Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Το ματωμένο φόρεμα



   Όταν πέσει το σκοτάδι στις ράχες του βουνού, νιώθεις δυο τεράστια μάτια, σκούρα και τρομαχτικά να σε κοιτάζουν λεπτομερειακά. Στα ρέματα κυλάει το άφθονο νερό κι ακούγεται σαν τις απαλόχρωμες φωνές των κοριτσιών του χωριού που συζητούν. Τότε θέλεις να στήσεις αυτί για να κρυφακούσεις και να μάθεις τα μυστικά τους. Μα το σκοτάδι που ορμάει σ’ όλο το χωριό και δεν αφήνει στέγη ανέγγιχτη και βασανιστικό καημό ανθρώπου, μπαίνει από τις καμινάδες και μαγαρίζει τους τοίχους του σπιτιού, σεργιανίζει στα δωμάτια και όταν έρθει η ιερή ώρα του ύπνου πάει να φυτευτεί στα όνειρα και να γεννήσει εφιάλτες.
   Πάντοτε ξυπνάω τρομαγμένος και προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου: «Όχι, δεν ήσουν εσύ, δεν το πίστεψες άλλωστε ποτέ. Ποτέ μα ποτέ δεν έκανες εσύ κάτι τέτοιο, τρομερό, φοβερό και αταίριαστο με την ψυχοσύνθεσή σου. Έτσι δεν είναι; Ποιος μπορεί να σου το αμφισβητήσει αυτό; Όσο καιρό και αν συνεχίζονται οι έρευνες, εσύ θα είσαι ένα από τα πρόσωπα υπεράνω κάθε υποψίας. Ο δειλός, ο φοβισμένος, ο κακόμοιρος ξυλοκόπος, του βουνού το στοιχειό που πολεμά με τους ξύλινους γίγαντες όλη τη μέρα. Η μοναδική φορά, που θα μπορούσε να σε κατηγορήσει κάποιος, θα ήταν αν σκεφτόταν πως ζεις από το θάνατο των δέντρων, παρόλο που αυτά είναι προορισμένα να προσφέρουν ζεστασιά στους χωρικούς. Έτσι, ο παπά-Διαμάντης χαίρεται να με βλέπει στις κυριακάτικες λειτουργίες στην εκκλησιά: «Γρηγοράκι, νισάφι πια. Το χέρι δεν μας το ’δωσε ο Θεός για να κρατάμε μόνο το τσεκούρι, αλλά να πιάνουμε και κανένα προσευχητάρι. Καλά βρε παιδί μου απορώ πως βρίσκεις τόση δύναμη και καταφέρνεις να φορτώνεις τους κορμούς πάνω στο καημένο το ζώο. Θα το ξεκάνεις πριν την ώρα του». «Έχει μεγάλη υπομονή παπά-Διαμάντη, του απαντάω. Το βλέπεις πώς κατεβαίνει προσεχτικά τις πλαγιές;». «Έχεις την ευλογία του Θεού», μου λέει και μου δίνει το χέρι του να το φιλήσω. Σκύβω ευλαβικά, με υποκρισία και διαπιστώνω πως ένας αντιπρόσωπος του Θεού επί γης αποστρέφεται το σημαδεμένο πρόσωπό μου.
   Αχ! ρε μάνα, γιατί με γέννησες; Ήτανε δηλαδή ανάγκη ν’ αρρωστήσω και να κληρονομήσω την ασχήμια όλης της φύσης; «Ναι Γρηγόρη μου. Για να μην έχεις το θάρρος να κοιτάξεις τις κοπελιές του χωριού» μου απάντησες. Τις μέρες που γίνονταν το πανηγύρι και οι κοπέλες κυκλοφορούσαν αγκαλιά με τις μανάδες τους, ντυμένες με τα γιορτινά τους, ήταν οι καλύτερες μέρες του χωριού. Εκεί μέσα στο χαρούμενο πλήθος την είδα, μια γαλανομάτα με όμορφο πρόσωπο και μου είπες πως «είναι η Ανθή». Άνθιζαν τα νιάτα πάνω της και ξεχείλιζαν τα αμέτρητα κάλλη στα χείλια της, στους ώμους της και στα πόδια της. Η φωνή της κυμάτιζε σαν κελάηδημα γλυκόλαλου  αηδονιού στις ρεματιές. Το βλέμμα της ήταν τόσο απαλό και ένιωθες πως όπου κοιτούσε έπαιρναν όλα γύρω της ζωή. «Έτσι όμορφη που είναι, θα στη ματιάσουνε» έλεγαν οι γειτόνισσες στη μάνα της. Εκείνη είχε μεγάλα όνειρα· να βρει έναν πλούσιο, οικονομημένο γαμπρό απ’ την πόλη και να φύγει από το «δύστυχο» χωριό μας που τον χειμώνα ασπρίζει στο χιόνι και το κρύο είναι τσουχτερό. Μια φορά λοιπόν, το αθώο βλέμμα της Ανθής έπεσε πάνω μου και καθηλώθηκε εκεί για πολύ ώρα και δεν έλεγε να ξεκολλήσει. Ήταν η πολύ γνώριμη και συνηθισμένη ματιά της, αλλά με τον τρόπο που με κοιτούσε, ένιωσα πως αυτό το βλέμμα ήταν ανοιξιάτικο. Λουλούδιζε ο τόπος και οι δρόμοι πλημμύριζαν με κουδουνίσματα και βελάσματα των κοπαδιών που περνούσαν. Την άκουσα που ρωτούσε τις φίλες της: «Ποιος είναι αυτός με το σημαδεμένο πρόσωπο;». Οι άλλες απάντησαν: «Ο Γρηγοράκης καλέ, ο ξυλοκόπος μας!» και ύστερα γέλασαν. Εκείνο το γέλιο τους με πίκρανε και ήθελα να επανορθώσουν αμέσως, όμως δεν είχα την τόλμη να τους το πω.
   Ένα πρωινό ξύπνησα μούσκεμα στον ιδρώτα. Κατάλαβα τι μου συνέβαινε· ο νους μου πέταγε στα ύψη του έρωτα, η καρδιά μου χτυπούσε ακανόνιστα. Η Ανθή με τα πυκνά, μακριά μαλλιά της, που έφθαναν μέχρι τη μέση της, ήταν η μόνη μου σκέψη στην ερημιά του βουνού. Όταν ξεμύτιζε απ’ το σπίτι της περιποιημένη, τ’ αγόρια του χωριού αναστέναζαν με πόθο. Έτσι λέω στον εαυτό μου για να του δώσω κουράγιο: «Γρηγόρη, δεν είναι απαραίτητο να είναι κανείς όμορφος για να προσελκύσει μια τόσο γοητευτική κοπέλα. Οι γυναίκες υπολογίζουν και άλλα πράγματα στους άνδρες, όπως την καλοσύνη, το φιλότιμο και… τον ηρωισμό. «Γιατί με παρακολουθείς ασχημούλη; Δεν έχεις τίποτε άλλο να κάνεις;» μου είπε όταν με πήρε είδηση πως την ακολουθούσα. Τόσο πικρή χολή δε φανταζόμουν ότι θα έβγαινε από ένα «λουλούδι», που μέχρι τότε πίστευα πως μόνο μοσχοβολιές μπορούσε να σκορπίσει γύρω του. «Ασχημούλη, ασχημούλη» ακούω αυτή τη λέξη να μου τρυπάει συνεχώς τ’ αυτιά. Αναρωτιέμαι μήπως τυχόν έκρυβε κάποια γλύκα στα λόγια της και με το να λέει «Ασχημούλη» δεν εννοούσε ακριβώς αυτό, μα κάτι διαφορετικό. Αν μου έλεγε «Τέρας, Κουασιμόδε, κακάσχημε», ίσως ήταν πιο βαρύ και σκληρό για μένα. Πληγωμένος όμως, από την συμπεριφορά της κλείστηκα στο σπίτι μου και δεν έβγαινα από τα δωμάτια για μέρες. Η φλόγα της αγάπης μου για εκείνη σιγόσβηνε και μετατρέπονταν σε μια ακόλαστη και απειλητική σκιά μίσους που με κυνηγούσε μέρα νύχτα.
   «Πως πάνε οι έρευνες κυρ-Δημήτρη» ρώτησα εντελώς αδιάφορα τον καφετζή. Τον κοίταξα απλά, με ανυπομονησία να μάθω, χωρίς να δείξω κάποιο σημάδι φόβου, ανησυχίας και νευρικότητας. Μπράβο, στο αναγνωρίζω ικανέ εαυτέ μου! Η ερώτησή μου δεν μπορούσε να τραβήξει τυχόν φιλύποπτα βλέμματα. Δε φαινόταν πως είχα την παραμικρή συμμετοχή στα γεγονότα. Όλοι οι θαμώνες του καφενείου διέκοψαν τις κουβέντες τους και στράφηκαν προς το μέρος μας για ν’ ακούσουν την απάντηση του καφετζή και να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους. «Ο χωροφύλακας λέει πως το έγκλημα έγινε για ερωτικούς λόγους. Ήρθε και ένας μεγάλος σε βαθμό απ’ την πόλη που περπατάει με μικρά βήματα και έχει ένα περιποιημένο μουστάκι, γι’ αυτό τα παιδιά του έβγαλαν το παρατσούκλι «Ηρακλής Πουαρό». «Και τι πιστεύει εκείνος;». «Κατευθύνει τις έρευνες στο διπλανό χωριό». Μόλις σε πρόλαβα ηλίθιε εαυτέ μου. Δε συγκρατήθηκες και πήγες να δείξεις ικανοποίηση και να χαμογελάσεις. Ευτυχώς που ο κυρ-Δημήτρης δεν αντιλήφθηκε τη μεγάλη απελευθέρωση της εσωτερικής σου ανησυχίας. Εκείνος συνεχίζει να δίνει λεπτομέρειες για το φόνο, ενώ παράλληλα ενημερώνει τους θαμώνες του καφενείου «Ο γέρο-Πλάτανος». «Ο αστυνομικός διευθυντής που μοιάζει με τον Πουαρό λέει πως τα φαιά του κύτταρα τον προσανατολίζουν να πιστεύει πως το έγκλημα διαπράχθηκε, να δεις πως το είπε…λόγω μη συναίνεσης της κοπέλας σε ικανοποίηση ερωτικής επιθυμίας ή σε σύναψη ερωτικής σχέσης που της ζητήθηκε από τον δράστη. Του έδωσα πληροφορίες για τους νέους του χωριού από δεκαοχτώ έως είκοσι εφτά χρονών». Προσοχή! Μη χάνεις την ψυχραιμία σου και πας να προδοθείς από μόνος σου, γιατί αρχίζεις και χλομιάζεις. Κράτησε ατάραχες τις γραμμές του προσώπου σου και μην πίνεις βιαστικά τον καφέ σου. Το χέρι σου τρέμει. Μόλις που μπόρεσες να συγκρατήσεις το φλιτζάνι του καφέ και να το ακουμπήσεις σταθερά πάνω στο πιατάκι. Ευτυχώς που το χωριό δε διαθέτει ψυχολόγο και ψυχίατρο· τους παρέσυρε κι αυτούς το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα. «Και γιατί παρακαλώ μέχρι είκοσι εφτά ετών; Οι υπόλοιποι, οι μεγαλύτεροι δεν έχουνε ψυχή και το δικαίωμα ν’ αγαπήσουνε μικρούλες;». «Αν σ’ ακούσει η Μήτσαινα, χάθηκες! Θα σου φέρει την κατσαρόλα στο κεφάλι. Δε ντρέπεσαι να λες τα ίδια με τους προοδευτικούς κι όσους καταντήσανε την κοινωνία τρελοκομείο;». «Ο αξιωματικός στηρίζεται στο γεγονός πως βρήκανε μια κόκκινη τρίχα πάνω στα ξανθά μαλλιά της, να μία στο ίδιο χρώμα με τις δικές σου!». Με άγγιξε στα μαλλιά και ήμουν τυχερός που δε λειτούργησαν τ’ αντανακλαστικά μου, γιατί πήγα να του τραβήξω το χέρι απ’ το κεφάλι μου, μα συγκρατήθηκα! Περιόρισα την ταραχή μου και απέκτησα πάλι τον έλεγχο. Δεν κίνησα καμία υποψία. «Την τρίχα την στείλανε για εξέταση σ’ ένα βιοχημικό εργαστήριο και τα αποτελέσματα που βγήκαν καθόρισαν την ακριβή ηλικία του δράστη». «Κρίμα το κορίτσι που έχασε τα νιάτα και την ομορφιά του! Αν τον ανακαλύψουνε, δεν πρέπει να δείξουνε λύπηση, κρέμασμα θέλει ο αθεόφοβος…». Ο δάσκαλος πάντα ηθικότατος αγανακτούσε με τέτοια φαινόμενα διαφθοράς και αποτρόπαιων ενεργειών. Δεν είναι δυνατόν να ξεχάσω ποτέ πως με τράβηξε μ’ όλη του τη δύναμη από τ’ αυτί, γιατί δεν ήξερα να του απαντήσω πως λέγεται αλλιώς ο σβέρκος στο μάθημα της ανατομίας. «Αυχένας κουτέ» φώναζε, «Αυχένας!». Γνώριζα βέβαια, πως από το σημείο αυτό έπιαναν τις κότες για να τις σφάξουν και τις γυναίκες τις χαϊδεύουν εκεί πίσω, χαμηλά, γιατί παραδίδονται πιο εύκολα στα ερωτικά καλέσματα, αφού προηγουμένως ενεργοποιηθούν τα ευερέθιστα νεύρα τους.
   Αν με πιάσουν σαν έναν από τους ύποπτους, ποιο άλλοθι θα χρησιμοποιήσω; Θα τους αποδείξω -όταν τελικά δυσκολέψουν τα πράγματα- πως δεν ήθελα να σκοτώσω κανέναν, την πλησίασα μόνο για να την αγκαλιάσω και να την φιλήσω. Θα έδινα τα πάντα για να σφίξω πάλι το αγαλματένιο της κορμί. Μπορώ να το αποδείξω. Μπορείς να πεις πως είχε θολώσει το μυαλό σου από τον ανεκπλήρωτο έρωτα για εκείνη και νόμιζες πως αντιμετώπιζες ένα μεγάλο εχθρό και μια ακαθόριστη απειλή και αντέδρασες βίαια, υπερασπιζόμενος τον εαυτό σου εν πλήρη αυτοάμυνα. Καλύτερα όμως, να μη σκέφτομαι τα δυσάρεστα και να ελπίζω πως δε βρίσκομαι ακόμη στον κατάλογο των ενόχων. Ας μην ερχόταν εκείνη η καταραμένη μέρα που την παρέσυρε το ρεύμα στο ποτάμι και άκουσα τις φίλες της να καλούν σε βοήθεια τρομαγμένες! Πράγματι, της έσωσα τη ζωή αλλά σε τι άραγε θα ωφελούσε; Γι’ αυτό θέλησα να γράψω και τελικά το κατάφερα, ένα από εκείνα τα πρωινά που το φως του ήλιου διώχνει το σκοτάδι και οι λεπτομέρειες γίνονται πιο διακριτές. Μ’ αυτό τον ηρωισμό μου δεν μπόρεσα ν’ αγγίξω την καρδιά της. Όλο το χωριό μου χρωστούσε ευγνωμοσύνη. Ήταν το τελειότερό μου άλλοθι. Ποιος μπορεί να υποπτευθεί, να υποθέσει καν σε μια στιγμή παράνοιας πως ο δολοφόνος της Ανθής θα μπορούσε να είναι ο ίδιος ο σωτήρας της;
   Η μητέρα της ήρθε μ’ ένα εντυπωσιακό κουστούμι, «για να το φορέσω στη γιορτή μου ή όταν θα γίνω γαμπρός» είχε πει. Έφερε και γλυκά του κουταλιού που έφτιαξε με τα χέρια της, δίνοντας όλες τις ευχαριστίες της σε μένα. Έβλεπες πως είχε πάει στον άλλο κόσμο και γύρισε. Ένιωθες πως αν έχανε το βλαστάρι της θα πέθαινε απ’ τον καημό και τη μοναξιά της. Η ίδια και πάλι θα ερχόταν στο σπίτι μου -αν μαθευόταν ποιος ήταν ο φονιάς της κόρης της- και με τα χέρια της, που κάποτε ήταν γεμάτα δώρα, θα μου έβγαζε τα μάτια και θα μου ξέσκιζε τις σάρκες.
   Προσπαθώ να κρυφτώ από τους συγχωριανούς μου αλλά δεν μπορώ να κρυφτώ από τον εαυτό μου. Κοιτάζω στον καθρέπτη και πότε του κλαίω, πότε του γελάω. Αγγίζω τους μαυρισμένους κύκλους κάτω απ’ τα μάτια μου που κατάντησαν να γίνουν δυο κενά πηγάδια χωρίς δροσιά και συναισθήματα. Τα χρώματά τους διαλύθηκαν, ίσα που βλέπουν πέρα από τον πληγωμένο εαυτό και οι ρυτίδες βάθυναν εδώ και χρόνια σηκώνοντας ένα πολύ μεγάλο βάρος της ψυχής. Μα εκείνη δεν έχει την αντοχή του ζώου που κουβαλάει στη ράχη του τους τεράστιους κορμούς. Το δέρμα μου είναι ωχρό, δεν ταιριάζει σε άνθρωπο που ζει από τους πόρους του δάσους. Η συνείδησή μου παλεύει ασταμάτητα. Κλείνω τα μάτια μου και βλέπω το ξαφνιασμένο, σφιγμένο και πονεμένο πρόσωπο της Ανθής. Το αιώνιο ερωτηματικό παίζει στα μάτια της και σαν να θέλει εκείνη να μου μιλήσει: «Δηλαδή έπρεπε να γίνουμε εραστές, γιατί να μη γινόμασταν δυο καλοί φίλοι;». Κοιτούσα το αίμα που αυλάκωνε το σώμα της· νερό που κυλούσε στον όμορφο λαιμό της και πότιζε το δαντελωτό, επίσημο, ολοκάθαρο φόρεμά της. Λες και η ύπουλη μοίρα την είχε προειδοποιήσει ότι θα πάει να συναντήσει το θάνατο σαν σε γιορτή. Κόκκινο βάφτηκε το λευκό φουστανάκι της, ώσπου έσβησε στα χέρια μου κι έτρεχα ο άμυαλος χωρίς να ξέρω τι να κάνω. Ξέπλυνα στο ποτάμι τις ματωμένες, μιαρές παλάμες μου που έσφιγγαν ακόμη το μαχαίρι. Κανείς αυτόπτης μάρτυρας δε βρισκόταν εκεί. Μόνο τα δέντρα και οι θάμνοι, τα πουλιά του δάσους παρατήρησαν το οικτρό θέαμα.
   Αν καταφέρω και ξεφύγω απ’ τις τύψεις και τον εαυτό μου, από τον Θεό θα μπορέσω κάποτε να ξεγλιστρήσω; Άραγε ισχύει «Ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών» και το «Ουδέν κρυπτόν υπό του ηλίου»; Αυτό σίγουρα πιστεύει ο παπά-Διαμάντης και τον ακούω να φωνάζει ακόμη δυνατά: «Πιάσε το προσευχητάρι και άφησε για λίγο το τσεκούρι». Θα με ξεσκεπάσει κάποτε ο δαιμόνιος αστυνομικός διευθυντής; Δεν μπορώ να συνεχίσω να ζω με το φόβο, με το ένα πόδι στο θάνατο, ένας ζωντανός νεκρός που σέρνει πίσω του μια μνήμη ασήκωτη και βασανιστική, πιο ανυπόφορη και από τους κορμούς τον δέντρων που αντέχει ο γάιδαρός μου. Αν πάω να παραδοθώ στο χωροφύλακα και δηλώσω αντρίκεια πως εγώ ήμουν ο φονιάς της κοπέλας, θα εξιλεωθώ κάποτε, έστω και αν μπω στη φυλακή και γλιτώσω απ’ την κατάρα των γονιών της; Η ανήσυχη συνείδηση είναι σαν το πριόνι πάνω στον κορμό των δέντρων. Η φωνή της Ανθής δραπετεύει από τις φυλλωσιές, δυναμώνει με τον αέρα και φουντώνει μέσα στη σιωπή της νύχτας στο ιδρωμένο μαξιλάρι μου. «Μη Γρηγόρη, μην το κάνεις! Δεν μπορείς να κάνεις κάτι τέτοιο. Ρίξε το μαχαίρι κάτω».
   Λέω και ξαναλέω στον εαυτό μου: «Τρέξε προς τον περίβολο του Αγίου Αθανασίου και μπες μέσα στο ναό να βρεις τον παπά-Διαμάντη, για να του εξομολογηθείς το αμάρτημά σου». Αλήθεια, πήρα τη δύναμη που χρειαζόταν για ν’ αντικρίσω εγώ, ο μολυσμένος, τις εικόνες των Αγίων και της Παναγιάς και του Χριστού. Ο ιερέας προσεύχεται γονατιστός κάτω από την εικόνα της Παναγίας και τα δάκρυά του δε σταματάνε να κυλάνε. Νιώθει την παρουσία μου και γυρίζει το κεφάλι του προς τα πίσω όπου σπαρταρά από αδυναμία ο αγνώριστος εαυτός μου. Τρεμοσβήνω σαν καντήλι καπνίζοντας την ελπίδα της σωτηρίας. Εκείνος σηκώνεται όρθιος και με παίρνει απ’ το χέρι, εγώ ένα μικρό παιδί κι αυτός ένας άγγελος. Με οδηγεί μπροστά στην Παναγία και λέει χαμηλόφωνα: «Που έκρυψες το ματωμένο φόρεμα, αθεόφοβε;» και συνεχίζει: «Νάτο, νάτο το τεκμήριο της ακολασίας σου, της απανθρωπιάς σου!». Είχε ανοίξει ένα κασελάκι, έβαλε το χέρι του μέσα και τράβηξε το γιορτινό, πολυκαιρισμένο φόρεμα της Ανθής που ήταν γεμάτο από χώμα του δάσους και πλατιές κηλίδες ξεραμένου αίματος. «Αθεόφοβε, το ήξερα πως ήσουνα εσύ, το ένιωθα! Με τι κουράγιο θ’ αντικρίσεις τον Χριστό και την Παναγιά την ώρα της τελικής κρίσης; Και δεν έφτανε το έγκλημά που έκανες αλλά έκρυψες και στον αυλόγυρο της εκκλησίας το φόρεμα της νεκρής. Μόλις χθες με φώτισε η Υπεραγία Θεοτόκος και μου υπέδειξε το σημείο. Πέσε στα γόνατα και προσευχήσου με όση ταπείνωση γίνεται, για να συγχωρεθεί η φοβερή αμαρτία σου. Και αφού ελαφρύνει η ψυχή σου, πήγαινε να παραδοθείς στη χωροφυλακή».

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου