Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Μία αναπάντητη ερώτηση

   Το χωριό ήταν κρυμμένο πίσω από την πλαγιά και ο κύριος Υπουργός άρχισε να νιώθει ναυτία. Παρόλο που ο έμπειρος οδηγός του, έπαιρνε προσεχτικά τις στροφές, ένιωθε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Είχαν διανύσει πολλά χιλιόμετρα σε φιδογυριστούς δρόμους μέσα στην οροσειρά της Πίνδου και δεν ήθελε με τίποτα να σταματήσουν σε κάποιο σημείο, γιατί  είχαν καθυστερήσει ήδη και ο Δήμαρχος θα ήταν πυρ και μανία, άσχετα που δεν είχε το θάρρος να εκδηλώσει μπροστά του την παραμικρή επίθεση. Ένιωθε ανεξήγητα άβολα, σαν μαθητούδι που θα πήγαινε να δώσει εξετάσεις. Η πείρα όμως, που είχε αποκτήσει δεν άφηνε περιθώρια για αμφισβητήσεις. Θα μπορούσε και πάλι άφοβα να ξεγλιστρήσει από τα εξεταστικά, ίσως εξοργισμένα βλέμματα των ανθρώπων της επαρχίας και με τους καλλιεργημένους τρόπους του να ηρεμήσει τα πνεύματα. Ξεφύλλιζε με πάθος τη γραπτή ομιλία του, διάβαζε και ξαναδιάβαζε κάποια σημαντικά αποσπάσματα. Η νοητική του λειτουργία βρισκόταν στο ανώτερο σημείο· εφεύρισκε υποθετικές παγίδες κι έψαχνε τρόπους για να ξεφύγει από τις σκοπέλους των ερωτήσεων των τοπικών δημοσιογράφων.
   Μόλις κατέβηκαν την πλαγιά, άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια ζωής· κάποια γαιδουράκια φορτωμένα με ξύλα που προορίζονταν για το τζάκι και οι σκληραγωγημένοι χωρικοί που βάδιζαν μπροστά αργά για να μην κουράσουν πολύ τα ζώα. Ο κύριος Υπουργός ανάσανε βαθιά και κοίταξε το ρολόι του ικανοποιημένος. Απ’ τον καθρέφτη της λιμουζίνας διέκρινε τα ξαφνιασμένα πρόσωπα των υλοτόμων, που σίγουρα θα αναρωτιόντουσαν πως βρέθηκε στον τόπο τους αυτό το πολυτελή αυτοκίνητο. Αλλά και ο κύριος Υπουργός παραξενεύτηκε που οι κάτοικοι του χωριού συνέχιζαν τις καθημερινές εργασίες τους, αν και γνώριζαν από καιρό την έλευση του και θα έπρεπε να είναι ήδη όλοι μαζεμένοι στην αίθουσα του Δημαρχείου. Και ο Δήμαρχος τι έπραξε άραγε; Αν δεν μπόρεσε να φέρει προς το μέρος του τον απλό λαό, να τους ανακοινώσει ότι: «ο συμπαθής αγωνιστής, ο άδολος πατριώτης θα υποστηρίξει τα δίκαια σας τώρα από τη θέση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, έναν τομέα που από πάντα ήθελε να υπηρετήσει, μιας και ο προπάππος του ήταν ένας καλοκάγαθος τσοπάνης που δούλεψε με τιμιότητα και έθρεψε πλήθος αιγοπροβάτων στα ιερά χώματά μας».
   Στη μεγάλη αίθουσα του Δημαρχείου είχε προσέλθει ένας πολύχρωμος και ετερόκλητος κόσμος, με ασυνήθιστα ντυσίματα για τους πρωτευουσιάνους· παλιομοδίτικα κουστούμια και γραβάτες με ασουλούπωτους κόμπους. Φάνηκαν και οι άλλοι, οι πιο προσεγμένοι στο ντύσιμό τους, οι φρεσκοξυρισμένοι με τα χτυπητά αρώματα και την καλλιεργημένη συμπεριφορά. Ήταν νομαρχιακοί σύμβουλοι και βουλευτές του νομού και μερικοί απερίγραπτοι κλητήρες. Που να πλησιάσουν εκείνους με τα ριγέ και καρό σακάκια και την ιδιόμορφη προφορά, τους δουλευτές της γης με τα καψαλισμένα δέρματα και τις τραχιές παλάμες! Άσε που δεν ήταν να πλησιάσεις κάποιους κτηνοτρόφους, λόγω της χαρακτηριστικής μυρωδιάς που άφηναν γύρω τους, αυτής του μαντριού!
   Ο κύριος Υπουργός οδηγήθηκε από τον κύριο Δήμαρχο και τους συμβούλους του -μέσω μίας παράπλευρης πόρτας- στην εξέδρα των ομιλητών, αποφεύγοντας να ενοχληθεί από πιθανές ερωτήσεις και πέραν του δέοντος χαιρετισμούς του κόσμου που περίμενε στην κεντρική είσοδο της αίθουσας. Διέκρινε μέσα στο πλήθος όμορφες, ροδομάγουλες χωριατοπούλες, τις οποίες θα ζήλευαν οι πιο καλοντυμένες και ευπαρουσίαστες Αθηναίες. Δεν κρυβόταν εύκολα η λατρεία του στις γυναίκες, γι’ αυτό επέμενε να ξεκινήσει τις ομιλίες μία κατάξανθη κοπέλα, ένα απ’ τα πιο δραστήρια στελέχη της τοπικής κομματικής οργάνωσης.
   Τη στιγμή που το «επίσημο πρόσωπο» έκανε την εμφάνισή του, από τα χείλη των παρευρισκομένων ξέφυγε ένα μακρόσυρτο «ω…». Λες κι έβγαινε στη σκηνή ο ταχυδακτυλουργός μάγος που θα ξεκινούσε τα επιδέξια κόλπα του για να μαγνητίσει το κοινό και τελικά να το υπνωτίσει ξεχνώντας την αθλιότητά του. Κάποιες κυρίες από τον κόσμο της καλής κοινωνίας, στολισμένες με πανάκριβα χρυσαφικά, μορφές ογκώδεις που χωρούσαν με δυσκολία στα κομψά ταγιέρ τους, σχολίασαν την εμφάνιση του περί ου ο λόγος κυρίου:
   «Κούκλος είναι ο καλός μας Υπουργός, του πάει τέλεια αυτό το μπλε κουστούμι!».
   «Αμ, και η κοιλιά του πάει…» απάντησε ένας από τους αγενείς «επαρχιώτες» και συμπλήρωσε απτόητος: «Φαίνεται πως ο άνθρωπος έφαγε πολλά στο πόστο του και τώρα ήρθε να εισπράξει και τα τελευταία απομεινάρια μας, να πάρει τις διαβεβαιώσεις πως θα τον στηρίξουμε στην κατασπάραξη του κρατικού κορβανά!».
   Οι κυρίες μαζεύτηκαν σαν γάτες ενοχλημένες και τα μάτια τους άστραψαν κατά του ανάγωγου «χωριάτη» και του γύρισαν τις πλάτες προς ένδειξη διαμαρτυρίας.
   «Σιωπή!» φώναξαν κάποιοι επιτακτικά, «Έχει ήδη ανέβει στο βήμα ο Υπουργός!».
   Όσοι είχαν παρακολουθήσει πολλές φορές τις ομιλίες του ήταν σε θέση να γνωρίζουν καλά την αρχή, τη μέση και το τέλος αυτής και αναλόγως των περιστάσεων να υποπτευθούν κάποιες μικρές αλλαγές. Το μεγαλύτερο μέρος των ακροατών δείχνει πως συμφωνεί μαζί του και δεν διαμαρτύρεται. Κάποια μαθήματα υποκριτικής πρέπει να επέδρασαν θετικά στο γοητευτικό προσωπείο, που φορεί ο κύριος Υπουργός αλλά και στο άλλο, το χαμηλότερο στην πολιτική κλίμακα, του κύριου Δημάρχου, του οποίου το λεξιλόγιο εμπλουτίστηκε με λέξεις σύνθετες και ακαδημαϊκές.
   Έτσι φέρνει «ως παράδειγμα αξιόλογης και καρποφόρας πολιτικής παρουσίας τον κύριο Υπουργό, ο οποίος είναι απ’ τους ελάχιστους «πολιτικούς άνδρες» σήμερα που μπορούν ν’ αρθρώσουν έναν ικανοποιητικό λόγο και να παίξουν ένα σημαντικό ρόλο στην πραγματοποίηση των αιτημάτων του δοκιμαζόμενου αγρότη, εξαιτίας των ασύμφορων εισαγωγών των αγροτικών προϊόντων. Τα εμπόδια που στήνουν οι πολιτικοί αντίπαλοί μας σ’ αυτόν τον δίκαιο αγώνα του αγρότη, γρήγορα θα παραμεριστούν από την επινοημένη και αποτελεσματική άσκηση της πολιτικής μας, όσον αφορά την υπεράσπιση των συμφερόντων των «αδυνάτων τάξεων», και θα υποχωρήσουν στην καθημερινή πίεσή μας τα ποταπά ανδράποδα με τις πλανερές πομφόλυγες τους!». Ο κόσμος σήκωσε τα βλέφαρα κεραυνοβολημένος απ’ την τελευταία φράση του κύριου Δημάρχου που τώρα ίσιαζε και χάιδευε το μακρύ μουστάκι του, περήφανος για το κατόρθωμά του.
   Ο Υπουργός πήρε με τη σειρά του τη θέση του στο βήμα συνοφρυωμένος για ό,τι ειπώθηκε σχετικά με τα «ποταπά ανδράποδα με τις πλανερές πομφόλυγες τους!». Οι αδαείς ρωτούσανε τους καλλιεργημένους τι ακριβώς σημαίνει ολόκληρη η φράση, μα όλοι σκοντάφτανε στη λέξη «πομφόλυγα», που κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει. Πως διέρρευσε αυτή η δικής του επινόησης φράση που έκανε τον κύριο Δήμαρχο να καμαρώνει; Τώρα έπρεπε να την αντικαταστήσει με λέξεις εφάμιλλου κάλλους ή αν δεν έβρισκε τις κατάλληλες, να τις παραλείψει τονίζοντας άλλα σημεία της ομιλίας. Ο Δήμαρχος του είχε στήσει την πρώτη παγίδα. Παρόλα αυτά ξεκίνησε το λόγο του ως εξής:
   «Αγωνίζομαι με μοναδικό γνώμονα το συμφέρον του συνόλου, με το ανιδιοτελή φιλότιμο του αγνού πολιτευτή. Προσπαθώ να πείσω τα ξεροκέφαλα θεριά που πολλές φορές με περιτριγυρίζουν, να τους δώσω να καταλάβουν πως πρέπει να εφαρμοστεί το αυτονόητο· η πιο σίγουρη πολιτική που έχω στο μυαλό μου και καθυστερεί στην υλοποίηση, λόγω ότι σκοντάφτει στις οπισθοδρομικές ιδέες και στο υπερβολικό οικονομικό χάος που παραλάβαμε από τους προκατόχους μας. Πρέπει να γίνει συνείδηση πια σ’ αυτόν τον ταλαιπωρημένο τόπο μια διαφορετικού είδους πολιτική, η οποία αν έμπαινε σε κίνηση ενωρίτερα, τώρα θα είχαμε αποφύγει να βρισκόμαστε στο χείλος του γκρεμού και της χρεοκοπίας».
   Η φωνή του πήρε μια ωραία, ελκυστική χροιά που αφόπλισε με την ειλικρίνειά της και αποδυνάμωσε τις νοητικές διεργασίες και αξιολογήσεις του πιο έξυπνου και μορφωμένου ακροατή. Κανείς δεν σκέφτηκε να ρωτήσει «τι ακριβώς έχει στο μυαλό του ο κύριος Υπουργός;». Όλοι τον κοιτούσαν με θαυμασμό, εκτός από δυο-τρεις δημοσιογράφους που γράφανε στα μπλοκάκια τους συνεχώς παρατηρήσεις, μέχρι τη στιγμή που άρχισαν να θέτουν σωρηδόν τις ερωτήσεις τους. Ο ικανότατος πολιτικός νιώθει πως οι αντίθετοι της παράταξής του, οι οποίοι γράφουν σ’ αναξιόπιστες «φυλλάδες» και περιθάλπουν τα μίση και τον φανατισμό, επιθυμούν να τον στριμώξουν σε μια γωνιά ανήμπορο, αλλά δεν ξέρουν καλά με ποιον έχουν να κάνουν! Μπορεί ν’ απαντάει έμμεσα, με τρόπο που αρκεί να δώσει την εντύπωση πως απαντάει απευθείας, δημιουργώντας μια καινούργια παραλλαγή της ερώτησης, πολλές φορές αντεστραμμένη. Ωστόσο, αισθάνεται την ανάγκη να βήξει για να καθαρίσει το λαιμό του από τη βλέννα της υποκρισίας και να πάρει κάποιες γρήγορες ανάσες στις δύσκολες ερωτήσεις, χωρίς ν’ αφήνει την ταραχή ν’ αποκαλύπτεται στο πρόσωπό του. Κρύβει καλά την αβεβαιότητα, τον θυμό του, το άγχος να πείσει και να παραπλανήσει, ώστε να συνεχίσει να γεύεται ανενόχλητος τα προνόμια της εξουσίας επ’ αόριστον. Και κάνει θύματά του τους απλούς πολίτες.
   Ένας απ’ τους πιο αξιόλογους δημοσιογράφους, ο οποίος αρθρογραφεί σε μια πολύ έγκυρη εφημερίδα, υπέβαλλε στον κύριο Υπουργό ένα διαχρονικό αλλά και τόσο επίκαιρο ερώτημα. Οι φάτσες των συμβούλων του κιτρίνισαν από πανικό, συγκλονίστηκαν όταν άκουσαν τα εξής: «Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Σκιαθίτης κοσμοκαλόγερος, είχε γράψει στην εφημερίδα «Ακρόπολις» το 1896: «Τις ημύνθη περί πάτρης; Άμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και πιθηκισμού, του διαφθείροντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος, και η πρόληψις της χρεοκοπίας». Σας ερωτώ λοιπόν κύριε Υπουργέ, τι έχετε να παρατηρήσετε και να συμπληρώσετε πάνω σ’ αυτό;».
   Στην τόσο ανέλπιστη ερώτηση του δημοσιογράφου το «σημαντικό κι επιφανή πρόσωπο» δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τον εκνευρισμό του και φώναξε ενοχλημένος βγάζοντας το μικρόφωνο από τη βάση του:
   «Τι σκοπό έχει μια ερώτηση που υποβλήθηκε πριν από εκατόν δέκα πέντε χρόνια κι ακόμη δεν έχει απαντηθεί;».
   Έχασε τον αυτοέλεγχο, μάταια οι συνεργάτες του προσπαθούσαν να τον συγκρατήσουν με νοήματα. «Και να… αυτά τα συνεχόμενα ταξίδια τον έχουν κουράσει», δικαιολογήθηκαν εκείνοι.
   Δύο μυώδεις άνθρωποι της ασφάλειάς του, έσπρωχναν τις κάμερες που οι χειριστές δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν κάτω απ’ τα αναπάντεχα γρονθοκοπήματα των «μπράβων». Απαιτούσαν να πάρουν στα χέρια τους την κασέτα της ντροπής, την κασέτα της ματαιόδοξης, ανάγωγης και αχαλίνωτης πολιτικής που ασκείται στην Ελλάδα, από  το πιο απόμερο, ορεινό χωριό έως την πολυπληθή πρωτεύουσα. Τα παρακάτω λόγια του έξαλλου Υπουργού πρόλαβαν οι κάμερες να καταγράψουν:
   «Άξεστοι, εχθροί της δημοκρατίας, διευκρινίστε μου τα ασαφή κίνητρά σας! Πείτε μου…ότι σας οδηγούν σε παρακινδυνευμένες ενέργειες και σε ανώφελες ερωτήσεις, τραμπούκοι, αδιόρθωτοι υπονομευτές της πολιτικής ζωής!!! Αν διακρίνετε έστω την ελάχιστη ηθική κατάπτωση στην άσκηση της εξουσίας μας, τότε είσαστε ένας θλιβερός και μεγάλος ψεύτης! Κι αν κανείς άνθρωπος σ’ αυτή τη χώρα δεν φρόντισε ν’ αλλάξει κάτι στη λειτουργία των θεσμών, ήταν γιατί αυτό ακριβώς εξυπηρετούσε τον πιο φτωχό μέχρι τον πιο πλούσιο πολίτη. Υποτίθεται πως βρισκόμαστε σε μια περίοδο κρίσης και όλες οι προσπάθειές μας προσανατολίζονται σε μια έντιμη λύση. Ποια ηθική αντιπροσωπεύετε κύριε; Σας λέω και πάλι πως ο λαός της Ελλάδας είναι ο πιο περιούσιος κι ευνοημένος λαός του κόσμου. Κοιτάξτε γύρω σας και θα καταλάβετε… για ποια κρίση μιλάμε. Δείτε τα ευτυχισμένα πρόσωπα των αγροτών, τα πλατιά χαμόγελα, τις ικανοποιημένες από τη ζωή κυρίες με τ’ ακριβά τους φορέματα, τη ζωντάνια και την ελπίδα στα μάτια των παιδιών. Παρατηρήστε ακόμη τα όμορφα βουνά που σας προσφέρουν όλα τα καλά του Θεού, την πλούσια βλάστηση, τα εύρωστα ζωντανά και τους νόστιμους καρπούς της ευλογημένης γης της Ηπείρου…».
   Ο επί σκηνής «ηθοποιός» είχε αφήσει να αιωρείται στην ατμόσφαιρα ένα μεγάλο ερωτηματικό. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το λόγο του και μερικοί ασυγκράτητοι και θερμόαιμοι που δεν άντεχαν άλλα παραμύθια, έσφιγγαν τις γροθιές τους. Τώρα που έλαμψε ξαφνικά η αλήθεια, ξεσηκώθηκε κατακραυγή. Ακούστηκαν ξεκαρδιστικά γέλια και δυνατά χειροκροτήματα στο τέλος της παράστασης ενός θεατρικού έργου, με τίτλο: «Να, πως μπορεί να βουλιάξει μία χώρα οικονομικά, όταν διαθέτει τέτοιου είδους πολιτικούς!».
   Η αυλαία έπεφτε δραματικά, την ώρα που προϊόντα της ευλογημένης ηπειρώτικης γης έραιναν καταρρακτωδώς τον κύριο Υπουργό και ο κύριος Δήμαρχος τον φυγάδευε από την πίσω πόρτα, τον αδιαμφισβήτητο «Φούσκα» της αγροτικής πολιτικής.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης


***  Β΄ Βραβείο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ στη μνήμη ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ από το Πολιτιστικό – Λογοτεχνικό περιοδικό «ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ ο Θεσσαλός» το έτος 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου