Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Ποιητική συλλογή του Χάρη Μελιτά, «Παράσταση Ήττας», από τις Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2012

   Θα ήθελα να παρατηρήσω πως η ποίηση του Χάρη Μελιτά έχει γίνει πια γνωστή στο ευρύ αναγνωστικό κοινό, αφού ήδη προηγήθηκαν πέντε ποιητικά βιβλία και ο δημιουργός όλο και περισσότερο σταθεροποιεί τα βήματά του στο ταξίδι που ξεκίνησε εδώ και πολλά χρόνια. Με μια φρέσκια και ανανεωμένη ματιά πάνω στις ιδέες και τα αντικείμενα που τον περιτριγυρίζουν, αφήνει το υπαρξιακό του στίγμα σε κάθε ποίημά του, μ’ εκφραστικό δυναμισμό και ανεξάντλητη έμπνευση. Το υλικό που μεταχειρίζεται, είναι το γνήσιο μετάλλευμα που αποκτήθηκε διαμέσου των εμπειριών, και διοχετεύεται μέσα στο μοναδικό και αφαιρετικό καλούπι του ποιητή, δίνοντας περιορισμένο σχήμα και μορφή στα ποιήματά του, αλλά παράλληλα συμπληρώνει με τον καλύτερο τρόπο τις υπαρξιακές ανάγκες του.
   Στα 37 ποιήματα της συλλογής: «Παράσταση Ήττας», ο Χάρης Μελιτάς αξιοποιεί ό,τι δημιουργικό στοιχείο αποκόμισε από τη σύνθεση των προηγούμενων συλλογών, ειδικά των χαϊκού, τα οποία βρίσκονται πολύ κοντά στο πνεύμα του ποιητή. Οι προσπάθειές του, πραγματικά αξιοπρόσεχτες, παιγνιώδεις και φιλοσοφημένες, ερμηνεύουν τη καθημερινή ζωή μ’ έναν όμορφο κι ελκυστικό τρόπο, πάντα με τη χαρακτηριστική ιδιομορφία της γραφίδας του.
   Στο πρώτο ποίημα της συλλογής, με τίτλο: «Διαδικασία αφαίρεσης», εξηγεί τις ποιητικές του επιλογές και διαδικασίες με πρωτοτυπία και ειρωνεία που ξαφνιάζει:

«Κατ’ αρχήν αφαιρώ το περίβλημα.

Ακολούθως, πτερύγια

ουρά και κεφάλι.
Επιπλέον υπολείμματα σπλάχνων
περιττά λίπη
και κάτι ενδιάμεσα κόκαλα
«κίνδυνος-θάνατος» για το στομάχι.
Στο τέλος μένει η ραχοκοκαλιά
που καταλήγει μετά της φύρας
στον πλησιέστερο κάδο απορριμμάτων.

Λυπάμαι μόνο τις αδέσποτες γάτες
όταν (απο)συνθέτω ένα ποίημα».

   Στο υπέροχο ποίημα: «Ωράριο εργασίας» περιγράφει την αποτυχημένη προσπάθεια ν’ αποτυπώσει τις σκέψεις του ποιητικά:

«Οι λέξεις λες κατέθεσαν τα όπλα
χαθήκανε στις τούφες της ομίχλης
και τα ρυάκια στο μυαλό μου στέρεψαν
πέτρινες φράσεις σκίζουν τις σελίδες.
Βδομάδες τώρα ξύνω τα μολύβια μου.
Βουλιάζω σε γραφές κι ανθολογίες.
Μάταια στα υπόγεια της νύχτας αλυχτώ
ν’ ανοίξω χαραμάδα στο σκοτάδι».

   Στην «Τελευταία ζαριά», όπου υπάρχει η αφιέρωση στη Ζωή Σαμαρά, γράφει:

«Ψάχνω ένα ποίημα σκοτεινό, χωρίς φεγγάρι
αλλεργικό στου ήλιου το χρυσάφι
το βλέμμα του μια θάλασσα μουντή
κι ο άνεμος στα σπλάχνα του να σβήνει».

   Ο θάνατος γίνεται «Η καραμέλα», την οποία πιπιλίζει καθημερινά ο ποιητής, προσπαθώντας να συμφιλιωθεί μαζί του. Καταλήγει:

«Αδιάντροπη έπαρση
με αλόγιστο κόστος
να πεθαίνω ανάξια
κάθε βράδυ εντός μου
αδιάψευστος μάρτυρας
δι’ ιδίων εξόδων
του «μωραίνει ον βούλεται
Κύριος απολέσαι».

   Το «Ανάποδο ποίημα», το οποίο είναι τυπωμένο κυριολεκτικά στη σελίδα ανάποδα, μάς υποβάλλει την ευχάριστη ατμόσφαιρα ενός ποιητικού παιχνιδιού.
   Στο ποίημα: «Τυχαία συνάντηση» ακολουθούν κάποιες αναμνήσεις από τη νιότη του ποιητή, οι οποίες ρίχνουν τα έντονα φώτα τους παντού:

«Τακτοποιώντας της ζωής μου τα συρτάρια
σε συνάντησα.
Σε κάτι στίχους μου παλιούς είχες τρυπώσει.
Φορούσες το γαλάζιο σου παλτό
κι όπως με κοίταζες κρυφά στον Επιτάφιο
στο άδειο μου πακέτο σε ζωγράφισα
να ’χω δυο χείλη να φιλήσω στην Ανάσταση».

   Στο ποίημα με τίτλο: «Tilt» εμφανίζεται μία χαρακτηριστική εικόνα φθοράς στο πέρασμα του χρόνου:

«Δεν μου γλιτώνεις
δήλωσα στο αρχαίο φλιπεράκι
βγάζοντας απ’ την τσέπη του καιρού
μια σκουριασμένη μάρκα».

   Στο ποίημα: «Καρνάγιο του χρόνου», το οποίο αφιερώνεται στον Ντίνο Σιώτη, γίνεται μία φοβερή διαπίστωση εξαιτίας των έντονων συναισθημάτων που εκλύονται:

«Δεν υπάρχει ελπίδα στο καρνάγιο του χρόνου
μόνο πίσσα και πίκρα και σκυμμένα κεφάλια
αργολιώνουμε μόνοι στη κουβέρτα του πόνου
σαν τους γλάρους που σβήνουν στ’ αραγμένα ποστάλια».

   Στο ποίημα με τίτλο: «Πίσω απ’ τον σπασμένο καθρέφτη», ο ποιητής αυτοαναλύεται και ψυχογραφεί τον εαυτό του μέσω συσσωρευμένων σκέψεων, κάνοντας το δικό του απολογισμό:

«Πρόσωπο χάρτινο κελί, όλο γραμμές
να λογαριάζει η γραφίδα του καιρού
τα θλιβερά μερόνυχτα για την απόλυσή μου».

Και τελειώνει με την ατολμία του:

«Είπα να σπάσω τον καθρέφτη.
Λιγοψύχησα.
Το αληθινό μην αντικρίσω πρόσωπό μου».

   Στο ποίημα: «Χαμαιλέοντες», οι ποιητές μεταμορφώνονται σε «κουκουλοφόρους υπεράνω υποψίας»:

«Δεν πυρπολούμε τοκογλύφους κι απορρίμματα
μόνο του μέλλοντος σκορπίζουμε τις στάχτες
εντεταλμένοι ολετήρες-εμπρηστές
των πυκνούφαντων δασών που πλέκουν οι ιδέες».

   Στο ποίημα: «Ονείρων και μνήμης γωνία» γράφει για τον Γιώργο Βέη:

«Άγγιξε τον ήλιο της δικαιοσύνης
τον νοητό –ο ανόητος
είπαν οι μαριονέτες στις ειδήσεις».

   Δείγματα της ευαισθησίας του ποιητή και του κοινωνικού προβληματισμού του αποτελούν τα ποιήματα: «Ο θάνατος χορεύει στην Ομόνοια», «Οι ζητιάνοι» και «Κόκκινο», στο οποίο αναρωτιόμαστε εύλογα ποια μπορεί να είναι «τα παιδιά με τις πατερίτσες», γιατί δεν αναφέρεται σε σωματική αναπηρία μονάχα αλλά και σε ψυχική και σε πνευματική.
   Στο ασφυκτικό: «Εντός παρενθέσεως» αναλογίζεται και συμπεραίνει:

«Ούτ’ ένα τετραγωνικό για ν’ αναπνεύσεις.
Εντούτοις, εξακολουθώ να υφίσταμαι.
Έστω και σαν απόλυτη τιμή
με δυο γραμμές αριστερά και δεξιά, ισομεγέθεις.
Κάποτε είχα ένα πρόσημο, θυμάμαι.
Απόψε ψάχνω να με βρω στην ερημιά.
Στο βάθος ένας ήλιος δραπετεύει».

   Στο ποίημα με τίτλο: «Διαγωνίως», ο ποιητής:

«Τώρα σκαρώνει στη σκακιέρα του σταυρόλεξα
με τα σημάδια και τα θραύσματα του χρόνου
ταιριάζει λέξεις και κομμάτια πορευόμενος
κατά το βήμα των τρελών.
Διαγωνίως».

   Στο «Ρέκβιεμ», η μελωδία του θανάτου:

«Αποδομεί τους μύθους των καιρών
απολιθώνει τις ανύποπτες ελπίδες
κλείνει τα άδηλα βιβλία των χρεών
κόβει το γόρδιο δεσμό της ουτοπίας».

   Στο ποίημα: «Ενυδρείο» γράφει αποκαλυπτικά:

«Κι εμείς πίσω από κρύσταλλα βαριά
στα βράγχια μας κρεμάμε το βραχνά
προσμένοντας δολώματα πλαστά
και παραμύθια δανεικά ν’ αγκιστρωθούμε».

   Στο ομώνυμο ποίημα της συλλογής: «Παράσταση ήττας» διατυπώνει με βεβαιότητα:

«Απ’ όλο το αέναο θεατρικό παιχνίδι
«Τα έργα και οι μέρες του ανθρώπου»
απολαμβάνω μόνο τα διαλείμματα.
Ειρήνης».

   Στο ποίημα: «Στάση ζωής» γράφει πολύ φιλοσοφημένα:

«Ένα παλιό λεωφορείο της γραμμής
κάθε πρωί τη στάση περιμένω
με οδηγό, αγέλαστο, το θάνατο
κι εισπράκτορα, την ίδια τη ζωή μου».

   Στο ποίημα: «Υποκριτική» απαριθμούνται η μία κάτω από την άλλη, σύνθετες λέξεις με πρώτο συνθετικό το «Υπό», για να δημιουργήσουν ένα κλίμα κατώτερο του προσδοκώμενου, ένα κλίμα γενικευμένης παρακμής.
   Η ποίηση του Χάρη Μελιτά, ειλικρινής και απροσποίητη, διατηρεί ακέραιο το ύφος ενός σκεπτόμενου και εμπνευσμένου δημιουργού, καθηλώνοντας με την πρωτοτυπία των θεμάτων της. Ακόμη κι εκεί που ο ποιητής επιλέγει μία εσωστρεφή και διαλογιστική στάση, υψώνει κραυγές που αντηχούν παντού, φωνές ελπίδας παρ’ όλες τις απαισιόδοξες ενδείξεις της ζωής. Συμπεριφέρεται σαν νέος με τις παλάμες του σφιγμένες σε γροθιές και τις σημαίες του ποιητικού αγώνα να κυματίζουν αδιάκοπα, σε σημείο που να φαντάζει αταίριαστος με την ψυχοσύνθεσή του ο στίχος: «να σβήνει σαν γλάρος στ’ αραγμένα ποστάλια».
   Σε στιγμές που ο πόνος φαίνεται να καταλαμβάνει  την ψυχή και το σώμα που βουλιάζει στην εξελισσόμενη φθορά του χρόνου, αμέτρητοι στίχοι του ποιητή μάς οδηγούν έξω απ’ το καταπιεστικό κι αμήχανο τοπίο, με μία επινόηση της στιγμής, μ’ ένα έξυπνο σχόλιο, δίνοντας σωτήριες ανάσες στους αναγνώστες.
   Ο θάνατος,  με το φριχτό προσωπείο του, μετουσιώνεται σ’ ένα ευλύγιστο παιχνίδι μέσα από προσωπικά μαθήματα που προσφέρονται κατά τη διάρκεια της πάλης, της εναντίωσης αλλά και της αποδοχής και της συμφιλίωσης μαζί του. Ακριβώς, όπως πολύ εύστοχα διατυπώνεται στο ποίημα: «Ρέκβιεμ»: «Ανοίγει το παράθυρο στο μυστικό τοπίο / που όλοι ζωγραφίζουμε, αλλά κανείς δεν είδε».
   Αυτό άλλωστε είναι το νόημα της ποίησης, που διαπερνά τα συναισθήματα, τις σκέψεις, τις εικόνες και τις αναμνήσεις πάνω σ’ ένα ολόλευκο χαρτί κι οι λέξεις «ανοίγουν μυστικά τοπία», γεννιούνται και πεθαίνουν ανάλογα με τη θέληση και τους χειρισμούς του ποιητή, ακούγονται ακόμη και μέσα στις σιωπές του.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου