Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

"Πρόζα Μεγαλόπολης" από τον Γιώργο Η. Παγωνάκη


Τα ανομολόγητα πάθη δεν χρειάζεται ν’ αποκαλυφθούν,
Είναι πιο όμορφο να ταλανίζουν τα κεφάλια μας
Σαν άυλες αύρες αέρινων φυσημάτων στις φαβορίτες...
Κρυφοκοιτάζοντας τα πεταχτά βλέμματα των περαστικών
Αναμεταξύ των,
Από πεζοδρόμιο σε δρομάκι και από αμάξι σε ποδήλατο,
Χάνεται ο λογαριασμός, από τις σκέψεις που δεν ονοματίζονται...
Οι αγάπες και οι έρωτες ωσάν ρήματα
Ρημάζουν κάθε στιγμή τα λεκτικά συναισθήματα∙
Μόνον ο πόθος με την αέναη τριβή του με το πάθος
Χαρίζουν ειλικρινείς διαφορές στις διαπροσωπικές σχέσεις...
Ω! μα την εμπνευσμένη και πολλάκις μεταφρασμένη ειρωνεία...!
Η αγάπη δεν προτρέπει,
Μονάχα αντιπαραβάλλει-
Ο πόθος σπρώχνει με πάθος για έρωτα,
Όπως θα προχωρούσε μία χελώνα, ειρωνικά:
Δευτερόλεπτο και βήμα,
Ώρες και εκατοντάδες βήματα...
Με υγρά φιλιά,
Που δροσιά τους είναι τα λιωμένα ακατέργαστα διαμάντια,
Οπόταν ο/η σύντροφος διψάει.
Και βουτάει η γλώσσα της συν-αίσθησης
Σε πιο απόκρημνες και βρώμικες από το έρεβος
Λιμνάζοντες σκέψεις-
Σαν αυτές, που εκ των πραγμάτων,
Αναγκάζουν μονάδες χεριών να κουκουλώνονται,
Παλλόμενες κάτω από τα σκεπάσματα,
Τις σκεπές,
Τα τραπέζια,
Τους κόρφους,
Ενώ χείλη θα δαγκώνονται.
Σαν και εκείνες, που εκ των πραγμάτων,
Αναγκάζουν στόματα να στερεύουν σάλιου
Μόνο σε ελάχιστες συζητήσεις,
Μακριά από ματιές ρουφιάνων,
Αστικών θυμάτων,
Καλοθελητών,
Μακριά από την επαφή των τετριμμένων,
Ενώ μώλωπες πραγματεύονται την αντίθεση.
Ο ποιητής, αυτήν τη στιγμή,
Τρέχει στου κορμιού του τη ρωγμή.
Μόλις περάσει το φαράγγι της ύπαρξης αυτής,
Θωπεύει τα πνευμόνια του,
Τα ξεπεζεύει
Και αρκείται στο να μη συνεχίσει ουτωτρόπως.
Τρυπάει τους πόρους του με την πένα
Ή
Σφίγγει θηλιά προτάσεων γύρω από τον λαιμό του
Ή
Και τα δύο μαζί∙
Ασφυκτιά και
Σπαρταρά
Στο μείγμα
Από τα δικά του τα υγρά...
Και φράγκα στον Αχέροντα να πέφτουνε
Τα κάλπικα
Και ρουφηξιές από το νερό του,
Με τους ομφάλιος λώρους,
Να πίνουν τα μπάσταρδα του Πανός.
"παπαί!
Βαβαί!
Βαβαιάξ!", αναφωνεί ο Αριστοφάνης,
Για τις νομότυπες ατασθαλίες κάθε αρχής
Και τα επιφωνήματα μετατρέπονται σε αναφιλητά και
Αναφωνητά...
‹‹Έλεος, κατάντια των σημείων του καιρού,
χοάνη των προβλημάτων και των λύσεων,
των θυτών και των θυμάτων››
Και αποκάμνει ο ταυρομάχος, αφού
Τα τρυπημένα πόδια του,από τα ματωμένα κέρατα,
Λυγίζουν
Και αίμα αναβλύζουν,
Ακόμα αίμα,
Άρρωστο
Και σκόνη σηκώνεται και με το αίμα έγινε το χώμα
Σβόλοι...
Έπειτα ένας θόρυβος
Πιάνει τον παλμό του εδάφους στην αρένα.
Όλα τα βλέφαρα,των προηγούμενων χειροκροτητών,
Ανοιγοκλείνουν συγχρονισμένα.
Και ο νεκρός απεκδύεται τα ρούχα του
Και γυμνός επωμίζεται το ξόδι του...
Ούτε η ακροτελεύτια ανάσα του δεν ακούστηκε.
Βωβό τέλος,
Αίματα γεμάτο,
Μα το ζώο δεν στέκει κεφάτο.
Σπαρακτικό τέλος,
Με σημαίες εκδίκησης τα έντερά του...
Οι σβόλοι ενώνονται και σαν αμοιβάδα
Γίνονται ένα,
Μαζί με τόσους άλλους σβόλους∙
Το παχύρρευστο αυτό κράμα αιμάτινης λάσπης
Γεμίζει κανάτες
Και από αυτές τα ποτήρια ξεχειλίζουν∙
Οι προπόσεις αναλαμβάνουν τα χείλη πιστών
Και αυτή η ειλικρινής θεία κοινωνία
Βαφτίζει σε χάλκινες ανάγλυφες κολυμπήθρες
Όσους δεν πρόλαβαν...
Αρκετοί δεν έχουν γεννηθεί μέχρις στιγμής!
‹‹παύση με παυσίπονα,
λύτρωση με γαρύφαλλα,
ανάβοντας κεράκια στα νούφαρα
οι ρεμβατισμοί της λιμνάζουσας επιφάνειας
τα σπρώχνουν σαν σε τελετουργική πομπή››
Και στη γωνιά κάποιου οικοδομικού τετραγώνου
Μιας μεγαλόπολης,
Ζοφερής όσο η αχνή θαμπάδα
Τετρακοσίων φωτεινών/φθηνών παραθύρων,
Ζευγάρια από μάτια,
Αυτιά,
Χέρια,
Πόδια,
Με ξεχωριστό φύλο,
Τρίβονται για να ζεσταθούν∙ (με την πρόφαση του καλωσορίσματος...)
Όχι άποροι και άστεγοι∙
Και τα πουλιά ίσα που μόλις πατάνε
Σε πέντε επικίνδυνα εκατοστά από περβάζι,
Απλοί περαστικοί με ραντεβού τη γωνιά...
Και τα πουλιά ίσα που μόλις πατάνε-
Απλοί περαστικοί με ραντεβού τη γωνιά-
Σε πέντε επικίνδυνα εκατοστά από περβάζι...
Μόνο απέριττες λιβρέες δεν κρυώνουν
Μέσα στις βιτρίνες και τις αποθήκες
Σ’ αυτήν τη μεγαλόπολη...
Και τα πουλιά ίσα που μόλις πατάνε
Σαν άστεγοι και άποροι
Και τρίβονται για να ζεσταθούν.
Αυτές είναι οι ανάσες από την φάτσα της μεγαλόπολης:
Η εικόνα μιας σονάτας, που προσπαθεί να
Κατρακυλήσει σε ραγισμένα πεντάγραμμα,
Καθώς στην παρουσίασή της, ο διευθυντής της ορχήστρας
Τυφλώνεται από τη μπαγκέτα του.
Το μουσικό χαλί των ΤHIS MORTAL COIL
( song to the siren…)
Παρακινεί τα αγγίγματα με χρώμα νέφους
Να αρχίσουν να μετακινούνται από τα πόμολα
Των έξω πόρτων,
Των στάσεων λεωφορείων .
Από τα χερούλια των αμαξιών,
Ακόμα και από τους ιστορικά ρημαγμένους τοίχους
Των οικοδομημάτων.
Μία κίνηση στα αριστερά και στα δεξιά
Ενός οδηγού, μονάχου στον κεντρικό δρόμο
Κάποιου εμπορικού κέντρου,
Θα διαπιστώνεται με ένα διακριτικό και
Ανεπαίσθητο παρουσιαστικό
Ωσάν κύμα παλμού, στις επιφάνειες
Των καταστημάτων και των πολυκατοικιών∙
Σαν μια απειλή του χώρου από τις ακαριαίες
Καμπύλες του...
Αυτή είναι η ανάσα του χωρόχρονου∙
Γεμάτη χρωστικά, μπετόν, νέφος,
Σκουριά, σκόνη και ανθρώπινες ανάσες
Και χαλασμένες οσμές, κάθε στιγμής,
Στη μεγαλόπολη.
Μια γκριζόμαυρη φιγούρα
Προχωρά αργά με μάτια κλειστά...
Είναι η νεκρή γυναίκα που αντίκρισε ο Νερβάλ
Ανάμεσα στις κάσες μιας εξώπορτας-
Παίζει με την κιθάρα του Neil Young-
Στον κάθε βηματισμό της,
Οι νότες σωριάζονται στο έδαφος,
Κατά τη διάρκεια του σόλο της,
Βρέχονται από ελάχιστες στάλες∙
Αρκετές, ώστε να θαμπώσουν τον αχνό φωτισμό
Από τα ανοιχτά παντζούρια,
Θολώνοντας τα κλειστά παραθυρόφυλα.
Μία νύχτα είναι,
Ύστερα από μία ακόμα ματαιόδοξη αλλαγή,
Ενός ακόμα χρόνου.
Η νεκρή φιγούρα αφήνει πίσω της
Μυριάδες "παγωμένες" σκιές του
Μακρόσυρτου περπατήματός της.
Οι άκρες των μαλλιών της ζεσταίνουν τους αστράγαλούς της
Και διαγράφουν πορεία στην υγρή άσφαλτο.
Η άσφαλτος ερεθίζεται και ανασαίνει
Από τις σιδερένιες ρωγμές των φρεατίων.
Στο διάβα της γκριζόμαυρης γυναικείας μορφής,
Οι λάμπες χλομιάζουν την έντασή τους
Και άλλες από σεβασμό σβήνουν,
Οι κάποιες άλλες ρισκάρουν τρεμοπαίζοντας.
Η κιθάρα τώρα παίζει μόνη της,
Στην πλάτη της μορφής.
Η γυναίκα σκουπίζει τον ιδρώτα της
Μουτζουρώνοντας το μέτωπό της.
...παύση, άνευ μουσικής...
Μονάχα ένας χαρακτηριστικός μονότονος βόμβος
Από ένα αναγνωστήριο εξομολόγησης,
Από ένα τσούρμο σκυφτών κεφαλιών σε προσευχή.
Η πορεία της μορφής συνεχίζεται προς τον συνοικισμό της πόλης∙
Οι πόρτες ανοίγουν και
Πίνακες ανθρώπινου μεγέθους ξεπροβάλουν
Με φιγούρες ζωγραφισμένες από τις
Μελαγχολικές πινελιές του Μπέικον.
(κουρασμένες ατάκες θα μπορούσαν να γεμίσουν την σιωπηλή τούτη ατμόσφαιρα)
Οι ματιές τους
Σαν πυροβολισμοί από διακριτικό σιγαστήρα,
Τραυματίζουν η μία την άλλη και
Σαν χάρτινοι χαμένοι πέφτουν μπρούμυτα
Και γίνονται χαλάκια υποδοχής...
Δεν γνωρίζω για ποιους επισκέπτες∙
"για όποιους", ψυχορραγώντας θα ψιθυρίσει κύκνεια
η αποσυντιθεμένη μορφή του πάπα Ινοκέντιου Ι΄(νομίζω...)
Και πάλι νεκρική σιγή,
Εκτός από το βασανιστικά αργό σπάσιμο κολώνων
Από την κινητικότητα συστάδων με μωβ πασχαλίτσες.
Κάποιο μακρινό τρίξιμο από ξύλινες ρόδες
Πλησιάζει
Και γίνεται έντονα ενοχλητικό.
Η γκριζόμαυρη μορφή στέκει και αφουγκράζεται
Την παρουσία της εικόνας:
Ένα βρεγμένο ξερακιανό άλογο
Σέρνει ένα σκουριασμένο κλουβί πάνω σε μεσαιωνικό κάρο∙
Όμως, όχι δεν ακούγονται οι αλυσίδες,
Μήτε η οχλαγωγία των αναμάρτητων θεατών!
Το ισχνό τετράποδο με κάποια έντερα να αναστενάζουν
Μέσα από τη διάτρητη πληγή του
Λυγίζει τα πόδια του και
Κουλουριάζει με άλγος πλάι στην άφωνη μορφή.
Οι αναθυμιάσεις από τα χνώτα του επιβεβαιώνουν την υγρασία της
Βραδιάς και την κατάστασή του.
Το κλουβί είναι άδειο,
Κλειστό και
Το λουκέτο βρίσκεται μέσα του, σπασμένο.
Πάνω στα σίδερα του κλουβιού,
Ακούγονται οι ύστατες τριβές των παλαμών από
Όσους πέρασαν στιγμές αλύτρωτες
Λίγο πριν την λαιμητόμο,
Την αγχόνη
Και τον πύρινο στύλο...
Λίγο πριν το τέλος!
Νιφάδες,
Μυριάδες,
Έκπτωτες χρωματίζουν το έρεβος της ατμ

Γιώργος Η. Παγωνάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου