Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Ραψωδία στην Άλμπα

Μια μέρα έταξα στην Άλμπα διαμπερές κι αμόλυντο φως.
Απαύγασμα από άρωμα παρθενικής γαρδένιας.
Για να της μπλέξουν τους λογισμούς,
τα λόγια τα μεγάλα με των θνητών τα όνειρα
πριν  πάρουν τον κατήφορο να ξεπλυθούν, να ξαπλωθούν,
συντάσσοντας στο κύμα.
Η ημέρα στ’ αφροκύματα πετάει το πέπλο της
προτού βγει τον κόσμο χύμα ν’ ατενίσει.
Μια μικρή συννεφούλα απόδιωξα, που έτρεχε περίζηλα,
στήνοντας κάστρο να αποφράξει τον ορίζοντα,
κόβοντας τα περάσματα στου τεθρίππου του Ηλίου
που ανέτειλε περήφανα στα αιθέρια να καλπάσει.
Κόκκινα ροδοπέταλα δροσοσταλάζει η καρδιά
στην έλευση της  Άλμπα, που σαν φανεί στρώνει
ερισμάραγδο χαλί πάνω να ορθώσει
να σταθεί τη γη ν’ αποθεώσει.
Όταν μιλάμε για της Ροδαυγής την έκρηξη στο σμιχτοσύνορο,
όπου της Ναϊάδας το αγουροξύπνημα σμίγει
με της Ήριννας τον πρώτο στίχο,
φιλοτεχνούμε με χάρη τα χρώματα της έλευσης
και διυλίζοντάς τα επιτηδευμένα τ’ απλώνουμε
να σμίξουν με το ξέσπασμα της πρωινής αυγούλας
και να γενούν ονείρων προπομποί, θρύλοι μιας συννεφούλας.
Ώ,  Άλμπα πανωραία!
Ποιος σε προίκισε με θέλγητρα ν’ αποπλανείς ψυχές,
σαλεύοντας τα λογικά, να μας βουλιάζεις στις χαρές;
Ποιος στην πυρά σε βάφτισε, σε κέρασε, σε  μέθυσε
μονάχη να πορεύεσαι στην πασαρέλα του ουρανού;
Ποιος σ’ έμαθε να θέλγεις αυτόν, που σε κοιτά;
Ρίξε ένα βλέμμα εύσπλαχνο σ’ όποιον σε προσδοκά!
Δείξε στοργή και πόνεση  σε όσους  αδύναμους αστόχησαν 
σ’ εσένα να προσβλέπουν σαν εναγωνιούν
για το αύριο, τύχη δεν έχουν.
Και σ’ όσους δεν ξεχώρισαν πως απ’ τη μέση
και κάτω τους κατέχει η γη, ενώ το άλλο μισό
υπάγεται στου ουρανού την κατοχή.

Vicky Kostenas Lagdos
Dichterin
19. Dezember 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου