Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Μαθήματα πίστης και ηρωισμού



   Ο Φιλικός Εταίρος προσπαθούσε να με πείσει. Έστεκε μπροστά μου με το βλέμμα του βυθισμένο σε οραματισμούς. Αν και πρακτικός άνθρωπος, δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί στη φλόγα της φαντασίας που τώρα τον εξουσίαζε. Ήταν Έλληνας πλούσιος, με καταγωγή από ένα τόπο της Πελοποννήσου που ανάθρεψε μεγάλους πατριώτες, ήρωες και αξιόλογους πολιτικούς. Είχε στραφεί από χρόνια στη χρηματοδότηση των σκοπών του υπόδουλου γένους. Στο πρόσωπό του σχηματιζόταν ένα χαμόγελο ευτυχίας. Ήταν παράδειγμα πατριώτη, φωτισμένου από τη σκέψη ευγενών σκοπών. Σήκωσε το χέρι για να τονίσει τα λόγια του. Το γένι του τον εξύψωνε στα μάτια μου· μου θύμιζε τους σοφούς καθηγητές μου στο πανεπιστήμιο της Λειψίας.
   -Νεαρέ μου, η επιτυχής έκβαση του αγώνα επιβάλλει θυσίες. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε βαθιά πως πλησίασε η ώρα να επωμιστούμε τις  ευθύνες μας και να διεκδικήσουμε τα εδάφη των προγόνων μας. Εμπρός λοιπόν…με σθένος! μου είπε σφίγγοντας τη γροθιά του.
   Όταν κάποιος ξεστόμιζε τη λέξη «Οθωμανός» ή «Τούρκος» -μέχρι να μάθουμε πόσο μισούσε να τ’ ακούει και να λέμε απλά «άπιστος» ή «εχθρός»-, ξεσπούσε σε ύβρεις εναντίον των πασάδων και των ιμάμηδων, οργισμένος ανέλυε θεωρίες υπέρ πίστεως, περί της μοναδικότητας της Ελληνικής φυλής. Άρπαζε το τουφέκι κάποιου δόκιμου κι έριχνε στον αέρα για να ξεσπάσει. Γι’ αυτό το λόγο μας πήρε παράμερα έναν-έναν ο Δημήτρης Σούτσος και μας μίλησε εμπιστευτικά:
   -Για το καλό σας, ν’ αποφεύγετε ν’ αναφέρεστε στην Τουρκιά. Αυτός είναι καζάνι που βράζει, έτοιμο να εκραγεί! Με εντολή του χιλίαρχου πρέπει να επικρατεί κλίμα ηρεμίας ανάμεσά σας. Δε θέλουμε να διαταραχτεί η συγκέντρωση σας στην πολεμική εκπαίδευση και να επηρεαστεί η άνοδος του ηθικού σας.
   Ο Αδαμάντιος Κοραής, εκτός από αξιόλογος παιδαγωγός, ήταν επίσης μεγάλος ποιητής και συνέθετε αξιόλογους στίχους. Βοήθησε κι εκείνος με το μοναδικό του πολεμιστήριο άσμα που μας αναστατώνει και μας συγκινεί: «Φίλοι μου συμπατριώται, δούλοι  να ’μεθα ως πότε, των αχρείων μουσουλμάνων, της Ελλάδος των τυράννων;». Ίσως, τελικά οι επαναστάσεις ξεκινούν πρώτα από τους ποιητές κι ύστερα παραδίνονται εκείνοι οι εξαίρετοι στίχοι σαν τους εκπαιδευμένους στρατιώτες σε μελετημένη παράταξη στο πεδίο της μάχης.
   Είχα περίπου την ίδια ηλικία με τον εκατόνταρχο Σούτσο. Με ρωτούσε συχνά, αν πείστηκα για τους σκοπούς της Εταιρείας. Εγώ του απαντούσα πως δεν ήταν ανάγκη να πειστώ. Αν δεν είχα πειστεί από μόνος μου, δε θα αποφάσιζα να εγκαταλείψω τις σπουδές μου και ν’ ανακόψω τη μελλοντική επαγγελματική μου πρόοδο για χάρη της Πατρίδας. Πέρασα μια απίστευτη ταλαιπωρία, ταξιδεύοντας λαθραία μ’ ένα από εκείνα τα εμπορικά ρυμουλκά πλοία, τα φορτωμένα με σιτηρά, που διασχίζουν το Δούναβη μέχρι την Οδησσό, καταλήγοντας μετά από ένα μήνα περίπου, τέλη Μαρτίου του 1821, να δω τους γονείς μου -για τελευταία φορά πίστευα- στη γενέτειρά μου, τον Πύργο της Βόρειας Θράκης.
   Όταν έφτασα στο Ιάσιο της Μολδαβίας και μετά στη Φωξάνη, κατατάχθηκα στην Ελληνική λεγεώνα, τον Ιερό μας Λόχο, διακοσιοστός πεντηκοστός στη σειρά οπλίτης, εγώ ο Βαλασάκης, Πυργιώτης νέος. Πληροφορήθηκα πως δεν ήμουν ο μόνος Μαυροθαλασσίτης λεγεωνάριος. Προηγήθηκαν και άλλοι νέοι από Κωνστάντια, Αγχίαλο και Σωζόπολη. Χαρακτηριστική ήταν η προθυμία πολλών μορφωμένων εφήβων ν’ αφοσιωθούν στον Αγώνα. Με μεγάλη δυσκολία κατάφερα να ξεφύγω από ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι και με αξιόλογη επιχειρηματολογία να τη μεταπείσω να εγκαταλείψει τη σκέψη της να ενταχτεί στον Ιερό Λόχο. Επιθυμούσε έντονα να γεμίσει τη ζωή της με νόημα, να συγκεντρώσει τις προσπάθειές της σ’ έναν ευγενή σκοπό. Υποψιαζόμουν πως κατά βάθος ήθελε ν’ αναδειχτεί ανώτερη από τις φίλες της που επιδίδονταν αποκλειστικά στα οικιακά και τη λάτρα του άνδρα. Όταν της εξήγησα πως δέχονται μόνο άνδρες, ξέσπασε σε κλάματα και φώναζε συνεχώς: «γιατί…γιατί;». Η λογική της δεν ήταν η πρέπουσα. Μήπως είχε διαταραχθεί κάτω από την πίεση ισχυρών αισθημάτων λόγω ενός μεγάλου έρωτα; Αργότερα αποδείχτηκε πως λάτρευε τον Δημήτριο Σούτσο και θέλοντας να βρεθεί κοντά του, μου απηύθυνε εκείνη την παράλογη αξίωση «να καταταγεί».
   Κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης έγραψα ένα γράμμα, μία έκκληση-παρηγοριά  στους αγαπημένους μου γονείς, να μη δυστυχήσουν από το θάνατο του γιου τους, μα να βάλουν πρώτα το καθήκον και την απάρνηση της ζωής για χάρη του ιερού μας σκοπού. Χαρούμενοι που έδωσα το παράδειγμα ηρωισμού και σε άλλους νέους, να σκεφτούν με τους γονείς εκείνων, με περηφάνια, πως τα παιδιά τους δεν πρόδωσαν τις αρχές τους, την πίστη τους στο ιδανικό της αναγέννησης του Έθνους. Ήθελα ν’ αφήσω στις επόμενες γενιές μια ιερή κληρονομιά, ένα μνημόνιο αυτοθυσίας. Όλοι μας Έλληνες της διασποράς, άλλοι προερχόμενοι από την Αυστροουγγαρία, την Ιταλία, άλλοι από την Μολδοβλαχία, την Τρανσυλβανία, τις μεσημβρινές επαρχίες της Ρωσίας και τα παράλια της Βουλγαρίας είχαμε πάρει την απόφαση· η μοίρα μας πιστεύαμε κιόλας πως μας είχε επιλέξει, ώστε να μας ενθουσιάζουν άλλα από εκείνα, που συνηθίζουν να μετρούν στους νέους της ηλικίας μας. Τα εφόδια των σπουδών μας δε θα ήταν παρά νεκρά κειμήλια σε μια υποδουλωμένη Πατρίδα. Η εξάσκηση του επαγγέλματός μας προϋπόθετε την ύπαρξη ελεύθερου Ελληνικού κράτους. Η ελληνική ψυχή μας δεν μπορούσε να μένει άλλο κοιμισμένη. Πληγωνόμασταν που ζούσαμε με τόσες ανέσεις στην Εσπερία, δε θέλαμε να υπομένουμε πια την τυραννία και τη δυστυχία των συμπατριωτών μας. Άραγε, αυτοί δεν έχουν το δικαίωμα να μορφωθούν όπως εμείς;
   Ο στρατηγός Υψηλάντης ως γενικός επίτροπος της Αρχής θέλησε να μας γνωρίσει όλους. Όταν κάποιες φορές ήθελε να μας εμψυχώσει, ενώ δεν ήταν δυνατόν να παρασταθεί ο ίδιος -πολλές φορές απασχολημένος με τη διοικητική οργάνωση- έστελνε τον απερίγραπτο Φιλικό να μας μεταβιβάσει τις οδηγίες του. Αναζητούσε αξιόμαχα σώματα με έμπειρους πολεμιστές για να μας ενισχύσουν. Γνώριζε καλά ότι η απειρία των λεγεωνάριων μπορούσε να φέρει την αποτυχία, ο υπερβολικός ενθουσιασμός και η πίστη για νίκες, την καταστροφή. Η φωνή του όμως εδώ στη Φωξάνη έρχεται συνεχώς με την ίδια φλόγα: «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος», «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος». Ονειρώδης έκφραση που ξεσηκώνει τα στήθη με τη μέθη των μεγάλων ελπίδων.
   Έβλεπα γύρω μου πρόσωπα να λάμπουν από αισθήματα πληρότητας· ήταν απεριόριστη η χαρά μας. Εμείς, οι λογχοφόροι της ελπίδας, λέγαμε: «Αξίωσέ μας, Θεέ μου, να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων, να προχωρήσουμε παρόλα τα δεινά στην απελευθέρωση του Έθνους». Οι καρδιές μας χτυπάνε στον πόνο της Ελλάδας κάθε μέρα. Τον Τούρκο λογαριάζουμε για θνητό, τόσο υπνωτισμένο μες στη βόλεψή του, που να ξαφνιάζεται από τη δύναμή μας, να τον συντρίβει η αγάπη μας για την Πατρίδα και οι θυσίες μας για τον Αγώνα. Υποτασσόμαστε χωρίς αντίσταση σε ανώτερες ιδέες και σκοπούς, γιατί μόνο σ’ αυτούς αξίζει να δουλωθούμε και σε κανέναν άλλο.
   Συχνά έβαζα το ερώτημα στον εαυτό μου: «Τι γυρεύει ένας Πελοποννήσιος στις παραδουνάβιες ηγεμονίες;». Αυτός ο φόβος, που δούλευε σιωπηρά, με κυρίευε από μέρα σε μέρα. «Γιατί δεν έμενε στον τόπο του να υποστηρίξει τον Αγώνα;». Η Κωνσταντινούπολη βρισκόταν κοντά, η Υψηλή Πύλη λίγο απείχε, ώσπου η εξέλιξη των πραγμάτων δικαίωσε τις ανησυχίες μου. Το γεγονός πάντως ήταν πως κάποτε μάθαμε τα δυσάρεστα και δυσκολευτήκαμε να το πιστέψουμε. Ο Φιλικός από την Πελοπόννησο, αυτός που συνήθιζε να βγάζει πύρινους λόγους για την τόνωση του φρονήματος μας ως ενθουσιώδης και ικανός ομιλητής, πρόδωσε την εμπιστοσύνη του Υψηλάντη και τον όρκο που έδωσε: «Να μην φανερώσω το παραμικρόν από τα σημεία και τους λόγους της εταιρείας, μήτε να σταθώ κατ’ ουδένα λόγον αφορμή του να καταλάβωσι άλλοι ποτέ ότι γνωρίζω περί τούτων, μήτε εις συγγενείς μου, μήτε εις πνευματικόν ή άλλον φίλο μου».
   Η ανέλπιστη απουσία του δεν μπορούσε εύκολα να καλυφθεί. Έπρεπε με ειλικρίνεια να πληροφορηθούμε, εμείς οι επίλεκτοι, τι ακριβώς συνέβαινε. Ήρθε ο Διοικητής μας, ο Καντακουζηνός, χλομός από την αποκάλυψη, να μας συμβουλέψει:
   -Τόσο καιρό παίρνατε μαθήματα πατριωτισμού από έναν προδότη! Ξέρετε όμως, τη μοίρα που ακολουθεί τους προδότες, είπε και με μία κοφτή κίνηση του χεριού του καταλάβαμε ότι μιλούσε για τη θανάτωση του.
   Δε θέλω ν’ αποκαλύψω τ’ όνομά του, γιατί αν το έκανα αυτό, θα καταδίκαζα σε αιώνιο στιγματισμό και κατατρεγμό τους επιγόνους του. Ένα από τα αγνότερα πρότυπα μας καταρρίφθηκε. Ένας κολοσσός ηθικού σθένους δεν ήταν παρά ένα βδελυρό ανθρωπάκι. Τρέμοντας στο φόβο του θανάτου, ικέτευε να του χαριστεί η ζωή. Σε αντάλλαγμα θα έδινε ψευδείς πληροφορίες στους Τούρκους. Ο στρατηγός ανένδοτος ήθελε με το θάνατο του να ξεπλύνει το κακό. Εκτελέστηκε χωρίς λύπηση. Η ζημιά όμως, από εκείνη την προδοσία δεν ήτανε τόσο σημαντική, εφόσον δε διακινδυνεύτηκαν απώλειες ζωών. Παρέμενε έντονη η ηθική πλευρά της· η απογοήτευση μας λόγω της πίστης που δείξαμε σ’ ένα χαμηλής αξίας άνθρωπο.
   Μετά από λίγες μέρες αρχίσαμε να βλέπουμε τα πράγματα πιο ώριμα· ένας αξιωματικός με κάποια απερίσκεπτη συμπεριφορά του και την αθέτηση εντολών, αν ενεργούσε αυτόνομα, κατά τη βούλησή του, θα προκαλούσε τεράστιες υλικές και ηθικές ζημιές. Αυτό ήταν ένα δοκίμιο «περί πρακτικής αξιολόγησης της προδοσίας», που ανέπτυξε με σημαντική αναλυτική ικανότητα ο χιλίαρχος Καντακουζηνός, προκει-μένου να ελαφρώσει κάπως τις συνειδήσεις μας από το βάρος του κακού. Αλλά η μεγαλύτερη προδοσία -αυτή που οδήγησε σε συντριπτικό αφανισμό του τάγματός μας- έγινε από έναν απείθαρχο, έξαλλο, τυχοδιώκτη αρχηγό.
   Όλοι νιώθαμε τιμή μας να πολεμήσουμε με τον ήρωα της μάχης της Λειψίας, με τον άνθρωπο με το χαμένο βραχίονα αλλά η μοίρα μας το έφερε έτσι, ώστε ν’ απουσιάζει εκείνη τη μεγάλη ώρα. Στις 7 Ιουνίου του 1821 ο Ιερός μας Λόχος πνίγηκε στο αίμα. Διακόσιες περίπου ζωές χάθηκαν τόσο νωρίς, πριν προλάβουν να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους. Οι Τούρκοι, ορμητικοί μας περικύκλωσαν με το ιππικό τους, τα σπαθιά τους έλαμψαν στον ήλιο με αίμα ελληνικό. Είχαμε διδαχτεί από τον καπετάν Γεωργάκη, τον πιστό βοηθό του στρατηγού, να μην απογοητευόμαστε εύκολα, να εξαντλούμε τα όρια της ψυχικής αντοχής, της αγωνιστικότητας και της λογικής των πιθανοτήτων επιτυχίας.
   Αυτό το καλοκαίρι κανείς δε θα έβλεπε τους γονείς του. Ούτως ή άλλως, όλοι μας είχαμε δώσει όρκο: «Μεταξύ ημών και των τυράννων της πατρίδος μας, το πυρ και ο σίδηρος είναι τα μέσα της διαλλαγής και τίποτε άλλο». Είχαμε κρύψει στις ψυχές μας έρωτες μικρούς και μεγάλες συγκινήσεις της ξενιτιάς, πόνους και απογοητεύσεις μιας υπόδουλης Πατρίδας, που δεν μας άφηνε ν’ ανασάνουμε. Γίναμε ικανοί πολεμιστές, ενώ θα γινόμασταν κάποτε επιφανείς επιστήμονες. Η θυσία μας μακάρι να μείνει αιώνια στη μνήμη των Ελλήνων. Μακάρι να δακρύσουν όλοι αυτοί που έχουν τον πόθο της ανεξαρτησίας μέσα τους να σιγοκαίει. Μακάρι να μην πάει χαμένος ο θάνατος και το αίμα μας ν’ ανθίσει το λουλούδι της ελευθερίας. Μακάρι να καταλάβουμε όλα τα κάστρα και τις πολιτείες και οι πνιγμένες φωνές μας -όταν αρχίσαμε να χάνουμε τον ήλιο της ζωής και οι ψυχές μας να περνούν τις πύλες της αιωνιότητας-, να γίνουν τα σαλπίσματα της αυτοθυσίας και της αυταπάρνησης για τους κατοπινούς.
   Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της γιορτής, ένιωθα μοναξιά και λύπη, γιατί δεν ακολούθησα κι εγώ την πορεία των ηρώων. Ήμουν δυστυχής που διασώθηκα και αναγκασμένος να μιλώ και να γράφω συνεχώς γι’ αυτή τη μάχη που μας ύψωσε στους ουρανούς. Σκέφτηκα τους γονείς μου, που θα μπορούσαν να περηφανευτούν πως πολέμησα γενναία, μα ποτέ δε θα μπορέσουν να πουν σαν εκείνους των σκοτωμένων: «Το αίμα σας έστρωσε το δρόμο της ελευθερίας».


Λάσκαρης Π. Ζαράρης


**  Στο ανάτυπο από τα πρακτικά του Γ΄ Συνεδρίου Αλμυριώτικων Σπουδών του κ. Γεώργιου Διονυσίου, με τίτλο: «Οι Έλληνες  της  Ανατολικής  Ρωμυλίας  (Βόρειας  Θράκης – Νότιας Βουλγαρίας) στον πόλεμο τους 1897. Η περίπτωση Αγχιάλου», αναφέρεται πως «Η συμβολή της Α. Ρωμυλίας, και γενικά της Θράκης στην Επανάσταση του ’21 ήταν φυσικό επακολούθημα της ιστορίας της, γιατί ο λαός της ήταν θρεμμένος και γαλουχημένος με την ελληνική παράδοση. (Εξέχοντες Φιλικοί, μαχητές στις γραμμές του Αλ. Υψηλάντη, ένοπλοι ξεσηκωμοί, οικονομικές σχέσεις)». 
   Υπάρχουν πληροφορίες  κι από άλλες πηγές, πως υπήρξαν αρκετοί Ιερολοχίτες  που κατάγονταν από τα παράλια του Εύξεινου Πόντου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου