Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

ΠΑΡΕΙΣΑΧΤΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ - TANGO NOTTURNO



Στιγμές παρηγοριάς γεύεται η θάλασσα,
όταν το πορφυρό δείλι της νίβει το πρόσωπο
και την κοιτά κατάματα,
μαντεύοντας τους πειρασμούς της.
Ενώ το κύμα αφήνεται ανάλαφρα
να σε συμπαρασύρει
στο αργοκύλιστο ταξίδι
με πυξίδα το χωροθέτη άνεμο.
Στο Τανγκό της Βροχής  
με τ’ ατέλειωτο της φαντασίας ταξίδι.
Τα βήματά του ξέφυγαν στ’ αγκωνάρι
παράμερα του δρόμου.
Όταν το νου νοερά μάς
αποπλανά σ’ εναέριες πτήσεις
πάνω από ακατοίκητα μεσαιωνικά κάστρα.
Εκεί όπου οι χαρές των ανθρώπων
αγκαλιάζονται κάτω
απ’ τον ίσκιο του ουρανού
ν’ αποτιμήσουν την ελπίδα.
Μ’ ένα λικνιστικό τανγκό η βροχή επανακτεί
ρυθμό και βρίσκει τη χαρά της.

Για ν’ αποθεώσει περνώντας
μέσα απ’ της δροσοσταλιάς
την εύγευστη άχνα την αναδυόμενη
απ’ το φρεσκοπλυμένο χώμα σελήνη.
Λες κι ήταν μπόρα, που ξεσπά,
όταν ο ήλιος ερωτοτροπεί
με γκρίζα συννεφούλα.
Τότε η άμμος μπαίνει σε μπελά,
αφού επιφορτίζεται
την κάψα όσο γίνεται σούμπιτο ν’ αποσβήσει.
Κι ολούθε δώθε σκόρπια επιδόρπια φιλιά,
είναι η ζωή μας μια μιλιά.
Σταλιά νερού από κρύα βρύση.
Γέρνει κι ο ίσκιος στο μισοσκόταδο
αποκαμωμένος
περίτεχνα ν’ αφήσει τη λαλιά του.
Αχ, πώς του νου τα λογικά
μεθούν κι αυτά μια μέρα!
Και παρασύρουν το μυαλό σ’ αμάρτημα
κρυφό όλο και πιο πέρα!
Απ’ το συρτάρι ενός άδειου απογεύματος
ξεπήδησε η φωνή της σιωπής
στην προσπάθεια ν’ αποδράσει.
Γιατί κανείς δεν τόλμησε ποτέ τιμή να χάσει,
πριν το δείλι αρχίσει να ρίχνει στη δύση πινελιές.
Κι έτσι η σιωπή μπλεγμένη στα δίχτυα
νόστου φυγή όλο ποθεί.
Σηπίας μελάνι είχε χρόνος
στις φλέβες της χαράξει.

Αμφιδρομεί η ψυχή με βήμα ευθύ και ελκυστικό
στ’ αλώνι της μυστικής γοητείας.
Γιατί μονάχα ξέρει να υπακούει στο ρυθμό
μιας ομόκεντρης καλλιέπειας στροφής,
διαπομπευμένης μέσα απ’ το essance
του εαυτού της.
Η ανάμνηση μιας στιγμής κρατά
σφιχτά του χορού το ένωμα.
Σαν δυο κορμιά αρμονικά λικνίζονται στην πίστα.
Αφού μετά σαν λήξει το ρεφρέν
και πέσουνε τα φώτα στη σκηνή
διαβάτες θα έχουμε γενεί πάλι ξανά
ζωής γλυκιάς εξώστες.
Και τα χαρτιά να χάσκουν ολούθε σκισμένα
ως μόνοι αυτόπτες γνώστες.
Πολλοί θαρρούν πως η ψυχή αδέλφι δίδυμο
είν’ αυτής της θάλασσας.
Σαν τούτη τα πελάγη μαινόμενη κλονίζει
και τσακίζει τα εσώψυχα καράβια μας στα δυο.
Αφού οι στιγμές δεν έχουν σύνορα
μα ούτε και μπαριέρες
για να κλειστούν, να μονωθούν σε τραχύπνοες
απομακρυσμένες  ξέρες.

ΕΠΙΜΥΘΙΟΝ
Φόρο τιμής στις Ώρες, που πέρασαν κι έφυγαν.
Σ’ αυτές πού διάβασαν μέσα
στο χρόνο τη ζωή μας.
Σ’ όσες τ’ ανάστημά τους όρθωσαν
για να διαβούμε εμείς ολόρθοι από κάτω.
Στις στιγμές, που όταν τις προσδοκίες
τους απατούσαμε
αυτές  μουρμούριζαν γλυκά,
σφίγγοντας τα δόντια της ψυχής
στ’ ακροθαλάσσι.
Φόρο τιμής πληρώνουμε στους αγέρηδες
των μακρινών ταξιδιών
τους πενταπόρους θαλασσοπνίχτες.
Όπως και στα κλεμμένα φιλιά,
που χοροστάτησαν,
όταν η θάλασσα εξέβραζε έρωτες,
μοιράζοντας κοχύλια.
Κι εμείς αποβρασμένοι απ’ το κύμα ναυαγοί
να αναμένουμε του Ηλίου
το επόμενο ανάβλεμμα,
και να συνθέτουμε θαλασσινά ειδύλλια.

Vicky Kostenas Lagdos, Poetessa, 25.3.2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου