ρίζες της,  υπερνικώντας τις σειρήνες των πόλεων με την πλανεύτρα ομορφιά που θαμπώνει τα μάτια.

   Τουλάχιστον ας ελπίσω ότι θα εκδοθεί το βιβλίο μου και τ’ όνειρο μιας ζωής να γίνει πραγματικότης σκέπτομαι κι η λαχτάρα σκεπάζει την πρώτη απογοήτευση σαν πηγαίνουμε για τη Λεμεσό. Αυτό το όνειρο που με συντρόφευε και μου ’δινε τη δύναμη να προχωρώ όταν ο καρκίνος πήρε τον σύντροφό μου έπειτα από 33 χρόνια γάμου. Έφυγε τόσο γρήγορα  και μ’ έκανε να καταλάβω πόσο γοργά μας προσπερνά η ζωή και  χάνεται κι αν ήθελα να το πραγματοποιήσω δεν υπάρχει άλλη αναβολή. Μπορεί κι εσύ εαυτέ μου αύριο να φύγεις και στα 55 δεν υπάρχει άλλο περιθώριο.
   -Θεέ μου, δώσε μου το χρόνο και την έμπνευση να το φέρω εις πέρας κι ύστερα...
   Σταματούσε η σκέψη  στο ύστερα κι έλεγα ότι μου χρωστάει ο θεός. Δεκαοχτώ μήνες πήρε να γράψω την λέξη «τέλος» και τώρα  επιτέλους το όνειρο  κόντευε να πραγματοποιηθεί, αν και αυτό εξαρτιόταν πως θα το έβλεπε ο εκδότης.  Είχα στείλει τις πρώτες 50 σελίδες πριν λίγους μήνες  και έδειξε ενδιαφέρον. Όμως  στο βάθος του μυαλού μου φοβόμουν την απόρριψη όταν θα διάβαζε το υπόλοιπο.
   -Θα του  αρέσει; Είναι αρκετά καλό; Αξίζει;
   Τα ερωτηματικά φορτώνουν άγχος την αβεβαιότητά μου, αν και νομίζω είναι καλό. (Έλπιζε το καλύτερο και πρόσμενε το χειρότερο που λέμε) κι αυτό ήταν πάντα το ρητό που μου έδινε κουράγιο σε όλες τις δυσκολίες που μου παρουσίαζε η ζωή. Φθάνουμε επιτέλους και με  τη βοήθεια του g.p.s βρισκόμαστε μπροστά στον εκδοτικό οίκο που τον βρήκα μέσω του facebook.... (Μεγάλη ευκολία η εξέλιξη βρε παιδιά), παραδέχομαι και το χαμόγελο συγκατάβασης στα πρόσωπα των παιδιών για τη μοντέρνα μαμά δεν με πειράζει. Χωρίς τη συμπαράστασή τους ίσως να μην κατάφερνα ποτέ να βρίσκομαι εδώ, σκέπτομαι, και κτυπώ το κουδούνι προσπαθώντας να κουμαντάρω την τσάντα του  λάπτοπ  σαν εγώ κι αυτό είμαστε πια αχώριστοι  φίλοι.

   Έπειτα από λίγες μέρες  κρατάω επιτέλους το πρώτο βιβλίο μου τυπωμένο πια και το χαμόγελο να φθάνει μέχρι τ’ αυτιά μου, λέω:
   «Σ’ ευχαριστώ, θεέ μου. Με τη δύναμη και τη φώτιση σου τα κατάφερα κι αν είναι το θέλημά σου το 2011, να είναι μόνο η αρχή στην ιστορία της συγγραφικής μου ζωής».

Μαρούλλα Πανάγου
Κίμπερλυ
Νότιος Αφρική

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου