Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Η κατηγορουμένη


   Έχεις την πλάτη σου γυρισμένη σε μένα. Κάθεσαι ακίνητη στο εδώλιο της κατηγορουμένης, ήρεμη ή φοβισμένη -δεν μπορώ να διακρίνω. Το ενδεχόμενο κάποιας ποινής, σου κόβει τα φτερά της νιότης. Οι ώμοι σου γέρνουν μπροστά, τα μάτια σου -υποπτεύομαι- χαμηλώνουν στο πάτωμα. Δεν έχεις το θάρρος να κοιτάξεις τα σοβαρά και αγέλαστα πρόσωπα των δικαστών της έδρας. Είσαι συνεχώς εκτεθειμένη στη βαριά ατμόσφαιρα του δικαστηρίου· η παλαιότητα της αίθουσας, με τα μεγάλα παράθυρα και τα σκαλιστά έδρανα, σε περιτριγυρίζει σαν ένα απειλητικό φάντασμα μιας θολής, αυστηρής και αποκρουστικής δικαιοσύνης.
   Βρίσκομαι στην κάτω πλευρά της αίθουσας, πολύ πιο πίσω από σένα, απαλλαγμένος από τη φοβερή έλξη των ματιών σου. Σε παρακαλώ… μη γυρίσεις το κεφάλι σου προς τα πίσω να δεις αυτό που δε θα πιστέψεις πως βλέπεις στ’ αλήθεια! Ένα δικό σου άνθρωπο, με αδιαμφισβήτητες «σταθερές» στη ζωή του, τώρα ένα ψυχικό κουρέλι, ερείπιο που παραδόθηκε στην επικίνδυνη γοητεία σου. Αυτή ακριβώς την τύχη επιφύλαξα στον εαυτό μου και θεωρώ πως δεν μου άξιζε καθόλου. Οι αναμνήσεις με κυνηγάνε ακόμη, γι’ αυτό σε παρακαλώ, μη στραφείς να με κοιτάξεις, γιατί πάντοτε καταλάβαινες τον πόνο που ρίζωνε στην ψυχή μου, ένιωθες από ένστικτο τη φωτιά που έκαιγε τα σωθικά μου και ήσουν έτοιμη κάθε στιγμή λύπης να τη μετατρέψεις σε χαρά. Ήσουν έτοιμη να τυλιχτείς μέσα στα ζεστά σεντόνια μαζί μου και ν’ ακούσεις τον ήχο των κυμάτων χειμώνα-καλοκαίρι να ταράζει την ήρεμη ακρογιαλιά σου.
   Ντρέπομαι να φέρω στη μνήμη μου ανάλογες σκηνές γαλήνης και ομορφιάς, μήπως και λυγίσω μπροστά στον κόσμο και ντραπώ με τη συνειδητοποίηση της αδικίας. Γιατί άραγε, να είσαι εσύ η μοναδική υπεύθυνη που με οδήγησε στο γκρεμό χωρίς ν’ αντιδράσω καθόλου; Με ανατριχιάζει κυρίως η σκέψη πως το βλέμμα σου θα τιναχτεί με μίσος πάνω μου, σαν τσίμπημα κόμπρας, και τα οδυνηρά συναισθήματά μου θα με πνίξουν αμέσως. Ένας μεγάλος έρωτας ν’ αμαυρωθεί και να διαγραφεί κάτω απ’ την πίεση κάποιων αστόχαστων ενεργειών; Όσο αγορεύουν οι αντίπαλοι δικηγόροι ενώπιον της έδρας - βέβαιοι για την υπεράσπιση του πελάτη τους, για διαφορετικούς ο καθένας λόγους- ένα μυστικό φως ανοίγει δρόμους στο μυαλό μου και με βασανίζει ψυχικά και σωματικά. Ακρωτηριάστηκα πνευματικά από την ίδια μου τη μοίρα και δεν μπορώ να συγχωρήσω στον εαυτό μου εκείνες τις απειλητικές επιστολές που σου έστειλα κι έγιναν η αιτία να απομακρυνθείς από κοντά μου και να μου συμπεριφέρεσαι με ψυχρότητα.
   Ένιωθα ένα πληγωμένο θηρίο που έχανε το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Πρώτα είχα φυλακιστεί άνευ όρων σε σένα ώστε εσύ και μόνο εσύ εξουσίαζες τις σκέψεις μου και τα πάθη μου. Τι κάνει ένας βαθιά ταπεινωμένος άντρας, όταν ανακαλύπτει απρόσμενα, μετά από εννιά χρόνια, ότι τον κορόιδευες, διατηρώντας μία παράλληλη σχέση με κάποιον άλλον; Κι αυτός ο άλλος μοιραζόταν το ίδιο βλέμμα, το ίδιο σώμα, την ίδια γαλήνη με μένα και ήμουν σίγουρος πως μόνο εγώ είχα το αποκλειστικό αυτό προνόμιο. Δε θα έπρεπε να νιώθω αθώος ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση της προδοσίας από μία γυναίκα, αφού προηγουμένως είχα καταφέρει να προδώσω τη γυναίκα μου, τη γυναίκα που έφερε στον κόσμο τα δύο παιδιά μου. Έδωσα δικαιώματα στη μικρή επαρχιακή κοινωνία να πλάσει κακοήθειες στ’ όνομά μου, ενώ στο παρελθόν ήμουν για όλους «ένας σοβαρός επιχειρηματίας που τιμούσε την οικογένεια και τα παιδιά του».
   Δεν άργησαν όμως να φωλιάσουν τα άγρια πουλιά του πειρασμού, τα μαύρα, σκοτεινά με τα γαμψά νύχια, που γαντζώνονται στις σκέψεις των ανθρώπων και δε λένε να φύγουν από εκεί… Μία εικόνα κυριαρχούσε μπροστά μου· η δική σου μορφή. Στην αρχή μπήκα στο παιχνίδι διστακτικά αλλά αργότερα πιο δυναμικά και βίαια, παραμερίζοντας τους οποιοσδήποτε ενδοιασμούς που με συγκρατούσαν μέχρι τότε. Ξόδεψα όλη την ενεργητικότητά μου αφοσιωμένος σε σένα, που πολύ ύπουλα μ’ έριξες σε μία άθλια κατάσταση, εκείνη του ανθρώπου που αρνείται κάθε αυτοέλεγχο. Δεν υπολόγισες τα όσα σου πρόσφερα: ασυγκράτητα αισθήματα και υλικά αγαθά. Σου έγραψα πως «θα στείλω την κασέτα με τις ερωτικές στιγμές μας στη μάνα σου, να θαυμάσει εκείνη τα γυμνά κάλλη της κόρης της και το αγαλματένιο κορμί της!». Χωρίς ίχνος ανθρώπινης αξιοπρέπειας, με μεγάλη ποταπότητα αντέστρεψα σε μήκος, πλάτος και βάθος τα όσα ζήσαμε έντονα μαζί και άρχισαν σιγά-σιγά να ξεθωριάζουν από τη μνήμη σου. Τα πράγματα γύρω από τον έρωτα μετράνε διαφορετικά· άλλοι μεταμορφώνονται σε άγγελοι, άλλοι σε διάβολοι, μια ανεξήγητη δύναμη που εξυψώνει μα ταυτόχρονα υποβιβάζει κιόλας, τον άνθρωπο!
   Εντελώς απροσδόκητα ανακάλυψα πως το ερωτικό πάθος μου και τα άδολα αισθήματά μου δεν ήταν αμφίδρομα. Η σχέση μας έμοιαζε με μία ανταλλαγή σ’ ότι ο καθένας είχε ανάγκη. Ίσως, το θεώρησες δεδομένο πως ένας τριανταπεντάρης τότε, τι άλλο θα περίμενε από μία εικοσάχρονη κοπέλα, παρά το αυτονόητο για πολλούς· να γευτεί τις ομορφιές της, να αισθανθεί τις οσμές αυτού του ανθού, να ζήσει τις υπέροχες ερωτικές στιγμές, οι οποίες αποτελούν βάλσαμο για έναν αυστηρά προγραμματισμένο οικογενειάρχη. Κι αν δεν το ζήτησες εσύ, θα ερχόταν με το χρόνο η πληρωμή σου, όπως και ήρθε κάποτε αλλά ποτέ σαν υποχρέωση, μα σαν προσφορά αγάπης. Πίστευα πως αξιοποιούσες τις ώρες σου κοντά μου και όχι πως τις ξόδευες σε μια αποστολή· στην υλική απολαβή που προσδοκούσες ως αντάλλαγμα για την προσφορά σου, για την παράδοση του κορμιού σου στα χέρια μου, για το σμίξιμο των χειλιών σου με τα δικά μου, για τα λόγια, τα παθιασμένα σαν όμορφες, απατηλές φούσκες που έσπαζαν μ’ ευκολία κάνοντας κρότο. Πώς λοιπόν να μην πάρει ο άνεμος τα ερωτικά χάδια σου, τ’ ασταμάτητα φιλιά σου, εκείνες τις ανεξάντλητες στιγμές στο ξενοδοχείο στου έρωτα τα πολύμοχθα καλέσματα, νιώθοντας τις ικεσίες ενός Θεού ευεργέτη και παράλληλα τιμωρού;
   Ο θυμός και ο πληγωμένος εγωισμός μου, τα ξεθώριασε όλα αυτά, που έπρεπε να εξασκούν ακόμη σε σένα μια ιδιαίτερη γοητεία. Ο δικηγόρος σου υποστηρίζει πως από χρόνια έψαχνες τρόπους να διακόψεις τη σχέση και ν’ απαλλαγείς από εμένα, που πιεστικός και φορτικός έκανα το παν να σε κρατήσω κοντά μου! Ξέρεις καλά πως κρύβεις την αλήθεια. Γιατί δεν τους εξηγείς πώς περνούσαμε τις νύχτες στο ξενοδοχείο όταν ερχόσουν στην πόλη μου για δουλειά; Περιέγραψε σ’  εκείνους το θαυμασμό σου στο τέλος της σεξουαλικής συνεύρεσή μας, όπως ακριβώς τον εξέφραζες σε μένα! Στα μάτια σου αντίκριζα ένα διαφορετικό τότε κόσμο· αγνό, προσιτό, καθόλου παραμορφωμένο από οικονομικά συμφέροντα. Διαπίστωσα τελικά πως το πιο σημαντικό συναίσθημα που ένιωθες απέναντί μου, ήταν η ικανοποίηση των αναγκών που σου κάλυπτα. Κατέθεσα στον τραπεζικό λογαριασμό σου ογδόντα χιλιάδες ευρώ για τις σπουδές σου κι εσύ γελούσες και τα μάτια σου φωτίζονταν, φτάνοντας σε μακρινούς ορίζοντες, εκεί που ποτέ δε θα μπορούσες να φτάσεις με την πενιχρή οικονομική στήριξη των γονιών σου. Κι όταν πήγες στο σπίτι με το αυτοκίνητο που σου δώρισα, ούτε η μάνα σου ούτε ο πατέρας σου ρώτησε από απλή περιέργεια ή από βαθιά υποψία: «Με τι χρήματα το αγόρασες αυτό το αμάξι; Δεν πιστεύω, άμυαλη, να πουλάς το κορμί σου; Με ποιον βγαίνεις έξω;». Δεν είχες την τόλμη να τους πεις κατάμουτρα πως έβγαινες με κάποιον παντρεμένο, γιατί τότε δε θα σ’ έσωζε κανείς από τα χέρια των δικών σου!
   Η ζυγαριά της δικαιοσύνης δεν ξέρει κανείς προς τα πού ακριβώς κλείνει. Με τι σκεπτικό θ’ αποφασίσει η έδρα και θα λάβει υπόψη τις νομικές παραμέτρους, γιατί ούτως ή άλλως θα ήταν δίκαιο να καταδικαστώ λόγω της οικογενειακής απιστίας μου. Ο δικηγόρος μου θα κάνει μία πολύ καλή αγόρευση, λέγοντας πως η απιστία δεν είναι θεσμοθετημένη νομικά, άσχετα αν σε παλιότερες εποχές οι παντρεμένες και οι παντρεμένοι βίωναν μια κοινωνική κατακραυγή. Στις μέρες μας ο  εκμαυλισμός και η χαλάρωση των ηθών τείνει να γίνει ένας συνηθισμένος τρόπος ζωής. Έτσι οι δικαστές οφείλουν μεταξύ δύο ανήθικων στάσεων να επιλέξουν την πιο κραυγαλέα και τρομαχτική, την πιο επιλήψιμη για την ανθρώπινη φύση. Ο δικαστής όμως δεν μπορεί να μπει στην ψυχή κανενός και να εξετάσει την επίδραση που ασκούν σε αυτήν τα  συναισθήματα και τα πάθη.
   Δεν αισθάνομαι πως έβλαψα εσένα, ίσα-ίσα φρόντισα να σου εξασφαλίσω ένα λαμπρό μέλλον και ίσως αυτό να ήταν το μεγαλύτερο σφάλμα μου. Ποτέ δεν αναρωτήθηκα αν αυτά που σου πρόσφερα ήταν τόσο δελεαστικά και ένιωθες εξασφαλισμένη ώστε να κλείνεις τα μάτια, να υποκρίνεσαι ή από υποχρέωση να με ανταμείβεις με έρωτα και πάθος. Μ’ έναν έρωτα καθόλου πηγαίο, χωρίς βαθιές ρίζες, μ’ έναν έρωτα υπολογισμένο, άφτερο να σέρνεται στη γη, υποχθόνιο. Το αδιαμφισβήτητο επιχείρημά σου είναι το εξής: «Ήσουν και είσαι ακόμη ελεύθερη, τι έφταιγες εσύ; Εγώ έπρεπε να προσέχω. Μπορούσες να οργανώσεις τη ζωή σου και τα συναισθήματά σου χωρίς καμία επιρροή και παρέμβαση. Ποιος να σε κατηγορήσει γι’ αυτό;».
   Φταίει ο παράδεισος των ματιών σου και το χυτό σώμα σου σε καλούπι αρμονικό και τέλεια πλασμένο. Ήμουν τυφλός στ’ αλήθεια και πως τάχα να σε πολεμήσω για την καταστροφή μου, το ψυχικό μου κουρέλιασμα; Η μήνυση που υπέβαλλα και εξετάστηκε ενώπιον του δικαστηρίου ήταν μια κίνηση αντιπερισπασμού -όπως πολύ σωστά δήλωσε ο δικηγόρος σου- αφού είχε προηγηθεί η δική σου, λόγω των αδικαιολόγητων επιστολών και του εκβιασμού που θεώρησες πως σου έκανα, για να σε κρατήσω εναγωνίως στη σχέση. Συνειδητοποίησα πως, ενώ αρχικά νόμιζα πως ήμουν κυρίαρχος του ερωτικού παιχνιδιού, τελικά είχα έναν υποδεέστερο ρόλο, εξ ολοκλήρου τραγικό.
   Σε παρακαλώ για άλλη μία φορά, σε ικετεύω… μην αφήσεις ούτε λεπτό το βλέμμα σου να πέσει πάνω μου, ακόμη και αν πολύ ύπουλα θελήσεις από εκδίκηση να αισθανθείς ικανοποίηση λόγω της τωρινής κατάστασής μου. Φοβάμαι και τρέμω περισσότερο την περίπτωση του να πληγωθείς σαν με αντικρίσεις ανήμπορο, να κάθομαι στο αναπηρικό καροτσάκι μου. Ήταν το ατύχημα που συνέβη μετά την αποστολή των απειλητικών επιστολών και στιγμάτισε τη λαμπρή μέχρι τότε ζωή μου! Ποιος άραγε ξέρει ν’ απαντήσει με σιγουριά στο ερώτημα: «σ’ αυτή την απρόβλεπτη ζωή τι είναι ατύχημα και τι ευτύχημα;».
   Προσπαθώ να φέρω στη μνήμη μου τις πολύωρες συνομιλίες μας στο τηλέφωνο και μοιάζουν τόσο ιδανικές σαν να τις ανέπλασε η φαντασία μου, όμως ήταν με βεβαιότητα, έτσι ακριβώς όπως συνέβηκαν· πολύ αυθόρμητες κι ερωτικές. Οι αναρίθμητες τρυφερές φράσεις, όπου η φωτιά τους δεν μπορούσε να κρυφτεί, συνεχιζόταν πιο εντυπωσιακές στις απρόοπτες συναντήσεις μας. Η φωνή σου έβγαινε αβίαστα ζεστή, τρεμουλιαστή, ηδονική και παθιασμένη. Συγχρονιζόταν ρυθμικά με τα επιφωνήματα του έρωτα. Πώς να παρηγορηθώ με τη σκέψη πως ήταν μόνο οι σύντομες, στιγμιαίες λάμψεις στο σκοτάδι που έθρεφες μέσα σου και το πύκνωνες με την υποκρισία;
   Η φωνή του Προέδρου του δικαστηρίου δόνησε την αίθουσα και φάνηκε πως το απειλητικό φάντασμα που για λίγη ώρα είχε πέσει σε λήθαργο, ξύπνησε απότομα και σκόρπισε πάλι τη βαριά ανάσα του σε αντικείμενα και ανθρώπους. Στύλωσες για λίγο το βλέμμα σου -απ’ ό,τι συμπέρανα από το ξαφνικό τίναγμα του κεφαλιού που προοιώνιζε το τέλος της υπόθεσης. Πιάστηκες απ’ τα χείλη των δικαστών ν’ ακούσεις την ετυμηγορία τους: «Αθώα!», αποφάνθηκε ο Πρόεδρος. Έτρεξες γρήγορα προς την πόρτα, να φύγεις μακριά, να μη συναντήσεις ξανά τα παλιά δεσμά σου, να μη δεις έναν άνθρωπο με καταρρακωμένο ηθικό που θα σου χαλάσει την ανόθευτα αποτυπωμένη εικόνα του έρωτα, την απομακρυσμένη από τις πληγές και τις ζημιές, που προκαλεί στις ψυχές των εραστών. Μα κυρίως έτρεξες για να μην σε προλάβω και ξανακούσεις τη φωνή μου, λαμβάνοντας ακόμη ένα ερωτικό κάλεσμα. Ή μήπως προσπαθούσες να ξεγλιστρήσεις από τον εφιάλτη της στιγμής· τον απαίσιο ήχο που κάνουν οι ρόδες του αναπηρικού καροτσιού όταν γυρνούν πίσω σου στο διάδρομο, και αναγκαστείς να τον παραλληλίσεις με τον ανατριχιαστικό ήχο της μοίρας που γυρίζει ασταμάτητα, σαν έναν τεράστιο οδοντωτό τροχό που παρασέρνει και συνθλίβει ό,τι βρει μπροστά του; Ήθελες ν’ αποφύγεις να με κοιτάξεις και να σιγουρευτείς -γι’ αυτό που σου πέρασε απ’ το μυαλό σαν φευγαλέα σκέψη- πως τα μάτια μου έλαμψαν και στο πρόσωπό μου αποκαλύφθηκε μία απέραντη χαρά και ικανοποίηση, πως η καρδιά μου χτύπησε με πόθο στο άκουσμα της αθώωσής σου! Γιατί άλλωστε, να είσαι υπεύθυνη για το κατρακύλισμα και την έξαψη των παθών μου; Εσύ ό,τι μου έδωσες δε θα χαθεί από τη μνήμη μου. Με φυλάκισες με του έρωτα το ανανεωτικό χάδι, με φυλάκισες με του έρωτα το βαθύκοπο μαχαίρι.

 
Λάσκαρης Π. Ζαράρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου