Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

AURORA BOREALIS (συνέχεια) ΤΗΝ ΑLΒΑ ΠΟΥ Ν’ ΑΦΗΣΩ;

Ληστεύουν οι Ώρες τον πόθο,
που γέννησε τη λευτεριά του Ήλιου.
Όσφρηση και ενόραση συσταλάζουν
φωτιά στο γυάλινο ημίφως
σαν η Λητώ απροστάτευτη στο λόφο
Κύνθιο απάνω πέφτοντας,
έκλαψε στης Ορτυγίας την κορφή
με δίβουλης ιτιάς το κλάμα.
Μεθούν απ’ το πέταγμα οι γλάροι
πάνω απ’ τα στεφανωμένα κι αχαλίνωτα νησιά
ριγμένα ατσαλάκωτα στα αχνιστά πελάγη.
Χρυσάχτιδες ανταύγειες
απ’ τα τραγούδια του Ήλιου
και της Αυγής τη ροδόξανθη
ενόραση μπερδεύονται με λέξεις.
Μ’ αλμυρό νερό ξεπλένει  της θλίψης
το πρόσωπο η μέρα.
Κλέβει ο άνεμος τον ενθουσιασμό απ’ τα κύματα
και τον πετά σαν φευγαλέο όνειρο
στην ιδρωμένη αμμούδα.
Κάθισαν στο ταπεινό ανάχωμα οι Ναϊάδες
όσες φορούσαν λοφία τις αλυγαριές.
Ζωή εκρηκτικά στοχαστική στο μονοπάτι,
που περπάτησε το φως.
Να διψάς για ένα λαγήνι άκρατο κρασί.
Να ξεδιψάς μ’ ανάμνηση γλυφής αλμύρας το φιλί.
Ως κι ο αγέρας φόρεσε τη φορεσιά φυγής.
Τρέχει πάνω στα κύματα τ’ αλόγιστα
τον πόνο να δαμάσει.
Μ’ έπαρση από σκέψεις συμμαζεύει
η ναρκωμένη άμπωτη
τα λογικά της, περνώντας τα από μυστικά
της θάλασσας περάσματα.
Στην περίμετρο της Κυρά Παναγιάς
κλειδώνει η Ροδόξανθη
εκρήξεις υποσχέσεων σκάζοντας
μες στ’ αμπάρια της έρμης βραχουριάς.
Με το ένα του μάγουλο ο Ήλιος
το πρωί ακουμπά στο κύμα.
Το ημερεύει ακάθεκτα, του ψέγει τις ντροπές,
ενώ με τ’ άλλο το στιλπνό
κλείνει αγιάτρευτες πληγές
σε όσους δεν κατάφεραν
τ’ απόκαρδα της θάλασσας να νοιώσουν.
Τώρα μονάχα η μέρα απόμεινε ν’ αποτοξινώνεται
από λαθραίες περιπέτειες.
Από εμμονή του άσπρου στο ανεξίτηλο γαλάζιο
βάφτηκε μπλε η θάλασσα και κυματίζει αβέρτα.
Βαρέθηκαν κι οι μέρες μόχθους ν’ αποστηθίζουν
σαν οι αλήθειες ντροπαλές κοιτούν πως ν’ αλητέψουν.
Δεν βουλιάζουν οι αλήθειες όσες έμαθαν νεράκι
το κολύμπι να το παίζουν σαν τραγούδι.
Μόνο στην προσφυγιά η ελπίδα ταξιδεύει δίχως κουπί
Ξάρτι, πανί σ’ απάνεμα λιμάνια γυρεύει φως ν’ αναστηθεί.
Στον απόηχο μιας υγρής θαλασσοταραχής
σκαρφίζονται τα κύματα πώς να ξαναχτυπήσουν.
Στο κορφολίθι η σιωπή της απουσίας σου
διεκδικεί βαθύκολπους
θαλασσινούς μυχούς για να μισέψει.
Στην ανέμη του μυαλού παίρνουνε φόρα οι λέξεις
κι αποκοιμισμένα κρυφά βράδια ξελογιάζουν.

Ώ, Άλμπα της πρωινής μου θύμησης!

Όλα τα σύννεφα της γης
συνωμοτούν σαν δεν μπορούν
στο ύψος να σταθούν οι άνθρωποι.
Κι όταν η γη μέσα στ’ απόκαρδα μελαγχολεί
κεντρί το φίλημα της παπαρούνας το καυτό,
απ’ το χορό του Απρίλη στο γελαστό τριφύλλι.

Πώς άδειασαν έτσι οι μέρες
κι ούτε χαρτί δεν έμεινε!
Να χαραχτούν τα όνειρα
στα έωλα των Κυθήρων τ’ αγνάντια.
Μέσα απ’ της ιστορίας τ’ αναφιλητά
τρέχει του κόσμου ο λογισμός.
Ημέρα απαράλλαχτη λεβεντογέννα μάνα.
Κοιτάει ολούθε κι ακουμπά την έγνοια της
να σπείρει στα χωράφια.
Η απουσία σου κλείνει τη γρίλια
στο σφαλιστό παράθυρο,
που αναθαρρεί ζυγιάζοντας
στο πέλαγος το πόνημα της στέρησης.

Βότσαλα ξέμπαρκα!
Βουνά τα φύκια αξημέρωτα
απ’ το δαιμονισμένο σφύριγμα τ’ ανέμου.
Φλοίσβος του αγέρα η σιωπή,
που ξενυχτά στ’ ακρόγυαλο
με μια μπουκιά αλμύρα κι ένα ξερό ψωμί.
Ποιος άρπαξε τη νιόβγαλτη
κι ηλιοβγαλμένη κόρη;
Ποιος μάντης της θώπευσε το πέπλο της,
τη φίλησε στο μέτωπο
κι βράδιασε μαζί της με χρησμούς;
Φεύγουν τρεχάτα κύματα
για να ’ρθουν πίσω χρόνια
ντυμένα με το πανωφόρι της ηλικίας μας.
Οργιές οι ευχές συνέρχονται
ν’ ανακαλέσουν κύματα
από παραστρατημένα ναυάγια  πάνω στη θάλασσα,
που απόκρυψε αδίσταχτα πομπές όσο ποτέ.

Vicky Kostenas Lagdos
Dichterin
Zürich, 24. Februar 2012



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου