Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Η άγνωστη ιστορία του Στέλιου Ιγνατιάδη


Β΄ Βραβείο Νουβέλας από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών το έτος  2011



   Όταν ήμουν μικρός, έφτιαχνα ωραία σπιτάκια με πολύ μικρά δωμάτια. Στενάχωρα όμως και καταπιεστικά. Μέσα τους έβαζα να ζουν καταδικασμένα κάτι σκυμμένα ανθρωπάκια, λυγισμένα απ’ τα βάσανα, να μην αντικρίζουν τον ήλιο ποτέ! Τα στόλιζα με τόσο πάθος, μεράκι και χαρά. Είχα περισσότερο μια υποχθόνια ηδονή να δημιουργώ δυσάρεστες ιστορίες ανθρώπων, που βρίσκονται μακριά…πάρα πολύ μακριά από το δρόμο της ευτυχίας. Τα σπιτάκια αναπαρίσταναν στο σύνολό τους ένα μεγάλο κτίριο με κεραμίδια στη σκεπή κι ένα τεράστιο προαύλιο, σαν αυλή, για να κυκλοφορούν εκεί τα ταλαιπωρημένα ανθρωπάκια. Γύρω ένας ψηλός μαντρότοιχος περικύκλωνε το βλέμμα και δεν το άφηνε ν’ αντικρίσει ωραία πράγματα.
   Ο θείος μου θαύμαζε αυτά τα απίστευτης τέχνης δημιουργήματα. Εντυπωσιάζονταν
από την ικανότητά μου να χρησιμοποιώ το ξύλο, τα σπίρτα, τις μπογιές και το λούστρο και διάφορα άλλα υλικά, δικής μου επινόησης. Τα ανθρωπάκια έπρεπε να τα κόβω με μεγάλη λεπτομέρεια και προσοχή, να τοποθετώ κυρίως θλιμμένα και σκυθρωπά μάτια, με όνειρα ενθουσιώδη που σταμάτησαν στα περασμένα χρόνια. Παρόλα αυτά επιμένω να δίνω μια μικρή φωτιά ελπίδας, ένα μικρό θαυμαστικό για να μπορούν να ζουν με τα στοιχειώδη σ’ αυτήν την ακίνητη και βαριά μιζέρια.
   Μετά διαμόρφωνα έναν τεράστιο άνθρωπο, λαμπερό απ’ τα γαλόνια, μ’ ένα γυρτό πηλίκιο που κρύβει τα μάτια του, ώστε να μη φαίνεται η αυστηρότητά του. Οι χειροπέδες στα χέρια του μαρτυρούσαν τη θέση του. Τον ονόμαζα το «άγρυπνο βλέμμα του νόμου». Μαζί μ’ αυτόν παρουσιάστηκε κάποιος με ξυρισμένο κεφάλι, με στίγματα και ουλές στο πρόσωπο από την κακοπέραση. Αυτόν τον έλεγα «κακό δολοφόνο». Το «άγρυπνο βλέμμα του νόμου» τσακώνεται με τον «κακό δολοφόνο» και βίαια τον οδηγεί σ’ ένα σκοτεινό, χαμηλοτάβανο κελί, χωρίς κρεβάτι και ρεύμα.
   Ο άνθρωπος που φτάνει εκεί, αντί να νιώθει καταρρακωμένος και να μοιρολογεί ή να λέει: «δε θέλω να μείνω με τίποτε εδώ», μπαίνει σιωπηλός και σκέφτεται πως «είναι μια χρυσή ευκαιρία να μείνω μόνος και να ξεκαθαρίσω μερικά πράγματα με τον εαυτό μου». Ο αστυνομικός κλειδώνει τη μεγάλη σιδερένια πόρτα και γελάει ειρωνικά. Στην ουσία νιώθει πολύ ικανοποιημένος και αν ήταν δυνατόν θα ήθελε να μείνει για πάντα εκεί, μακριά από την συναναστροφή των υπολοίπων.
   Λέω τώρα πως είμαι πολύ ικανοποιημένος, γιατί η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε να μείνω στο χώρο, τον οποίο δημιουργούσα με δεξιοτεχνία και έπαιρνα επαινετικά σχόλια γι’ αυτό από τους οικογενειακούς εραστές της τέχνης μου και της μικρογραφίας. Όλοι παραπονιόντουσαν για τη μανία μου να ολοκληρώνω τέλεια οικήματα, με μικρά καγκελωτά παραθυράκια και να τα ονομάζω «φυλακή». Τα ανθρωπάκια κοιτάζουν μέσα απ’ τα παράθυρα τρομαγμένα και απελπισμένα. Συχνά παίρνουν μέρος σε καβγάδες και τότε έρχεται ένας αγριωπός και ευτραφής κύριος, φαλακρός και χωρίς ίχνος συναισθήματος στο ανέκφραστο πρόσωπό του. Είναι ο Διευθυντής της φυλακής. Κάνει παρατηρήσεις και απειλεί τα ανθρωπάκια, που από την φοβερή σκιά του νόμου, καταπίνουν τη μιλιά τους και κατεβάζουν υποταγμένα τ’ αυτιά τους.
   Ήρθε, λοιπόν, η ώρα να γνωρίσω από κοντά και στη σκληρή του πραγματικότητα αυτόν τον κόσμο, που μέχρι τώρα έπλαθα καλλιτεχνικά με τη φαντασία μου και μ’ όση διάθεση καλλωπισμού μου περίσσευε.
   Ο θείος μου έλεγε τους «φυλακισμένους» μου, «ανθρώπους χωρίς ελευθερία που η κοινωνία εξαντλεί όλη της τη σκληρότητα πάνω τους και η ίδια γεννάει αδιάκοπα την παραβατικότητα». Εγώ όμως συνέχιζα να υποβάλλω στις ίδιες δοκιμασίες τους «φυλακισμένους» μου, να τους φοράω αξιολύπητα και φθαρμένα ρούχα, για να δεί-χνω εντονότερα την αθλιότητά τους. Ήθελα να δημιουργώ μεταξύ τους συζητήσεις, σχετικά με την πράξη που διέπραξε ο καθένας, πριν εγκλειστεί στη φυλακή. Οι περισσότεροι είχαν κλέψει κάτι που δεν τους ανήκε. Ένας είπε με βεβαιότητα πως η δική του κλοπή είναι τόσο ασήμαντη, σε σχέση με την κλοπή που διαπράττει το κράτος καθημερινά, αρπάζοντας τα όνειρά  του! Μίλησε για προδοσίες και αθέτηση υποσχέσεων σε εύθραυστους ανθρώπους, εννοώντας φυσικά τους κρατουμένους. Άλλος είπε ότι ρίξανε στον κόσμο την κατάρα να μην μπορεί να ευτυχίσει από μόνος του, να μένει πάντα ανολοκλήρωτος. Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος τόσο έξυπνος, για να καταλάβει πως δε γίνεται τίποτα με τα όνειρα, γιατί εκείνα είναι σαν τις τρύπιες βάρκες που κάποτε θα βουλιάξουν στο πέλαγος. Και τότε εμφανίζονται οι σωτήρες· κάτι περιποιημένοι άνθρωποι με γραβάτες, κουστουμαρισμένοι που μοιράζουν «άσπρες σκόνες» και λένε πως μέσα σ’ αυτές βρίσκεται η ομορφιά όλου του κόσμου, η χαμένη σοφία και ο εφησυχασμός της συνείδησης.
   Τόσο πολύ αγρίεψε ο πρωταγωνιστής μου, που όρμησε και ξυλοφόρτωσε έναν από αυτούς τους γραβατωμένους εμπόρους μέσα στο προαύλιο της φυλακής και το «άγρυπνο χέρι του νόμου» ήταν υποχρεωμένο να τον οδηγήσει στο σκοτεινό, χαμηλοτάβανο, ατομικό κελί, που λέγεται «πειθαρχείο».
   Αυτό δεν είναι ένα παραμύθι, είναι ένα μέρος της ιστορίας μου, η πραγματική ιστορία του άγνωστου Στέλιου Ιγνατιάδη.

*******

   Δεν ήθελα να δεχτώ την πρόσκληση, ένιωθα άβολα που ο άλλος προσπαθούσε να με παρασύρει. Με προκαλούσε:
   -Έλα, πάμε!
   -Όχι.
   -Έλα, πάμε!
   -Όχι.
   -Δεν είσαι σίγουρος, κωλώνεις!
   Μ’ έσφιγγε ένας κόμπος στο λαιμό από αβεβαιότητα και αμηχανία, μια  ταραχή μου αναψοκοκκίνιζε το πρόσωπο κι όλοι γύρω τσιτωμένοι, το φιλοθεάμων κοινό να κρέμεται απ’ τα χείλη μου.
   Ήμουν ο τύπος του ανθρώπου, που εφόσον μου έλαχε ο κλήρος της ζωής να συμβιώνω με κακοποιά στοιχεία, δολοφόνους και μικροαπατεώνες, είχα διαλέξει τη μέση οδό, προκειμένου να περνάω απαρατήρητος, χωρίς τυμπανοκρουσίες και σχόλια. Κρεμανταλάς, 1,95 ύψος, με πρόσωπο στιγματισμένο από ακμή και ανεμοβλογιά, μερικά δόντια σπασμένα από νεανικό καβγά για τη διεκδίκηση μιας αμφίβολης αγάπης. Κοινός ελαφροποινίτης άφηνα τον καιρό μου να περνάει, διαλογιζόμενος τη ζωή μου πριν τον εγκλεισμό. Ανέλυα βήμα προς βήμα κάθε λανθασμένη πράξη σε βαθμό αυτοτιμωρίας.
   Με άρπαξε απ’ τον γιακά ο «μαινόμενος ταύρος», ήθελε να επιδείξει την αδιαμφισβήτητη δύναμή του και συνεχώς μου κολλούσε:
   -Ούτε ένα απλό έγκλημα δεν είσαι ικανός να σχεδιάσεις, τρομάζεις μόνο και μόνο στην ιδέα του θανάτου!
   Ένας από τους πιο θηριώδεις ισοβίτες προσπαθούσε να με βάλει στο παιχνίδι, βέβαιος για την επικράτησή του. Το ίδιο τροπάρι πάντα για την πρωτοκαθεδρία, κάθε φορά που ερχόταν νέοι στο «καινούργιο σπίτι». Παρά πήγε το κακό, κάτι έπρεπε να γίνει, ενώ οι άλλοι βάλανε το τραπέζι στη μέση και στοιχημάτιζαν υπέρ του ενός ή του άλλου.
   Αν κέρδιζα τον αντίπαλο, θ’ αποκτούσα το σεβασμό όλων των συγκρατούμενων μου, αλλά συγχρόνως θα γευόμουν σ’ απεριόριστες δόσεις το μίσος του ηττημένου. Η κλίκα του Μπάμπη Παπασπύρου θα δημιουργούσε φτιαχτούς καβγάδες και άλλα τερτίπια ασύλληπτης φαντασίας, ταιριαστά με άρρωστα μυαλά, που δεν έχουν σε τίποτα να ενοχοποιούν αθώους.
   -Ο Στέλιος Ιγνατιάδης, κύριε Διευθυντά, αυτός ο καβγατζής, αυτός χίμηξε πάνω μου πρώτος!
   Οι ρουφιάνοι καραδοκούν παντού και υπονομεύουν τις ελπίδες για ένα σύντομο πέρασμα από την φυλακή. Κι όταν έρθει η ώρα να παρουσιαστείς στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, χωρίς τη σύσταση του Διευθυντή για καλή διαγωγή και σοβαρές ενδείξεις σωφρονισμού -έστω κι αν η μετάνοια για το μοιραίο λάθος ήταν αληθινή και εκ βάθους καρδίας- οι δικαστές δε θα σε συγχωρέσουν, γιατί οι άνθρωποι ξεχνούν να συγχωρούν, πιο σκληροί κι από τον ίδιο το Θεό.
   Αν ηττηθώ, η ματαιοδοξία του αντιπάλου  θ’ ανέβει στα ύψη και το πείραγμα θα’ ναι ο καθημερινός μου εφιάλτης. Θα τον σιγοντάρουν και οι υπόλοιποι -οι τυπικά αμέτοχοι κρατούμενοι- οι οποίοι με θεωρούν ανίκανο για οτιδήποτε ανήθικο και μεμπτό. Πιστεύουν πως κατά λάθος με τσάκωσαν και πληρώνω αδικήματα αλλουνού. Αν έβαζε την ουρά στα σκέλια ο τύραννος, μετά από μια μεγαλοπρεπή ήττα θα γελοιοποιούνταν στον περίγυρο, άσε που τα μούσκουλά του θ’ αποδεικνύονταν ένα ακριβό περιτύλιγμα σε άδειο περιεχόμενο, κοινώς «ζούφια». Κι εγώ ο Στέλιος ο τυχάρπαστος, ο απροπόνητος -που ούτε καν πέντε κάμψεις δε θα μπορούσα να ολοκληρώσω χωρίς να σκάσω σα μπαλόνι- σε περίπτωση νίκης θα γινόμουν ήρωας του εαυτού μου, ήρωας του κοινού.
   Γι’ αυτό έβαλα μπροστά ένα πολυμήχανο σχέδιο. Έδειξα ότι θα πήγαινα σε μια καθαρή διαδικαστική μάχη, σε μια σίγουρη ήττα, αλλά μέσα μου δούλευε ακατάπαυστα το μικρόβιο της επικράτησης. Σκέφτηκα:
   «Θα προβάλλω σθεναρή αντίσταση στην αρχή, αργά αλλά σταθερά θα υποκύπτω κι όταν δω το σαρδόνιο χαμόγελο του αντιπάλου να διαγράφεται με μεγαλοπρέπεια, εκεί ακριβώς που θα δείχνω εντελώς κουρελιασμένος από αυτοπεποίθηση, πριν το μπράτσο μου ακουμπήσει στο τραπέζι, θα κάνω το απόλυτο γύρισμα της μάχης, μ’ όση δύναμη έχω συγκεντρώσει, σωματική και νοητική, γιατί όλα στη ζωή όπως και σ’ ένα αμφίρροπο Bras de fer είναι θέμα κατάλληλης αναπνοής. Κι η ηδονή της επικράτησης μεγαλύτερη σε μια θεωρητικά, αρχικώς, χαμένη μάχη. Ο Παπασπύρου, με στόμα ανοιχτό πλέον, δε θα πατάει γερά στα πόδια του. Μια τεράστια σκιά θ’ απλώνεται στα μάτια του, ζωγραφιά ενός βέβαιου συναισθήματος που δεν τελεσφόρησε κι από την έκπληξη πέρασε στην απογοήτευση».
   Ποτέ μου δεν ήμουν ανταγωνιστικός, αν και η άμιλλα προωθεί την άνοδο των ανθρώπων σε σημαντικά θέματα, στις καθημερινές συνθήκες αποτελεί την καλύτερη τροφή του εγωισμού. Στα πρώτα μαθητικά μου χρόνια απέφευγα να σηκώνω το χέρι, να δείχνω ειδήμων σε κάποια πράγματα, που σχετικά κατείχα. Ας είναι καλά η μάνα μου η προστατευτική, η μάνα μου η εικόνα και η σύνοψη της πραγματικής ζωής, λιμάνι και κρησφύγετο σε κάθε πόνο, σε κάθε κατατρεγμό, στις αμφιβολίες μου ο καίριος οδηγός! Που να ήξερε η καημένη πως θα έθρεφε στα σωθικά της  έναν αλήτη, έναν υπόνομο που θα έζεχνε αμαρτία, εκείνη η ηθική και μοιραία μάνα!  Ειρήνη όνομα και πράγμα, σπλαχνική και γενναιόδωρη, συμπαραστάτρια σε κάθε πρόβλημα του γείτονα, του χωριανού, είχε συγκινήσει στο παρελθόν με τις πλούσιες δωρεές της στην εκκλησία.
   Έδινε τα φώτα της παντού και προσπαθούσε να διασώσει ό,τι μπορούσε από την τεράστια σφηκοφωλιά του πατέρα μου, του Ευθύμη, γιατί τα λόγια του και οι πράξεις του πληγώνανε, το βλέμμα του πετούσε σπίθες άγριου θηρίου. Θύμα τυχάρπαστων στιγμών και μέθης. Τον εξουσίαζε η ευκολία, απέφευγε τις λύπες και τις αφόρητες καταστάσεις με παντελή αδιαφορία για τα παιδιά του. Γι’ αυτό εγώ και ο αδελφός μου μεγαλώσαμε με το παράπονο και την πίκρα, με τον άσβηστο πόθο για μια αγκαλιά ζεστή τον καιρό των γόνιμων οραματισμών μας. Διαβάζαμε όλοι με πάθος, σκληρά για να ξεφύγουμε απ’ το δυνάστη, με το ενδεχόμενο στο μέλλον να επιτύχουμε στις εξετάσεις εισαγωγής στο Πανεπιστήμιο. Αποφεύγαμε τις άσκοπες φυγοπονίες και κρεμόμασταν απ’ τα χείλια του δασκάλου στις παραδόσεις των μαθημάτων.
   Το χωριό μας ήταν ένα ερείπιο, που στέκεται ακόμη μέσα στο βουνό και τα πέτρινα σπιτάκια του μες στην ομίχλη προσπαθούν να χάσουν το θλιβερό τους εαυτό. Τα πόδια μου γδάρθηκαν στις κατσικοραχούλες του, εκεί απ’ όπου ξεκινούσαν όλες οι επιδρομές για τη βορά της λείας: μήλα, κεράσια, αχλάδια κι οι νοικοκυραίοι από πίσω να κυνηγάνε εμάς, τους δράστες. Σ’ όλες αυτές τις παρέες που σμίγαμε τα καλοκαίρια -τότε που έπαιρνε ζωή το χωριό- ξεχώριζα απ’ όλους τους άλλους σαν ο πιο ψηλός και άχαρος, μα στη συμπεριφορά ήμουν ο πιο λεπτεπίλεπτος και ευαίσθητος. Ποτέ δεν ήταν ο ρόλος μου πρωταρχικός, κομπάρσος πάντα, μετρούσα τη δεύτερη γνώμη που είναι πάντα η πιο σοφή. Είχα δουλέψει καλά -μου λέγανε- το εκ των υστέρων.
   Μα πάντα μόνος μου πλήρωνα τη νεανική παρανομία, γιατί ξεχώριζα απ’ τα χίλια μέτρα, αλλά και λόγω ευθιξίας χαρακτήρα. Κάθε στραβοπάτημα το πλήρωνα με νύχτες τύψεων, βασανισμού και αϋπνίας. Είχα συνείδηση της απειροελάχιστης πράξης και όμως διέπραττα το κακό. Τιμωρούσα τη φύση μου ή μισούσα το τέλειο; Ο δρόμος του καλού ίσως περνάει απ’ το κακό, είναι η ευκαιρία του ανθρώπου να συναντήσει τον εαυτό του, να δει τι κρύβει βαθιά μέσα του και να ωφεληθεί από το κακό. Ύπουλη φόνισσα η παρεκτροπή δείχνει τα κοφτερά της δόντια, κατασπαράζοντας ένα-ένα τα στοιχεία του «καλού παιδιού».
   Ήμουν ο καλύτερος οιωνός, ο πιο έξυπνος και καθόλου ματαιόδοξος  μαθητής, με αντίληψη των ορίων μου. Παρά τις καλές συστάσεις των δασκάλων μου, κατάφερα να προδώσω, με τόση σφοδρότητα και έκπληξη, τον σίγουρο επαγγελματικό μου θρίαμβο μ’ έναν τεράστιο πάταγο. Όλοι θα έλεγαν πως θα γινόμουν άγγελος, αλλά έγινα αγρίμι, θύμα κάποιας μυστήριας ροπής, που αναλόγως της καλλιέργειας δε δικαιολογούνταν. Μια δραχμή να έβρισκα στο δρόμο, θα έφερνα τον κόσμο ανάποδα, για ν’ ανακαλύψω τον κάτοχό της.
   Από τότε που κλείστηκα στη φυλακή, έχασα την αίσθηση της διαδοχής των εποχών. Κάθε δευτερόλεπτο, κάθε λεπτό ήταν ο ίδιος ανυπόφορος χρόνος που γεύεσαι την χαμένη ευτυχία. Για να διασκεδάσουν, λοιπόν, αυτή την έλλειψη -αυτό το κενό που τους φοβίζει, αντιμέτωποι με τη μοίρα τους- διοργανώνουν το πιο ανούσιο και ανόητο θέαμα, έναν αγώνα Bras de fer. Έτσι δικαιολογούνταν οι επευφημίες, οι εκδηλώσεις συμπαράστασης: «Τσάκισέ τον, σύνθλιψέ τον!». Σ’ αυτή τη ζωή πάνε όλοι με τους καθιερωμένους, με τους ελπιδοφόρους και αμφίβολους κανείς! Χάσανε την εμπιστοσύνη στο θαύμα και τρεκλίζουν από αβεβαιότητα. Ας μπορούσε να γίνει το ίδιο το προαύλιο της φυλακής η αυλή των θαυμάτων, το σπάσιμο του γνώριμου κύκλου, η αρχή ενός καινούργιου κόσμου!
   Μέσα στο πλήθος μπορούσα να διακρίνω μερικούς κρυφούς συμπαραστάτες, που αν και δεν το εκδήλωναν φανερά, εύχονταν όσο τίποτα άλλο το τέλος της εξουσίας του κοκορευόμενου δυνάστη. Οι αυλικοί γύρω του ήταν σαν όρνια έτοιμα να τον κατασπαράξουν, δεν πρόλαβαν όμως να ικανοποιήσουν τους ύπουλους σκοπούς τους, γιατί ο «άρχοντας» εκθρονίστηκε. Έπεσε η γροθιά του Παπασπύρου πάνω στο τραπέζι ξεψυχισμένη κι από πάνω η δική μου γροθιά σαν το σίδερο. Ο γίγαντας χλόμιασε, έχασε την ισχύ του και ξεφούσκωσε από αυτοκυριαρχία. Δέχτηκα τη νίκη μου με αυτοσυγκράτηση. Δεν παρασύρθηκα σε πανηγυρισμούς, παρόλο που με συνέχαιραν και με κοιτούσαν με θαυμασμό.
   -Πως τα κατάφερες μεγάλε;
   -Του χρειαζότανε. Είμαστε μαζί σου.
   Πολύς κόσμος προσχώρησε στο στρατόπεδό μου, μόνο που δεν υπήρχε βάση, ιδεολογία. Ήταν ένα καπρίτσιο της στιγμής, έκρηξη αγανάκτησης, δοκιμασία πίστης. Δε θα ήμουν ικανός να προστατέψω κι άλλους πέρα από τον εαυτό μου. Ίσως να έμενε ένας τίτλος τιμής, ιερή ανάμνηση όταν κάποτε ξεπέρασα τα όριά μου. Ένιωθα έναν τεράστιο ψίθυρο να σηκώνεται από τους αδικημένους γι’ αυτόν τον ανελέητο άνθρωπο και να παρασύρει οτιδήποτε. Από τον άγραφο νόμο της φυλακής ζητούσαν απονομή δικαιοσύνης, ένα στήριγμα για τον αβίωτο βίο τους. Είχα ανακτήσει την υπόληψή μου σ’ ένα θλιβερό μικρόκοσμο. Είχε την αξία της αυτή η μικρή αναγνώριση.

*******
  
   Ο Μπάμπης Παπασπύρου, με τσαλακωμένα μούτρα, έτρεξε να κλαφτεί στον Διευθυντή. Και ύστερα άντε να εξηγήσεις ότι είχα δίκαιο για την αγανάκτησή μου και τον ασυγκράτητο θυμό μου. Ήμουν έτοιμος να του πω: «Μα κύριε Διευθυντά ξέρετε τι σημαίνει «πωλητής θανάτου»; Ξέρετε τι πράγμα είναι να σας σφίγγει αυτό το μαύρο ερπετό, που ακολουθεί τα «άσπρα εμφυτευμένα όνειρα με τη σύριγγα»; Είχε την αυθάδεια ο απαίσιος να εκμυστηρευτεί σε συγκρατούμενους του ότι τον ευχαριστούσε να διακρίνει μες στο βλέμμα των ετοιμοθάνατων τη σκιά του θανάτου, τον πόνο και το βάραθρο που υποβιβάζει την ανθρώπινη ύπαρξη. Τον ευχαριστούσε η προσδοκία της σωματικής ανυπαρξίας, ο ανεπίστροφος πλους της ψυχής που ακολουθούσε το «ταξίδι με τ’ άσπρα όνειρα». Κάποτε, γέμισε όλη την παράνομη αγορά με νοθευμένη ηρωίνη. Μία δόση κι ένας θάνατος, δόση και θάνατος!
   Αφού ο νόμος εξάντλησε τη μεγαλύτερη αυστηρότητα πάνω του και δικαίως, κατάλαβε έστω και αργά ότι έπρεπε να περάσει όσο το δυνατόν πιο ευχάριστα στη φυλακή. Άλλη επιλογή δεν είχε και άρχισε να πλευρίζει φύλακες και τον Διευθυντή, να δείχνει σταθερή βελτίωση και σωφρονισμό. Με τα κόλπα του ξεγελούσε λύκους και πρόβατα, δίνοντας αναφορά για κάθε αναταραχή εντός των κελιών. Φερέφωνο της διεύθυνσης έδινε την πρώτη ύλη, κοριός του συστήματος. Ωθούσε ανθρώπους που δεν ήθελαν να τον μιμηθούν σε αποκλεισμό και περισυλλογή. Κάθε κουβέντα που ψάρευε μεταποιούνταν κατά την αρέσκεια του και αναλόγως του στόχου του. Έτσι όλοι τον αντιμετώπιζαν μ’ έναν πλαστό σεβασμό, φόβο με τον οποίο ο τιποτένιος τρεφόταν. Παράσιτο ολκής είχε ανάγκη αυτή την ψευδαίσθηση για να λειτουργήσει.

*******
  
   Η Κλαίρη κατάλαβε από τις αρχές της σχέσης μας πως είχε ν’ αντιμετωπίσει ένα μικρό πρίγκιπα, που έφτιαχνε το βασίλειό του κοντά σε οράματα, σ’ έναν κόσμο χωρίς ιεραρχία και χαλινάρια, τον κόσμο των μικρών ηρώων που τους πληγώνουν τριγύρω άνθρωποι, σακατεμένοι από ηθικό αρμό. Καλομαθημένη πρωτευουσιάνα, κόρη πλουσίων γονιών γοητεύτηκε από τον αυθορμητισμό και την τραχύτητα «του αγοριού και της επαρχίας», όπως έλεγε. Είχε βρει σε μένα το πρωτόγνωρο στοιχείο στη ζωή της, αηδιασμένη από τους ανυπόφορους «λαπάδες»· τα παιδιά του αυστηρού κοινωνικού της κύκλου. Έτσι τη στιγμή που εκείνα παινεύονταν για το πως ξόδεψαν τα ωραία λεφτά των γονιών τους, εγώ διέσχιζα τα βουνά και τα δάση, στο τρέξιμο συναγωνιζόμουν τα αγριοκάτσικα, ενώ μια φορά που αναρριχήθηκα σ’ ένα γέρο πλάτανο, ισορροπούσα μέσα στα ευλύγιστα κλαδιά σαν ακροβάτης, προκειμένου να κερδίσω τον θαυμασμό της κοπέλας. Τελικά έμαθε όλα τα μυστικά μου, εκείνη τη μαγική λέξη «Σουσάμι άνοιξε», που όταν την πρόφερε, όλος ο κόσμος μου ανοιγόταν μπροστά της. Το δώρο, που της έκανα, στον εικονικό αρραβώνα μας -μια ολάνθιστη Πρωτομαγιά- ήταν ένα ωραίο κολιέ από λουλούδια του βουνού. Αμέσως πέταξε από πάνω της ένα υπέροχο, πανάκριβο κόσμημα από πασίγνωστο μαγαζί του Λονδίνου, για να φορέσει το δικό μου φτωχό, αλλά γεμάτο συναισθήματα. Ο χωριατόκοσμος όμως ψιθύριζε πίσω από την πλάτη μου άσχημες κακοήθειες για «τον παράξενο αλήτη, με το δυνατό μυαλό και την λαϊκή μπέσα» -όπως με περιέγραφαν. Έφτασαν και στ’ αυτιά των γονιών της οι διαδόσεις αυτές και το κορίτσι άρχισε ν’ αντιμετωπίζει καθημερινά την καταπίεσή τους.

*******

   Στεκόμουν ώρες ολόκληρες μέσα στην πολύβουη κίνηση και παρατηρούσα. Κόσμος πηγαινοερχόταν με την καθημερινή αρματωσιά της ζωής, με τη δική του ο καθένας κοσμοθεωρία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο. Καθαρός ή συννεφιασμένος ουρανός προσδοκούσε μια ζεστασιά, την άνοιξη, την ευτυχία. Γωνία Τσιμισκή με Βενιζέλου, μπροστά στην τζαμαρία της Εθνικής Τράπεζας, παρακολουθούσα ανθρώπους να καταθέτουν και να κάνουν ανάληψη χρημάτων. Σα να γέμιζε ένα κενό με την ιδέα της ζεστασιάς του χρήματος. Χρόνια κλωτσούσα διάφορες δουλειές,  ο πρίγκιπας, ο κηφήνας χωρίς ν’ αντιλαμβάνομαι τον κίνδυνο που παραμόνευε σε κάθε μου κίνηση, σε κάθε μου σκέψη, εξαιτίας της αποχής μου από την εργασία. Καλυπτόμουν πίσω από μια αμετακίνητη ιδεολογία, άχρηστη μα ικανή να με στηρίζει στο ψέμα.
   Στις πρώτες απόπειρες εργασίας δε μπορούσα ν’ αντέξω τον βασανιστικό κλοιό των προϊσταμένων μου, την ατέλειωτη εκτόξευση εντολών που απευθύνονται σε «σκλάβους». Μισούσα τον εαυτό μου που έσκυβε το κεφάλι, μακριά από το ταιριαστή του νοοτροπία: την ανταρσία και την αξιοπρέπεια να μη δέχεται υποδείξεις και παρατηρήσεις από κανέναν. Το όλο σύστημα φτιαγμένο για να υποτάσσει και να συνθλίβει τις ελπίδες των νέων, το μέλλον της χώρας. Γιατί τα όνειρα τα διαχειρίζονται κάποιοι ξεροκέφαλοι και καταντούν κουρελιασμένα ρούχα για κάθε κακόμοιρη στιγμή.
   Αναμετριόμουν με τα αδιέξοδα της ζωής, το άδειο πορτοφόλι. Ντρεπόμουν για την κατάντια μου να με συντηρεί η Κλαίρη. Ο έρωτας μας ήταν τόσο δυνατός, που άντεχε παρ’ όλες τις οικονομικές δυσκολίες και την ξεροκεφαλιά μου. Εδώ άρχισε η τραγω-δία. Την κοπέλα βέβαια δεν την ένοιαζαν τα χρήματα, τα είχε σιχαθεί κιόλας, γιατί κρατούν δέσμια την προσωπικότητα των ανθρώπων. Τρανό παράδειγμα ο πατέρας της, που ζύγιζε την αξία των ανθρώπων με το χρήμα. Η ουσία πάντως ήταν - αν η σχέση μας συνέχιζε να πηγαίνει πολύ καλά- πως θα τολμούσε να με συστήσει στους γονείς της; Τι να τους έλεγε άραγε;
   «Σας παρουσιάζω τον υπέροχο και αξεπέραστο έρωτα της ζωής μου, τον άξιο της όποιας κακοπάθειάς μου, με την μικρή λεπτομέρεια πως είναι ανεπάγγελτος εκ πεποιθήσεως…».
   Κι αν δεν την έβριζαν, θα έμεναν αποσβολωμένοι για ώρα μην πιστεύοντας στ’ αυτιά τους.
   «Εγώ κόρη μου δεν σε γέννησα για τα μούτρα του», θα έλεγε λογικά η μάνα της. Ο πατέρας της, έξω φρενών με τη δυσάρεστη αποκάλυψη, θα κατέβαζε τα μούτρα πένθιμα.
   Ύστερα η κοπέλα θα μου πει με όλα της τα δίκαια:
   «Όποιος αγαπά, μετακινεί και πέτρες, παραμερίζει και τις πιο άχρηστες ιδεολογίες για την οικογενειακή του ευτυχία».
   Μια γυναίκα με προσπέρασε. Κάτι φοβερό και θλιμμένο διαπέρασε το βλέμμα της. Συνόδευε ένα κατάξανθο κοριτσάκι με πράσινα μάτια, αγγελική μορφή, και μπήκε βιαστικά για να εισπράξει ή ίσως να καταθέσει. Μόλις τώρα άρχιζε το παιχνίδι, υπαγορευμένο από μια ύπουλη σκέψη. Μια φωτεινή έμπνευση με διέτρεξε και ρίγησα στο καταστάλαγμά της. Το σχέδιο άρχισε να μπαίνει σ’ εφαρμογή. Η γυναίκα σε λίγη ώρα έβγαινε το ίδιο φοβισμένη και θλιμμένη. Τώρα μπορούσες να διακρίνεις μια επιπλέον σύγχυση στις κινήσεις της. Είχε σφίξει στον ώμο της μια καφέ δερμάτινη τσάντα και με το άλλο χέρι κρατούσε το κοριτσάκι που το τραβούσε πίσω της, έτσι που απομακρύνονταν βιαστικά. Ο στόχος βρίσκονταν μπροστά μου, φαινόταν αρκετά εύκολος, μόνο που δεν έπρεπε να τη χάσω από τα μάτια του. Παρακαλούσα να μπει σε κάποιο στενό κι όπως έγινε. Τότε έδρασα αστραπιαία. Η γυναίκα προσπαθούσε να συγκρατήσει την τσάντα, μα μάταια. Το επόμενο βήμα ήταν να περάσω σ’ έναν πιο μεγάλο δρόμο, ν’ αναμιχτώ με το πλήθος. Έβλεπα, ένιωθα, ζούσα μέσα μου αυτή τη σκηνή. Η γυναίκα, μην ξέροντας τι να κάνει, σε μια στιγμή απόγνωσης φώναξε, ούρλιαξε για βοήθεια, τραβούσε τα μαλλιά της και το κοριτσάκι απ’ αυτή την αντίδραση μαζεύτηκε, πληγώθηκε, έβαλε τα κλάματα, χωρίς να ξέρει τι ακριβώς γίνεται, χωρίς ν’ αντιλαμβάνεται το μέγεθος της απώλειας.
   Έτσι μέρες το ίδιο σκηνικό επαναλαμβανόταν και διεκδικούσε στη μνήμη και στο όνειρο διαφορετική μορφή. Γινόταν αίμα που απλώνονταν στον δρόμο. Βούλιαζα εκεί και τέντωνα τα χέρια ν’ αρπαχτώ από τους  περαστικούς. Εκείνοι σκληροί και ασυγκίνητοι με κατηγορούσαν με αδιάσειστα στοιχεία. Έβρεχε, είχε πιάσει νεροποντή και τα χρήματα είχαν ξεπλυθεί από τα ανελέητα γράμματα, οι μορφές και τα σχέδια είχαν αλλοιωθεί. Τόσο ευαίσθητο ήταν το χρήμα στην υγρασία! Οι αντιδράσεις και ο πόνος έσβηνε από τα ταραγμένα πρόσωπα. Το κοριτσάκι με τα τεράστια νύχια ορμούσε πάνω μου υστερικά για να διασώσει τη μητέρα του. Με τόσα πολλά εκατομμύρια θα περνούσα μια ζωή χαρισάμενη, δε θ’ αναγκαζόμουνα ποτέ να δουλέψω. Όμως ταραγμένος, λόγω του ιδιόμορφου χαρακτήρα μου, βούλιαζα στη δική μου απελπισία. Είχα καταλάβει το πρώτο λάθος της ζωής μου, το βασανιστικό.

*******
  
   Πολλές φορές ξυπνάω τρομαγμένος, γεμάτος ιδρώτα από τον εφιάλτη της κλοπής. Ένα κοριτσάκι στο δρόμο ουρλιάζει συνεχώς και κάνει ανυπόφορες τις τύψεις μου. Το πρόσωπό του ασχημίζει, γίνεται άγριο. Μέσα στα μάτια της παίζει ένα επικίνδυνο παιχνίδι η ελευθερία και ο θάνατος. Έρχεται τις νύχτες μαυροντυμένη και με λόγια ασυνήθιστα για την ηλικία της με βρίζει, μπήγει τα νύχια της στο δέρμα μου. Σφαδάζω απ’ τον πόνο. Δεν μ’ αφήνει ήσυχο στο σκοτάδι. Σαν μια σκιά ανήσυχη περιπλανιέται στο χώρο και δεν ξέρεις πότε θα τρυπήσει τη σιωπή, πως θα εκδηλώσει το μίσος της και θα ποτίσει τη σκέψη μου με φόβο και ανησυχία.
   Άλλες φορές ρωτάει το «γιατί», χτυπάει με τα βελούδινα χεράκια της τους τοίχους, ξεσπάει στα μεταξένια της μαλλιά και απογοητευμένη εγκαταλείπεται στη μοναξιά της. Μα πάντα, κάπου εδώ μέσα, στο σκοτεινό κελί βρίσκεται η συντροφιά της κι οι φράσεις της ηχούν σαν τον αέρα και δε σβήνονται ποτέ από τη μνήμη. Η φωνή της βροντάει και με ξυπνά, κυματιστά δυναμώνει όσο η νύχτα προχωράει. Ανοίγει η πόρτα του σκοτεινού κελιού που έχουμε στο μυαλό, στην καρδιά και στην ψυχή και βγαίνουν άπειρα συναισθήματα εγκληματίες, λωποδύτες, κλέφτες, προαγωγοί και πλαστογράφοι της συνείδησης. Από αυτούς πρέπει να ξεδιαλέξεις τους λιγότερο επικίνδυνους, να επιλέξεις τους λιγότερο αποτρόπαιους και να φορέσεις στη σκέψη σου ένα τεράστιο προστατευτικό γάντι, για να μη μολυνθεί στην επαφή της με τόσα πολλά αποβράσματα!
   Να ήταν -λέει- το πειθαρχείο το καλύτερο καθαρτήριο της ψυχής ή μια ωραία εξοχή, ένα εντυπωσιακό δάσος, όπου άφθονες πηγές αναβλύζουν το πιο αγνό και αναζωογονητικό νερό, να καθαριστεί η ψυχή και το σώμα από την φθαρτή του υπόσταση. Πως όμως να ξεριζώσεις το πάθος και την εκδίκηση μέσα στην ψυχή σου που βράζει; Αυτό που θεωρείται γενικά τιμωρία ή παράδειγμα προς σωφρονισμό από μία απρόσωπη ηθική, για μένα αποτελεί την μεγαλύτερη ευλογία του Θεού. Τη μοναξιά αγγίζει πιο εύκολα η ευαισθησία και η ταπείνωση την καρδιά. Η ψυχή μαλακώνει, διδάσκεται πως δεν πρέπει να υπακούει στο θόρυβο. Μαθαίνει την αυτοσυγκέντρωση, την κατανόηση των επιθυμιών και των πόθων. Αν έτυχε να μην κάνεις τις κατάλληλες επιλογές, τότε αρχίζει δειλά-δειλά και ανοίγει μια μυστική πόρτα. Κρυφοκοιτάζεις προς τα μέσα· πολλοί διάδρομοι, πολλά δωμάτια, που να κατευθυνθείς; Υπάρχουν και εντυπωσιακά χρώματα, ακριβά στολίδια. Πρέπει να τα περάσεις γρήγορα για να μην τυφλωθείς, μέχρι να φτάσεις στο σημείο που εξωτερικά τίποτα δεν έχει να σε τραβήξει. Το καταλαβαίνεις από ένα ωραίο αίσθημα πληρότητας, αυτό ακριβώς είναι η ηρεμία της αυτογνωσίας. Αξίζει να μελετάς κάθε σου κίνηση, ν’ αποφεύγεις τις αμφίβολες πράξεις· αυτές που δεν στηρίζονται σ’ ένα ηθικό περιεχόμενο.
   Καλά -μου λένε απορημένοι- έκλεψες, δεν μπορείς να δουλέψεις κάπου; Έξυπνος είσαι, δεν σου λείπουν τα πνευματικά εφόδια. Κάθεσαι άπραγος και περιμένεις τον επιούσιο να πέσει από τον ουρανό. Θανάσιμο σφάλμα! Σ’ αυτούς που με ρωτάνε, πάω να δικαιολογηθώ ή λέω απλά ότι με πιάσανε στη θέση κάποιου άλλου. Ξεφεύγω από τη δυσκολία ν’ αναφέρω τις λεπτομέρειες. Όταν ετοιμάζομαι να προφέρω το όνομα του παιδιού μου· «Αιμιλία», ένα φανταστικό χέρι με σταματά, για να διατηρήσω την αξιοπρέπειά μου στον μικρόκοσμο της φυλακής και να μην αποκαλύψω τις αιτίες που με ώθησαν σ’ αυτή την κλοπή.
   Αν θέλεις να βρεις τον παράγοντα ανθρωπιά σε κάθε σου πράξη -ακόμη και στην πιο κακή και απαίσια- με μεγάλη ευκολία μπορείς να το κάνεις. Κι εγώ, αγαπητοί μου δικαστές, όταν με το καλό παρουσιαστώ ενώπιόν σας και σας δώσω τις πολύ λογικές εξηγήσεις μου, με αδιάσειστα επιχειρήματα θα σας πείσω πως η πράξη μου ήταν ανθρωπιστική και διαπνεόταν από αισθήματα αλληλεγγύης και σεβασμού προς τον συνάνθρωπο που υποφέρει. Ήταν μια πράξη που εναντιωνόταν στη βέβηλη παρουσία του θανάτου, στην απειλή της επικείμενης παρουσίας του και στην επακόλουθη στοίχειωση της καθημερινής ζωής με το αναπότρεπτο νόημά του. Παρόλο που θα μιλούσα σαν αρχαίος ρήτορας, τον δικανικό μου λόγο δε θα τον πίστευε ούτε ο ίδιος ο δικηγόρος μου.
   Το απίθανο της ιστορίας μου είναι αυτό ακριβώς: Έκλεψα μια γυναίκα, που είχε κάνει ανάληψη ενός μεγάλου ποσού. Δεν ήταν δύσκολο να παρατηρήσεις πως εκείνη είχε ένα βαθιά ρυτιδωμένο πρόσωπο. Από στερήσεις ίσως ή από τα βάσανα της ζωής; Κρατούσε ένα πανέμορφο κοριτσάκι που έμοιαζε καταπληκτικά στην Αιμιλία, την κορούλα μου. Της έμοιαζε κατά πολύ, βέβαια, όσο διατηρούσε ακόμη το πλούσιο μαλλί, με το οποίο την είχε προικίσει η φύση. Μέχρι τη στιγμή που την άγγιξε ο θάνατος με το απαλό του χέρι, απαλό -λέω- γιατί δεν της είπε: «σε παίρνω τώρα δα, αυτή την ώρα. Σου αφήνω λίγα χρόνια να ξεσυνηθίσεις αυτό το πολύτιμο πράγμα· τη ζωή, με την ελπίδα να το σιχαθείς και ίσως όταν έρθω να σε πάρω οριστικά, να είσαι έτοιμη γι’ αυτό και να με περιμένεις προετοιμασμένη». Έτσι μίλησε ο θάνατος, στυγνά και αλύπητα έφερε πρώτα μια απαίσια αρρώστια· τον καρκίνο κι εντελώς απροειδοποίητα τον έριξε  πάνω στο ομορφότερο πλάσμα της ζωής μου· την κόρη μου. Έπασχε από καρκίνο, το αγγελούδι μου, στον εγκέφαλο και έπρεπε να γίνει μια πολύ δύσκολη εγχείρηση στο εξωτερικό. Ο θείος μου έλεγε πως υπήρχαν βάσιμες ελπίδες να καταπολεμηθεί ο καρκίνος, γιατί οι γιατροί τον είχαν εντοπίσει σ’ ένα πολύ μικρής έκτασης σημείο. Άκουγα με προσοχή πάντοτε τον θείο μου, ήταν σοφός άνθρωπος και η γνώμη του είχε μεγάλη ισχύ. Εξέταζε πάντοτε με λεπτομέρεια όλες τις παραμέτρους κάθε προβλήματος και είχε έτοιμη τη λύση του. Έτσι, λοιπόν, επέμενε η επέμβαση να γίνει στο εξωτερικό.
   Όσο κι αν με ταλαιπωρούσε το φάντασμα του κοριτσιού που σέρνονταν από το χέρι της μάνας της, έξω από την  τράπεζα, το άντεχα. Δεν μπορούσα όμως με τίποτα ν’ αντέξω εκείνο το βουβό κλάμα, το θλιμμένο βλέμμα, το πικρό ερωτηματικό στα μεγάλα μελαγχολικά μάτια της Αιμιλίας, που μέρα με τη μέρα έχαναν τη ζωντάνια τους. Διαισθάνονταν το μακρινό βουητό του θανάτου, που σαν μια μέλισσα πλησίαζε αργά και βασανιστικά, για να πάρει τη γύρη και την ακμή των νιάτων της. Καημένη Αιμιλία, ανυποψίαστη ακόμη, δεν έμαθες πως οι μέρες σου είναι τραγικές για όλους γύρω σου!
   Γι’ αυτό -θα τους πω- κύριοι δικαστές έφτασα στην απόγνωση και στο αδιέξοδο. Έπρεπε να γίνει κάτι το συντομότερο και, εφόσον συγγενείς και φίλοι ήταν αδύνατον να με ενισχύσουν παρά με τα ψίχουλά τους, που δεν θα έφταναν ποτέ το ύψος του ποσού που απαιτούνταν, πήρα την απόφαση να τολμήσω αυτή την αξιόποινη πράξη της κλοπής. Σαφώς και αντιλαμβάνομαι ότι δεν ήταν παιδί που προέκυψε από ένα γάμο. Η αγάπη του γονιού όμως είναι ανώτερη από τέτοιες τυπικές συμβάσεις ή ρυθμίσεις. Μάθετε πως ο γάμος θα γινόταν, αλλά τον απότρεψαν μ’ όλες τους τις δυνάμεις ο πατέρας και η μητέρα της Κλαίρης. Τη διώξανε απ’ το σπίτι. Της είπανε: «Αφού τον θέλεις πολύ, πήγαινε να ζήσεις με τον χαραμοφάη σου! Ό,τι σου ανήκε έως τώρα, από τώρα και στο εξής δε σου ανήκει».
   Συνηθισμένη στις ανέσεις, της ήρθε απότομα η αλλαγή και δε μπορούσε να συνέλθει ψυχικά. Ήρθε μαζί μου και μείναμε για χρόνια σ’ ένα μικρό διαμέρισμα. Εκείνη την περίοδο γεννήθηκε η Αιμιλία. Οι ανάγκες μας αυξάνονταν, η δυστυχία και η φτώχεια μας περικύκλωνε καθημερινά. Η Κλαίρη προσπάθησε και βρήκε δουλειά. Εγώ δεν καθόμουν πάνω από τρεις-τέσσερις μέρες στο ίδιο πόστο, αφού δεν προλάβαινα να τσακώνομαι με τους προϊσταμένους μου για λόγους αρχών.
   Τελικά την έστειλα πίσω, στο πατρικό της σπίτι, να ζήσει πάλι μες στον πλούτο που έχασε. Ήθελα να ξαναγυρίσει στο πρόσωπό της, που έσβηνε κάθε μέρα, το ροδοκόκκινο χρώμα, να ξεχαστεί και πάλι στην παιδική και εφηβική της ξεγνοιασιά. Θα έχει το δικαίωμα ν’ αρνείται και να μην υπολογίζει το χρήμα, εφόσον ρέει άφθονο δίπλα της.
   «Και με την Αιμιλία τι θα γίνει; Δεν την αφήνω να μαραζώσει μαζί σου!», μου πέταξε κατάμουτρα.
   Ο θείος μου ήταν άκληρος, άρα με πολύ χαρά θα δεχόταν να αναλάβει το μεγάλωμα της κόρης μου. Της είπα:
   «Γνωρίζεις πόσο καλός είναι ο θείος μου. Του λείπουν πάρα πολύ τα παιδιά! Ε λοιπόν, σ’ αυτόν θα δώσουμε την Αιμιλία να την φροντίζει. Όχι…οι δικοί σου δεν πρόκειται να τη δεχτούν με τίποτα! Είναι παιδί μιας σχέσης που δεν ενέκριναν ποτέ. Μπορείς να έρχεσαι, όποτε θέλεις να τη βλέπεις. Ίσως καταφέρεις να τους πείσεις και κάποιες μέρες του χρόνου θα έρχεται να μένει μαζί σας».
   Τα πράγματα δεν πήγαν καλά για την Αιμιλία -ίσως επειδή της έλειπε η μάνα της, ίσως από μια άδικη σύμπτωση της μοίρας-, έπεσε λοιπόν πάνω της αυτή η αρρώστια, που δύσκολα ξεμπερδεύεις μαζί της. Η μητέρα της δεν ήξερε τίποτα, ούτε είχα σκοπό να της το ανακοινώσω. Έμαθα πως παντρεύτηκε έναν άντρα απ’ τον κύκλο των δικών της «λαπάδων» της πόλης, έναν απ’ αυτούς που μικρή αηδίαζε μόνο και μόνο να τον βλέπει, και περνούσε ήσυχες και απροβλημάτιστες μέρες. Δεν ήθελα ν’ ακούω από τον θείο μου την ιδέα του να ζητήσω βοήθεια, παρακαλώντας την Κλαίρη και κυρίως τον παραλίγο πεθερό μου. Ισοδυναμούσε με μεγάλη ήττα και εξευτελισμό της προσωπικότητάς μου.
   Γι’ αυτό, κύριοι δικαστές -και πάλι σας λέω- ότι αυτή η κλοπή είχε βαθιά ανθρωπιστικά κίνητρα και έπαιρνε περισσότερο τη σημασία της προσφοράς προς ένα αγαπημένο πρόσωπο. Ένας από τους αυστηρούς κυρίους θα ρωτήσει:
   «Καλά όλα αυτά που μας λέτε, αλλά το ανθρωπιστικό κίνητρο που επικαλείστε, αμφισβητείται από το γεγονός ότι το χρήμα δεν ήταν δικό σας, ήταν ξένο. Έτσι δεν είναι;».
   Ένας άλλος δίνει άλλη τροπή στην εξέλιξη της δίκης:
   «Τι έγινε με τη γυναίκα που κλέψατε; Εικάζω πως τα χρήματα, που της αφαιρέσατε, ήταν οι οικονομίες ολόκληρης της ζωής της. Σκεφτήκατε ποτέ σας πως, κάνοντας ευτυχισμένο το παιδί σας, κάνατε δυστυχισμένο ένα άλλο παιδί; Σας πληροφορούμε, λοιπόν, κύριε Ιγνατιάδη πως η συγκεκριμένη γυναίκα αυτοκτόνησε από την απόγνωσή της και άφησε ορφανό ένα κοριτσάκι πέντε χρονών. Άρα, πρέπει να εξετάσουμε πως κατά ένα μεγάλο ποσοστό ευθύνεστε κι εσείς γι’ αυτήν την αποτρόπαιη πράξη. Τελικά, τι ακριβώς έγινε, πέτυχε η εγχείρηση του παιδιού σας;».
   Είχε πετύχει και το χαμόγελο επανήλθε στο πρόσωπο της Αιμιλίας. Όμως αυτό το χαμόγελο είναι κλεμμένο -συνέχισε η συνείδησή μου να με τυραννά-, μεταμφιεσμένη
στα ψυχρά και νομομαθή πρόσωπα των δικαστών. Οικειοποιήθηκες βίαια μια ξένη ευτυχία, ενώ δεν σου ανήκε και δεν την άξιζες!
   Πριν καλά-καλά ολοκληρώσω τις σκέψεις μου και σιγουρευτώ πως η μοναξιά με βοήθησε να καταλάβω πολλά για τον εαυτό μου, ακούω βήματα έξω από τη βαριά, σιδερένια πόρτα. Κάποιος ξεκλειδώνει και φωνάζει:
   -Ιγνατιάδη, μάζεψε τα πράγματά σου. Μεταφέρεσαι σε θάλαμο.
   Το «άγρυπνο χέρι του νόμου» με οδηγεί στον καινούργιο μου θάλαμο. Με βάζει μέσα στου λύκου το στόμα! Στο θάλαμο που κοιμάται ο Παπασπύρου. Έρχεται ο ογκόλιθος και γρυλίζει σα θηρίο που ετοιμάζεται να επιτεθεί. Τα φτερά του βέβαια έχουν τσακιστεί. Είμαι έτοιμος να δεχτώ οποιονδήποτε πόλεμο μου ετοιμάζουν. Καταλαβαίνω όμως πως αυτός ο ασυνείδητος έμπορος του θανάτου και φοβερός εγκληματίας δεν μπορεί ν’ αντέξει το βλέμμα μου. Νιώθει νωπή ακόμη την ήττα του στο Bras de fer. Οι γρατσουνιές που προξένησα στο πρόσωπό του διακρίνονται καθαρά.  Στρίβει το κεφάλι του για να μην αναγνωρίσω τα αντιφατικά του αισθήματα που παλεύουν ατίθασα. Προσποιείται πως χαίρεται που με βλέπει: «Καλώς τον», λέει, αλλά η φωνή του έχει μια χροιά αμφιβολίας και ανασφάλειας. Μου ανακοινώνει πως ο Διευθυντής θέλει να μιλήσει μαζί μου. Απομακρύνεται και νιώθω πως εκείνος είναι ένα πληγωμένο θηρίο, που δεν μπορεί να κρύψει τη ζήλια του για την ψυχολογική και σωματική μου επικράτηση.
   Αναρωτιέμαι πως θα χειριστώ το θέμα. Τι θέλει να μου πει ο Διευθυντής; Για ποιο λόγο αποφάσισε να λήξει την τιμωρία μου; Σίγουρα θα μου ζητήσει να δεσμευτώ πως θα είμαι ήσυχος από τώρα και στο εξής και πως θα περιορίζω τις εκρήξεις του θυμού μου, όσο το δυνατόν περισσότερο. Θα χρησιμοποιήσει το επιχείρημα πως αποτελεί απόδειξη καλής θέλησης το γεγονός πως μ’ έβγαλε πρόωρα από το πειθαρχείο. Θα μου δείξει πως αυτός έκανε το πρώτο βήμα επικοινωνίας και περιμένει μία ανάλογη κίνηση από μένα. Μπαίνω στο γραφείο του και του επισημαίνω τις δυσκολίες και τους κινδύνους της συγκατοίκησής μου με τον Παπασπύρου. Εκείνος προσπαθεί να με πείσει πως ο Παπασπύρου βρίσκεται σε καλό δρόμο και κάνει μια φιλότιμη προσπάθεια ν’ αλλάξει! Εγώ αντιδράω. Μιλάει για έναν καθ’ έξη εγκληματία σα να μιλάει για ένα καλοκάγαθο ανθρωπάκι. Δυσκολεύομαι να πιστέψω πως ο Διευθυντής
είναι τόσο καλός και αντιμετωπίζει με τόσο ευαισθησία ακόμη και τους πιο απαίσιους κρατουμένους.
   -Με τη βοήθεια του ψυχολόγου έχει κάνει πραγματική πρόοδο. Μην ανησυχείς. Μπορώ να εγγυηθώ, με μεγάλη βεβαιότητα, την ασφάλειά σου, μου επαναλαμβάνει.
   Αλλά η επίσκεψή μου στο γραφείο του δεν έχει τόσο τυπική σημασία, όσο ουσιαστική και γόνιμη. Μου λέει πως η απόσταση που χωρίζει τον Διευθυντή από τους κρατουμένους του είναι καλυμμένη μ’ ένα σκοτεινό πέπλο.
    -Θα μπορούσες να πεις Στέλιο μου -το «μου» με εξέπληξε πολύ- πως ο Διευθυντής είναι ένα στυγνό όργανο επιβολής του νόμου και τίποτε άλλο. Όμως δεν είναι έτσι. Συχνά έρχομαι στη θέση σας και ενδιαφέρομαι για κάθε προσωπικό σας πρόβλημα. Θέλω να είσαστε ικανοποιημένοι με τις συνθήκες κράτησης και στις μεταξύ σας σχέσεις. Παράλληλα δεν διακινδυνεύεται η ομαλή λειτουργία της φυλακής, όσο τα πράγματα κυλάνε φυσιολογικά. Μεγάλη αξία έχει να οργανώνετε το χρόνο σας με σεβασμό στον εαυτό σας και τους άλλους, ώστε να περνάτε ανώδυνα και ευχάριστα. Καλό είναι επίσης να αξιοποιείτε οποιοδήποτε ταλέντο διαθέτετε, ώστε να μη μείνει ακαλλιέργητο και μαραζώσει. Έτσι, καλέ μου φίλε, πρέπει να ενεργείτε όλοι θετικά για τη συμβίωσή σας. Το «μου» αυτή τη φορά δεν με εξέπληξε, γιατί ο τρόπος που μιλούσε άρχισε όλο και περισσότερο να με κεντρίζει και να καταλαγιάζει την οργή μου προς κάθε έννοια αρχής και εξουσίας. Αμέσως το απόμακρο πρόσωπο της εξουσίας απόκτησε γήινα και χειροπιαστά χαρακτηριστικά, δείχνοντας την αγνή του πρόθεση ν’ ακροαστεί και να συμπαρασταθεί στο πρόβλημα ενός κρατουμένου. Εκείνος ο αποστεωμένος κόσμος της αντίδρασης σιγά-σιγά διαλύθηκε.
   Μου άνοιξε συζήτηση για την Αιμιλία και λίγο έλειψε να δακρύσω από τη συγκίνηση. Η Αιμιλία, με πληροφόρησε, πως θα ερχόταν σε λίγες μέρες να δει τον πατέρα της που επιθύμησε πολύ τόσο καιρό που ανάρρωνε στην κλινική, στο Λονδίνο. Αυτή ήταν η πρώτη ανέλπιστη χαρά· για πρώτη φορά ερχόταν από το στόμα ενός ανθρώπου του νόμου. Ο Διευθυντής εξακολουθούσε να γίνεται πιο προσιτός και ανθρώπινος. Μετά έκανε λόγο για τον θείο μου και επαίνεσε τις ακούραστες προσπάθειες του για την αποκατάσταση της υγείας της μικρής και το αληθινό του ανυστερόβουλο ενδιαφέρον. Χαμογελούσε φωτεινά, χωρίς προσποίηση. Ήταν ανθρώπινο χαμόγελο και όχι αυτό το πικρόχολο και αλαζονικό της εξουσίας. Το πιο απίθανο είναι πως επιστράφηκαν τα χρήματα στη γυναίκα, που δεν αυτοκτόνησε βέβαια, αλλά έζησε μόνο μερικές εφιαλτικές μέρες. Εδώ έβαλε το χέρι του ο θείος μου, γιατί, όπως με πληροφόρησε ο Διευθυντής, ήρθε μια γυναίκα και του εξήγησε την κατάστασή μου. Μάντεψα πως ήταν η Κλαίρη· ο μεγάλος έρωτας της ζωής μου, που δεν έσβησε ακόμη -όπως άδικα πίστευα- και έκανε ό,τι μπορούσε επιστρέφοντας τα λεφτά της κλοπής και αμείβοντας πλουσιοπάροχα έναν αξιόλογο δικηγόρο που θ’ αναλάμβανε την υπεράσπισή μου.
   -Υπάρχουν βάσιμες ελπίδες πως σύντομα θα βγεις απ’ τη φυλακή. Έμαθα για τις καλλιτεχνικές σου τάσεις και την μεγάλη σου ικανότητα να κατασκευάζεις μικρογραφίες φυλακών. Θα ήθελα να βάλεις όλο σου το μεράκι και να αναπαραστήσεις με τον καλύτερο τρόπο τη φυλακή μας. Σου παρέχω ό,τι υλικό χρειάζεσαι για την εργασία σου. Το έργο σου θα στολίζει το γραφείο μου και θα είναι η συνεισφορά σου και το αναμνηστικό του σύντομου περάσματός σου απ’ τη φυλακή μας.
   Ήμουν έτοιμος να του αποκαλύψω ότι δε θα μπορούσε να φανταστεί πόσο με ωφέλησε αυτή η φυλακή, ειδικά εκείνη η αξέχαστη νύχτα που πέρασα στο πειθαρχείο, με ισχυρό σύμμαχο τις τύψεις και τους ενοχλητικούς εφιάλτες. Μου προμήθευσε ένα παράξενο εργαλείο -πρώτη φορά το έβλεπα στη ζωή μου- με το οποίο θα μπορούσα να κάνω εκείνες τις απαραίτητες λειάνσεις, αποφεύγοντας τις έντονες γωνίες στις επιφάνειες.
   -Την ίδια τεχνική απαιτεί το συναίσθημα. Ζητάει το στρογγύλεμα, τη σύγκλιση των γωνιών και των αντιθέτων ροπών, με συμβούλευσε.
   Συμπέρανα από τη δική μου εμπειρία πως το συναίσθημα είναι ένα ισχυρό όπλο κατά της αδιαφορίας, αλλά είναι και κοφτερό μαχαίρι που πληγώνει. Κατασταλάζει στον εσωτερικό μας κόσμο, σκορπάει τη σύγχυση πρώτα και μετά αρχίζει να κάνει ορατές τις ρίζες του. Στο πέρασμα του χρόνου κερδίζεις σε σοφία, η οποία κάνει το συναίσθημα ασήμαντο και μικρό, ανάξιο λόγου.
   Αλλάζει και το νόημα της φυλακής, με τους αταίριαστους χαρακτήρες που πηγαινοέρχονται ασταμάτητα στο προαύλιο. Ο καθένας μας, όσο και αν έχει βυθιστεί σ’ ένα ατέλειωτο σκοτάδι, πάντοτε ελπίζει σ’ έναν απροσδόκητο ήλιο. Ο ήλιος μπορεί να είναι ο,τιδήποτε· από μια καλή είδηση μέχρι μια απλή χειρονομία φιλίας και συγκατάβασης. Η φυλακή αντανακλά το ηθικό σύστημα ολόκληρης της κοινωνίας. Έχει καθοριστεί ν’ αντιμετωπίζει τους ανθρώπους με τον ίδιο πάντοτε τρόπο. Του βάζει την ταμπέλα του κρατούμενου, θέλοντας να εξηγήσει πως στερείται την εξωτερική του ελευθερία, που στηρίζεται στους γραπτούς νόμους, μέχρι ν’ απελευθερωθεί από τα επικίνδυνα πάθη του και να σωφρονιστεί.
   Ποιος θα περίμενε να ωφεληθεί από ένα τόσο καταπιεστικό σύστημα; Και όμως, δεν είναι αδύνατο! Αρκεί να σκεφτεί κανείς πως το «άγρυπνο χέρι του νόμου» δεν είναι τόσο σκληρό, όσο φαίνεται. Η στέρηση της εξωτερικής ελευθερίας δεν έχει καμία αξία μπροστά στη στέρηση της εσωτερικής ελευθερίας. Οι ίδιες διαδικασίες εφαρμόζονται ακριβώς και «έξω», στην κοινωνία. Μπορεί να έχεις χάσει εκεί μέσα την ελευθερία σου, αν δεν έχεις μάθει ν’ ακούς την εσωτερική σου φωνή!
   Αυτή τη φορά δε θα είμαι και τόσο σίγουρος πως θα επιτύχω στην κατασκευή της μικρογραφίας. Τοποθετώ στα παράθυρα όμορφα κουρτινάκια για να μη φαίνονται τα απαίσια κάγκελα. Τα δωμάτια δεν είναι τόσο μικρά, όπως στην πραγματικότητα, αλλά μεγάλα και ευρύχωρα, μ’ όλες τις ανέσεις και την οικογενειακή ζεστασιά. Το κοφτερό συρματόπλεγμα δεν σ’ εμποδίζει να δεις μακριά, να φανταστείς μια καινούργια ζωή, όπου θα έχεις τον πλήρη έλεγχο των πράξεών σου. Έτσι, εκείνα τα κακόμοιρα και τα ταλαιπωρημένα ανθρωπάκια δεν προχωράνε πλέον σκυφτά μοιρολατρώντας στη ζωή τους. Τα πρόσωπά τους δε μπορούν ν’ αλλοιωθούν από το χρόνο. Φωτίζονται από την έντονη επιθυμία να ξεπεράσουν τον ίδιο τους τον εαυτό.
   Ο Διευθυντής τους μιλάει στοργικά και τους δίνει συμβουλές. Προς Θεού, μην εκμεταλλευτείτε την καλοσύνη του και την εμπιστοσύνη που δείχνει προς εσάς. Με αληθινό ενδιαφέρον σας αποκαλεί «παιδιά του» και το εννοεί μ’ όλη τη σημασία της λέξης. Όταν γίνεται κάτι και αναστατώνεται η φυλακή, έρχεται αυστηρός να μας μαλώσει και να μας πει πως «αυτά δεν είναι σωστά πράγματα για μεγάλους ανθρώπους». Έχει όμως κι άλλα περιθώρια να εξαντλήσει την αυστηρότητά του. Έχει κάθε δικαίωμα να το κάνει για να υπερασπίσει την ασφάλεια της φυλακής. Το γεγονός ότι απευθύνεται σε ανθρώπους με άπειρα οικογενειακά προβλήματα δεν τον απαλλάσσει απ’ αυτή την υποχρέωση. Οι φορείς της εξουσίας «έξω», στην κοινωνία είναι πιο στυγνοί από τους φορείς της εξουσίας «μέσα», στη φυλακή.
   Πολλές φορές σκέφτομαι τον Ευθύμη, τον πατέρα μου που τώρα πια δε ζει. Τον σκέφτομαι, όχι με τη διάθεση ν’ αναπολήσω τις όμορφες στιγμές μας, γιατί τέτοιες δεν υπήρξαν. Μόνο ένας τεράστιος φόβος και μία συνεχόμενη απειλή ρίζωνε στην καρδιά μας και οι εκρήξεις του ξεσπούσαν σαν μανιασμένα κύματα γύρω του και έτρεχες να κρυφτείς για να γλιτώσεις. Η μητέρα μου, λοιπόν, προκειμένου να προστατεύσει εμάς από τον μέθυσο πατέρα, έμπαινε σαν τοίχος μπροστά του, προσπαθώντας να εξισορροπήσει την κατάσταση. Αυτή η πικρία και το παράπονο όμως δεν πρέπει να μαυρίζει τις ψυχές μας. Θα ήταν πολύ εύκολο να ρίξουμε τις ευθύνες από πάνω μας και να πούμε πως για όλα τα στραβά έφταιγε ο «βίαιος πατέρας». Θα έπρεπε να ισχυριστούμε επίσης πως όλες μας οι συναναστροφές ήταν απαίσιες, απίστευτα κακές και πολύ συμφεροντολόγες. Δεν μας ελαφρύνει την κατηγορία από το γεγονός ότι έπρεπε προσεχτικά και έγκαιρα να τις απομακρύνουμε και να προφυλαχθούμε σαν μυαλωμένοι άνθρωποι.
   Η Κλαίρη επέστρεψε στη ζωή μου. Είχε γίνει πια ώριμη γυναίκα και αναζητούσε κάποιον άνδρα αληθινό, πηγαίο, χωρίς τις συνηθισμένες συμβατικότητες της κοινωνίας. Δεν με αντιμετώπιζε σαν «το αγριοκάτσικο του χωριού που έτρεχε στις πλαγιές των βουνών», αλλά σαν «έναν άνθρωπο που έβαλε μυαλό μέσα από τις περιπέτειες και τη διαχείριση των παθών του». Η δυσάρεστη ιστορία της Αιμιλίας, μας έδεσε και πάλι. Ο θάνατος είχε χαθεί από τα μάτια της, δεν μπορούσε να πλησιάσει και ν’ απειλήσει ξανά το ξανθό μας κορίτσι, που γεμάτο αισιοδοξία μεγάλωνε με στόχους στη ζωή της. Ήταν ένα βαρύ σύννεφο που πέρασε από πάνω μας. Σκοτείνιασε για λίγο τις ελπίδες μας αλλά δε θρονιάστηκε για πολύ, γιατί το σκόρπισε η αγάπη όλων μας. Η αγάπη του θείου, της Κλαίρης και η δική μου αγάπη.
   Νομίζω πως η προηγούμενη στάση μου σε θεσμούς και ανθρώπους ήταν εντελώς αδικαιολόγητη και ανόητη. Η ατομική ανεξαρτησία δεν κερδίζεται με την αντίδραση και την αναρχία. Το παλιό φιλόξενο καταφύγιο της εφηβικής μου εποχής γκρεμίστηκε. Σωριάστηκε ο χώρος που έτρεφε την επιθετικότητά μου. Η αγάπη εμφανίστηκε και με απορρόφησε. Η αγάπη εκφράστηκε με πολλούς τρόπους. Μου αποκάλυψε με τη δύναμή της τα προηγούμενα ψέματά μου και με προειδοποίησε για τους κινδύνους που παραμόνευαν, όσο στήριζα τη ζωή μου πάνω τους.
   Τελικά, δεν είναι και τόσο δύσκολο να γίνεις ένα ωφέλιμο μέλος της κοινωνίας, να διεκδικείς πάντοτε την «εσωτερική» σου ελευθερία, εργατικός και αγωνιστικός να δημιουργείς το μέλλον σου και όχι τις συνθήκες της κράτησής σου.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου