Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Απροσδόκητο αεροπορικό ταξίδι

    Η Ζιλιέτ με κοιτούσε ταραγμένη. Το πρόσωπό της ήταν κατάχλομο και όλο έριχνε νευρικές ματιές τριγύρω.
   «Κλείσε τα μάτια, της λέω, και φαντάσου κάτι εκπληκτικό ή ονειρικό. Για παράδειγμα, πήγαινε πίσω στην παιδική σου ηλικία και πλάσε την εικόνα της γιαγιάς σου, τη στιγμή που σε κρατούσε στα γόνατά της και σου έλεγε ιστορίες ή σκέψου μια μεγάλη σου επαγγελματική επιτυχία».
   «Μα η γιαγιά μου πέθανε πολύ μικρή, Αριστείδη, πριν γεννηθώ εγώ και δεν πρόλαβε να με πάρει στα γόνατά της» απάντησε εκείνη συνοφρυωμένη.
   «Ε, τότε θυμήσου μια εξαιρετική επιτυχία. Αναλογίσου με ποιο τρόπο αντιμετώπισες την πραγματοποίηση μιας φιλοδοξίας σου, πώς αντέδρασες σ’ ένα ευχάριστο και ανέλπιστο νέο; Αλήθεια, με τι χαρά πλημμύρισε η καρδιά σου όταν ένιωσες να σ’ αγγίζει ένας μεγάλος έρωτας; Ή καλύτερα πήγαινε με τη φαντασία σου μέχρι τη Σαντορίνη και ξαναζωντάνεψε στη μνήμη σου το υπέροχο ηλιοβασίλεμα. Αγκαλιασμένοι στον εξώστη στα Φηρά να βλέπουμε τον ήλιο σαν ένα πύρινο στεφάνι που ρίχνει τις αιμάτινες αχτίνες του στη θάλασσα».
   Άρχισα σύντομα ν’ αντιλαμβάνομαι πως όλα αυτά αποτελούσαν ημίμετρα και δεν μπορούσαν να υπερισχύσουν τέτοιου είδους τεχνικές στον αδιευκρίνιστο φόβο που καταπλάκωνε την ψυχή της. Ο φόβος παίρνει διάφορες μορφές και οι αιτίες του έχουν τις ρίζες τους στην παιδική ηλικία, όπου αρκετές φορές κυριαρχούν οι διηγήσεις για ένα πλάσμα απόκοσμο και τρομακτικό, δηλαδή τον πολύ γνωστό σε όλους «Μπαμπούλα». Συχνά είναι το αδικαιολόγητο σύμπτωμα μιας ψυχικής διαταραχής, κυρίως της ήπιας κατάθλιψης.
   Θα ήταν πολύ συνετό να κάνω μια ομιλία κατά τη διάρκεια κάποιου συνεδρίου ψυχιατρικής και ν’ ανακοινώσω μ’ επισημότητα τα συμπεράσματά μου επί του θέματος. Όμως έχουνε πει σπουδαία πράγματα πολλοί άλλοι διακεκριμένοι επιστήμονες, με τεράστιο ερευνητικό ενδιαφέρον και άπειρα πανεπιστημιακά συγγράμματα. Μα όλοι τους αναπαράγουν σχεδόν πάντοτε τις ιδέες του Φρόιντ.
   Στην περίπτωση της Ζιλιέτ, η επιστήμη σηκώνει τα χέρια της ψηλά! Ήταν πανέτοιμη να μ’ αφήσει να ταξιδέψω μόνος μου με το αεροπλάνο. Ήθελε να την περιμένω να φθάσει στη Γαλλία οδικώς -δεν ξέρω πόσες μέρες αργότερα από μένα- περνώντας τα σύνορα δεκάδων χωρών ή να ναυλώσει ένα κότερο για λογαριασμό της, διασχίζοντας ολόκληρη τη Μεσόγειο Θάλασσα. Ήταν δυνατόν να έχει ένα ευχάριστο ταξίδι μέσα στην καρδιά του χειμώνα, για να καταλήξει κάποτε στη Μασσαλία ως άλλος Οδυσσέας που επέστρεψε στην Ιθάκη του; Η κατάσταση βέβαια, δεν είναι καθόλου για γέλια, γιατί νιώθω τα χέρια και τα πόδια της που τρέμουν. Η καρδιά της φτερουγίζει σαν ασυγχρόνιστη μπάντα, η αναπνοή της και η ομιλία της γίνεται γρήγορη, όλο και πιο δύσκολη, όλο και πιο τρεμουλιαστή. Όταν αρχίζει ο φόβος να της επιβάλλεται -μεγάλος κυρίαρχος του παιχνιδιού παίζει με την αδυναμία της- τότε εμφανίζονται τα πρώτα σωματικά συμπτώματα. Επιτέλους, πότε θα το ξεπεράσει; Σε τι ωφελούν οι ψυχιατρικές μου γνώσεις και εκείνες που αποκτήθηκαν μέσω της καθημερινής μας συμβίωσης και της τριβής μας με τα ανυπέρβλητα καθημερινά προβλήματα; Αυτό που λέμε «κοινή πορεία στη ζωή» και η εξίσωση των προτερημάτων και των ελαττωμάτων οδηγούν σε άγνωστο (χ) αποτέλεσμα. Πώς να την κάνω να συνειδητοποιήσει πως το αεροπλάνο, εκτός από το γρηγορότερο μέσο μεταφοράς, είναι και το πιο ασφαλή; Στρέφω τη συζήτηση στα ατυχήματα που γίνονται κατά καιρούς στα τρένα και στα αυτοκίνητα. Δε θέλει, μάλλον δεν μπορεί ν’ ακούσει, γιατί ο φόβος της είναι ένας μεγάλος τοίχος που την εμποδίζει να προχωρήσει μπροστά. Ο φόβος της περιορίζει τη θέα, την τυφλώνει και μένει ανίκανη να απολαύσει τις ομορφιές, γενικά όλες τις θετικές πλευρές της πτήσης. Παρόλο τον τρόμο της, καταλαβαίνει πως το βλέμμα μου πέφτει αδιάκριτα στις αξιοπρόσεχτες αεροσυνοδούς. Οι συνομιλίες αυτών των κοριτσιών χαϊδεύουν τ’ αυτιά μου. Διώχνουν μακριά μου την παραμικρή αγωνία και ένταση από την αβέβαιη εξέλιξη της προσωπικής πάλης της Ζιλιέτ.
   «Εσείς, κύριε, τι θα πάρετε;» με ρώτησε μια κατάξανθη, πρασινομάτα μ’ ευγενή χαρακτηριστικά. «Η κυρία;».
   «Η κυρία προς το παρόν δεν επιθυμεί κάτι. Εγώ θα πάρω ένα καφέ, και παρακαλώ, αν έχετε τα τελευταία νέα του «Le Figaro»…
   «Ορίστε κύριε».
   «Σας ευχαριστώ».
   Αυτές οι αβρότητες τελικά δεν είχαν καμία επίδραση στον ψυχισμό της Ζιλιέτ που κάθεται παγωμένη, με το βλέμμα της καθηλωμένο σ’ ένα αόρατο εχθρό· το φόβο! Τι να κάνω, λοιπόν; Αποφασίζω και βγάζω από τον χαρτοφύλακά μου ένα χάπι  Lexotanil των 5 mg -γνωστό αγχολυτικό- αφού τα λόγια μου δεν πιάσανε τόπο, με την ελπίδα πως θα διορθωθεί κάπως η κατάστασή της. Το γεγονός πως ανεβήκαμε τα σκαλιά του οχήματος που πλεύρισε το αεροπλάνο, χωρίς προηγουμένως η Ζιλιέτ να κοντοσταθεί ούτε δευτερόλεπτο, να ξανασκεφτεί τι μέγα λάθος κάνει ή να με αγκαλιάσει για να παρηγορηθεί και να της δώσω κουράγιο με μια ματιά ή ένα καθησυχαστικό λόγο, ήταν μια ένδειξη σημαντικής προόδου. Όταν όμως, φωνάξανε στο μικρόφωνο: «Παρακαλώ, όλοι οι επιβάτες να φορέσουνε τις ζώνες ασφαλείας», λες και αυτόματα συνειδητοποίησε πως ήταν πράγματι κι εκείνη ανάμεσα στο πλήθος των ταξιδιωτών, την έλουσε κρύος ιδρώτας και έσφιξε τις παλάμες της πάνω στις δικές μου.
   «Λοιπόν, Ζιλιέτ, δώσε μεγάλη σημασία στα λόγια μου· μου φαίνεται πως δεν είσαι καθόλου ρομαντική! Πώς μπορεί ένας καλλιτέχνης, ένας ζωγράφος αναγνωρισμένης αξίας όπως εσύ, με πολλές διακρίσεις στο εξωτερικό, να μην εκμεταλλεύεται ένα υπέροχο ταξίδι στον αέρα, για να δημιουργήσει ένα μεγάλο έργο; Είσαι λίγο υποκρίτρια όταν δηλώνεις εξπρεσιονίστρια και ταυτόχρονα παθιασμένη με τα τοπία, ενώ η εσωστρεφή σου στάση κατά τη διάρκεια όλων των ταξιδιών μας, μόνο με τα «πιστεύω» της συγκεκριμένης σχολής δεν μπορεί να παραλληλιστεί. Μια πτήση θα έβαζε σε δραστηριότητα την ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης που δε θα ήταν τόσο εύκολο να τύχεις σε άλλο χώρο. Έτσι δεν είναι;».
   «Σου αρέσει να με πειράζεις. Οι κριτικοί ασχολούνται με αυτά και λένε για μένα πως χρησιμοποιώ εντυπωσιακά χρώματα κι ότι θέλω να προκαλέσω το καλλιτεχνικό αισθητήριο του παρατηρητή με την κατασκευή απρόβλεπτων και ακαθόριστων μορφών. Πολλοί βασίζονται σ’ αυτό ακριβώς και δηλώνουν με σιγουριά πως η τεχνοτροπία μου είναι μοντέρνα, αλλά εγώ δεν αποκηρύσσω ποτέ τα «ιερά τέρατα» της ζωγραφικής· τον Εντουάρ Μανέ και τον Κλοντ Μονέ, οι οποίοι παρόλο που είχαν την τάση ν’ αναπαριστούν πιστά την πραγματικότητα, επέδρασαν βαθιά στη ζωγραφική μου. Όμως ο Πολ Γκογκέν και ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ βρίσκονται πιο κοντά στη δική μου αισθητική απ’ ό,τι οι δύο προηγούμενοι και τους θεωρώ δασκάλους μου. Άλλωστε χρησιμοποιώ κάποιες λεπτομέρειες που δούλεψαν πρώτα εκείνοι στους πίνακες τους. Εξαιτίας της στροφής μου στην ασιατική τέχνη, μερικοί κακεντρεχείς σχολιαστές τέχνης ανακαλύπτουν μια διάθεση εξωτισμού και με κατατάσσουν στη σχολή του «κομμένου αυτιού».
   «Γνωρίζω το γεγονός πως δυο πολύ καλοί φίλοι μάλωσαν κάποτε, γιατί έπασχαν από κατάθλιψη και ένα κομμένο αυτί στάθηκε η αιτία να φύγει ο Γκογκέν για τη Γαλλική Πολυνησία».
   Μόλις άρχισε να επανέρχεται το ωραίο χρωματάκι στα στρόγγυλα μάγουλα της Ζιλιέτ και να γλυκαίνει η μορφή της! Είχε γίνει η γνωστή και αξιαγάπητη Ζιλιέτ, η πάντα χαμογελαστή στην καθημερινή της ζωή. Ο φθοροποιός χρόνος, μια άτυχη στιγμή αυτού σ’ ένα ξαφνικό γύρισμα της εφημερίδας που έκανα στο οπισθόφυλλο, αρκούσε για να πέσει η ματιά της Ζιλιέτ σ’ ένα ανατριχιαστικό μονόστηλο. Εξοικειωμένη στη γαλλική γλώσσα -αφού ο πατέρας της ήταν Γάλλος, η μητέρα της δε Ελληνίδα- θα ήταν δυνατό να διαβάσει από απόσταση ακόμη και τα πιο μικροσκοπικά γαλλικά γράμματα. Όλη η ψυχική της ηρεμία τσακίστηκε σ’ αυτή τη φράση: «Τραγικό αεροπορικό ατύχημα μ’ εκατόν εβδομήντα επιβάτες νεκρούς». Τότε ο απειλητικός εχθρός· ο φόβος, έκανε και πάλι την εμφάνισή του. Φάνηκε πως είχε υποχωρήσει πρόσκαιρα, επιφανειακά τουλάχιστον, γιατί εδώ και πολλά χρόνια φωλιάζει στο μυαλό της γυναίκας μου σαν μια βασανιστική Ερινύα. Κατάφερε να πάρει τη μορφή μιας κρίσης πανικού και ξάφνιασε τους πάντες με τη σφοδρότητά του!
   Οι κοντινοί συνεπιβάτες μας γύρισαν τα κεφάλια τους παραξενεμένοι. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι συνέβαινε για να βρίσκεται μια γυναίκα εκτός εαυτού και να φωνάζει ασυγκράτητη να τη λύσουν αμέσως. Είχε αποτυπωθεί στο πρόσωπό της μια θλιβερή γκριμάτσα· ένα ταλαιπωρημένο και αυλακωμένο προσωπείο, παρόμοιο με τα προσωπεία που χρησιμοποιούσαν οι ηθοποιοί στις αρχαίες τραγωδίες. Ένα άλλο προσωπείο ήταν το δικό μου· ανθρώπου ξαφνιασμένου, αγανακτισμένου, ολοκόκκινου απ’ την έξαψη της στιγμής, ανίκανου ν’ αντιδράσει αποτελεσματικά.
   «Αριστείδη, θέλω να με βγάλεις από δω μέσα!» ούρλιαζε η Ζιλιέτ.
   Σηκώθηκε ψίθυρος και προκλήθηκε ανησυχία στους επιβάτες. Κατέφθασε κάποιος υπεύθυνος από το πλήρωμα του Μπόινγκ 747 για να διαπιστώσει ποιος ήταν ο υπαίτιος της αναταραχής.
   «Ακούστε κυρία μου, της απευθύνθηκε εκείνος. Αν δεν αισθάνεστε τόσο καλά, μπορώ να σας δώσω ένα χαπάκι για να ηρεμήσετε. Αυτό συμβαίνει σε αρκετούς επιβάτες».
   Ντράπηκα ν’ αποκαλύψω στον υπεύθυνο την επαγγελματική μου ιδιότητα, ίσως παραξενευόταν για την αργοπορία μου στην αντιμετώπιση της κατάστασης της Ζιλιέτ. Έτσι του έδειξα απλά τη συσκευασία των χαπιών Lexotanil των 5 mg και εξήγησα πως «της τυχαίνει συχνά και λαμβάνω τα μέτρα μου». Ο υπεύθυνος αποχώρησε χωρίς άλλες συστάσεις. Όταν ξεκίνησε η δράση του χαπιού και το άγχος της γυναίκας μου περιορίστηκε, μας ενημέρωσαν από το μεγάφωνο πως σε μια περίπου ώρα θα βρισκόμαστε πάνω από τον αεροδιάδρομο του Ορλί. Απρόσμενη εξέλιξη, πραγματικά. Η Ζιλιέτ ξαφνικά τινάζεται από τη θέση της και λέει εκνευρισμένη: «Α, όχι, όχι μόνο μία ώρα. Ίσα-ίσα που προλαβαίνω». Άνοιξε τον φορητό υπολογιστή της και τότε κατάλαβα. Μου ήταν πολύ γνωστή αυτή η κίνησή της. Πρώτα δούλευε με κάποια προσχέδια στον υπολογιστή. Όταν βρισκόταν μακριά απ’ το διαμέρισμά της στο Παρίσι -όπου εκεί διατηρούσε όλα τα σύνεργα της ζωγραφικής· χρωματικές κλίμακες και πινέλα διαφορετικού μεγέθους- πειραματιζόταν με διάφορα σχήματα και χρώματα και αποφάσιζε ποιο ακριβώς συνδυασμό θα εφαρμόσει όποτε επέστρεφε πάλι στο ατελιέ της. Συνήθως επέλεγε τις ελαιογραφίες και τις υδατογραφίες, γιατί ταίριαζαν περισσότερο στα θέματα που εμπνέονταν και ήθελε να αναπαραστήσει. Όση ώρα δημιουργούσε, την παρατηρούσα διακριτικά για να μη νιώθει πιεσμένη από το βλέμμα μου και εμποδίζεται το αβίαστο της έμπνευσής της. Ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο πρόχειρο έργο της συμπέρανα πως γέμιζε τις άκρες του πλαισίου με πάρα πολλά σύννεφα που είχαν πάρει τη φορά του ανέμου. Πάντα μ’ ενθουσίαζαν τα σύννεφα, επειδή ήμουν από τη φύση μου ονειροπόλος. Θεωρούσα την ανακάλυψη του αεροπλάνου ως το μεγαλύτερο επίτευγμα της ανθρωπότητας. Κάθε φορά που πατούσα το πόδι μου στη γη, μετά την προσγείωση, ανταμειβόμουν μ’ ένα υπέροχο συναίσθημα, ασύγκριτο με οποιοδήποτε άλλο. Ήταν ο ουρανός που ασκούσε μεγάλη γοητεία; Η διαφορετική πυκνότητα της ατμόσφαιρας στα ύψη, το φως που αντανακλάει παιχνιδίζοντας στον αέρα ή κάτι εντελώς ανεξήγητο που έχει να κάνει με την αίσθηση του χρόνου και την ψευδαίσθηση πως το σώμα κατά τη διάρκεια της πτήσης εξαϋλώνεται και μένει μια αξιοσημείωτη ελαφρότητα στο νου;
   Η Ζιλιέτ συνέχισε να παλεύει με τον πίνακά της και στο κέντρο του φόντου σχεδίασε μία φοβερή μορφή. Ένα πλάσμα απόκοσμο με τεράστια, γαμψά νύχια και με ύφος συνεπαρμένο, αρπαχτικό που κλέβει την ξεγνοιασιά και τις όμορφες στιγμές του ανθρώπου.
   «Ποιο είναι αυτό το πλάσμα που δημιούργησες Ζιλιέτ;» την ρώτησα παραξενεμένος.
   «Ο φόβος, απάντησε εκείνη. Όπως τον ζω μέχρι σήμερα και δεν μ’ αφήνει ήσυχη με τις ιδιοτροπίες του».
   Δεν περίμενα από τη γυναίκα μου να ζωγραφίσει ένα συναίσθημα, να του δώσει καλλιτεχνική υπόσταση και να πάρει εκείνο σάρκα και οστά. Το γεγονός ότι προσωποποίησε το φόβο, δηλαδή τον κοίταξε κατάματα, στάθηκε καταλυτικό στη μετέπειτα πορεία της και λυτρώθηκε απ’ αυτό το δυσβάσταχτο αίσθημα οριστικά και αμετάκλητα. Ο τίτλος του έργου της ήταν φυσικό επακόλουθο αυτής της εμπειρίας. Δε δυσκολεύτηκα να τον μαντέψω.
   «Ταξίδι στον αέρα…πώς σου φαίνεται, Αριστείδη μου;».
   «Φανταστικό».
   Από τότε και στο εξής η Ζιλιέτ δεν έμοιαζε σε τίποτα με την παλιά φοβισμένη φυσιογνωμία. Σε κάθε ταξίδι μας δημιουργούσε ένα καινούργιο έργο. Η μορφή του φόβου, έτσι όπως τον είχε αναπαραστήσει η Ζιλιέτ, με βασάνιζε, γιατί μου θύμιζε κάτι πολύ οικείο στη μνήμη μου. Κάποτε τη ρώτησα γι’ αυτό.
   «Μα αγάπη μου, είναι ο Ζακ, ο απίθανος συμμαθητής μου. Εκείνος ο συνεσταλμένος νεαρός που είχε παρευρεθεί στο γάμο μας. Παρατήρησες πως όταν χαμογελούσε, φαίνονταν τα σπασμένα του δόντια;».
   «Έχεις δίκαιο, τώρα τον θυμήθηκα».
   «Λοιπόν, αυτός μια απροσδόκητη μέρα, θιγμένος απ’ τα πειράγματα και τις προσβολές των συμμαθητών μου, μάζεψε τόσο πολύ θάρρος που όρμησε πάνω τους ως «ταύρος μαινόμενος» και τους μελάνιασε τα πλευρά. Μ’ αυτό τον τρόπο αντιμετώπισε το φόβο του».
   «Ο καθένας με τα δικά του όπλα» σχολίασα.
   Κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια της Ζιλιέτ και κατάλαβα πως ποτέ ξανά δε θα σκοτείνιαζαν από το απειλητικό αντίκρισμα του φόβου.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου