Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

Προδημοσίευση ποιημάτων από τη συλλογή "ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ" της Μαρίας Κολοβού-Ρουμελιώτη (Εκδόσεις "ΩΡΙΩΝΑΣ").


 Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη

ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ





ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ




ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 Μια  αυγουστιάτικη  φεγγαρόλουστη  νύχτα, η  γριά  Περσεφόνη,  μια   εκατόχρονη  γερόντισσα, κάθεται ακουμπισμένη στην εξώπορτα  του πατρικού της σπιτιού: το σημείο εκείνο, όπου ξεκίνησε να πλάθει τα εφηβικά όνειρα  της  ζωής.
Μόνη  πια, σκεβρωμένη  απ’  τις βαρυχειμωνιές της ζωής κι απ’ των χρόνων τα βάσανα, με αχτένιστα μαλλιά κι αστρολάβο τη μνήμη, στέκει να  αγναντεύει βαθιά  το παρελθόν αναγείροντας απ’  τα θησαυροφυλάκια του μυαλού  τις εκατόχρονες θύμησες.
Κάνοντας τον  τελευταίο  απολογισμό  της, μην έχοντας σε ποιόν  να μιλήσει, καταπιάνεται  με  το να κάνει την εξομολόγησή  της  στα άστρα του ουρανού και στο  ολόγεμο φεγγάρι.
Έχοντας  βαθιά γνώση του εαυτού της,  φορτωμένη με  τις εμπειρίες των όσων είχε  ζήσει ως  τότε, προσπαθεί να αντιμετωπίζει τα πράγματα με αξιοπρέπεια.
Τούτη τη νύχτα καταπιάνεται με το: Άλλες φορές να μονολογεί, άλλες να γράφει κι  άλλες  να διαβάζει το τεφτέρι  που  της χάρισαν πριν από χρόνια  η  χαρά και  η  λύπη, καθώς διάβαινε τα μονοπάτια εκείνα που  την οδηγούσαν  στο  να γνωρίσει τη ΖΩΗ, ώστε, ως  άνθρωπος τίποτε να μην ξεχάσει απ’ όσα της  χαρίστηκαν˙ γιατί όπως  λέει και συμβουλεύει η ίδια: « Η βόλεψη την σκέψη  μαλακώνει,  την κάνει  μαλθακή». Καθώς  επίσης, το  πως:  «Είναι  χειρότερα  να σέρνεσαι,  απ’   το  να σταυρώνεσαι».
Γυρίζει γύρω στα  όσα έζησε, λέγοντας μοναδικές αλήθειες.
Η σκέψη στροβιλίζεται, κάνει κύκλους.
Γύρω της  στήνει κυκλικό χορό η νιότη, η ωρίμανση, η ολοκλήρωση, η παραίτηση  των χρόνων,  η φθορά,  η αναζήτηση του πραγματικού εαυτού. 
Έτσι, διαχρονικές  αλήθειες,  νοσταλγικές, όπως η οικογένεια,  ο έρωτας, η  συντροφικότητα  η  μητρότητα,   κάνουν την εμφάνισή  τους, βυθίζοντας  αυτή  τη μοναχική  ύπαρξη,  σε περισυλλογή και περίσκεψη.
 Αλήθειες βαθιές, που της χάρισαν  η πείρα  των  χρόνων, και  τώρα, ως  γριά πια,  προσπαθεί να σταθεί αγέρωχη πασχίζοντας να υπενθυμίσει  στον εαυτό της για  μια  ακόμη φορά  πως: Η ΖΩΗ είναι ένα αιώνιο ψέμα που καλούνται να ζήσουν μόνο  όσοι  έχουν γεννηθεί, χωρίς  ποτέ να  χάσουν την  μοναδικότητα  και  την εκ γενετής αθωότητα της ψυχής τους.
  


                                                                      Με σεβασμό

                                                        Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη   
 

   

Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ…

(Στίχοι της Μαρίας Κολοβού – Ρουμελιώτη)

Μια πνοή στο άπειρο είμαι,
μια στιγμή δευτερολέπτου στο όνειρο,
που σβήνω πριν προλάβω ν’ ανάψω
το φαναράκι που φωτίζει το δρόμο της ύπαρξής  μου.

Βιάζομαι να φωνάξω πως: υπάρχω!
Πως είμαι ένας κόκκος άμμου που χτίστηκε
στην απεραντοσύνη της ολότητας του σύμπαντος
και της ερήμου της ζωής,
καθώς, αγωνιώ να προλάβω
να ρουφήξω δροσιά απ’ τους κάκτους της…

Βιάζομαι να ακούσεις:
Πως γεννήθηκα για να με κοιτάξεις
σε ένα ανοιγόκλειμα των βλεφάρων σου˙
πριν προλάβω κι επιστρέψω:
«Στην πριν της γέννησης μου ανυπαρξία».

Όσο για το μετέπειτα,
δεν βιάζομαι καθόλου
γιατί γνωρίζω πως: είναι αιώνιο…

  


ΠΑΡΗΓΟΡΑ ΛΟΓΙΑ

(Στίχοι της Μαρίας Κολοβού – Ρουμελιώτη)

Μην κλαις παρηγοριά μου!
Τα χέρια μου απλωμένα σαν φτερούγες
την βροχή και τα σύννεφα κρατούν˙
τα περιβόλια θα ποτίσω με τα δάκρυά τους
να αναστηθούνε τα καρπόκλαδα τα απότιστα.


Μην κλαις παρηγοριά μου!
Η ψυχή μου, θέρμη ζεστή,
την νοτιά της ομίχλης εξανεμίζει.
Στις στέρνες του ουρανού μαζεύονται τα δάκρυά της,
βροχή δροσιάς θα πέσουνε και θα σε δροσίσουν.


Μην κλαις παρηγοριά μου!
Αραδιασμένα στο μεγάλο τραπέζι της καρδιάς,
δυόσμος και βάλσαμο,
σε κούπα δίστομη θα ρίξω βότανα να σε ζεστάνω.
Καινούρια περιβόλια θα φυτέψω,
να ‘ρχονται αηδόνια και  καναρίνια∙
να σου τραγουδούν απ’ την αυγή ως και την άλλη αυγή!


Μην κλαις παρηγοριά μου!
Τα αστεράκια του ουρανού σκέπασμα θα γενούν
και το φεγγάρι το ασημί, θα στολίσει με ασημοφώς
τους άχρωμους τοίχους της νύχτας.
Ψιθυριστό τραγούδι ο Απόλλωνας θα ψέλνει στα αυτιά σου,
κι εσύ, σεμνές σπονδές θα του προσφέρεις.


Μην κλαις παρηγοριά μου!
Μεγαλύτερη παρηγοριά  από σένα δεν έχω!
Παρακαλώ τους θεούς, την βροχή και το βάλσαμο:
Αγάπη να σου δίνουν


και να σου τραγουδούν μελωδικά τραγούδια.
Δροσιά να ρίχνουν και να δροσίζεσαι όταν ιδροκοπάς.
Βάλσαμο να σου φτιάχνουν σε δίστομη κούπα,
όταν δεν θα υπάρχω!...


Μην κλαις παρηγοριά μου!
Στις κουρτίνες του παραθύρου έρχονται περιστέρια
και μου φέρνουν μηνύματα.
Κι ο Ερμής,
μου ‘φερε γράμμα το βράδυ στα όνειρά μου.
Το άφησε πάνω στο τραπέζι και το διάβασα.
Χτες βράδυ,
άφησε ο Ήλιος το άρμα του στην πόρτα σου,
του τάιζες τα άλογα όλη την νύχτα,
σε έκανε αφέντρα του.
Και το ξημέρωμα,
η Πούλια στάθηκε στο προσκεφάλι σου
μαζί με τον Αυγερινό.
Σου φόρεσαν ολόχρυσο στεφάνι στα μαλλιά
Σε πήραν και ταξίδεψες μαζί τους.
Είδες τον κόσμο από ψηλά!


Μην κλαις παρηγοριά μου!
Όλα θα φτιάξουν - θα δεις.
Ο Ήλιος σε φώτισε,
Σε έκανε δική του.
Μην κλαις!!!




ΕΞΟΡΙΣΤΗ

(Στίχοι της Μαρίας Κολοβού – Ρουμελιώτη)

Μια εξόριστη είμαι σ’ αυτόν τον τόπο…
Εξόριστη και μόνη…
βασανισμένη απ’ την μοναξιά μου …που πάντα οδηγεί τη σκέψη μου
σε τόπους μακρινούς και άγνωστους
και γεμίζει τα όνειρά μου με εικόνες
μιας πατρίδας μακρινής και λησμονημένης…

Εξόριστοι από συγγενείς και φίλους 
κι αν κάποιον απ’ αυτούς αντάμωνα, θα έλεγα στον εαυτό μου:
«Μα ποιος είναι αυτός; Και που τον έχω γνωρίσει;
Ποιος δεσμός μ’ ενώνει μαζί του και γιατί με τραβάει να καθίσω πλάι του;».

Εξόριστη είμαι κι από τον εαυτό μου…
κι αν ακούσω την ίδια μου τη γλώσσα να μιλεί,
το αυτί μου βρίσκει τη φωνή μου παράξενη.

Μερικές φορές κοιτάζω μέσα μου και παρατηρώ το μυστικό εαυτό μου.
Έναν κρυφό εαυτό, που γελάει και καίει, που τολμάει και φοβάται…
Τότε η ύπαρξή μου απορεί με την ύπαρξή μου
και το πνεύμα μου εξετάζει το πνεύμα μου.
Ωστόσο μένω εξόριστη…
Άγνωστη… χαμένη στην ομίχλη, ντυμένη με την μοναξιά...

Εξόριστη σε μια πατρίδα μακρινή και λησμονημένη
Που κανείς δεν ξέρει τον τόπο που γεννήθηκα
και κανείς δεν έχει ακούσει το όνομά μου.

Σκέψεις παράξενες με παγιδεύουν -χαρούμενες και φοβερές,
πόθοι, χαρές και πόνοι…
Και σαν πέφτει η νύχτα, ίσκιοι περασμένων καιρών πέφτουν επάνω μου
και ψυχές με πλησιάζουν και με θωρούν.
Τους θωρώ κι εγώ  και τους ρωτώ για πράγματα παλιά
και μου απαντούν με καλοσύνη και χαμόγελα.

Μια εξόριστη είμαι και κανείς δεν καταλαβαίνει την γλώσσα της ψυχής μου.

Είναι παράξενα τα οράματά μου,
ανόμοια με τα οράματα κάθε άλλου ανθρώπου.
Γιατί βλέπω ψυχές να υψώνουν τα φτερά τους προς τον ουρανό,
κι άλλες θρηνώντας να κατεβαίνουν στον Άδη. 
Που με θωρούν με βλέμμα γεμάτο αγάπη!
Εξόριστη από τον τόπο μου,
από μια πατρίδα λησμονημένη και πονεμένη…
μαζεύω όσα η ζωή εσκόρπισε.
Μια εξόριστη είμαι κι εξόριστη θα μείνω -μακριά απ’ τον τόπο μου,
ώσπου ο θάνατος να με πάει εκεί που ανήκω.




ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

(Στίχοι της Μαρίας Κολοβού – Ρουμελιώτη)

Χρόνια σε ψάχνω να σε βρω εαυτέ μου,
σε διαχρονικά ταξίδια εξερεύνησης,
σε δρόμους αχανείς, ανεξερεύνητους.

Οι μέρες και οι νύχτες δαμάζουν τη σάρκα μου,
παρελαύνουν τραγουδώντας εμβατήρια σε ρυθμούς νεανικούς.
Οι χορδές της φωνής, δεμένες κλωστές,
προσπαθούν να λυθούν
και να δονήσουν για σένα εαυτέ μου!

Στο στήθος μού έχεις κρεμάσει φυλαχτό μια κόκκινη καρδιά
που αχνίζει αγάπη.
Στα χέρια μου μια αγκαλιά σπουργίτια κυνηγημένα,
προσπαθούν να κρυφτούν στις παλάμες μου,
κι εσύ εαυτέ μου,
κοιτάζεις τον μέσα σου εαυτό…
υποψιάζεσαι την τεφρή ταραχή μου
κι αγναντεύεις τις ρυτίδες που κάνουν τα νέφη στον ουρανό,
προγραμματίζοντας για την επόμενη κίνηση.

Πόσο ανεξερεύνητος είσαι εαυτέ μου!

Αφήνεις ίχνη εκεί που βαδίζεις
στους κήπους άρωμα σκορπίζεις
και μόνος μένεις,
κάνοντας ταξίδια εξερεύνησης
και συνθλίβεσαι μες στην κενή μου ύπαρξη.

Άγρυπνος βαδίζεις
διαβάζοντας τις κακογραμμένες σελίδες της νιότης
προστάζοντας εαυτέ μου,
καινούρια,
απ’ την αρχή γραφή,
με βούληση και γνώση.
Αχ,
αριθμώ τα μεγαλεία και τα ερείπια
που οι καιροί  κρατήσανε στα χέρια τους:
σταχτιά πουλιά με λευκό πούπουλο στο στήθος,
με το κεφάλι γυρισμένο κάτω απ’ την φτερούγα τους.
Μείναμε μόνοι
εγώ κι εσύ, εαυτέ μου,
μετρώντας τις γκρίζες τρίχες της θλιμμένης κόμμωσής σου
και βρίσκω,
πως
πολύ μου βαραίνουν την πλάτη.
Πλεξούδες, σπαθιά κοφτερά
που χαρακώνουν το σύμπαν του κορμιού μου.

Πόσο ανεξερεύνητος είσαι εαυτέ μου!
Στο ακρογιάλι του κορμιού σου,
ξεσπούσε η καταιγίδα της ζωής
κι αθόρυβα κατάπινες την θλίψη σου.
Με δάκρια ξέπλενες τα χέρια,
αλέκιαστος να χαϊδέψεις το πρόσωπό της.

Τα χρόνια που σε χτύπησαν εαυτέ μου
κεραυνός που καίει ξεχασμένο δέντρο,
Καλικάντζαρος που ροκανίζει τη ζωή.

Στα χέρια μου κρατώ μια κούκλα παιδική.
Στο στήθος μου δυο μάτια λαμπερά,
που χαιρετούν την ζωή ειρηνικά
κοιτάζοντας την θλιμμένη σου σκιά.

Τους ερωτεύτηκα τους χρόνους σου εαυτέ μου!
Δρόμοι ισχνοί,
που σφύριζαν στα αφτιά μου
το τραγούδι της πτώσης μου.

Τους ερωτεύτηκα τους δρόμους σου εαυτέ μου!
Χρόνοι ισχνοί,
που κουρασμένοι κύλησαν
ψιθυρίζοντας το τραγούδι της ανάπαυσης.
Κλίνη δεν έχει το κορμί για να ξαπλώσει.
Ο φανοστάτης της αγρύπνιας αναμμένος
 - λευκή γριά -
σαν τον αχνό του φεγγαριού
πίσω απ’ το νέφος,
φωτίζει τους αχανείς δρόμους της ζωής σου
να εξερευνήσει τα μονοπάτια εκείνα
που δεν αντάμωσες ως τώρα.
Η γλώσσα γαργαλάει τον ουρανίσκο,
σαν κάτι να την ενοχλεί.
Κι εκείνο που την ενοχλεί,
είναι πως:




ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΞΕΧΩΡΙΣΕ ΤΗΝ  ΓΕΥΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ...

Το βλέμμα, θαμπή γραμμή στα βλέφαρα
κοιτάζει τα ανεξήγητα και τα υπέροχα
με έντρομο θαυμασμό.

Μέσα μου ψάχνω τα φτερά
για να πετάξω στα ψηλά
να εξερευνήσω το ανεξερεύνητο, εαυτέ μου:
Αυτό που δεν σου γνώρισα ποτέ μου!

Αγάπη είναι η ζωή
δεμένη με αλυσίδα
με  όλα όσα γνώρισα
με όλα όσα δεν είδα.
Και τρέμει ο νους
μήπως,
της γης τα σωθικά τραντάξει
κι όσα νοστάλγησε η ζωή
το χώμα τα σκεπάσει.

Ανοίγω τις πύλες της καρδιάς
στους δρόμους τους ισχνούς να περπατήσεις
κι αν δεν σ’ αρέσει η διαδρομή,
βάλε στους ώμους σου φτερά
να φτερουγήσεις.

Αχ εαυτέ μου τύραννε,
που της ζωής την ανηφόρα ανεβαίνεις!
Να μην ξεχάσεις:
Κλωνί βασιλικού στο γυρισμό σου να μου φέρεις!..
Κι απ’ τα χεράκια σου τα δυο,
την παιδική σου κούκλα να μην χάσεις˙
και την  θλιμμένη σου σκιά
να χαιρετάς καμαρωτά… Να ξαποστάσεις!!!


Και τα τέσσερα ποιήματα  ανήκουν στην ποιητική συλλογή: "ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ" που αναμένεται να κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις "ΩΡΙΩΝΑΣ".
                                                                 
                                                                             


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ



Η Μαρία Κολοβού – Ρουμελιώτη γεννήθηκε το 1965 στη Βουλιαγμένη Ηλείας όπου κι έζησε τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια.
Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών έφυγε απ’ τη γενέτειρά  της κι εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Πάτρα όπου σπούδασε, παντρεύτηκε και δημιούργησε τη δική της οικογένεια.
Εργάστηκε για είκοσι τρία χρόνια στον τομέα της  Υγείας  ως Νοσηλεύτρια σε μονάδα νεογνών. Έχει μελετήσει  παιδική ψυχολογία κι έχει παρακολουθήσει τέσσερα χρόνια μαθήματα σχεδίου και χρώματος σε ιδιωτικά καλλιτεχνικά εργαστήρια της πόλης όπου διαμένει.
Είναι παντρεμένη και μητέρα τριών τέκνων.
Ως τώρα περνάει τον χρόνο της αφοσιωμένη στην οικογένειά της και στις μεγάλες της αγάπες: τη μελέτη, τη συγγραφή και τη ζωγραφική.
Είναι  τακτικό μέλος  της Διεθνής Εταιρείας  Ελλήνων Λογοτεχνών και Καλλιτεχνών,  και των Νέων Καλλιτεχνών Πάτρας.
Είναι ενεργό  μέλος λογοτεχνικών περιοδικών, όπου  δημοσιεύουν στίχους της και κείμενά της.
Έχει  λάβει  μέρος σε  πανελλήνιους  λογοτεχνικούς  διαγωνισμούς  καθώς  και  σε διαγωνισμούς  ζωγραφικής, όπου στίχοι της και εικαστικά της έργα έχουν πάρει τιμητικές διακρίσεις και βραβεία.
Το 2011 στίχοι της και εικαστικά της έργα βραβεύτηκαν από την Διεθνή Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και Καλλιτεχνών. Επίσης έχει διακριθεί με το Πρώτο Βραβείο Διηγήματος στον 2ο Διαγωνισμό Διηγήματος για το 2011 του περιοδικού λόγου και τέχνης «ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ ο Θεσσαλός» με το κοινωνικοπολιτικό διήγημά της: ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΝΕΑΝΙΚΗ ΕΛΠΙΣ!
Το 2012 βραβεύτηκε για δεύτερη συνεχόμενη φορά από το ίδιο περιοδικό για  τη συμμετοχή της με το διήγημα: «Ο ΘΟΥΡΙΟΣ ΕΝΟΣ ΑΔΟΚΙΜΟΥ ΠΟΙΗΤΗ»,  στον 3ον Διαγωνισμό Διηγήματος που είχε προκηρυχθεί με θέμα: «σύγχρονη Νεοελληνική κοινωνία πραγματικότητα στις αρχές του 21ου αιώνα».
 Επίσης,  έλαβε το Δεύτερο Βραβείο Ποίησης από το Σύλλογο Ανατολικής Ρωμυλίας Βόλου για τη συμμετοχή της  με το Ποίημα: ΗΡΩΑΣ ΗΘΙΚΗΣ!!! Το Θεατρικό της έργο: ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ, διακρίθηκε με έπαινο από τον Φιλολογικό Σύλλογο «ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ» στον 91ο Καλοκαιρίνειο Θεατρικό Διαγωνισμό του συλλόγου. Επίσης τον Ιούλιο του 2012  στίχοι της με τίτλο: Ο εφιάλτης μιας Ελληνίδας!  βραβεύτηκαν από τον Όμιλο  UNESCO Κεφαλληνίας και Ιθάκης.
 Η ποιητική συλλογή με τίτλο: «ΑΧ ΕΛΛΑΔΑ ΜΟΥ, ΝΕΡΑΙΔΑ ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ!!!», απέσπασε το Πρώτο  Βραβείο στον 12ον   Ετήσιο Ποιητικό Διαγωνισμό που είχε προκηρύξει  για το έτος 2012 το περιοδικό  Λόγου και Τέχνης «ΚΕΛΑΙΝΩ» του Λογοτεχνικού Ομίλου «’Ξάστερον» με θέμα:  «Αχ, πατρίδα μου».
Έργα της: Τα χειρόγραφα της μάνας,  είναι το πρώτο συγγραφικό της  έργο. Πρόκειται  για  ένα  μυθιστόρημα  ηθογραφικού  χαραχτήρα, το  οποίο επαναφέρει χαμένες αξίες και προβληματίζει κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο.
Το δεύτερο έργο της:  ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, μια  ποιητική  συλλογή με ανέκδοτους στίχους και πραγματική  κατάθεση ψυχής που αποτυπώνεται με γλαφυρό συναισθηματικό  ύφος, που  ενεργοποιεί  μνήμες και συναισθήματα,  προκαλώντας  φορές – φορές  έντονο προβληματισμό.
Κι ακολουθούν οι ανέκδοτες ποιητικές συλλογές:
Η μελωδία του έρωτα
Αχ πατρίδα μου νεράιδα πληγωμένη!
ΑΔΥΤΟΙ συλλογισμοι
ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ

 Έχει γράψει επίσης μια μεγάλη συλλογή  διηγημάτων,  ένα παιδικό ημερολόγιο το οποίο φέρει τον τίτλο: ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ, καθώς και παραμύθια για μικρά και μεγάλα παιδιά.
Όλο το συγγραφικό της έργο είναι ανέκδοτο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου