Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

«Χθες – σήμερα – αύριο…», Ποίηση της Μαρούλλας Πανάγου, Κίμπερλι, Νότιος Αφρική 2008


Ποιητή

 

Μην περιμένεις να μαντέψουν οι άλλοι

τα μηνύματά σου

ή να σ’ ανακαλύψουν

μες στο ερημητήριο της σκέψης.

Στείλε με θάρρος

το νόημα των λόγων σου

που ίσως κάνει πιο ενδιαφέρουσα τη ζωή.


   Θα ξεκινήσω την παρουσίαση της ποίησης της κας Μαρούλλας Πανάγου με το τελευταίο ποίημα του βιβλίου της, στο οποίο συνοψίζεται η άποψή της όσον αφορά τον τρόπο μετάδοσης των μηνυμάτων μ’ ένα πολύ ουσιώδη λόγο και με λέξεις απολύτως διαυγείς, οι οποίες μεταφέρουν σημαντικά νοήματα αγγίζοντας σε πολλά επίπεδα τον αναγνώστη: ψυχολογικό, συναισθηματικό, συνειδησιακό.
   Πρέπει να ξεκαθαριστεί εξ’ αρχής πως δεν πρόκειται σε καμιά περίπτωση για ελιτίστικη ποίηση, για ποίηση κρυπτική, λαβυρινθώδης  που θολώνει σκοπίμως τα νερά με το πρόσχημα του μεταμοντερνισμού ή οποιουδήποτε άλλου λογοτεχνικού ρεύματος, όπως συνηθίζεται σήμερα να έχει απήχηση αυτός ο τρόπος γραφής
σε νέους δημιουργούς.
   Η ποίηση της κας Μαρούλλας Πανάγου έρχεται να διαφοροποιηθεί χαρμόσυνα από τέτοιες νεφελώδεις τακτικές. Την απασχολεί κυρίως το αν θα γίνουν καταληπτά και προσιτά τα νοήματά της και για το αν θα υπάρξει ένας ειλικρινής και ανεπιτήδευτος διάλογος μεταξύ δημιουργού και αναγνώστη, καταφέρνοντας να τον αγγίξει συναισθηματικά. Παραδειγματίζει και διδάσκει -χωρίς να το επιδιώξει καθόλου- για τα τεχνικά μέσα που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο ποιητής γυμνώνοντας ολόκληρη την ψυχή του.
   Ξεκινώντας την ανάγνωση των ποιημάτων, ανακάλυπτα σταδιακά μια δυνατή ψυχική διάθεση να μετουσιώνει σε στίχους συναισθήματα και σκέψεις και έγινα παρατηρητής μιας ξεχωριστής και αξιοπρόσεχτης στάσης ζωής, μιας ποίησης που με κέρδισε ολοκληρωτικά λόγω της αστείρευτης έμπνευσης και της στιχουργικής απόλαυσης που προσφέρει πλούσια η ποιήτρια. Ομολογώ πως δυσκολεύτηκα αρκετά στην προσπάθειά μου να κάνω μία επαρκή παρουσίαση του έργου της, επιλέγοντας συγκεκριμένους στίχους, αφού τα δείγματα της δουλειά της είναι όλα το ίδιο αξιόλογα και ποιοτικά.
   Οι εικόνες που χρησιμοποιεί είναι χαρακτηριστικές, ωθούν τον αναγνώστη σε διεύρυνση των οριζόντων του, ενεργοποιούν όλες τις αισθήσεις του γιατί κάτω από την επιφάνεια, στον πυρήνα των συνειρμών βρίσκεται ζωντανό το ενδιαφέρον και ο σεβασμός της προς τον βασανισμένο, τον ανέστιο και ξεριζωμένο άνθρωπο, τον οποίο συμπαραστέκεται και συμπονά.
   Γενικά, όλα ποιήματά της -που είναι γνήσια δημιουργήματα- θα με ακολουθούν για χρόνια, αφού δεν προσποιείται και ό,τι γράφει το αισθάνεται βαθιά, με αποτέλεσμα να οδηγείται αποκαλυπτικά σε μεγάλες ποιητικές αλήθειες. Κυρίως, με συγκίνησε το γεγονός πως στα ποιήματά της μεταδίδονται μηνύματα μέσω μιας γνώσης που αποκτήθηκε με τη συμμετοχή ολοκληρωμένων διαδικασιών του νου, της ψυχής και της καρδιάς. Ποίηση δηλαδή στοχαστική και πολυεπίπεδη.
   Στον πρόλογο του βιβλίου η κα Ντόλυ Νταλκά, δρ. λογοτεχνίας, επισημαίνει: «Εκείνο που πιο πολύ μ’ ευχαριστεί αναβαίνοντας την καταγραφή των εντυπώσεών μου μελετώντας το έργο της λογοτέχνιδας Μαρούλλας Πανάγου, είναι η διαπίστωση ότι στη στενή και πολύχρονη γνωριμία μαζί της συνδέθηκα μ’ ένα άτομο εξαιρετικού ήθους, ενάρετο, με ανεπτυγμένες πνευματικές αξίες που ο αληθινός λογοτέχνης έχει… Πληγωμένη από τη βάρβαρη κατοχή της μισής Κύπρου, έγραψε συγκινητικούς στίχους… Η ποίηση της Μαρούλλας Πανάγου είναι υψηλής ποιότητας. Τόσο οι σε ελεύθερο στυλ, όσο και οι παραδοσιακοί με ομοιοκαταληξίες στίχοι της χαρακτηρίζονται από ρυθμό και ευχάριστη αρμονία. Είναι αλήθεια και το πιστεύει και η ίδια ότι ο αληθινός ποιητής είναι εκείνος που μπορεί να γράφει και στον δύσκολο παραδοσιακό με ομοιοκαταληξίες στίχο».
   Στην πρώτη ενότητα του βιβλίου με τίτλο: «Γνωμικά», προσφέρονται στον αναγνώστη οι κατασταλαγμένες απόψεις της ποιήτριας, μέσω του χρόνου και της πείρας που αποκτήθηκε, οι οποίες κατάφεραν να παγιωθούν στο υποκειμενικό επίπεδο αλλά και να γίνουν αντικειμενικά σημεία αναφοράς, παραδειγματικές αλήθειες χάριν της μεστότητας των νοημάτων, της συμπύκνωσης των ιδεών και της σοφία τους.

«Του Γολγοθά η ανηφόρα
προσφέρεται αργά ή γρήγορα
στον καθένα.
Σ’ άλλους κρατάει μια μέρα
και σ’ άλλους μια ζωή.
Πόσοι θα φτάσουν στην κορφή
αυτό εξαρτάται
από την ψυχική δύναμη
του καθενός».

«Ας ήταν η ψυχή να έμενε στην παιδική αθωότητα.
Χωρίς την προσγείωση της ενήλικης υποκρισίας».

«Αποδέξου τον εαυτό σου, σαν ξέρεις ότι έκανες ό,τι μπορούσες».

«Αν δεις κάποιον κατσουφιασμένο, χάρισέ του το χαμόγελό σου.
Ο πάγος της αδιαφορίας σπάνια μένει ανέπαφος στη ζεστασιά του».

«Τέλειο, φανταστικό πλάσμα
μα πολύ πιο κάτω κι απ’ το ανθρώπινο
μπροστά στο φως της αλήθειας».

   Στη δεύτερη ενότητα με τίτλο: «Της πατρίδας», διαπιστώνει κανείς πόσο σημαντικό και ανεξαγόραστο αγαθό κι ευλογημένο απόκτημα πρέπει να είναι η πατρίδα για κάθε άνθρωπο. Ιερή καταγωγή που συνδέει την καρδιά, την ψυχή και τη σκέψη με το χώμα, τη θάλασσα, ακόμη και τον αέρα της πατρίδας. Βέβαια για την ποιήτρια πατρίδα σημαίνει μνήμη, μνήμη λυτρωτική στους καημούς και μπολιασμένη με την παιδική ηλικία, πριν διαμελιστεί η Νήσος και μεταναστεύσει η ίδια, κάνοντας τη νοσταλγία για την αγαπημένη της πατρίδα καθημερινή βίωση.
   Στο πρώτο ποίημα της ενότητας με τίτλο: «Χωριό μου», δεν μπορεί να υπάρξει πιο άμεση εκδήλωση αγάπης προς την πατρίδα από τους ακόλουθους στίχους, όπου περιγράφει την επιστροφή της εκεί:

«Μ’ ανάλαφρη τότε καρδιά,
κάτω απ’ το κυπαρίσσι,
ας κλείσουνε τα μάτια μου
και η ψυχή μου ας σβήσει».

   Στο ποίημα: «Σ’ εκείνο το νησί που λέγεται Κύπρος» γράφει πολύ παραστατικά, δίνοντας όμορφες, συγκινητικές εικόνες:

«Τ’ αστέρια ψάχνουν για τη χαμένη τους λάμψη
μέσα στα βουρκωμένα μάτια του παιδιού
που γυρεύουν τον χαμένο πατέρα
κι ο μαρμαρωμένος Διγενής
νιώθει βαριά στα χέρια του
την πέτρα του Ρωμιού
σαν περιμένει τη διαταγή
για να την ρίξει απέναντι.
Εκεί! Στην ανοικτή παλάμη του Πενταδάκτυλου».

   Στο ποίημα: «Κύπρος μαρμαροσμίλευτη» γράφει:

 

«Πικρά αναρωτιέται η μαύρη προσφυγιά

ποιο απ’ τα δυο κομμάτια να βγάλει απ’ την καρδιά.

 

Κείνο π’ άφησε πίσω; Τούτο που τώρα ζει;

Ποιο δάχτυλο να κόψει και να μην την πονεί;».


   Στο ποίημα με τίτλο: «Οι ήρωες δεν χάθηκαν στο χθες» -το οποίο είναι αφιερωμένο στους Τάσο Ισαάκ και Σολωμό Σολωμού- συμπεραίνει:


«Αθάνατοι πετάμε οι ψυχές
κι η δόξα αγκαλιάζει τη θυσία.
Οι ήρωες δεν χάθηκαν στο χθες.
Αντρειωμένοι σήμερα γράφουν ξανά ιστορία».

Βέβαια, η καλύτερη εξέλιξη θα ήταν η θυσία των αποφασισμένων ψυχών να παραδειγματίσει, να αφυπνίσει τον κόσμο και να δημιουργήσει γεγονότα που θ’ αλλάξουν τη διεθνή πολιτική σκηνή και το ισχύον καθεστώς στην Κύπρο.
   Στην τρίτη ενότητα του βιβλίου με τίτλο: «Διάφορα», η ποιήτρια εμπνέεται από ιστορικά πρότυπα γενικώς παραδεκτά, πρόσωπα, ιδέες και γεγονότα τα οποία πήραν τη θέση συμβόλων, ώστε να τονίζονται τα γραφόμενα μέσω της συσχέτισης παρόντος – παρελθόντος.
   Στο πρώτο ποίημα της ενότητας: «Υπόσχεση στη Μελίνα» γράφει για της δόξας τα κλαδιά:

«Ο χρόνος δεν τα νίκησε, πετάξαν στα αιθέρια
απ’ την καρδιά σου παίρνοντας θάρρος ελληνικό.
Σκορπίσαν στην υφήλιο σαν άσπρα περιστέρια
να μεταφέρουν μήνυμα Μελίν’ αληθινό».

   Στο ποίημα με τίτλο: «Μακεδονία» υπερασπίζεται την αλήθεια στην ιστορία:

«Ζητάνε την ελληνική ν’ αλλάξουν ιστορία
λέγοντας ότι σλάβικη είσαι Μακεδονία.
Μα είναι ήλιος λαμπερός το ελληνικό το φως σου
απ’ τη Βεργίνα η λάμψη του, ασπίδα στέκει εμπρός σου».

   Στο ποίημα: «Σωκράτης 469 π.Χ. – 399 π.Χ.» παραδειγματίζει με την ηθική στάση του αρχαίου φιλοσόφου:

«Κι ας ήξερες ότι ο λόγος της Αλήθειας
πειράζει την άσπιλη κοινωνία
που πάντα κρύβει τ’ άπλυτά της
και συγχωροχάρτι δεν περιμένει ο ειλικρινής».

   Στο ποίημα: «Μοιραία Κλεοπάτρα» παρατηρεί πολύ πετυχημένα:

«Αφού στα θέλγητρα θαμπώνονται οι άντρες,
μέχρι που
θα βρεθεί κάποιος Οκτάβιος
να πει –όχι!
Όμως και τότε θα προχωρήσεις
απτόητα,
με την ψευδαίσθηση ότι τον γέλασες.
Έτσι για να κρατήσεις την περηφάνια
στο βάθρο της».

   Στο ποίημα με τίτλο: «Όλα δεν χάθηκαν» σημειώνει προασπίζοντας την Ελληνική γλώσσα:

Κι εκεί που ασφυκτιούσαμε στο δίχτυ
της ξενομανίας,
που απαιτεί πως τα τραγούδια μας
ξενόγλωσσα ν’ ακούγονται,
για να ’χουν πιο μεγάλη ελπίδα διάκρισης
(όλα γι’ αυτή)
λες κι είναι η γλώσσα μας ντροπή
κι ασήμαντο αν οι Νομπελίστες μας
τιμήθηκαν σ’ αυτή τη γλώσσα.
Ασήμαντη η χαμένη ταυτότητά μας,
η τετρακόσια χρόνια φυλαγμένη
μες στο κρυφό σχολειό».

   Στο ποίημα: «Απόφαση το πήρε η καρδιά» γράφει με συναισθηματική ένταση:

«- Ποιος το ’πε μωρέ ότι υπάρχει τύχη;
Όταν οι γίγαντες παίρνουν στα χέρια την ύπαρξη
και της επιβάλλουν σύνορα
συρματοπλέγματα κι απαγορεύεται;
-         Ποιος το ’πε ότι προστατεύουν το δίκιο;
Ξαναρωτά την αδικία που της κλείνει τον δρόμο.
Το δικό της το μονοπάτι
που τότε το περνούσε με κλειστά μάτια
κι είναι τώρα τόσο κοντά της
μόνο μια δρασκελιά και κάτι,
μα τόσο μακρινό συνάμα».

   Η τέταρτη και τελευταία ενότητα του βιβλίου έχει τίτλο: «Της καρδιάς και της ψυχής» και περιλαμβάνει ογδόντα τέσσερα έργα. Τα ερωτικά ποιήματα της Μαρούλλας Πανάγου δεν περιέχουν μόνο όμορφες, ξέγνοιαστες στιγμές, αλλά βασικά σκέψεις που πιάνονται απ’ το ευμετάβλητο των συναισθημάτων που προκαλεί ο έρωτας και εκφράζουν μια σταθερή, ενισχυμένη σχέση με την ηθική, την αρετή και τη γαλήνη της ψυχής αφού πρώτα μελετηθούν σοβαρά τυχόν απερίσκεπτες ενέργειες της νεανικής ηλικίας.
   Αισθάνεται ως υποχρέωσή της να υπερασπιστεί την ιερή, αγνή και άδολη αγάπη και επιτίθεται πολλές φορές ειρωνικά και με κατάκριση σε επιπόλαιες και αδικαιολόγητες συμπεριφορές από το μέρος του άντρα, οι οποίες «ανταμείβουν» δυστυχώς τη γυναίκα με άβολα και δυσάρεστα συναισθήματα.
   Η ποιήτρια γράφει με όπλο την εμπειρία και το συναίσθημα. Μαθαίνει αδιάκοπα αναλογιζόμενη την άγνοια, την απειρία και την αφέλεια στις πρώτες προσπάθειες της να προσεγγίσει τον άντρα, σύμβολο επιβολής και εξουσίας σε μια πατριαρχική οικογένεια. Βιώνει καθημερινά την αφοσίωση, την παραμέληση, την πίκρα, το παράπονο, την παρουσία, την απουσία, την πτώση απ’ το όνειρο που έπλασε η φαντασία για έναν ιδανικό άντρα, ο οποίος στην πράξη αποδεικνύεται διαφορετικός. Μιλάει για τον άνθρωπο που άγγιξε την καρδιά της αλλά και για εκείνον που την πλήγωσε με την αδιαφορία του.
   Στο ποίημα: «Αγκαλιάστε τον ήλιο» μας προτρέπει μ’ ένα δίστιχο που επαναλαμβάνεται τρεις φορές:

«Αγκαλιάστε τον ήλιο. Αγκαλιάστε τον κόσμο.
Στην καρδιά την αγάπη ας την βάλουμε νόμο».

   Στο ποίημα: «Γιατί;» καταγράφει την ερωτική της απογοήτευση:

«Ο γλυκός καημός χρυσό αγέρι ανάλαφρο
αγόγγυστα κυλάει
κι ο πόθος σκοντάφτει
στην παντοδύναμη άρνησή του.
«Γιατί δε με κοιτάζει;».
Του πρόσφερα θυσία
γυμνά τα όνειρά μου
μα κοιτάζει το άπειρο μακριά
κι απομένει κλειστός βωμός
να τα δεχτεί».

   Στο υπέροχο ποίημα με τίτλο: «Προδοσία» γράφει για τη δυσπιστία:

«Μα η ματωμένη καρδιά
αγκαλιάζει τη δυσπιστία
κι αποστρέφει το πρόσωπο απ’ τον ήλιο,
που προσπαθεί να κρύψει
την κατακόκκινη τύψη
και θολώνει σαν σκοντάφτει
στο μουντό βλέμμα
στις λέξεις που δεν ειπώθηκαν
και στο παράπονο που δεν έκλαψε».

   Στο ποίημα: «Συνέχεια της ζωής» αποτυπώνει διεισδυτικές σκέψεις:

«Η προσευχή ζητούσε
απ’ τον Θεό
να ικανοποιήσει το πάθος,
θαρρώντας ότι αν πραγματοποιούταν η ευχή
θ’ ανάτελλε η ευτυχία.
Ευτυχώς δεν εισακούστηκε
σαν τώρα ξεκάθαρα τα μάτια
είδαν ότι εκείνος ο πόθος
θα ήταν δηλητήριο θανάτου.
Κι έπειτα απ’ τη θύελλα
η γαλήνη ευλογά τη ζωή
που δεν τελείωσε τότες».

   Στο «Πικρό ξύπνημα» εκφράζει τις διαψεύσεις της:

«μα έφταιγε κείνος ο έρωτας
που νόμισες πως βρήκες.

Μα τόσο σκληρά σε γέλασε,
 τόσο ψεύτης,
αφού ούτε την πόρτα της καρδιάς
ποτέ δε γνοιάστηκε καν να κτυπήσει».

   Στο ποίημα: «Το άγαλμα» κάνει τον εξής συμβολισμό σχετικά με την αναζήτηση του έρωτα και της αγάπης:

«Μαγεμένη απόμεινε να τον κοιτάζει
κι ήταν το πρώτο ερωτικό της ξύπνημα.
Τα έπαιξε όλα για όλα
κι αναπόφευκτα ερωτεύτηκε τόσο
το τέλειο πλάσμα,
που έμοιαζε με άγαλμα.
Μα όπως το άγαλμα,
δεν είχε καρδιά».

   Στο «Γιατί φίλε;» απευθύνει μια θεμελιώδη ερώτηση σε όλους τους ανθρώπους:

«Μα διδάχτηκες ότι χωρίς προσωπίδα δεν πας πουθενά
κι η αληθινή όψη, θέση δεν έχει
στο ψέμα της ύπαρξης.
Τι φταις! Ακόμη πιστεύεις στο «ένας για όλους
κι όλοι για τον ένα».
Μα οι όλοι νοιάζονται για κανένα.
Μαχαιρώνουν την καλοσύνη μέρα παρά μέρα
και τ’ ανάξια κυνηγούν, τις αξίες.
Γιατί, φίλε;».

   Στο ποίημα με τίτλο: «Ελπίδα», ενισχύεται η πίστη της ποιήτριας στην αγάπη και στην καλοσύνη τη στιγμή που την πλησιάζει η ελπίδα:

«Μου άνοιξες μια πόρτα άλλη
που στον παράδεισ’ οδηγεί.
Με τύλιξες με μια μεγάλη
αγάπη, ίσια, αληθινή».

   Στο ποίημα: «Συνείδηση» ενεργοποιεί τις κατάλληλες νοητικές διεργασίες που συνδέονται με την αρετή και στοχάζεται βαθιά κι αληθινά:

«Πρώτα παρέλασε η ηδονή.
Μα πώς να το κάνουμε,
καμιά γλύκα δεν θα ’χει να σου προσφέρει.
Σαν δηλητήριο οι ενοχές
θα την σκεπάσουν.
Κι ύστερα η ντροπή.
Πώς θ’ αντικρίζεις κατάματα
όλα τούτα τα μάτια,
που έντιμο σε θεωρούν
και για υπόδειγμα σε παρουσιάζουν;».

   Στην «Αφύπνιση» διαμαρτύρεται για την έλλειψη αντιμετώπισης των καταστάσεων με θάρρος:

«Πού είναι η αντάρτισσα ύπαρξή σου,
που παινευόταν ότι ποτέ δεν θα λυγίσει;
- Δεν θα λυγίσει;
Η ειρωνεία κατάμουτρα σε φτύνει
μαζί με το ρέμα
που παρέσυρε τα μεγάλα λόγια,
φθινοπωρινά φύλλα στον άνεμο».

   Στο ποίημα: «Διάπλαση του ποιητή» γράφει:

«Κι αναρωτιέται τι θα έλεγαν
αν τους ομολογούσε ότι:
η δίψα για μάθηση
διάπλασε τον ποιητή
κι ότι η πραγματικότητα
το μόνο πτυχίο που πήρε
ήταν απ’ τη σχολή της ζωής».

   Στις «Σκέψεις» διατυπώνει ευθύβολα μεγάλες αλήθειες:

«Αιώνιες συντρόφισσες, αμέτρητες,
αγνές, ιδανικές, σαν πιστεύουν,
δικαιολογούν αδυναμίες.
Αμφίβολες δηλητηριάζονται,
πληγωμένες εκδικούνται χαιρέκακα
στη διασταύρωση των συναισθημάτων».

   Στο ποίημα με τίτλο: «Τρεις φάσεις» κάνει τον απολογισμό της:

«Ακολουθήσαμε το ρέμα υποτακτικά
αφήνοντας κατά μέρος
τον ρομαντισμό των ιδεών
που αδυνατίσαμε να σταθούμε
στο ύψος τους.
Γυρτοί κάτω απ’ τη διαφορά
της πραγματικότητας».

   Στην «Αξιοπρέπεια» δηλώνει με τόλμη:

«Κόντρα ζωή εγώ σου πάω.
Δεν θα με γονατίσεις
κι ούτε θα κλάψω
τη μοίρα μου,
πως τάχατες εκείνη φταίει
για την κατάντια μου».

   Στο ποίημα με τίτλο: «Παραδοχή» ξεγυμνώνει όνειρα, ελπίδες και πρόσωπα:


«Τα όνειρα που έκανα τα θάψανε
στης λήθης το κιβούρι.
Τις ελπίδες αδιάφορα τις ποδοπάτησαν
και την καρδιά μου…
Άσ’ την αυτή.
Της δίδαξαν να μην ξαναγαπήσει ποτέ.
Όσο για το γυμνό μου πρόσωπο
έμαθε να χρησιμοποιεί προσωπίδα,
για να κοροϊδεύει τα ψεύτικα χαμόγελα
χωρίς να το βλέπουν.
Τότε επιτέλους η νοημοσύνη μου
δέχτηκε τον εαυτό της
και σταμάτησε να ψάχνει
για την τελειότητα».

   Ένα άλλο κύριο χαρακτηριστικό της ποίησης της Μαρούλλας Πανάγου είναι πως μεταχειρίζεται αμέτρητες λέξεις-όρους της χριστιανικής πίστης, πράγμα που δείχνει τη μεγάλη αξία μιας ηθικής στάσης που επέλεξε στη ζωή της: Θεός, προσευχή, λύτρωση, Γολγοθάς, Σταυρός, Ανάσταση, αμαρτία, συγχώρεση, μετάνοια, ενοχές, τύψεις. Ακόμη και σε ολόκληρα ποιήματα: «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε», «Άφεση», «Λύτρωση» και «Τιμή», φαίνεται ξεκάθαρα το πνευματικό της υπόβαθρο.  Η πίστη στο Θεό και η γαλήνη στην ψυχή που προσφέρει αυτή, είναι εμφανής στα περισσότερα ποιήματά της, όπως και η αγάπη για τον συνάνθρωπο που αναβλύζει αυθόρμητα, χωρίς σκοπιμότητες και συμφέροντα.
   Με τα προαναφερόμενα λεκτικά μέσα αναπτύσσει στοχασμούς, θέτει σημαντικά ερωτήματα, προετοιμάζει προσωπικές στάσεις και μέσα από τις αντιθέσεις της ψυχής τροφοδοτεί μια άγρυπνη συνείδηση που οφείλει ν’ αντιμετωπίζει συνεχώς διλήμματα και να αναδεικνύει τον άνθρωπο ως ανώτερη και αξιοσέβαστη ύπαρξη της κτίσης. Η διαπάλη σε υπαρξιακό επίπεδο και η πετυχημένη διαχείριση των συναισθημάτων της, η οποία αποτρέπει τις εκρήξεις θυμού, αποτελούν το κυριότερο χαρακτηριστικό της ποίησης της κας Μαρούλλας Πανάγου. Μέσα από στέρεους και ευκολομνημόνευτους στίχους χαράζει ένα δρόμο μακριά απ’ οποιεσδήποτε κακοτοπιές, ένα δρόμο που όλες οι αρετές του ανθρώπου, συγκεντρωμένες, διεκδικούν στη σύγχρονη κοινωνία τους καρπούς μιας αξιόλογης, αξιοπρόσεχτης και παραδειγματικής ποιητικής πορείας.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου