Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

ΠΟΛΥΜΝΙΑ, ΚΛΥΘΙ ΜΟΥ!



Φύτεψα στου χρόνου τη βραγιά
ένα όνειρο πολίολβο κι ανθεκτικό
απ’ της Κλωθούς τα κυκλογυρίσματα
σε ύψος και στυλ μιας άλλης εποχής.
Απ’ τη λαχτάρα το ’στησα στη μέση
μιας καταπράσινης κοιλάδας
να το χαϊδεύουν οι άνεμοι
απ’ όλες τις μεριές.
Κι αυτό να σβήνει σαν φωτιά
κάτω από δασύπυκνες υγρές χαμοκερασιές.
Με τη φλογέρα να του συντροφεύουν
οι βουκόλοι στο αιθέριο πέταγμα
πάνω από τα πολύσπορα στάχυα,
όταν τα αμνοερίφια
θα λαγιάζουν τη χαρά στης μακρόσυρτης
σιωπής στο ρέμα,
κάνοντας τη νύχτα μέρα,
μηρυκάζοντας τον κόπο
στο πανάκριβό τους θρέμμα.

Στις κληματόβεργες, που χρυσάνθισαν
στο φθινοπωρινό όψιμο μέρισμα
τσαμπιά άφησα από παραστάφυλα
για να ’χει ο Διόνυσος χαρά
τη μέθη να πορέψει.
Στην κάνουλα να κρεμαστεί,
να πιει ηδύποτο κρασί, τα χέρια
να σηκώσει να χορέψει.
Και να που οι ελπίδες μούλιασαν
κάτω από της μουσμουλιάς
τα ξέφυλλα κλωνιά.
Και σαν ο αγέρας μαίνονταν
από τα ομβριγενή πελάγη
δεν έμειναν στάχυα στ’ αλώνια.
Φόβος τις πυροτέχνησε, τις ξόρκισε,
τις σκόρπισε σαν φρύγανο τ’ αγέρα.
Ξόρκια δεν σπέρνουν οι κρουνοί
απ’ την πηγή του ουράνιου πατέρα.

Έμαθαν κι οι δασόθρεφτες Νηιάδες
να συγκεράζουν το έναυσμα ζωής
με μια μικρή, ορμέφυτη κι απείθαρχη
της άνοιξης αχτίδα.

Κι εμείς για το ταξίδι διαλέγουμε

ένα σύννεφο κι ένα κοπάδι από περιστέρια.
Παρέα να μας κρατούν στην έξοδο μακριά
απ’ της θλίψης τα λημέρια.
Τις μέρες για να φέρουμε
στου ορίζοντα την κόψη.
Κι αφού τετράζυγα άλογα ζευτούμε
θα γυρίσουμε ξανά στη μέρα εκείνη,
που περπατά κοιτώντας εμπρός
και προσπερνά όλες τις στέρφες άλλες.
Του ανθρώπου νου θαυμάζει
η γη σαν πλένεται,
γυαλίζεται με μια χούφτα ψιχάλες.

Vicky Kostenas Lagdos
Dichterin,
Zürich, 20.Mai 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου