Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Το ταξίδι της αγριόχηνας

   Η νύχτα ήταν μελαγχολική. Τ’ άστρα φαίνονταν να συμμετέχουν στη δική μου λύπη. Τρεμόσβηναν κοιτώντας από ψηλά τους ανθρώπους. Προσπαθούσαν να τους κάνουν να γελάσουν, ν’ ακούσουν τη μουσική της καρδιάς τους. Κι ο κρυμμένος κόσμος τους να βγει στην επιφάνεια. Φαντάζομαι να μου λένε:
   -Μικρέ μου τι θέλεις; Πρόσεξε τα όνειρά σου. Πες μας ειλικρινά τι θέλεις; Γιατί απόψε κάθεσαι πικραμένος και μας κοιτάζεις;
   -Θέλω κάτι μεγάλο και σημαντικό πίσω, αλλά δεν τολμώ να το πω…
   Κλαίω. Το φεγγάρι είναι στεναχωρημένο. Έχει μια μεγάλη κίτρινη σκιά στις πλαγιές του που κινείται. Παίρνει διάφορα σχήματα. Μου φάνηκε πως είδα πάνω του το χωριό μας και το χαμένο πρόσωπο που αγαπούσα.
   «Πατέρα», φώναξα με πόθο κι ελπίδα.
   Άπλωσα τα χέρια να φτάσω το φεγγάρι. Αλλά ήτανε πολύ μακριά, πάρα πολύ μακριά και οι άνθρωποι είναι τόσο μικροί για να κάνουν μεγάλα πράγματα!
   Μέσα στην απογοήτευση μου παρατήρησα μια μεγάλη πολύχρωμη φτερούγα να κρύβει ολόκληρο το παράθυρο. Μαζεύτηκα στο κρεβάτι μου από φόβο. Χτύπησε το τσάμι για ν’ ακούσω και φώναξε:
   -Μη φοβάσαι αγόρι μου. Τώρα πια έγινα ένα μεγάλο άγριο πουλί. Κάθε βράδυ ταξιδεύω στα παιδιά όλου του κόσμου και λέω ιστορίες για τον Αλέξη μου!
   Άνοιξα το παράθυρο. Νόμιζα πως ήταν ένας άγγελος που έστειλε ο Θεός για να με προστατεύσει.
   -Ναι, είμαι ένας άγγελος, είπε η αγριόχηνα που διάβασε τις σκέψεις μου. Απόψε κατάλαβα πως με χρειαζόσουν στ’ αλήθεια και ήρθα να σε βοηθήσω.
   Ανατρίχιασα. Ήταν η φωνή του πατέρα μου, η δυνατή, επιβλητική και βαριά. Κοίταξα τα μάτια της αγριόχηνας. Ήταν γαλανά, έξυπνα και παιχνιδιάρικα, ίδια τα μάτια του πατέρα μου. Είχε ένα μεγάλο ράμφος. Το χάιδεψα και μετά συνέχισα να χαϊδεύω τον μακρύ λαιμό του και τη ράχη του. Δάκρυσε και με τύλιξε με τις φτερούγες του. Είπε μια προσευχή, έψαλλε μια δοξολογία προς το Θεό που ο άνθρωπος προσπαθεί να του μοιάσει. Δε γίνεται όμως ν’ αποκτήσει τις υπερφυσικές δυνάμεις του. Ο πατέρας μου, του ζητούσε σαν χάρη για μόνο μία φορά, επειδή πονάει το παιδί του και το βλέπει μετά από πολλά χρόνια. Τον παρακαλούσε να του δώσει το χάρισμα να ταξιδέψει πάνω στην πλάτη του το γιο του. Ο Θεός πρέπει να το δέχτηκε γιατί κοίταξα στον καθρέφτη και είδα τον εαυτό μου μικροσκοπικό, στο μέγεθος ενός πολύ μικρού στρατιώτη. Ζύγιζα όσο ζυγίζει ένα πούπουλο. Με ανέβασε πάνω στη ράχη του και φώναξε:
   -Πιάσου καλά απ’ το λαιμό μου για να μην πέσεις και σε χάσω.
   Άνοιξε τα φτερά του ξαφνικά και πετάξαμε. Όλα από ψηλά φαίνονταν μικροσκοπικά. Το σπίτι μας, το σπίτι της Μυρτώς, η καλύβα του μπάρμπα Γιάννη, το δάσος, η λίμνη, το ποτάμι ήταν σαν μικρά σημάδια. Μου θύμιζαν τον γεωγραφικό χάρτη της Ελλάδας. Όμως επειδή το χωριό μας έχει κάτω από πεντακόσιους κατοίκους, πουθενά δεν γράφει «Προσφυγικό». Για έναν παράξενο λόγο έβλεπα πιο καθαρά στο σκοτάδι απ’ ό,τι έβλεπα με το φως του ήλιου. Σε λίγο παρατήρησα μερικές μυτερές κορυφές, υψωμένες προς τον ουρανό. Ήταν οι κεραίες της τηλεόρασης. Περάσαμε κι από το αστεροσκοπείο της πόλης. Φοβήθηκα μήπως μας δουν μέσα από τα τηλεσκόπια οι επιστήμονες και φανερωθεί το μυστικό μας.
   Με πήγε έξω από το διαμέρισμά μας. Είδα τη μητέρα μου γερασμένη, με γκρίζα μαλλιά. Κρατούσε ένα μπαστούνι και κούτσαινε.
   -Αχ μητέρα, είπα, πως κατάντησες έτσι; τη λυπήθηκα πολύ.
   Κοίταξα έναν κύριο με τεράστια γυαλιά καθισμένο στον καναπέ και αναγνώρισα τον εαυτό μου. Θα ήμουν στην ηλικία περίπου του πατέρα μου, πριν ανέβει στον ουρανό. Δίπλα μου μια κυρία με ωραίο πρόσωπο και μακριά μαύρα μαλλιά με αγκάλιαζε τρυφερά. Και γιατί να αγαπήσω εκείνη; Ο πατέρας-αγριόχηνα μου εξήγησε:
   -Αυτή είναι η γυναίκα σου.
   Χλόμιασα.
   -Μα εγώ δε θέλω αυτήν, απάντησα. Θέλω τη Μυρτώ και καμία άλλη!
   -Όχι, δεν είναι γραμμένο στη μοίρα σου να παντρευτείς τη Μυρτώ, μου είπε σκληρά.
   -Μα την αγαπάω και με αγαπάει. Είναι καλό, πολύ καλό κορίτσι, επέμεινα.
   Πικράθηκα. Γιατί ο πατέρας μου έλεγε τέτοια δυσάρεστα πράγματα; Μήπως ήξερε περισσότερα από μένα, αφού βρισκόταν  κοντά στο Θεό;
   -Γιε μου, η αγάπη και ο έρωτας δεν είναι εύκολες υποθέσεις. Οι παιδικές αγάπες σβήνουν στο πέρασμα του χρόνου. Ό,τι μας προξενεί το ενδιαφέρον τώρα, αργότερα σταματά να μας απασχολεί. Οι άνθρωποι αλλάζουν παιδί μου.
   -Όχι, φώναξα απελπισμένος, δε θέλω ν’ αλλάξω. Ούτε η Μυρτώ θ’ αλλάξει, γιατί μ’ αγαπά.
   Ο πατέρας-αγριόχηνα πήρε μια στροφή και με προειδοποίησε:
   -Φεύγουμε, κρατήσου γερά. Το θέαμα αυτό σου προκαλεί θλίψη.
   Πετάξαμε ψηλά, πάρα πολύ ψηλά, τόσο που η γη έμοιαζε με μία στρογγυλή φωτεινή μπάλα και ο πόνος του ανθρώπου ξεθώριαζε και έσβηνε. Περάσαμε μπροστά από το φεγγάρι και το χαιρέτησα. Ήταν βαμμένο με παράξενα χρώματα. Έρημο και ακατάστατο δεν έφτανε την ομορφιά της γης, με τα καθαρά νερά και τα πλούσια δάση. Σκέφτηκα πως οι ερωτευμένοι έχουν άδικο που κάθονται με τις ώρες και θαυμάζουν αυτό το άσχημο ουράνιο σώμα.
   -Από μακριά όλα φαίνονται διαφορετικά. Ακόμη και η αλήθεια ξεγελάει.
   -Αφού μ’ αρέσουν οι ξανθιές με γαλανά μάτια, πως είναι δυνατόν να παντρευτώ μια μελαχρινή με καστανά μάτια; ρώτησα απορημένος τον πατέρα.
   -Αυτό είναι μία έκπληξη της ζωής. Επιστρέφουμε στη γη μας, φώναξε δυνατά για ν’ ακουστεί η φωνή του την ώρα που επιτάχυνε.
   Πρόλαβα να του πω:
   -Δεν περίμενα να με ταξιδέψεις στο μέλλον. Ήθελα να με πας στο παρελθόν, να μου μιλήσεις για τον έρωτα σου με τη μητέρα.
   -Ρώτησε τη μητέρα σου να μάθεις. Ο χρόνος μου τελείωσε. Πρέπει να γυρίσω τώρα στον ουρανό, μίλησε βιαστικά και πήρε μια καθοδική πορεία.
   Όλα δίπλα μου περνούσαν σαν αστραπές. Ώσπου αντίκρισα και πάλι τα γνώριμα τοπία: το δάσος, τη λίμνη, το ποτάμι, την καλύβα του μπάρμπα Γιάννη, το σπίτι της Μυρτώς, το σπίτι μας. Με άφησε πάνω στο περβάζι και έφυγε γρήγορα να δώσει παρόν -όπως έλεγε- στο προσκλητήριο του Θεού. Είχε αρχίσει να ξημερώνει κι οι φτερούγες του έδειχναν εντυπωσιακές με τις πρωινές ηλιαχτίδες. Του φώναξα:
   -Ε, πατέρα ξέχασες να με κάνεις ξανά φυσιολογικό άνθρωπο. Εκείνος δεν άκουγε πια, είχε στο νου του να μη λείψει από το Θεϊκό προσκλητήριο και τον τιμωρήσει ο Θεός.
   Εγώ τώρα τι θα έκανα μέσα στις διαστάσεις ενός πλαστικού στρατιώτη; Ποιος θα μου έδινε σημασία; Η Μυρτώ θα περνούσε δίπλα μου αδιάφορη. Θα μ’ έπαιρνε ο αέρας σαν φθινοπωρινό φύλλο. Κανείς δε θα μπορεί πια ν’ ακούσει τη φωνή μου, να σεβαστεί την επιθυμία μου. Τι ελπίδες έχει ένα μυρμήγκι να εκδηλώσει τη χαρά και τη λύπη του στον γιγάντιο κόσμο των ανθρώπων; Ήθελα να πω στη μάνα μου πως θα ήταν καλύτερα να μείνουμε περισσότερες μέρες στο χωριό για να παίζω αμέριμνα.
   Αλλά ευτυχώς ξύπνησα με κλάματα και κατάλαβα ότι ήταν ένα όνειρο. Κοίταξα στον καθρέφτη και είδα τον γνωστό Αλέξη, στις φυσιολογικές μου διαστάσεις. Καμάρωνα που δεν μου στέρησε ο Θεός το ύψος και τη δύναμή μου.

Λάσκαρης  Π.  Ζαράρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου