Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

ΤΟ ΛΥΚΑΥΓΕΣ ΤΗΣ AURORA BOREALIS

«Träume werden wahr erst wenn man wach wird»

Ξυπνάς απ’ το όνειρο κι όταν τα μάτια ανοίγεις
το βλέμμα σου καρφώνεται μέσα στο γκρίζο, χάνεται
πλανώμενο ολόγυρα εκεί όπου ουράνια τόξα αισθάνεται.
Κρατάει για όμηρο την κάθε σκέψη κι έγνοια,
που διατρυπά το σύννεφο και την ανάσα κόβει.
Για να ξορκίζει στου Ήλιου το τέμπλο τις  μαύρες Ερινύες,
που οι ψυχές γίνονται ολοκαύτωμα στη θέα του Λυκαυγές.  
Και να που η λύτρωση δεν απέχει πολύ απ’ τη γη
ως την ορφάνια του ουρανού, που ολόγυμνος φαντάζει.
Μια συγχορδία από νότες και μερικά επιμέρους φωνήεντα,
που συντάχτηκαν στα ενδιάμεσα  ψαρεύουν χρώματα αρίφνητα.

Ώ, ηδύποθη και ηλιοστάλαχτη Aurora!

Πάνω στον κοσμογονικό σου κόσμο στήνουν φωλιά οι εραστές.
Προτού ο ροδοπόρφυρος Ήλιος βγει απ’ τ’ αμπάρια τ’ ουρανού
για να τους στέψει με κλαδιά απ’ αγριελιές.
Μια ομορφιά περιώνυμη κρυμμένη σε πλερέζα ευτυχίας
σαν τη φυσάει ο άνεμος κι η θάλασσα αφρίζει.
Κέρασε η νότα ηδύγευστο ποτό και προσπαθεί να εδραιωθεί,
να μοιραστεί,  να ταξιδέψει κύματα.
Μ’ ένα της κλάμα υπόλογο στ’ άγρια θαλασσοπούλια,
που κρώζουν το χρώμα από χαρά σαν το θωρούν να βγαίνει.

Πιάσε την πένα της παρηγοριάς  και στήσε τα κυματοδαρμένα ναυάγια.
Κι ας τον αγέρα απέξω με λύσσα να φυσά, να μαίνεται.
Χρώμα ειν’ η ζωή, δεν κρύβεται,  μα φαίνεται από μακριά γυαλίζει.
Λες  και ληστές του κλέψανε τη φόρα και δεν θ’ αντέξει άλλο στο χιονιά
Μετερίζι είν’ το καράβι, που αρμενίζει
δίχως ξάρτια και σχισμένα τα πανιά.
Και τι  δεν θα ’δινα για σε στίχους πάνω στο κύμα να ’πλεγα.
Να σ’ οδηγούν Γοργόνες να σε φέρνουνε σε μακρινά πελάγη.
Και σαν οι άνεμοι την εσκεμμένη μπόρα σκάσουν στη στεριά
θα ’ρχονται πάλι πίσω οι αλμυρές  χοές να γονατίζουν
στου Διονύσου το  βωμό για ένα διθύραμβο
και μιας Μαινάδας το υφαντό κρουστό φουστάνι.
Ως και τα κλώνια λύγισαν μιας έρμης λυγαριάς

Σαν γρίκησαν τον ψίθυρο απ’ τα χρώματα
να παίρνουν δρόμο στου ποταμού τις καλαμιές,
αφήνοντας στο χείλος του γκρεμού ένα πνιχτό τους δάκρυ
από βρεγμένα όνειρα της νύχτας γκρίζα στάχτη.
Εξοστρακισμένα κύματα από τον πελαγοπνίχτη αγέρα
ξαναγυρνούν στον τόπο, όπου αναπαλαιώνονται ήρωες,
δαφνοεστεμένοι βασιλιάδες και πυργετών ερείπια
γιομάτα από θύμησες,  πιθάρια από παλιάς σοδειάς το λάδι.

Vicky Kostenas Lagdos
Dichterin
Zürich 14. Januar 2012



1 σχόλιο:

  1. First of аll Ι would like tо say fаntastіс
    blog! ӏ had а quick question that I'd like to ask if you don't mind.
    I waѕ interestеd to κnοw hоω you
    centег yourѕelf and clеar уour hеad
    before ωrіting. І've had a difficult time clearing my thoughts in getting my ideas out there. I do enjoy writing but it just seems like the first 10 to 15 minutes are wasted just trying to figure out how to begin. Any ideas or tips? Many thanks!
    My page :: Blu Cigs Reviews

    ΑπάντησηΔιαγραφή